Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο

Part 2

Chapter 2 43 words Public domain Markdown

42. » Μπαίνετε από τη στενή την πύλη, γιατί » πλατιά 'ναι η πύλη κι’ απλόχωρος ο δρόμος που » φέρνει στο χαμό, και πολλοί 'ναι όσοι μπαίνουν από » κει• όμως γιατί στενή 'ναι η πύλη και στρυμωχτός » ο δρόμος που φέρνει στη ζωή, και λίγοι 'ναι που » τόνε βρίσκουν.

43. » Προσέχετε από τους ψευτοπροφήτες, που » σας έρχουνται με φορέματα προβάτων κι’ είναι από » μέσα λύκοι αρπαχτικοί. Από τους καρπούς τους » θαν τους νιώστε. Μήπως συνάζουν απ' αγκαθιές » σταφύλια κι’ από τριβόλια σύκα; Έτσι κάθε δέν- » τρο καλό κάνει καρπούς ωραίους, όμως το σάπιο » δέντρο κάνει καρπούς κακούς. Δε γίνεται δέντρο » καλό να κάνει καρπούς κακούς, μήτε σάπιο δέντρο » να κάνει καρπούς καλούς. Δέντρο που δεν κάνει » καρπό καλό κόβεται και ρήχνεται στη φωτιά. Λοι- » πόν από τους καρπούς τους θαν τους νιώστε.

44. » Δε θα μπει στη βασιλεία των ουρανών όπιος » μου λέει Κύριε, Κύριε, μόνε όπιος κάνει το θέλημα » του πατέρα μου στα ουράνια. Πολλοί θα μου πουν » εκείνη την ημέρα Κύριε, Κύριε, με τ' όνομά σου » δεν προφητέψαμε και με τ' όνομά σου δε βγάλαμε » δαιμόνια και με τ' όνομά σου δεν κάναμε θάματα » πολλά; Και τότες θαν τους απολογηθώ πως Ποτές » δε σας ήξερα• φύγετε από μένα οι εργάτες της ανο- » μίας.

45.» Όπιος λοιπόν ακούει μου αυτά τα λόγια και » τα κάνει, θα μιάσει άνθρωπο φρόνιμο πούχτισε το » σπίτι του στην πέτρα απάνου• και κατέβηκε η βροχή » κι’ ήρθαν τα ποτάμια και φυσήξανε οι ανέμοι, και » πλακώσανε στο σπίτι εκείνο και δεν έπεσε• γιατί » είτανε θεμελιωμένο στην πέτρα απάνου. 46. Κι' » όπιος ακούει μου αυτά τα λόγια και δεν τα κάνει, » θα μιάσει άνθρωπο ασυλλόγιστο πούχτισε το σπίτι » του στον άμμο απάνου• και κατέβηκε η βροχή κι’ » ήρθαν τα ποτάμια και φυσήξανε οι άνεμοι, και χτυ- » πήσανε το σπίτι εκείνο κι’ έπεσε, κι’ είταν τρανό το » πέσιμό του».

47. Και συνέβηκε, σαν τέλιωσε ο Ιησούς αυτά τα λόγια, σάστιζαν τα πλήθη με τη διδαχή του• γιατί τους δίδασκε σα να 'χε εξουσία κι’ όχι καθώς οι διαβασμένοι τους.

48. Κι' όταν κατέβηκε από το βουνό, τον ακολού- [8] θησαν πλήθη πολλά. Και να λωβιασμένος ήρθε και τον προσκυνούσε λέγοντας «Κύριε, α θέλεις, μπορείς » να με καθαρίσεις». Κι' απλώνοντας το χέρι του τον άγγιξε κι’ είπε «Θέλω, καθαρίσου». Κι' ευτύς του καθαρίστη η λώβα. Κι' ο Ιησούς του λέει «Κοίτα » μην το πεις κανενός, μόνε σήρε δείξου στον παπά, » και πρόσφερε το χάρισμα που πρόσταξε ο Μωϋσής, » έτσι για να φωτιστούν».

49. Και σα μπήκε στην Καφαρναούμ πήγε ένας εκατόνταρχος που τον παρακαλούσε κι’ έλεγε «Κύριε, » το παιδί μου κοίτεται στο σπίτι παραλυτικό και » βασανίζεται τρομερά». Του λέει «Εγώ έρχουμαι » και τον γιατρεύω». Κι' ο εκατόνταρχος αποκρίθη κι’ είπε «Κύριε, δεν αξίζω για να μπεις κάτου από τη » στέγη μου• μα μοναχά πες λόγο και θα γιατρευτεί » το παιδί μου. Γιατί κι’ εγώ 'μαι άνθρωπος υπο- » ταχτικός έχοντας κάτου μου στρατιώτες, και λέω » στον ένα Πήγαινε, και πηγαίνει, και σ' άλλον Έλα, » κι’ έρχεται, και στο σκλάβο μου Κάνε ετούτο, και » το κάνει». Και σαν άκουσε ο Ιησούς, απόρησε κι’ είπε σ' όσους τον ακολουθούσαν• «Αληθινά σας λέω, » σε κανέναν τόση πίστη δε βρήκα μέσα στον Ισ- » ραήλ. Και σας λέω, πως πολλοί απ' ανατολή και » δύση θάρθουν και θα κάτσουνε μαζί με τον Αβραάμ » και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ μέσα στη βασιλεία » των ουρανών, μα τους γιους της βασιλείας θαν τους » βγάλουν όξω στο σκοτάδι το πιο εξώτερο• εκεί θα » 'ναι το κλάψε και το τρίξε των δοντιών». Κι' είπε ο Ιησούς στον εκατόνταρχο «Πήγαινε• όπως πίστε- » ψες ας σου γίνει». Και γιατρεύτη το παιδί την ώρα εκείνη.

50. Κι' όταν ήρθε ο Ιησούς στο σπίτι του Πέ- τρου, είδε την πεθερά του κατάκοιτη και θερμα- σμένη• κι’ άγγιξε το χέρι της, και την αφήκε η θέρμη και σηκώθηκε και τον υπερετούσε. Και σα βράδιασε, του φέρανε δαιμονισμένους πολλούς κι’ έβγαλε τα πνέ- ματα με λόγο, και γιάτρεψε όλους τους αρρώστους, για ν' αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Ησαΐα του προφήτη, που λέει _ Αυτός πήρε τις αρρώστιες μας και τα πάθια σήκωσε _ .

51. Και σαν είδε ο Ιησούς γύρω του πλήθος, πρόσταξε να παν αντίπερα. Κι' ένας διαβασμένος πήγε και του είπε «Δάσκαλε, θα σ' ακολουθήσω όπου » κι’ αν πας». Κι' ο Ιησούς του λέει «Οι αλεπούδες » έχουν τρύπες και τα πουλιά τ' ουρανού φωλιές, όμως » ο γιος τ' ανθρώπου δεν έχει πού να γύρει το κε- » φάλι». Κι' άλλος μαθητής του είπε «Κύριε, πα- » ραχώρησέ μου να πάω πρώτα και να θάψω τον πα- » τέρα μου». Κι' ο Ιησούς του λέει «Ακολούθα με, » κι’ ας θάψουν τους νεκρούς τους οι νεκροί».

52. Και μπήκε σε καράβι και τον ακολούθησαν οι μαθητάδες του. Και να φουρτούνα μεγάλη έγινε στη λίμνη, τόσο που το καράβι το σκέπαζαν τα κύματα. Κι' εκείνος κοιμούνταν. Και πήγαν και τόνε σηκώ- σανε λέγοντας «Κύριε, σώσε, χανόμαστε». Και τους λέει «Τι δειλιάζετε, λιγόπιστοι;» Τότες σηκώθηκε και μάλωσε τους ανέμους και τη λίμνη κι’ έγινε κα- λοσύνη μεγάλη. Κι' απορούσαν οι ανθρώποι λέγοντας « Σαν τι 'ναι αυτός που κι’ οι ανέμοι κι’ η λίμνη τον » ακούν;»

53. Και σαν πήγε αντίπερα στον τόπο των Γα- δαρηνών, απάντησε διο δαιμονισμένους πούβγαιναν από τα μνήματα, άγριους υπερβολικά, τόσο που δε μπορούσε κανείς να περάσει από το δρόμο εκείνο. Και νά φώναξαν κι’ είπαν «Τι θέλεις από μας, γιε του » Θεού; Ήρθες εδώ πριν την ώρα να μας βασανί- » σεις;» Κι' είτανε μακριά από κει κοπάδι μεγάλο χοίροι που βοσκούσαν. Κι' οι δαιμόνοι τον παρακα- λούσαν κι’ έλεγαν «Α μας βγάλεις, στείλε μας στο » κοπάδι των χοίρων». Και τους είπε «Πηγαίνετε». Κι' εκείνοι βγήκανε και πήγανε στους χοίρους, και να όρμησε όλο το κοπάδι κάτου από τον γκρεμό στη λίμ- νη, και ψοφήσανε μέσα στα νερά. Κι' οι βοσκοί έφυ- γαν, και πήγανε στη χώρα και μηνήσανε τα πάντα και το τι συνέβη στους δαιμονισμένους. Και να όλη η χώρα βγήκε ν' απαντήσει τον Ιησού, κι’ άμα τον είδαν, τον παρακαλέσανε να φύγει αλλού από τα σύ- νορά τους.

[9] 54. Και μπαίνοντας σε καράβι, πέρασε αντίκρυ και πήγε στον τόπο του. Και να του πήγαν παρα- λυτικό απάνου σε κλινάρι πλαγιασμένο. Και σαν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε του παραλυτικού « Έχε θάρρος, παιδί μου, συχωρεμένες οι αμαρ- » τίες σου». Και να μερικοί διαβασμένοι είπανε μέσα τους «Αυτός ασεβεί». Κι' ο Ιησούς ένιωσε τους στοχασμούς τους κι’ είπε «Γιατί στοχάζεστε κακά » μέσα στην καρδιά σας; Γιατί τι 'ναι ευκολώτερο, » να πεις Συχωρεμένες οι αμαρτίες σου, ή να πεις Σή- » κω και περπάτα; Όμως για να μάθετε πως έχει » εξουσία ο γιος τ' Ανθρώπου στη γη να συχωρνά » αμαρτίες,» τότες λέει του παραλυτικού «Σήκω πά- » ρε το κλινάρι σου και σήρε σπίτι σου». Και σηκώ- θηκε και πήγε σπίτι του. Και σαν τόδανε τα πλή- θη, φοβηθήκανε, και δόξασαν το Θεό πούδωκε εξουσία τέτια στους ανθρώπους.

55. Και περνώντας από κει ο Ιησούς είδε έναν άνθρωπο καθισμένο στο τελώνιο που τον έλεγαν Μαθ- θαίο, και του λέει «Ακολούθα με». Και σηκώθη και τον ακολούθησε. Και συνέβη, ενώ 'ταν καθισμένος [κι’ έτρωγε] μέσα στο σπίτι, να πολλοί τελώνες κι’ αμαρτωλοί ήρθαν και καθίσανε μαζί με τον Ιησού και με τους μαθητάδες του. Κι' οι Φαρισαίοι σαν τους είδαν, λέγανε στους μαθητάδες του «Γιατί τρώει ο δά- » σκαλός σας μαζί με τους τελώνες και με τους αμαρ- » τωλούς;» Κι' εκείνος τ' άκουσε κι’ είπε «Γιατρό » δε θέλουν οι γεροί, μόνε οι αρρωστημένοι. Μόνε » σήρτε μάθετε το τι θα πει _ Σπλαχνιά θέλω κι’ όχι » θυσία _ , γιατί δεν ήρθα να κράξω ενάρετους, μόνε » αμαρτωλούς».

56. Τότες πηγαίνουνε στον Ιησού οι μαθητάδες του Ιωάνη κι’ έλεγαν «Γιατί εμείς κι’ οι Φαρισαίοι » νηστεύουμε, κι’ οι μαθητάδες σου δε νηστεύουν;» Κι' ο Ιησούς τους είπε «Μήπως μπορούν οι γιοι της » αίθουσας του γάμου να πενθούν ενόσω βρίσκεται ο » γαμπρός μαζί τους; Όμως θαρθεί καιρός που θαν » τους πάρουν το γαμπρό, και τότες θα νηστέψουν. » Και κανείς κομάτι καινούργιο δεν το βάζει μπάλ- » λωμα σε ρούχο παλιό• γιατί το γιόμισμά του παίρ- » νει από το ρούχο, και χειροτερεύει η τρύπα. Μήτε » βάζουν καινούργιο κρασί σ' ασκιά παλιά• ειδεμή, » σπουν τ' ασκιά, και το κρασί χύνεται και χάνουν- » ται τ' ασκιά• μόνε βάζουνε κρασί καινούργιο σε » καινούργια ασκιά, και βαστούνε και τα διο».

57. Ενώ τους μίλαε αυτά τα λόγια, να ένας άρ- χοντας πήγε και τον προσκυνούσε κι’ έλεγε πως «Η » κόρη μου ό, τι πέθανε• μόνε έλα βάλε απάνου της » το χέρι και θα ζήσει». Κι' ο Ιησούς σηκώθη και τον ακολούθησε, [καθώς] κι’ οι μαθητάδες του. Και να γυναίκα μ' αιμορραγία δώδεκα χρόνια πήγε κοντά από πίσω κι’ άγγιξε την άκρη του ρούχου του, γιατί έλεγε μέσα της «Μοναχά το ρούχο του ν' αγγίξω, » θα γλυτώσω». Κι' ο Ιησούς γύρισε, και σαν την είδε, είπε «Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστη σου σε » γλύτωσε». Και γλύτωσε η γυναίκα από κείνη την ώρα. Κι' όταν ήρθε ο Ιησούς στο σπίτι τ' άρχοντα κι’ είδε τους μουσικούς και τον κόσμο που μυρολο- γούσε, έλεγε «Πηγαίνετε, γιατί δεν πέθανε το κο- » ρίτσι, μόνε κοιμάται». Και τον περγελούσαν. Όμως σαν έβγαλαν τον κόσμο όξω, μπήκε μέσα κι’ έπιασε το χέρι της, και σηκώθη το κορίτσι. Και βγήκε η φήμη αυτή σ' όλον εκείνον τον τόπο.

58. Και περνώντας από κει ο Ιησούς, τον ακολου- θήσανε διο τυφλοί που φώναζαν και λέγανε «Σπλα- » χνίσου μας, γιε του Δαυείδ». Και σαν ήρθε σπίτι, πήγαν οι τυφλοί και τους λέει ο Ιησούς «Πιστεύετε » αυτό πως μπορώ ναν το κάνω;» Του λένε «Ναι, » Κύριε». Τότες τους άγγιξε τα μάτια λέγοντας « Ας σας γίνει κατά την πίστη σας», και τους ανοίχτηκαν τα μάτια. Κι' ο Ιησούς τους φοβέρισε κι’ είπε «Κοιτάξτε κανείς μην το μάθει». Μα εκεί- νοι βγήκανε και κήρυξαν παντού τη φήμη του σ' όλον εκείνον τον τόπο. Κι' αυτοί σαν έβγαιναν, να του πήγαν έναν άλαλο δαιμονισμένο κι’ όταν του βγήκε το δαιμόνιο, μίλησε ο άλαλος. Κι' απόρησαν τα πλήθη κι’ έλεγαν «Ποτές τέτιο δε φάνηκε στο έθνος » του Ισραήλ». Μα οι Φαρισαίοι λέγανε «Με τον » αρχιδαίμονα βγάζει τα δαιμόνια».

59. Και γύριζε ο Ιησούς όλες τις πολιτείες και τα χωριά, διδάσκοντας μέσα στα συναγώγια τους και κηρύχνοντας το καλό το μήνημα της βασιλείας και γιατρεύοντας κάθε αρρώστια και κάθε πάθος.

[10] 60. Και σαν είδε τα πλήθη, τους σπλαχνίστηκε, γιατί είτανε σακατεμένοι και σπαραγμένοι σάμπως πρόβατα δίχως βοσκό. Τότες λέει στους μαθητάδες του «Πολύς ο θέρος, μα οι εργάτες λίγοι• παρα- » καλέστε λοιπόν το νοικοκύρη του θέρου να βγάλει » εργάτες για το θέρο του». Και φώναξε τους δώδεκα μαθητάδες του, και τους έδωκε εξουσία ακάθαρτων πνεμάτων που ναν τα βγάζουνε, και να γιατρεύουν κάθε αρρώστια και κάθε πάθος.

61. Κι' αυτά 'ναι τα ονόματα των δώδεκα απο- στόλων. Πρώτος ο Σίμωνας που τον έλεγαν Πέτρο κι’ ο Αντρέας ο αδερφός του• κι’ ο Ιάκωβος ο γιος του Ζεβεδαίου κι’ ο Ιωάνης ο αδερφός του• ο Φί- λιππος κι’ ο Βαρθολομαίος• ο Θωμάς κι’ ο Μαθθαίος ο τελώνης• ο Ιάκωβος ο γιος του Αλφαίου κι’ ο Θαδδαίος• ο Σίμωνας ο Καναναίος• κι’ ο Ιούδας ο Ισκαριώτης που και τον παράδωκε.

62. Τους δώδεκα αυτούς τους έστειλε ο Ιησούς και τους παράγγειλε λέγοντας «Σε στράτα εθνών » μην πάτε και σε χώρα Σαμαρειτών μη μπείτε, » μόνε πηγαίνετε καλύτερα στα πρόβατα τα χαμένα » του σπιτιού του Ισραήλ Και πηγαίνοντας κηρύ- » χνετε και λέτε _ Έφτασε η βασιλεία των ουρανών _ . » Αρρώστους γιατρεύετε, νεκρούς ανασταίνετε, λωβια- » σμένους καθαρίζετε, δαιμόνια βγάζετε. 63. Χάρι- » σμα λάβατε, χάρισμα δώστε. Μην προμηθευ- » τείτε χρυσάφι μήτ' ασήμι μήτε χαλκό για τα ζου- » νάρια σας• όχι ταγάρι για το δρόμο, μήτε διο » φορέματα μήτε σαντάλια μήτε ραβδί• γιατί αξίζει » ο δουλευτής τη θροφή του.

»Και σ' όπια χώρα μπείτε ή σε χωριό, ξετάστε » πιος εκεί μέσα αξίζει, κι’ εκεί μείνατε ως που να » μισέψτε. Και μπαίνοντας στο σπίτι, χαιρετήστε » το. Κι' αν το σπίτι αξίζει, ας λάβει την ειρήνη » σας• μα α δεν αξίζει, ας γυρίσει η ειρήνη σας πί- » σω σ' εσάς. Κι' όπιος δε σας δεχτεί μήτ' ακούσει » τα λόγια σας, καθώς βγαίνετε από το σπίτι ή από » τη χώρα εκείνη τινάξτε τη σκόνη των ποδιώνε » σας. Αληθινά σας λέω, υποφερτότερα θα πάθει » ο τόπος των Σοδόμων και Γομόρρων σε μέρα κρί- » σης παρά η χώρα εκείνη.

» Νά εγώ σας στέλνω σάμπως πρόβατα στη μέση » λύκων• φανείτε λοιπόν προσεχτικοί σαν τα φείδια » κι’ αθώοι σαν τα περιστέρια.

64.» Και προσέχετε από τους ανθρώπους• γιατί » θα σας παραδώσουνε σε συνόδους, και μέσα στα » συναγώγια τους θα σας βουρδουλίσουν, και μπρο- » στά σ' αρχηγούς ακόμα και βασιλιάδες θα σηρθήτε » απ' αφορμή μου, έτσι για να φωτιστούν, κι’ » αυτοί κι’ οι εθνικοί. Κι' ότα σας παραδώσουνε, μη » φροντίζετε πώς ή τι θα μιλήστε, γιατί θα σας δοθεί » την ώρα εκείνη τι να μιλήστε, τι δε μιλείτε εσείς, » μόνε το πνέμα του πατέρα σας μέσο σας μιλεί. » Και θα παραδώσει αδερφός αδερφό για θάνατο και » πατέρας παιδί, και θα σηκωθούν παιδιά να χτυ- » πήσουνε γονέους και θαν τους θανατώσουν Κι' » όλοι για τ' όνομά μου θα σας μισούν μα όπιος » έχει απομονή ως στο τέλος, αυτός θα σωθεί.

65.» Κι' ότα σας κατατρέχουνε σ' αυτή τη » χώρα, φεύγετε στην άλλη• γιατί αληθινά σας λέω, » πριν τελιώστε τις χώρες του Ισραήλ θαρθεί ο » γιος τ' ανθρώπου. Δεν περνάει μαθητής το δά- » σκαλο του μήτε σκλάβος τον αφέντη του• σώνει » του μαθητή ότα γίνει σαν το δάσκαλό του, κι’ ο » σκλάβος καθώς τον αφέντη του. Αν του νοικο- » κύρη του κατηγορήσανε Βεεζεβούλ, πόσο πιο πολύ » στους ανθρώπους του; Μη λοιπόν τους φοβηθείτε• τι » δεν έχει σκεπασμένο που δε θα ξεσκεπαστεί, και » κρυφό που δε θα μαθευτεί. Στο σκοτάδι ό,τι σας » λέω, πέστε το στο φως• και στ' αυτί [σας] ό,τι » ακούτε, κηρύξτε το από πάνου από τα δώματα. » Και μη φοβηθείτε απ' όσους θανατώνουν το κορμί, » μα την ψυχή να θανατώσουνε δε μπορούν μόνε να » φοβάστε κάλια όπιονε μπορεί και ψυχή και σώμα » ν' αφανίσει μέσ' σε γέεννα. Διο σπουργίτια δεν που- » λιούνται ένα ασσάρι; Μήτ' ένα τους δε θενά πέσει » κατά γης δίχως ο πατέρας σας να θέλει. Μα εσάς » κι’ οι τρίχες της κεφαλής σας είναι μετρημένες. Μη » λοιπόν φοβάστε• πολλά σπουργίτια υπερτεράτε εσείς.

66. » Όπιος λοιπόν με παραδεχτεί μπροστά στους » ανθρώπους, θαν τον παραδεχτώ κι’ εγώ μπρο- » στά στον πατέρα μου πούναι στα ουράνια• μα » όπιος μ' αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θαν » τον αρνηθώ κι’ εγώ μπροστά στον πατέρα μου πού- » ναι στα ουράνια.

67. »Μη νομίστε πως ήρθα να βάλω ειρήνη » στη γη• δεν ήρθα να βάλω ειρήνη, μόνε σπαθί. » Γιατί ήρθα να χωρίσω άνθρωπο με τον πατέρα » του, και κόρη με τη μάννα της, και νύφη με την » πεθερά της, κι’ εχτροί τ' ανθρώπου οι σπιτικοί του.

68. » Όπιος αγαπά πατέρα ή μάννα καλύτερά » μου, δεν του αξίζω• κι’ όπιος αγαπά γιο του ή » κόρη καλύτερά μου, δεν του αξίζω• κι’ όπιος δεν » παίρνει το σταυρό του και δεν ακολουθά από πίσω » μου, δεν του αξίζω. Όπιος κερδίσει τη ζωή του, » θαν τη χάσει• κι’ όπιος για μένα χάσει τη ζωή » του, θαν την κερδίσει.

69. Όπιος σας δέχεται, εμένα δέχεται• κι’ » όπιος εμένα δέχεται, δέχεται το στάλτη μου. » Όπιος δέχεται προφήτη σαν προφήτη, προφήτη » πλερωμή θα λάβει• κι’ όπιος δέχεται ενάρετο σαν » ενάρετο, ενάρετου πλερωμή θα λάβει. Κι' όπιος » σα μαθητή ποτίσει ένανε από τους μικρούς αυτούς » ποτήρι μόνο κρύο νερό, αληθινά σας λέω, δε θα » χάσει την πλερωμή του».

[11] 70. Και συνέβηκε, σαν τέλιωσε ο Ιησούς το να προστάζει τους μαθητάδες του, έφυγε από κει για να διδάσκει και κηρύχνει μέσ' στις πολιτείες τους.

Κι' ο Ιωάνης σαν άκουσε μέσα στη φυλακή τα έργα του Χριστού, έστειλε με τους μαθητάδες του και τούπε «Εσύ 'σαι εκείνος πούρχεται ή άλλονε να » καρτερούμε;» Κι' ο Ιησούς απάντησε και τους είπε «Πηγαίνετε και πληροφορήστε τον Ιωάνη όσα » ακούτε και βλέπετε. Τυφλοί ξαναβλέπουν και κου- » τσοί περπατούν, λωβιασμένοι καθαρίζουνται και » κουφοί ακούν, και νεκροί ανασταίνουνται, και σε » φτωχούς πάει μήνημα χαράς. Και μακαρισμένος » όπιος δε σκανταλιστεί μαζί μου».

71. Κι' ενώ πήγαιναν εκείνοι, άρχισε ο Ιησούς και μιλούσε στα πλήθη για τον Ιωάνη «Τι βγή- » κατε στην ερημιά για να κοιτάξτε; καλάμι » ανεμοσάλευτο; Μόνε τι βγήκατε να δείτε; άν- » θρωπο απαλά ντυμένο; Νά τοι όσοι φορούνε τ' » απαλά, μέσα στα βασιλικά παλάτια. Μόνε τι » βγήκατε να δείτε; προφήτη; Ναι σας λέω, και » περισσότερο από προφήτη. Αυτός είναι που γρά- » φτηκε _ Νά εγώ στέλνω τον απόστολό μου προτύτερά » σου, που θα φτιάσει πριν τη στράτα σου _ . Αληθινά » σας λέω, μέσα σε γεννήματα γυναικών δε βγήκε » μεγαλύτερος από τον Ιωάνη το βαφτιστή• όμως » ο μικρότερος στη βασίλεια των ουρανών είναι με- » γαλύτερός του. Μόνε από τις μέρες του Ιωάνη » του βαφτιστή ως τώρα η βασιλεία των ουρανών » ρημάζεται και ρημάχτες την αρπάζουν. Γιατί » όλοι οι Προφήτες κι’ ο Νόμος ως στον Ιωάνη » προφήτεψαν κι’ α θέτε να παραδεχτείτε, αυτός εί- » ναι ο Ηλίας πούναι νάρθει. Όπιος έχει αυτιά, ας » ακούει.

72. » Και με τι να παραβάλω αυτή τη φύτρα; » Μιάζει παιδιά καθισμένα στις αγορές, που κρά- » ζουν στους συντρόφους τους και λεν _ Αυλούς λαλή- » σαμε και δε χορέψατε• μοιρολογήσαμε και δε χτυ- » πήσατε τα στήθια _ . Γιατί ήρθε ο Ιωάνης που » μήτ' έτρωγε μήτ' έπινε, και λεν Έχει δαιμόνιο• » ήρθε ο γιος τ' άνθρωπου που τρώει και πίνει, » και λένε Νά άνθρωπος φαγάς και κρασοπότης, » φίλος με τελώνες και μ' αμαρτωλούς. Κι' άγιασε » η γνώση από τα έργα της».

73. Τότ' άρχισε να κατηγορεί τις χώρες όπου γί- νηκαν τα πια πολλά του θάματα πως δε μετά- νιωσαν «Αλίμονό σου, Χοραζείν! αλίμονό σου, Βηθ- » σαϊδάν! Τι αν είχανε γενεί στην Τύρο και Σι- » δώνα τα θάματα που σας έγιναν, καιρό τώρα » θάχανε μετανιώσει με σακκόπανο και στάχτη. » Όμως σας λέω, υποφερτότερα θα πάθει η Τύρο » κι’ η Σιδώνα σε μέρα κρίσης παρά εσείς. Κι εσύ » Καφαρναούμ που ως στον ουρανό σηκώθης, ως » στον Άδη θενά κατεβείς• γιατί αν είχανε γενεί » στα Σόδομα τα θάματα που σούγιναν εσένα, θα » μένανε ως τα σήμερα. Όμως σας λέω, πως υπο- » φερτότερα θα πάθει ο τόπος των Σοδόμων σε μέρα » κρίσης παρά εσύ».

74. Εκείνον τον καιρό ο Ιησούς αποκρίθη κι’ είπε «Δοξολογώ σε, πατέρα, αφέντη τ' ουρανού και » της γης, γιατί τάκρυψες αυτά από σοφούς και » γνωστικούς και τα φανέρωσες σ' αθώους. Ναι, πα- » τέρα, γιατί είταν έτσι ο ορισμός σου. Όλα τα » πάντα μου παράδωσε ο πατέρας μου, και κανείς » δε γνωρίζει το γιο εξόν ο πατέρας• μήτε κανείς » γνωρίζει τον πατέρα εξόν ο γιος κι’ οπιανού θέλει » ο γιος ναν τόνε φανερώσει.

75. » Μαζί μου ελάτε όλοι που κοπιάζετε κι’ » όσοι είστε φορτωμένοι, κι’ εγώ σας ξεκουράζω. » Σηκώστε το ζυγό μου απάνου σας, και μάθετε » από μένα, γιατί ήμερος είμαι και με ταπεινή καρ- » διά, και θα βρει ξεκούρασμα η ψυχή σας. Τι ο » ζυγός μου 'ναι καλός κι’ αλαφρύ το φόρτωμά » μου».

[12] 76. Εκείνον τον καιρό περπάτησε ο Ιησούς σάβ- βάτο μέσα από τα σπαρτά• κι’ οι μαθητάδες του πείνασαν, κι’ αρχίσανε και μαδούσαν στάχια κι’ έτρωγαν.

Κι' οι Φαρισαίοι, σαν τους είδαν, τούπανε «Κοίτα, » οι μαθητάδες σου κάνουν ό,τι δεν πρέπει το σαβ- » βάτο». Κι' εκείνος τους είπε «Δε διαβάσατε τι » έκανε ο Δαυείδ σαν πείνασε κι’ όσοι είτανε μαζί » του; πώς μπήκε μέσ' στον οίκο του Θεού και » φάγανε τις προσφορές, που δεν έπρεπε να φάει, » μήτε κι’ οι συντρόφοι του, εξόν οι παπάδες μόνοι; » Ή δε διαβάσατε μέσα στο Νόμο πως σαββάτο » μέσα στο ναό οι παπάδες καταλούνε το σαββάτο » δίχως αμαρτία; Και σας λέω, πως από το ναό » μεγαλύτερα έχει εδώ. Μα ανίσως γνωρίζατε το τι » θα πει _ Σπλαχνιά θέλω κι’ όχι θυσία _ , δε θα κατα- » δικάζατε τους αθώους. Γιατί εξουσιαστής του σαβ- » βάτου είναι ο γιος τ' ανθρώπου».

77. Και φεύγοντας από κει, ήρθε στο συναγώγι τους• και να ένας άνθρωπος με χέρι ξεραμένο. Και τόνε ρώτησαν κι’ είπαν «Α μπορεί κανείς να για- » τρεύει το σαββάτο», για ναν τον κατηγορήσουν. Και τους είπε «Πιος από σας άνθρωπος που θάχει » ένα πρόβατο, κι’ αν πέσει αυτό σαββάτο μέσ' σε » λάκκο, δε θαν το πιάσει και σηκώσει; Πόσο λοιπόν » καλύτερος από πρόβατο ο άνθρωπος; Έτσι μπο- » ρείς σαββάτο να κάνεις καλό». Τότες λέει ταν- θρώπου «Άπλωσε το χέρι σου». Και τ' άπλωσε, και ξανάγινε γερό σαν τ' άλλο.

78. Κι' οι Φαρισαίοι βγήκαν και συφώνησαν πώς ναν τον καταστρέψουν. Και τόνιωσε ο Ιησούς κι’ έφυγε από κει. Και τον ακολούθησαν πολλοί και τους γιάτρεψε όλους, και τους πρόσταξε να μην τόνε φανερώσουν, για ν' αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Ησαΐα του προφήτη, που λέει _ Νά το παιδί της εκλογής μου, ο αγαπητός μου που λαχταρά η ψυχή μου. Θα βάλω απάνου του το πνέμα μου, και κρίση στα έθνη θα μηνήσει. Δε θα λογοφέρει μήτε θορυβήσει, μήτε δε θ' ακουστεί στις δημο- σιές η φωνή του. Καλάμι ραϊσμένο δε θα σπάσει και φυτίλι που καπνίζει δε θα σβύσει, ως που να βγάλει νικήτρα την κρίση. Και με τ' όνομά του θενά ελπίσουν έθνη _ .

79. Τότες τούφεραν ένα δαιμονισμένο τυφλό κι’ άλαλο, και τόνε γιάτρεψε, τόσο που ο άλαλος λα- λούσε κι’ έβλεπε. Και σάστιζαν όλα τα πλήθη κι’ έλεγαν «Τάχα μην είναι αυτός ο γιος του Δαυείδ;» Κι' οι Φαρισαίοι τ' άκουσαν κι’ είπαν «Αυτός » δε βγάζει τα δαιμόνια παρά με το Βεεζεβούλ » τον αρχιδαίμονα». Κι' ένιωσε τους στοχασμούς τους και τους είπε «Κάθε βασιλεία, σα διαιρεθεί, » ρημάζεται, και κάθε πολιτεία ή σπίτι, σα διαιρε- » θεί, δε θα σταθεί. Κι' α βγάζει ο Σατανάς το » Σατανά, διαιρέθηκε• πώς θα σταθεί λοιπόν η βα- » σιλεία του; Κι' αν εγώ με το Βεεζεβούλ τα βγά- » ζω τα δαιμόνια, οι γιοι σας με πιον τα βγάζουν; » Για τούτο αυτοί θα σας καταδικάσουν. Μα αν » εγώ με πνέμα Θεού τα βγάζω τα δαιμόνια, θα » πει σας πρόφτασε η βασιλεία του Θεού. Ή πώς » μπορεί κανείς να μπει στου δυνατού το σπίτι και » ν' αρπάξει τα συγύρια του, α δεν τον δέσει πρώτα » το δυνατό, και τότες θα γυμνώσει του το σπίτι; » Όπιος δεν είναι μαζί μου, είναι αντίθετός μου• » κι’ όπιος μαζί μου δε μαζεύει, σκορπά. Γι' αυτό » σας λέω, κάθε αμαρτία κι’ ασέβεια θα σας συ- » χωρεθεί εσάς των ανθρώπων όμως στο Πνέμα ασέ- » βεια δε θα συχωρεθεί. Κι' όπιος κακολογήσει το » γιο τ' ανθρώπου, θαν του συχωρεθεί• όπιος όμως » κακολογήσει το Πνέμα τ' άγιο, δε θαν του συ- » χωρεθεί, μήτε σ' ετούτη τη ζωή μήτε στην κα- » τόπι. Ή κάντε το δέντρο καλό και τον καρπό » του καλό, ή κάντε το δέντρο σάπιο και τον καρπό » του σάπιο• γιατί από τον καρπό γνωρίζεται το » δέντρο. Οχιάς γεννήματα, πώς θα πείτε καλό » όντας κακοί; Γιατί από της καρδιάς την πλη- » σμονή λαλεί το στόμα. Ο καλός ο άνθρωπος από » τον καλό το θησαυρό βγάζει καλά, κι’ ο κακός » ο άνθρωπος από τον κακό το θησαυρό βγάζει » κακά. Και σας λέω, πως κάθε λέξη άπρεπη που » λαλήσουν οι ανθρώποι, θα δώσουνε για κείνη λόγο » σε μέρα κρίσης• τι από τα λόγια σου θ' αθωωθείς » κι’ από τα λόγια σου θα καταδικαστείς».