Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο

Part 19

Chapter 19 38 words Public domain Markdown

71. Αυτά λοιπόν κάνανε οι στρατιώτες. Κι' έστεκαν κοντά στο σταυρό του Ιησού η μητέρα του, κι η α- δερφή της μητέρας του Μαρία η γυναίκα του Κλωπά, κι’ η Μαρία η Μαγδαληνή. Ο Ιησούς λοιπόν σαν είδε τη μητέρα του και το μαθητή εκεί κοντά π' αγάπαε, λέει της μητέρας του «Μητέρα, να ο γιος σου»• έπει- τα λέει του μαθητή «Νά η μητέρα σου». Κι' από κείνη την ώρα την πήρε ο μαθητής στο σπίτι του. Ύστερα ο Ιησούς σαν ένιωσε πως όλα τέλιωσαν, για ν' αληθέψει η Γραφή, λέει «Διψώ». Έστεκε λαγήνι γιομάτο ξύδι• στήσανε λοιπόν σε ύσσωπο σφουγγάρι γιομισμένο ξύδι και του το προσφέρανε στο στόμα. Λοιπόν σαν πήρε ο Ιησούς το ξύδι, είπε «Τέλιωσε», και γαίρνοντας την κεφαλή του παράδωκε την ψυχή.

72. Οι Ιουδαίοι λοιπόν, επειδή είτανε παρασκευή για να μη μείνουν το σάββατο απάνου στο σταυρό τα λείψανα (γιατί είτανε μεγάλη η μέρα εκείνη του σαβ- βάτου) παρακάλεσαν τον Πειλάτο ναν τους σπάσουνε τα σκέλια και ναν τους σηκώσουν. Ήρθανε λοιπόν οι στρατιώτες, και του πρώτου τούσπασαν τα σκέλια, [καθώς] και τ' αλλουνού του σταυρωμένου μαζί του σαν ήρθαν όμως στον Ιησού και πια τον είδαν πεθα- μένο, δεν τούσπασαν τα σκέλια, μόνε ένας στρατιώτης του κάρφωσε μ' ένα κοντάρι το πλευρό, και βγήκε αμέ- σως αίμα και νερό. Κι' ο μάρτυρας το λέει (κι’ αληθινή 'ναι η μαρτυρία του κι’ εκείνος ξέρει πως αλήθια λέει) για να πιστεύετε κι’ εσείς. Γιατί έγιναν αυτά για ν' α- ληθέψει η Γραφή _ Κόκκαλο δε θαν του σπάσουν _ • και πάλε άλλη γραφή λέει _ Θαν τον κοιτάξουν αυτόν π' α- κόντισαν._

73. Κατόπι παρακάλεσε τον Πειλάτο ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία — όντας μαθητής του Ιησού, κρυφός όμως από φόβο των Ιουδαίων — να πάρει του Ιησού το λείψανο• και τον άφισε ο Πειλάτος. Ήρθε λοιπόν και πήρε το λείψανό του• κι’ ήρθε κι’ ο Νικόδημος- πούχε πάει πριν νύχτα στον Ιησού — φέρνοντας μίγμα μύρρων κι’ αλόης ως λίτρες εκατό. Πήρανε λοιπόν του Ιησού το λείψανο και το σαβάνωσαν με τα μυρουδικά μαζί, καθώς συνειθίζουνε να θάφτουν οι Ιουδαίοι. Κι' είτανε στο μέρος που σταυρώθη περιβόλι, και στο πε- ριβόλι μέσα μνήμα καινούριο όπου κανείς ακόμα δεν είχε θαφτεί• εκεί λοιπόν αφορμή η παρασκευή των Ιου- δαίων (γιατί είτανε σιμά το μνήμα) θάψανε τον Ιησού.

74. Και τα πρωτοβδόμαδα η Μαρία η Μαγδαλη- [20] νή έρχεται πρωί, σκοτάδι ακόμα, στο μνήμα, και θω- ρά την πέτρα σηκωμένη από το μνήμα. Τρέχει λοιπόν και πάει στο Σίμωνα τον Πέτρο και στον άλλο μαθητή π' αγάπαε ο Ιησούς και τους λέει «Πήραν από το » μνήμα τον Κύριο και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν». Βγήκε λοιπόν ο Πέτρος κι’ ο άλλος μαθητής και πη- γαίνανε στο μνήμα. Κι' έτρεχαν κι’ οι διο μαζί, μα ο άλλος μαθητής πρότρεξε γοργότερα από τον Πέτρο κι’ έφτασε στο μνήμα πρώτος, και σκύβοντας βλέπει κατά γης τα σάβανα• όμως δε μπήκε μέσα. Έρχεται λοιπόν κι’ ο Σίμωνας ο Πέτρος πίσω του, και μπήκε μέσα στο μνήμα και θωρά κατά γης τα σάβανα, και το προσόψι (πούτανε στην κεφαλή του απάνου) πως δεν είταν κάτου με τα σάβανα, παρά κάπου εκεί τυ= λιγμένο χωριστά. Μπήκε λοιπόν τότες κι’ ο άλλος μα- θητής πούχε φτάσει πρώτος στο μνήμα, κι’ είδε και πίστεψε• γιατί δεν κάτεχαν ακόμα τη Γραφή, πως πρέπει ν' αναστηθεί από τους νεκρούς. Γυρίσανε λοιπόν πάλι σπίτι οι μαθητάδες.

75. Κι' η Μαρία έστεκε κοντά στο μνήμα όξω κι’ έκλαιγε. Καθώς έκλαιγε λοιπόν έσκυψε να δει στο μνή- μα, και βλέπει διο αγγέλους μέσα στ' άσπρα, καθι- σμένους τον ένα σιμά στην κεφαλή και τον άλλο σιμά στα πόδια εκεί πούχανε βάλει του Ιησού το λείψανο. Κι' αυτοί της λεν «Γυναίκα, τι κλαις;» Και τους λέει « Γιατί πήραν τον Κύριό μου και δεν ξέρω πού τον » έβαλαν». Και σαν είπε αυτά, γύρισε πίσω και κοι- τάζει τον Ιησού που στέκουνταν, μα δεν ήξερε πως είναι ο Ιησούς. Της λέει ο Ιησούς «Γυναίκα, τι κλαις; » πιόνε γυρεύεις;» Κι' αυτή νομίζοντας πως είναι ο κηπουρός του λέει «Κύριε, αν εσύ τον πήρες, πες μου » πού τον έβαλες κι’ εγώ τον παίρνω». Της λέει ο Ιη- σούς «Μαριάμ». Γύρισε εκείνη και του λέει οβραίικα « _ Ραββουνεί _ », που θα πει _ Δάσκαλε _ . Της λέει ο Ιη- σούς «Μη μ' αγγίζεις γιατί ακόμα δεν ανέβηκα στον » πατέρα• μόνε πήγαινε στους αδερφούς μου και πες » τους Ανεβαίνω στον πατέρα μου και πατέρα σας και » Θεό μου και Θεό σας». Πηγαίνει η Μαριάμ η Μαγ- δαληνή και πληροφορεί τους μαθητάδες πως «Είδα » τον Κύριο» και πως «Αυτά μου είπε».

76. Όντας λοιπόν βράδυ τότες κατά τα πρωτο- βδόμαδα κι’ η πόρτα κλειστή εκεί που βρίσκουνταν οι μαθητάδες από το φόβο των Ιουδαίων, ήρθε ο Ιη- σούς και στάθηκε στη μέση και τους είπε «Ειρήνη » σας»• κι’ αυτό σαν τόπε, τους έδειξε και τα χέρια [του] και το πλευρό. Χαρήκανε λοιπόν οι μαθητάδες όταν είδαν τον Ιησού. Πάλι λοιπόν τους είπε ο Ιησούς « Ειρήνη σας. Καθώς μ' έστειλε ο πατέρας, σας στέλ- » νω κι’ εγώ». Κι' ειπόντας αυτό φύσηξε μέσα [τους] και τους λέει «Πάρτε πνέμα άγιο. Όπιου συχωρέστε » τις αμαρτίες, συχωρεμένες τους• όπιου τις κρατήστε, » κρατημένες».

77. Ο Θωμάς ως τόσο, ένας από τους δώδεκα, ο δίδυμος καθώς τον έλεγαν, δεν είτανε μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς. Του λέγανε λοιπόν οι άλλοι μαθητάδες « Είδαμε τον Κύριο». Κι' εκείνος τους είπε «Α δε δω » στα χέρια του το σημάδι των καρφιών και δε βάλω » το δάχτυλό μου στα σημάδι των καρφιών και το » χέρι μου δε βάλω στα πλευρό του, δεν πιστεύω».

78. Κι' οχτώ μέρες κατόπι είταν πάλι μέσα οι μαθη- τάδες του, κι’ ο Θωμάς μαζί τους. Έρχεται ο Ιησούς όντας κλεισμένη η πόρτα, και στάθηκε στη μέση κι’ είπε «Ειρήνη σας». Έπειτα λέει του Θωμά «Φέρε το » δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, και φέρε το » χέρι σου και βάλε στο πλευρό μου, και μη γίνεσαι » άπιστος μόνε πιστός». Αποκρίθηκε ο Θωμάς και τούπε «Ο Κύριος μου κι’ ο Θεός μου». Του λέει ο Ιησούς «Γιατί μ' είδες πίστεψες• μακαρισμένοι που » δε δούνε και πιστέψουν».

Πολλά λοιπόν κι’ άλλα σημάδια έκανε ο Ιησούς μπροστά στους μαθητάδες που δεν είναι μέσα στο βι- βλίο αυτό γραμένα. Όμως αυτά γραφτήκανε για να πιστεύετε πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο γιος του Θεού, και πιστεύοντας με τ' όνομά του νάχετε ζωή.

79. Κατόπι φανερώθη πάλι ο Ιησούς στους μαθη-[21] τάδες απάνου στη λίμνη την Τιβεριάδα, και φανερώ- θηκε έτσι. Είτανε μαζί ο Σίμωνας ο Πέτρος κι’ ο Θωμάς ο δίδυμος καθώς τον έλεγαν, κι’ ο Ναθανιήλ από την Κανά της Γαλιλαίας, κι’ οι γιοι του Ζεβεδαίου κι’ άλ- λοι διο του μαθητάδες. Τους λέει ο Σίμωνας ο Πέτρος « Πηγαίνω να ψαρέψω». Του λεν «Ερχόμαστε κι’ ε- » μείς μαζί σου». Βγήκαν και πήγανε μέσα στο κα- ράβι, κι’ εκείνη τη νύχτα δεν έπιασαν τίποτα• κι’ όταν πια ξημέρωνε, παρουσιάστηκε ο Ιησούς στην ακρο- λιμνιά, μα δεν ένιωσαν οι μαθητάδες πως είναι ο Ιη- σούς. Τους λέει λοιπόν ο Ιησούς «Παιδιά, μήπως έχετε » κανένα ψάρι;» Τ' αποκριθήκανε «Όχι». Κι' εκείνος τους είπε «Ρήξτε το δίχτυ δεξιά του καραβιού και » θα βρείτε». Ρήξανε λοιπόν και δε μπορούσαν πια ναν το τραβήξουν από το πολύ το ψάρι. Λέει λοιπόν ο μαθητής εκείνος π' αγαπούσε ο Ιησούς του Πέτρου « Ο Κύριος είναι». Ο Σίμωνας λοιπόν ο Πέτρος, όταν άκουσε πως είναι ο Κύριος, ζώστηκε το πανω- φόρι (γιατί είτανε γυμνός) και ρήχτηκε μέσα στη λίμνη• κι’ ήρθανε με το καράβι οι άλλοι μαθητάδες (γιατί δεν είτανε μακριά από την ξηρά, μόνε ως διακόσες πήχες) σαίρνοντας το δίχτυ των ψαριών. Ότα βγή- κανε λοιπόν στην ξηρά, βλέπουν αθρακιά στρωμένη με ψάρι απάνου της βαλμένο, και ψωμί. Τους λέει ο Ιησούς «Φέρτε από τα ψάρια που πιάσατε». Βγήκε λοιπόν τότε ο Σίμωνας ο Πέτρος και τράβηξε το δίχτυ στην ξηρά γιομάτο ψάρια μεγάλα εκατόν πενήντα τρία• κι’ αν κι’ είταν τόσα, το δίχτυ δε σκίστηκε. Τους λέει ο Ιησούς «Ελάτε φάτε». Κανένας μαθητής δεν τόλ- μαε ναν τόνε ρωτήσει «Εσύ πιος είσαι;», γνωρίζον- τας πως είναι ο Κύριος. Πηγαίνει ο Ιησούς και παίρνει το ψωμί και τους δίνει, και το ψάρι το ίδιο. Αυτή 'ναι ως τότε η τρίτη φορά που φανερώθηκε ο Ιησούς στους μαθητάδες απ' όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς.

80. Και σα φάγανε, λέει του Σίμωνα του Πέτρου ο Ιησούς «Σίμωνα γιέ του Ιωάνη, μ' αγαπάς πιο » πολύ τους;» Του λέει «Ναι, Κύριε, εσύ το ξέρεις » πως σ' αγαπώ». Του λέει «Βόσκε τ' αρνιά μου». Του λέει πάλι δεύτερη φορά «Σίμωνα γιέ του Ιωάνη, » μ' αγαπάς;» Του λέει «Ναι, Κύριε, εσύ το ξέρεις πως » σ' αγαπώ». Του λέει «Οδήγα τα προβατάκια μου». Του λέει τρίτη φορά «Σίμωνα γιέ του Ιωάνη, μ' αγα- » πάς;» Λυπήθηκε ο Πέτρος πως τούπε τρίτη φορά « μ' αγαπάς», κι’ είπε «Κύριε, εσύ τα πάντα κατέ- » χεις• εσύ το ξέρεις πως σ' αγαπώ». Του λέει ο Ιη- σούς «Βόσκε τα προβατάκια μου. Αλήθια αλήθια σου » λέω, όταν είσουνα πιο νιος, ζώννουσουν ο ίδιος και » περπάταες όπου ήθελες• μα σα γεράσεις, θ' απλώσεις » τα χέρια κι’ άλλος θα σε ζώσει και θα σε πάει όπου » δε θέλεις». Και τόπε αυτό σημαίνοντας με τι θά- νατο θενά δοξάσει το Θεό. Κι' αυτό σαν τόπε, του λέει « Ακολούθα με». Γύρισε ο Πέτρος και θωρά π' ακο- λουθούσε ο μαθητής π' αγάπαε ο Ιησούς, αυτός που κι’ έπεσε κατά το δείπνο στα στήθια του κι’ είπε «Κύ- » ριε, πιος είναι ο παραδότης σου»• αυτόν λοιπόν όταν τον είδε ο Πέτρος, λέει του Ιησού «Κύριε, κι’ αυτός » τι;» Του λέει ο Ιησούς «Α θέλω αυτόν να μείνει ως » να γυρίσω, τι σε μέλει; Εσύ ακολούθα με». Βγή- κε λοιπόν στους αδερφούς αυτός ο λόγος πως ο μαθη- τής εκείνος δεν πεθαίνει. Όμως δεν τούπε ο Ιησούς πως δεν πεθαίνει, παρά «Α θέλω αυτόν να μείνει ως » να γυρίσω, τι σε μέλει;» Αυτός είναι ο μαθητής που κι’ είναι μάρτυρας αυτών [των περιστατικών] και τά- γραψε, και ξέρουμε πως είναι αληθινή η μαρτυρία του.

Κι' είναι και πολλά άλλα πούκανε ο Ιησούς, που α γράφουνται ένα ένα, κι’ αυτός νομίζω ο κόσμος πως δε θα χωρέσει τα βιβλία τα γραμένα. ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΗ

PARIS. — IMPRIMERIE CHARLES BLOT, RUE BLEUE, 7.

1} Η δημοσίευση αυτού του βιβλίου σε συνέχειες από την εφημερίδα _Ακρόπολις_ προξένησε τα αιματηρά επεισόδια που έλαβαν χώρα στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου του 1901 γνωστά ως «Ευαγγελικά», ή Ευαγγελιακά. Πρόκειται περί της μετάφρασης (στην πραγματικότητα μεταγλώτισσης) — ή αλλιώς, παράφρασης — , κατά την τρέχουσα τότε άποψη, στη δημοτική γλώσσα του των Ευαγγελίων από τον Αλέξανδρο Πάλλη

Η νωπή ακόμη η ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όπως την αντιλαμβάνονταν οι και μετέπειτα αθεράπευτοι θιασώτες της Εθνικής Εταιρίας, οδήγησε στην αναθέρμανση του άκρατου εθνικισμού. Εκείνη την εποχή, ένας λόγιος βαμβακέμπορος του Λονδίνου, ο συγγραφέας Αλέξανδρος Πάλλης, «αποδίδει εις την γνησίαν γλώσσαν του ελληνικού Λαού» το Ευαγγέλιο, τις τέσσερις αφηγήσεις των Ευαγγελιστών της Αγίας Γραφής που τις προσονόμασε _Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό Χειρόγραφο_. Το έργο αυτό εκτυπώθηκε σε «εργαστήριον εν Αλεξανδρεία της Αιγύπτου» το 1901 με έξοδα της βασίλισσας Όλγας. Κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό μεταξύ των Ελλήνων της Διασποράς. Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα τολμηρή κίνηση του Πάλλη καθώς στις αρχές του 18ου αιώνα η ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία είχε απαγορεύσει αυστηρά μέσω πατριαρχικών και συνοδικών αποφάσεων με την ποινή του αφορισμού την αγορά, την κατοχή ή την ανάγνωση μεταφράσεων της Αγίας Γραφής στην καθoμιλουμένη. Η εφημερίδα Ακρόπολις αποφάσισε τον Οκτώβριο του 1901 να το δημοσιεύει σε συνέχειες, έχοντας τη σύμφωνη γνώμη του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Προκοπίου για τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και τη συγκατάθεση του κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Εμμανουήλ Ζολώτα. Παραδόξως εκείνοι που αντέδρασαν σε αυτό το έργο ήταν οι φοιτητές «του Αθήνησιν», αλλά και καθηγητές. Μπορεί να γίνει όμως κατανοητή η αντίδραση αυτή έχοντας κατά νου την επικράτηση εκείνη την εποχή του άκρατου εθνικισμού, πράγμα που για το κατεστημένο σήμαινε ότι η βάση και η ουσία του ελληνικού έθνους ήταν η αρχαιολατρία. Στα πρωτοσέλιδα διαφόρων εφημερίδων οι δημοτικιστές παρουσιάζονταν ως άθεοι, προδότες και Σλάβοι, λόγω της ρωσικής καταγωγής της βασίλισσας.

Περίπου 500 φοιτητές εισέβαλαν στα γραφεία της Ακροπόλεως, στην οδό Σταδίου, απείλησαν όσους βρήκαν εκεί ότι «θα την πυρπολήσουν. Έφτασε εγκαίρως εκεί, όμως, ο διευθυντής της Αστυνομίας Βούλτσος ο οποίος, εντελώς αυθαίρετα, «τους διεβεβαίωσεν ότι δεν θα επαναληφθή η δημοσίευσις της περί ης ο λόγος μεταφράσεως. Αφού δε επανειλημμένως εζητωκραύγασαν υπέρ αυτού οι φοιτηταί απεσύρθησαν εκείθεν». Αλλά αυτή η δήλωση του αρχηγού της Αστυνομίας δεν σήμαινε ότι η Ακρόπολις θα διέκοπτε τη δημοσίευση της Νέας Διαθήκης. Η εφημερίδα συνέχισε την δημοσίευση, αλλά στις 20 Οκτωβρίου αναγκάστηκε να σταματήσει. Παρ’ όλα αυτά, στις 3 και 4 Νοεμβρίου το κέντρο της Αθήνας «επάλλετο» καθώς οι εκατοντάδες διαδηλωτές δεν απειλούσαν πλέον μόνο την εφημερίδα, αλλά έκαναν «έκκλησιν» στον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ' να επέμβει στην κατάσταση και να αφορίσει τον Αλέξανδρο Πάλλη, ενώ ταυτόχρονα ζητούσαν την σύγκληση της Ιεράς Συνόδου «ίνα επιμεληθή της αποπομπής του Αρχιεπισκόπου».

Οι εφημερίδες της εποχής κατέκριναν την Ακρόπολη και συστρατεύθηκαν με τους φοιτητές, μιλώντας για υποτιθέμενους «κινδύνους» τους οποίους αντιμετώπιζε το έθνος εξαιτίας της παράφρασης του Ευαγγελίου. Έτσι, στο δρόμο άρχισαν να κατεβαίνουν όχι μόνο φοιτητές αλλά και δάσκαλοι, παπάδες, βουλευτές, χωρικοί με εικόνες και εξαπτέρυγα, έτοιμοι να λιντσάρουν τους εχθρούς της «γλώσσας των προγόνων» μας. Όταν κάποιοι «εν εθνική μέθη τελούντες» επιχείρησαν να παραβιάσουν την πύλη της Βουλής και να ζητήσουν την παραίτηση της κυβέρνησης Γεωργίου Θεοτόκη, και άλλοι θέλησαν να καταλάβουν το κτίριο της Αρχιεπισκοπής «διά να φρονηματίσουν» τον Αρχιεπίσκοπο, η Χωροφυλακή —καθώς δεν υπήρχε Αστυνομία τότε — «εδοκίμασε επί κεφαλών (των διαδηλωτών) άμετρον βίαν». Τα επεισόδια έλαβαν μεγάλες διαστάσεις. Στις 7 Νοεμβρίου μια ογκώδης και οχλοκρατική συγκέντρωση στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, την οποία συγκάλεσαν αυτόκλητοι «γλωσσαμύντορες» και πολιτικάντηδες της ομάδας Δηλιγιάννη, κατέληξε σε φονικό. Οι χωροφύλακες, χάνοντας τον έλεγχο της κατάστασης, πυροβόλησαν στο πλήθος όταν κάποιοι, παρακινούμενοι από το υβρεολόγιο εναντίον του Αρχιεπισκόπου, άρχισαν να κινούνται προς την Αρχιεπισκοπή. Ο τραγικός απολογισμός των επεισοδίων αυτών ήταν οκτώ έως έντεκα, σύμφωνα με διάφορες πηγές, νεκροί. Επίσης, υπήρξαν 70 τραυματίες και 22 συλληφθέντες, οι οποίοι παρέμειναν στα κρατητήρια των στάβλων της Χωροφυλακής τρία εικοσιτετράωρα. Υπήρξαν όμως και άλλα θύματα. Ο Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος (1896-1901) αναγκάστηκε να παραιτηθεί, όπως και η κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη.

Λόγω των γεγονότων, η εφημερίδα Εμπρός, Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 1901,αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο ευρωπαϊκός Τύπος χαρακτηρίζει την Ελλάδα "ανάξια μέλλοντος, στενοκέφαλη, απειθή και σοφιστική".

Για περισσότερες πληροφορίες, διαβάστε την Βικιπαίδεια (Ευαγγελικά)