Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο

Part 18

Chapter 18 30 words Public domain Markdown

47. Σαν είπε αυτά ο Ιησούς, του συγκινήθηκε η καρδιά και κήρυξε κι’ είπε «Αλήθια αλήθια σας λέω, » πως ένας σας θα με παραδώσει». Κοιτάζανε ένας τον άλλο οι μαθητάδες, κι’ απορούσαν πιόνε λέει. Εί- ταν ένας μαθητής του γηρμένος στον κόρφο του Ιη- σού, που τον αγαπούσε ο Ιησούς• του νεύει λοιπόν ο Σίμωνας ο Πέτρος και του λέει «Πες πιόνε λέει». Έπεσε εκείνος στα στήθια του Ιησού και του λέει « Κύριε, πιος είναι;» Αποκρίνεται λοιπόν ο Ιησούς « Εκείνος είναι που βουτήσω εγώ το ψωμί •και του το » δώσω». Βουτώντας λοιπόν το ψωμί παίρνει και [το] δίνει στον Ιούδα το γιο του Σίμωνα του Ισκαριώτη. Κι' ύστερα από το ψωμί, τότ' εκεινού του μπήκε μέσα του ο Σατανάς. Του λέει λοιπόν ο Ιησούς «Ό,τι κά- » νεις κάνε γλήγορα». Αυτό κανείς δεν τόνιωσε από τους καθισμένους με τι νόημα του τόπε• γιατί μερι- κοί θαρρούσαν, επειδή είχε το κουτί ο Ιούδας, πως του λέει ο Ιησούς «Αγόρασε ό,τι μας χρειάζεται για τη » σκόλη», ή στους φτωχούς να δώσει κάτι. Πήρε λοι- πόν εκείνος το ψωμί και βγήκε ευτύς. Κι' είτανε νύχτα.

48. Σα βγήκε λοιπόν, λέει ο Ιησούς «Τώρα δοξά- » στηκε ο γιος τ' ανθρώπου και μέσο του δοξάστηκε » ο Θεός, κι’ ο Θεός θαν τόνε δοξάσει εκείνον κι’ ευτύς » θαν τόνε δοξάσει. Παιδιά [μου], λίγο ακόμα βρίσκου- » μαι μαζί σας. Θα με ζητάτε, κι’ όπως είπα στους » Ιουδαίους, πως όπου εγώ πηγαίνω εσείς να πάτε δε » μπορείτε, τώρα και σ' εσάς το λέω. Καινούρια εντο- » λή σας δίνω, ν' αγαπάστε• καθώς σας αγάπησα, κι’ » εσείς ν' αγαπάστε. Έτσι θα μάθουν όλοι πως είστε » μαθητάδες μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας». Του λέει ο Σίμωνας ο Πέτρος «Κύριε, πού πας;» Απο- κρίθηκε ο Ιησούς «Όπου πάω δε μπορείς να μ' ακο- » λουθήσεις τώρα• θα μ' ακολουθήσεις έπειτα». Του λέει ο Πέτρος «Κύριε, γιατί δε μπορώ να σ' ακολου- » θήσω τώρα; τη ζωή μου δίνω για σένα.». Αποκρί- θηκε ο Ιησούς «Τη ζωή σου δίνεις για μένα; Αλήθια » αλήθια σου λέω, πρι λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές » θα μ' αρνηθείς.

[14] 49.» Μη σας κλονίζεται η καρδιά• πιστεύετε το » Θεό και πιστεύετε κι’ εμένα. Στου πατέρα μου έχει » μέρη να μείνετε πολλά• ειδεμή, θα σας έλεγα πως » πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο. Κι' α σήρω και » σας ετοιμάσω τόπο, πάλι γυρίζω και σας παίρνω » κοντά μου, έτσι όπου 'μαι εγώ, για να είστε κι’ ε- » σείς. Και πού πηγαίνω εγώ, ξέρετε το δρόμο». Του λέει ο Θωμάς «Κύριε, δεν ξέρουμε πού πας• πώς » ξέρουμε το δρόμο;» Του λέει ο Ιησούς «Εγώ 'μαι » ο δρόμος κι’ η αλήθια κι’ η ζωή• κανείς δεν πάει » στον πατέρα εξόν από μένα. Α με γνωρίζατε, θα » ξέρατε και τον πατέρα μου. Από τώρα τον ξέρε- » τε και τον είδατε». Του λέει ο Φίλιππος «Κύριε » δείξε μας τον πατέρα και μας φτάνει». Του λέει ο Ιησούς «Τόσον καιρό μαζί σας είμαι, και δε με γνω- » ρίζεις, Φίλιππε; Όπιος μ' είδε εμένα, είδε τον πα- » τέρα• πώς εσύ λες Δείξε μας τον πατέρα; Δεν πι- » στεύεις πως εγώ με τον πατέρα, κι’ ο πατέρας πως » είναι μαζί μου; Τα λόγια εγώ που σας λέω, δικά » μου δε λαλώ, μόνε ο πατέρας που μένει μαζί μου » κάνει τα έργα του. Πιστεύετέ με, πως εγώ με τον » πατέρα κι’ ο πατέρας μαζί μου• ειδεμή, από τα έργα » μου πιστεύετέ με.

50.» Αλήθια αλήθια σας λέω, όπιος με πιστεύει, » τα έργα εγώ που κάνω θα κάνει κι’ εκείνος, και με- » γαλύτερά τους θα κάνει, γιατί εγώ πηγαίνω στον » πατέρα κι’ ό,τι ζητά στ' όνομά μου θαν το κάνω, » για να δοξαστεί μέσο του γιου ο πατέρας. Ό,τι ζη- » τήστε στ' όνομά μου θαν το κάνω, Α μ' αγαπάτε, » φυλάξτε τα παραγγέλματά μου, και θα παρακαλέσω » εγώ τον πατέρα, κι’ άλλον παρήγορο θα σας δώσει » που αιώνια να μένει μαζί σας, το πνέμα της αλή- » θιας, που δε μπορεί να λάβει ο κόσμος, τι δεν το » θωρά μήτε το ξέρει• εσείς το ξέρετε, γιατί κοντά σας » μένει κι’ είναι μέσα σας. Ορφανούς δε θα σας αφή- » κω• θα γυρίσω κοντά σας. Ακόμα λίγο, κι’ ο κό- » σμος δε με βλέπει πια• μα εσείς με βλέπετε, τι εγώ » ζω και θα ζήστε κι’ εσείς. Εκείνη τη μέρα εσείς θα » μάθετε πως εγώ με τον πατέρα μου κι’ εσείς μαζί » μου κι’ εγώ μαζί σας. Όπιος κατέχει τα παραγγέλ- » ματά μου και τα φυλάει, εκείνος μ' αγαπά• κι’ όπιος » μ' αγαπά, θ' αγαπηθεί από τον πατέρα μου, και θαν » τον αγαπήσω κι’ εγώ και θαν του φανερωθώ».

51. Του λέει ο Ιούδας — όχι ο Ισκαριώτης — «Κύ- » ριε, πώς γίνεται να φανερωθείς σ' εμάς κι’ όχι στον » κόσμο;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Όπιος » μ' αγαπά, θα φυλάξει τα λόγια μου, κι’ ο πατέρας » μου θαν τον αγαπήσει, και θα πάμε και θα μείνου- » με μαζί του• όπιος δε μ' αγαπά, τα λόγια μου δεν » τα φυλάει. Κι' ο λόγος π' ακούτε δεν είναι δικός » μου, παρά του πατέρα μου που μ' έστειλε. Αυτά » σας είπα μένοντας μαζί σας• ο παρήγορος όμως, το » πνέμα τ' άγιο, που στ' όνομά μου θα σταλθεί από » τον πατέρα, εκείνος τα πάντα θα σας μάθει κι’ όλα » θα σας τα θυμίσει που σας είπα.

52.» Εγώ ειρήνη σας αφίνω, την ειρήνη σας δί- » νω τη δική μου• καθώς σας δίνει ο κόσμος δε σας » δίνω εγώ. Μη σας κλονίζεται η καρδιά μήτ' ας σας » δειλιά. Τ' ακούσατε πως εγώ σας είπα Πηγαίνω » και γυρνώ κοντά σας. Α μ' αγαπούσατε, θα χαιρό- » σαστε που πάω στον πατέρα, γιατί ο πατέρας είναι » μεγαλύτερός μου. Και τώρα, πρι γενεί, σας τόπα για » να πιστέψτε σα γενεί. Πολλά δε θα μιλήσω πια » μαζί σας γιατί έρχεται του κόσμου ο αρχηγός. Κι' » όχι [πως] έχει εξουσία απάνου μου καμιά, παρά για » να μάθει ο κόσμος πως αγαπώ τον πατέρα και » [πως] καθώς με πρόσταξε ο πατέρας έτσι κάνω. 53. » Σηκωθείτε, πάμε.

[15]» Εγώ είμαι τ' αμπέλι τ' αληθινό, κι’ ο πατέρας » μου είναι ο γεωργός. Κάθε κλήμα μου άκαρπο το » βγάζει, και κάθε καρπερό το καθαρίζει για να γίνει » καρπερώτερο. Εσείς πια είστε τώρα καθαροί χάρη » στο λόγο που σας λάλησα. Μείνετε μαζί μου, [κα- » θώς] κι’ εγώ μαζί σας. Καθώς το κλήμα δεν καρ- » πίζει μόνο του — α δε μένει μέσα στ' αμπέλι — , έτσι » μήτ' εσείς α δε μείνετε μαζί μου. Εγώ είμαι τ' αμ- » πέλι, εσείς τα κλήματα. Όπιος μένει μαζί μου κι’ » εγώ μαζί του, αυτός καρποφορεί πολύ, τι δίχως μου » δε μπορείτε τίποτα να κάνετε• όπιος δε μένει μαζί » μου, τον πετάξανε όξω σαν το κλήμα και ξεράθηκε, » και τα μαζεύουν και τα βάζουνε στη φωτιά και » καίγουνται. Α μείνετε μαζί μου και μείνουν και τα » λόγια μου μαζί σας, ό,τι θέλετε ζητήστε και θαν το » λάβετε. Μ' αυτό δοξάστηκε ο πατέρας μου, με το » να δίνετε πολύν καρπό και να γενείτε μαθητάδες μου. » Καθώς μ' αγάπησε ο πατέρας σας αγάπησα κι’ εγώ• » μείνετε με την αγάπη μου. Α φυλάξτε τις εντολές » μου, θα μείνετε με την αγάπη μου, καθώς εγώ φύ- » λαξα τις εντολές του πατέρα και μένω με την α- » γάπη του.

54. » Αυτά σας τάπα για να μένει μαζί σας η χα- » ρά η δική μου κι’ η χαρά σας να ξετελιωθεί. Αυτή » είναι η εντολή μου, ν' αγαπάστε όπως σας αγάπησα. » Αγάπη μεγαλύτερη κανείς δεν έχει παρά τούτο, το » να δώσει τη ζωή του για τους αγαπητούς του. Ε- » σείς είστε αγαπητοί μου αν κάνετε ό,τι εγώ σας πα- » ραγγέλνω. Σκλάβους δε σας λέω πια, γιατί ο σκλά- » βος δε γνωρίζει το τι κάνει ο αφέντης του• μόνε σας » είπα αγαπητούς, γιατί σας τάμαθα όλα π' άκουσα » από τον πατέρα μου. Εσείς δε με διαλέξατε, παρά » εγώ σας διάλεξα και διόρισα, για να πάτε εσείς και » να καρποφοράτε κι’ ο καρπός σας για να μένει, που » ό,τι ζητάτε του πατέρα μου στ' όνομά μου να σας » το δώσει.

55. » Αυτό σας παραγγέλνω, ν' αγαπάστε. Αν ο » κόσμος σας μισεί, μάθετε πως εμένα μίσησε προτύ- » τερά σας. Αν είσαστε από τον κόσμο, ο κόσμος θ' » αγαπούσε το δικό του• μα γιατί δεν είστε από τον » κόσμο παρά εγώ σας διάλεξα από τον κόσμο, για » τούτο ο κόσμος σας μισεί. Μην ξεχνάτε το λόγο που » εγώ σας είπα, δεν έχει σκλάβο ανώτερο από τον α- » φέντη του. Αν εμένα με κατάτρεξαν, κι’ εσάς θα κα- » τατρέξουν• α φύλαξαν το λόγο μου, και το δικό σας » θα φυλάξουν. Όμως όλα αυτά θα σας τα κάνουνε » για τ' όνομά μου, τι δεν ξέρουνε το στάλτη μου. Α » δεν ερχόμουν και δεν τους μιλούσα, δε θάχανε αμαρ- » τία• μα τώρα δεν έχουν πρόφαση της αμαρτίας » τους. Όπιος εμένα μισεί, μισεί και τον πατέρα μου. » Α δεν τους έκανα τα έργα που κανείς δεν έκανε » άλλος, δε θάχανε αμαρτία• μα τώρα κι’ είδαν και » με μίσησαν, κι’ εμένα και τον πατέρα μου. Όμως » για ν' αληθέψει ο λόγος ο γραμένος μέσα στο Νόμο » τους, πως _ Δίχως αφορμή με μίσησαν _ .

56. »Όταν έρθει ο παρήγορος που εγώ θα σας » στείλω από τον πατέρα — το πνέμα της αλήθιας που » βγαίνει από τον πατέρα — εκείνο θα με κηρύξει• ό- » μως κι’ εσείς κηρύχνετέ με, γιατί είστε από την » αρχή μαζί μου.

[16] » Αυτά σας είπα για να μην πέστε σε πειρασμό. » Θα σας αφορίσουν από συναγώγια• κι’ έρχεται μά- » λιστα ώρα που όπιος θανατώνει θα θαρρεί προσφέρ- » νει του Θεού λατρεία. Κι' αυτά θαν τα κάνουνε για- » τί δε γνώρισαν τον πατέρα μήτ' εμένα. Κι' αυτά » σας τα μίλησα που σαν έρθει η ώρα τους ναν τα θυ- » μάστε πώς σας τα είπα. Όμως από την αρχή δε » σας τα είπα γιατί είμουνα μαζί σας• όμως τώρα » πάω στο στάλτη μου. Και δε μ' ερωτά κανείς σας » Πού πηγαίνεις, μόνε γιατί σας τα είπα γιόμισε η » καρδιά σας λύπη; Μα εγώ σας λέω την αλήθια, σας » συφέρνει να μισέψω εγώ. Γιατί α δε μισέψω, δε σας » έρχεται ο παρήγορος• όμως α μισέψω, θα σας τόνε » στείλω. Και σαν έρθει εκείνος, του κόσμου θ' απο- » δείξει αμαρτία κι’ αγιοσύνη και καταδίκη• αμαρτία, » που δε με πιστεύουν• κι’ αγιοσύνη, που πηγαίνω » στον πατέρα μου και δε με θωράτε πια• και κατα- » δίκη, που καταδικάστηκε του κόσμου ετούτου ο αρ- » χηγός.

57. » Πολλά έχω ακόμα να σας πω, μα να νιώστε » δε μπορείτε τώρα• όταν όμως έρθει εκείνος, το πνέ- » μα της αλήθιας, θα σας οδηγήσει σ' όλη την αλή- » θια• τι δε θα πει δικά του, μόνε όσα ακούσει θα λα- » λήσει και θα σας μηνήσει τα μελλούμενα. Αυτός θα » με δοξάσει εμένα, τι δικά μου θενά πάρει και θα » σας μηνήσει. Όλα όσα έχει ο πατέρας δικά μου εί- » ναι• για αυτό σας είπα πως δικά μου παίρνει και » θα σας μηνήσει. Λίγο και δε με θωράτε πια• και » πάλι λίγο και θενά με δείτε».

Είπανε λοιπόν μερικοί του μαθητάδες μεταξύ τους « Τι 'ναι τούτο που μας λέει Λίγο και δε με θωράτε » και πάλι λίγο και θενά με δείτε, και πως Πηγαίνω » στον πατέρα;» Λέγανε λοιπόν «Τι 'ναι αυτό που » λέει, [το] λίγο; Δεν κατέχουμε». 58. Ένιωσε ο Ιησούς πως θέλανε ναν τόνε ρωτήσουν και τους είπε « Αυτό συζητάτε μεταξύ σας, πως είπα Λίγο και δε » με θωράτε, και πάλι λίγο και θενά με δείτε. Αλή- » θια αλήθια σας λέω, πως θα κλάψτε εσείς και θα » θρηνήστε, κι’ ο κόσμος θα χαρεί• θα λυπηθείτε εσείς, » κι’ η λύπη σας χαρά θα γίνει. Η γυναίκα, σα γεν- » νά, λυπάται, γιατί ήρθε η ώρα της• μα σα γεννήσει » το παιδί, δεν τη θυμάται πια τη στεναχώρια, από » τη χαρά που γεννήθηκε άνθρωπος στον κόσμο. Κι' » εσείς λοιπόν λυπάστε τώρα• μα πάλι θα σας δω, και » θα σας χαρεί η καρδιά και κανείς δε θα σας πάρει » τη χαρά σας. Κι' εκείνη την ημέρα δε θα με παρα- » καλέστε εμένα τίποτα. Αλήθια αλήθια σας λέω, Ό,τι » ζητήστε του πατέρα, θα σας [το] δώσει στ' όνομά » μου. Ως τώρα τίποτα δε ζητήσατε στ' όνομά μου• » ζητάτε και θα λάβετε το να ξετελιωθεί η χαρά σας.

59.» Αυτά σας τάπα με παροιμίες• έρχεται ώρα » που δε θα σας μιλώ πια με παροιμίες, παρά ανοιχτά » για τον πατέρα θα σας πληροφορώ. Τότες στ' όνο- » μά μου θα ζητήστε, και δε σας λέω πως εγώ για » σας θα παρακαλέσω τον πατέρα• τι ο ίδιος σας α- » γαπά ο πατέρας, γιατί μ' αγαπήσατε εμένα και πι- » στέψατε πως εγώ από τον πατέρα βγήκα. Από τον » πατέρα βγήκα κι’ ήρθα στον κόσμο• πάλι αφίνω τον » κόσμο και πηγαίνω στον πατέρα». Λένε οι μαθη- τάδες του «Νά τώρα ανοιχτά μιλείς και δε λες κα- » μιά παροιμία• τώρα ξέρουμε πως ξέρεις τα πάντα » κι’ ανάγκη δεν έχεις να σ' ερωτά κανείς. Μ' αυτό » πιστεύουμε πως από το Θεό βγήκες». Τους αποκρί- θηκε ο Ιησούς «Τώρα πιστεύετε; Νά έρχεται ώρα » κι’ ήρθε που θα σκορπιστεί ο καθείς σας σπίτι του » κι’ εμένα θα μ' αφίστε μοναχό• και δεν είμαι μο- » ναχός, γιατί είναι μαζί μου ο πατέρας. Αυτά σας » τάπα για νάχετε [του νου] ησυχία μέσο μου. Στον » κόσμο πίκρες έχετε• μα θάρρος, εγώ νίκησα τον κό- » σμο».

[17] [60]. Μίλησε αυτά ο Ιησούς, και σηκώνοντας τα μάτια κατά τον ουρανό είπε «Πατέρα, ήρθε η ώρα• » δόξασε το γιο σου, για να σε δοξάσει ο γιος, [έτσι] » καθώς τούδωκες εξουσία κάθε σάρκας για να δώσει » σ' όλους όσους τούδωκες ζωή παντοτινή. Κι' αυτή » είναι η ζωή η παντοτινή, το να σε γνωρίζουν εσένα » το μόνο αληθινό Θεό, [καθώς] και τον αποσταλμένο » σου, τον Ιησού Χριστό. Εγώ σε δόξασα στη γη τε- » λιώνοντας το έργο που μούδωκες να κάνω• και τώρα » δόξασέ με εσύ, πατέρα, κοντά σου με τη δόξα πού- » χα κοντά σου πρι να γίνει ο κόσμος. Φανέρωσά σου » τ' όνομα στους ανθρώπους που μούδωκες από τον » κόσμο. Δικοί σου είταν κι εμένα μου τους έδωκες, » και το λόγο σου φυλάξανε. Τώρα νιώσανε πως όλα » όσα μούδωκες από σένα είναι, πως τα λόγια που » μούδωκες τους έδωκα, κι’ αυτοί τα πήραν κι’ ένιωσαν » αληθινά πως από σένα βγήκαν, και πίστεψαν εσύ πως » μ' έστειλες. Εγώ για αυτούς παρακαλάω• για τον κό- » σμο δεν παρακαλώ, παρά για όσους μούδωκες γιατί » δικοί σου είναι, και τα δικά μου όλα δικά σου είναι και » τα δικά σου δικά μου, και με δόξασαν. Και δεν είμαι » πια στον κόσμο, κι’ αυτοί 'ναι στον κόσμο, κι’ εγώ έρ- » χουμαι σ' εσένα. Πατέρα άγιε, βάσταξε τους [πιστούς] » στ' όνομά σου που μούδωκες, για να είναι ένα καθώς » κι’ εμείς. Όταν είμουνα μαζί τους, εγώ τους βαστού- » σα [πιστούς] στ' όνομά σου που μούδωκες, και τους » φύλαξα και κανείς τους δε χάθηκε, εξόν ο γιος του » χαμού για ν' αληθέψει η Γραφή. [61]. Και τώρα έρ- » χουμαι σ' εσένα, κι’ αυτά τα λέω εδώ στον κόσμο, » έτσι που νάχουν τη χαρά μου ξετελιωμένη μέσα τους. » Εγώ τους έδωκα το λόγο σου, κι’ ο κόσμος τους μί- » σησε, γιατί δεν είναι από τον κόσμο καθώς [κι] εγώ » δεν είμαι από τον κόσμο. Δε γυρεύω ναν τους πά- » ρεις από τον κόσμο, [μόνε ναν τους φυλάξεις] από » τον Κακό. Δεν είναι από τον κόσμο καθώς [κι’] εγώ » δεν είμαι από τον κόσμο. Άγιασε τους μ' αλήθια• » ο λόγος ο δικός σου είναι η αλήθια. Καθώς εμένα μ' » έστειλες στον κόσμο, κι’ εγώ τους έστειλα στον κό- » σμο. Κι' εγώ για το καλό τους αγιάζουμαι, για ν' α- » γιαστούν κι’ αυτοί μ' αλήθια. Και δεν παρακαλώ για » αυτούς μονάχα, παρά και για όσους κάνει ο λόγος » τους και με πιστεύουν, για να γίνουν όλοι ένα• κα- » θώς, πατέρα, εσύ μαζί μου κι’ εγώ μαζί σου, [έτσι] κι’ » αυτοί μαζί μας νάναι, που ο κόσμος να πιστεύει εσύ » πως μ' έστειλες. Κι' εγώ τους έδωκα τη δόξα αυτή » που μούδωκες, έτσι να γίνουν ένα όπως ένα εμείς, » εγώ μαζί τους κι’ εσύ μαζί μου, για να καταντήσουν » ένα, που να ξέρει ο κόσμος το πως μ' έστειλες εσύ και » τους αγάπησες καθώς μ' αγάπησες [κι’] εμένα. Πα- » τέρα, αυτούς που μούδωκες θέλω οπού 'μαι εγώ νά- » ναι κι’ αυτοί μαζί μου, για να θωρούν τη δόξα μου » που μούδωκες, γιατί μ' αγάπησες πρι να θεμελιωθεί » ο κόσμος, πατέρα άγιε. Κι' ο κόσμος δε σε γνώρισε, » μα εγώ σε γνώρισα, και γνώρισαν κι’ αυτοί εσύ πως » μ' έστειλες, και τ' όνομά σου τους φανέρωσα και θαν » τους φανερώσω, έτσι μαζί τους νάναι η αγάπη που » μ' αγάπησες, [καθώς] κι’ εγώ μαζί τους».

[18] 62. Είπε αυτά ο Ιησούς, και βγήκε με τους μα- θητάδες του πέρα από το ξεροπόταμο των κέδρων, κι’ εκεί 'ταν περιβόλι που μπήκε μέσα αυτός κι’ οι μαθη- τάδες του. Και τόξερε το μέρος κι’ ο Ιούδας ο παρα- δότης του, γιατί πολλές φορές συνάχτηκε με τους μα- θητάδες του εκεί ο Ιησούς. Πήρε λοιπόν ο Ιούδας το λόγο, και κλητήρες από τους πρωτοπαπάδες και τους Φαρισαίους, κι’ έρχεται εκεί με φανάρια και με φώτα κι’ άρματα. Ο Ιησούς λοιπόν γνωρίζοντας όλα τα μελλούμενά του βγήκε και τους λέει «Πιόνε γυρεύετε;» Τ' αποκρίθηκαν «Τον Ιησού το Ναζωραίο». Τους λέει «Εγώ είμαι ο Ιησούς». Κι' είτανε μαζί τους κι’ ο Ιούδας ο παραδότης του. Άμα λοιπόν τους είπε «Εγώ » είμαι», πήγαν πίσω και πέσανε χάμου. Πάλι λοιπόν τους ρώτησε «Πιόνε γυρεύετε;» Κι' εκείνοι είπαν «Τον » Ιησού το Ναζωραίο». Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Σας » είπα πως εγώ είμαι. Α λοιπόν εμένα γυρεύετε, αφί- » στε τους αυτούς να φύγουνε για ν' αληθέψει ο λόγος » πούπα, πως όσους μούδωκες δεν έχασα κανένα τους». Ο Σίμωνας λοιπόν ο Πέτρος έχοντας σπαθί το τρά- βηξε και χτύπησε το σκλάβο του αρχιπαπά κι’ έκοψε τ' αυτί του το δεξύ• κι’ είταν τ' όνομα του σκλάβου Μάλχος. Είπε λοιπόν ο Ιησούς του Πέτρου «Βάλε το » σπαθί στη θήκη. Το ποτήρι που μούδωκε ο πατέρας » να μην το πιώ;»

63. Ο λόχος λοιπόν κι’ ο χιλίαρχος κι’ οι κλητήρες των Ιουδαίων σύλλαβαν τον Ιησού και τον έδεσαν και τον πήγανε στον Άννα πρώτα• γιατί είταν πεθερός του Καϊάφα, πούταν αρχιπαππάς του χρόνου εκείνου. Κι' είταν ο Καϊάφας εκείνος που συβούλεψε τους Ιουδαίους πως συφέρνει να πεθάνει ένας άνθρωπος για το καλό του λαού. Κι' ακολουθούσε τον Ιησού ο Σίμωνας ο Πέτρος κι’ ένας άλλος μαθητής. Κι' ο μαθητής εκείνος είτανε γνώριμος του αρχιπαπά, και μπήκε μαζί με τον Ιησού στην αυλή του αρχιπαπά.

64. Κι' ο Πέτρος έστεκε κοντά στην ξώπορτα όξω. Βγήκε λοιπόν ο μαθητής ο άλλος ο γνώριμος του αρ- χιπαπά, κι’ είπε της θυρωρής κι’ έμπασε τον Πέτρο. Λέει λοιπόν του Πέτρου η δούλα η θυρωρή «Μήπως » κι’ εσύ είσαι από τους μαθητάδες του αυτού τ' αν- » θρώπου;» Λέει εκείνος «Δεν είμαι». Κι' είταν οι σκλάβοι εκεί κι’ οι κλητήρες έχοντας κανωμένη αθρα- κιά, γιατί είταν κρύο και ζεσταίνουνταν• κι’ είταν εκεί μαζί μ' αυτούς κι’ ο Πέτρος και ζεσταίνουνταν. Ρώ- τησε λοιπόν τον Ιησού ο αρχιπαπάς για τους μαθητά- δες του και για τη διδαχή του. Τ' αποκρίθηκε ο Ιη- σούς «Εγώ ανοιχτά μίλησα του κόσμου• εγώ πάντα » δίδαξα μέσα στο συναγώγι και ναό όπου μαζεύουν- » ται όλοι τους οι Ιουδαίοι, και κρυφά, δεν είπα τί- » ποτα. Τι με ρωτάς; Ρώτησε όσους άκουσαν τι τους » είπα• να, αυτοί ξέρουν όσα είπα εγώ». Κι' άμα τάπε αυτά, ένας εκεί κοντά κλητήρας τούδωκε ένα χτύπημα του Ιησού κι’ είπε «Έτσι απαντάς στον αρχιπαπά;» Τ' αποκρίθηκε ο Ιησούς «Α μίλησα κακά, δείξε το » κακό• αν όμως καλά, τι με χτυπάς;»

65. Τον έστειλε λοιπόν ο Άννας δεμένο στον Καϊ- άφα τον αρχιπαπά. Κι' ο Σίμωνας ο Πέτρος έστεκε και ζεσταίνουνταν. Τούπανε λοιπόν «Μήπως κι’ εσύ » είσαι από τους μαθητάδες του;» Αρνήθηκε εκείνος κι’ είπε «Δεν είμαι». Λέει ένας σκλάβος του αρχιπα- πά, όντας συγγενής εκείνου που τούκοψε τ' αυτί του ο Πέτρος, «Δε σε είδα εγώ στο περιβόλι μαζί του;» Πάλι λοιπόν αρνήθη ο Πέτρος, κι’ αμέσως λάλησε πε- τεινός.

66. Λοιπόν πηγαίνουνε στ' αρχηγείο τον Ιησού από του Καϊάφα. Κι' είτανε πρωί. Κι' αυτοί δε μπήκανε μέσα στ' αρχηγείο, για να μη λερωθούν παρά να φαν το πάσκα. Βγήκε λοιπόν ο Πειλάτος όξω και τους λέει « Τι του κατηγοράτε αυτού τ' ανθρώπου;» Αποκρί- θηκαν και τούπαν «Αν αυτός δεν είτανε κακούργος, » δε σου τον παραδίναμε». Τους είπε λοιπόν ο Πει- λάτος «Πάρτε τον εσείς και κατά το Νόμο σας δικά- » στε τον». Τούπαν οι Ιουδαίοι «Εμάς μας αμπο- » δίζεται να θανατώσουμε κανένα», για ν' αληθέψει ο λόγος του Ιησού, που είπε σημαίνοντας τι θάνατο εί- τανε να πεθάνει.

67. Μπήκε λοιπόν πάλι στ' αρχηγείο ο Πειλάτος και φώναξε τον Ιησού και τούπε «Εσύ 'σαι ο βασι- » λέας των Ιουδαίων;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Μόνος » σου εσύ το λες αυτό ή άλλοι σούπανε για μένα;» Α- ποκρίθηκε ο Πειλάτος «Μήπως εγώ 'μαι Ιουδαίος; Το » δικό σου έθνος κι’ οι πρωτοπαπάδες σε παραδώκανε » σ' εμένα• τι έκανες;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Η » δική μου η βασιλεία δεν είναι από τον κόσμο ετού- »τον. Αν είταν απ' αυτόν τον κόσμο η βασιλεία μου, » οι υπερέτες μου θα πολεμούσανε να μην παραδοθώ » στους Ιουδαίους• μα τώρα η βασιλεία μου δεν είναι » από δω». Τούπε λοιπόν ο Πειλάτος «Λοιπόν βα- » σιλέας είσαι εσύ;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Εσύ λες » πως εγώ 'μαι βασιλέας. Για αυτό γεννήθηκα και για » αυτό ήρθα στον κόσμο, για να κηρύξω την αλήθια• » όπιος είναι από την αλήθια μ' ακούει τη φωνή». Του λέει ο Πειλάτος «Τι είναι αλήθια;» Κι' αφού τόπε αυτό, πάλι βγήκε στους Ιουδαίους και τους λέει « Εγώ δεν του βρίσκω φταίξιμο. Κι' είναι σύστημά » σας να σας λευτερώνω ένανε το πάσκα• θέλετε λοι- » πόν να σας λευτερώσω το βασιλέα των Ιουδαίων;» Φώναξαν ξανά λοιπόν και λέγανε «Όχι αυτόν παρά » το Βαραββά». Κι' είταν ο Βαραββάς κακούργος.

68. Τότες λοιπόν πήρε τον Ιησού ο Πειλάτος και [19] τόνε βουρδούλισε. Κι' οι στρατιώτες πλέξανε στεφάνι απ' αγκάθια και του το φορέσανε στην κεφαλή, και βάζοντάς του βυσσινιά στολή πήγαιναν και του λέ- γανε «Σε χαιρετούμε, βασιλέα των Ιουδαίων», και τόνε χτυπούσαν. Και βγήκε πάλι όξω ο Πειλάτος και τους λέει «Νά, σας τόνε φέρνω όξω για να δείτε πως » δεν του βρίσκω φταίξιμο». Βγήκε λοιπόν ο Ιησούς όξω φορώντας τ' αγκαθένιο το στεφάνι και τη βυσσι- νιά στολή. Και τους λέει [ο Πειλάτος] «Νά [ο] άνθρω- » πος». Σαν τον είδανε λοιπόν οι πρωτοπαπάδες κι’ οι κλητήρες κράξανε λέγοντας «Σταύρωσε, σταύρωσε». Τους λέει ο Πειλάτος «Πάρτε τον εσείς και σταυρώ- » στε τον, γιατί εγώ δεν του βρίσκω φταίξιμο». Τ' α- ποκριθήκανε οι Ιουδαίοι «Εμείς έχουμε νόμο, και κατά » το νόμο πρέπει να θανατωθεί, γιατί έγινε γιος του » Θεού». Σαν άκουσε λοιπόν το λόγο αυτό ο Πειλά- τος, πιο πολύ φοβήθηκε, και μπήκε στ' αρχηγείο πάλι και λέει του Ιησού «Από πού είσαι εσύ;» Κι' ο Ιη- σούς δεν τούδωκε απάντηση. Του λέει λοιπόν ο Πει- λάτος «Δε μου μιλείς; Δεν ξέρεις πως εξουσία έχω να » σ' αφίσω κι’ εξουσία έχω να σε σταυρώσω;» Τ' απο- κρίθηκε ο Ιησούς «Δε θάχες εξουσία απάνου μου κα- » μιά α δε σούτανε δοσμένη από πάνου• για τούτο αυ- » τός που με παράδωκε σ' εσένα έχει μεγαλύτερη α- » μαρτία». Για κείνο ο Πειλάτος ζήταε ναν τόνε λευ- τερώσει• μα οι Ιουδαίοι φώναξαν και λέγανε «Αν τον » λευτερώσεις, δεν αγαπάς τον Καίσαρα• όπιος γίνε- » ται βασιλέας, πολεμά τον Καίσαρα». Σαν άκουσε λοιπόν τα λόγια αυτά ο Πειλάτος, έφερε όξω τον Ιη- σού και κάθησε σε βήμα, σε μέρος που το λέγανε _ Λι- θόστρωτο _ , κι’ οβραίικα _ Γαββαθά _ . Κι' είταν η παραμονή του πάσκα, η ώρα ως έξη. Και λέει στους Ιουδαίους « Νά ο βασιλέας σας». Κράξανε λοιπόν εκείνοι «Πάρ' » τον, πάρ' τον, σταύρωσέ τον». Τους λέει ο Πειλάτος « Το βασιλέα σας να σταυρώσω;» Αποκριθήκανε οι πρωτοπαπάδες «Δεν έχουμε βασιλέα εξόν τον Καί- » σαρα».

69. Τότες λοιπόν τους τον παράδωκε να σταυρωθεί. Πήρανε λοιπόν τον Ιησού, και κουβαλώντας το σταυ- ρό του πήγε όξω στο μέρος που λέγεται Κάρας μέρος, που το λεν οβραίικα _ Γολγόθ _ , όπου τόνε σταύρωσαν, και μαζί του άλλους διο δεξιά κι’ αριστερά, και στη μέση τον Ιησού. Κι' έγραψε κι’ επιγραφή ο Πειλάτος και την έβαλε απάνου στο σταυρό• κι’ είτανε γραμέ- νο _ Ιησούς ο Ναζωραίος, ο βασιλέας των Ιουδαίων _ . Αυτή λοιπόν την επιγραφή πολλοί τήνε διαβάσανε Ιουδαίοι, γιατί είτανε σιμά στη χώρα το μέρος που σταυρώθηκε ο Ιησούς• κι’ είτανε γραμένο οβραίικα, λα- τινικά, ελληνικά. Λέγανε λοιπόν του Πειλάτου οι πρω- τοπαπάδες των Ιουδαίων «Μη γράφεις Ο βασιλέας » των Ιουδαίων, παρά πως είπε εκείνος Είμαι βασι- » λέας των Ιουδαίων «Αποκρίθηκε ο Πειλάτος «Ό,τι » έγραψα έγραψα».

70. Οι στρατιώτες λοιπόν, αφού σταύρωσαν τον Ιη- σού, πήραν τα φορέματά του και τα μοίρασαν σε τέσ- σερα, του καθενός στρατιώτη ένα μέρος, [καθώς] και το πουκάμισο. Κι' είταν το πουκάμισο άρραφο, φα- σμένο από τα πάνου ως στην άκρη. Είπανε λοιπόν μεταξύ τους «Ας μην το σκίσουμε, μόνε ας βάλουμε » λαχνό πιος ναν το πάρει», για ν' αληθέψει η Γραφή _ Μοίρασαν τα φορέματά μου και για τη φορεσιά μου βάλανε λαχνό _ .