Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο
Part 17
[9] 30. Και περνώντας είδε άνθρωπο γεννημένο τυφλό. Και τόνε ρώτησαν οι μαθητάδες του κι’ είπανε «Ραβ- » βεί, πιος έκανε αμαρτία, αυτός ή οι γονιοί του, για » να γεννηθεί τυφλός;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Μήτε » αυτός έκανε αμαρτία μήτε οι γονιοί του, παρά για » να φανερωθούνε μέσο του τα έργα του Θεού. Πρέπει » εμείς να δουλεύουμε τα έργα του στάλτη μου όσο » είναι μέρα• έρχεται η νύχτα όταν κανείς δε μπορεί » να δουλέψει. Όταν είμαι στον κόσμο, φως είναι του » κόσμου». Όταν είπε αυτά, έφτυσε χάμου κι’ έκανε λάσπη από το φτύσιμο, και τούβαλε τη λάσπη στα μάτια απάνου και τούπε «Πήγαινε πλύσου στο λου- » τρό του _ Σιλωάμ _ (που θα πει _ απόστολος _ )». Έφυγε βλέποντας. Οι γειτόνοι λοιπόν κι’ όσοι πριν τον έβλε- παν πως είτανε ζητιάνος, λέγανε «Δεν είναι αυτός που » κάθεται και ζητιανεύει;» Άλλοι λέγανε πως «Αυ- » τός είναι»• άλλοι λέγανε «Όχι, παρά του μιάζει» • εκείνος έλεγε πως «Εγώ είμαι». Του λέγανε λοιπόν « Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;» Αποκρίθη εκείνος «Ο » άνθρωπος που τόνε λεν Ιησού έκανε λάσπη και μ' ά- » λειψε τα μάτια, και μούπε πως Πήγαινε στο Σιλωάμ » και πλύσου. Πήγα λοιπόν, κι’ άμα πλύθηκα είδα». Και τούπαν «Πού 'ναι τος εκείνος;» Λέει «Δεν ξέ- » ρω». Τον πηγαίνουνε στους Φαρισαίους τον άλλοτες τυφλό. Κι' είτανε σαββάτο η μέρα όταν έκανε ο Ιησούς τη λάσπη και τ' άνοιξε τα μάτια. Πάλι λοιπόν τόνε ρωτούσανε κι οι Φαρισαίοι πώς είδε. Κι' εκείνος τους είπε «Λάσπη μούβαλε στα μάτια απάνου, και πλύθηκα » και βλέπω». Λέγανε λοιπόν από τους Φαρισαίους μερικοί «Δεν είναι αυτός από το Θεό ο άνθρωπος, τι δε » φυλάει το σαββάτο». Κι' άλλοι λέγανε «Πώς μπορεί » άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτια σημάδια;» Κι' είχανε διχόνια μεταξύ τους. Λέγανε λοιπόν πάλι του τυφλού «Εσύ τι λες γι' αυτόν; γιατί σ' άνοιξε τα μά- » τια;» Κι' εκείνος είπε «Γιατί είναι προφήτης». Δεν πιστέψανε λοιπόν οι Ιουδαίοι πως τυφλός είταν εκεί- νος κι’ είδε ως που φώναξαν τους γονιούς τ' ανθρώπου πούδε και τους ρωτήσανε λέγοντας «Είναι αυτός ο γιος » σας που λέτε εσείς πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς λοι- » πόν βλέπει τώρα;» Απαντήσανε λοιπόν οι γονιοί του κι’ είπαν «Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας » και πως γεννήθηκε τυφλός, μα πώς τώρα βλέπει » δεν ξέρουμε• ή πιος τ' άνοιξε τα μάτια εμείς δεν » ξέρουμε. Τον ίδιονε ρωτήστε• ηλικία έχει, αυτός » ας μιλήσει για τον εαυτό του». Αυτά είπαν οι γο- νιοί του γιατί φοβούνταν τους Ιουδαίους, επειδή είχα- νε συφωνήσει πριν οι Ιουδαίοι πως αν κανείς τον κη- ρύξει Χριστό, ν' αφοριστεί από το συναγώγι. Για τούτο οι γονιοί του είπαν πως «Ηλικία έχει, ρωτήστε τον » τον ίδιο». 31. Φωνάξανε λοιπόν τον άνθρωπο ξανά τον πριν τυφλό και τούπανε «Δόξασε το Θεό. Εμείς » ξέρουμε πως αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός». Αποκρίθηκε λοιπόν εκείνος «Αν είναι αμαρτωλός » δεν ξέρω• ένα ξέρω, πως είμουνα τυφλός και τώρα » βλέπω». Τούπανε λοιπόν «Τι σούκανε; πώς σ' ά- » νοιξε τα μάτια;» Τους αποκρίθηκε «Σας τόπα τώρα » και δεν ακούσατε; τι λοιπόν θέτε να ξανακούστε; » Μήπως θέλετε κι’ εσείς να γίνετε μαθητάδες του;» Και τον έβρισαν κι’ είπαν «Εσύ 'σαι εκείνου μαθητής, » μα εμείς είμαστε του Μωυσή μαθητάδες. Εμείς ξέ- » ρουμε πως του Μωυσή μίλησε ο Θεός• αυτόν δεν τον » ξέρουμε από πού είναι». Αποκρίθηκε ο άνθρωπος και τους είπε «Εδώ ναι είναι το παράξενο, πως ε- » σείς δεν ξέρετε από πού είναι, και μ' άνοιξε τα μά- » τια. Ξέρουμε πως ο Θεός αμαρτωλούς δε συνακούει• » παρά αν είναι κανείς θεοφοβούμενος και κάνει το θέ- » λημά του, αυτόνε συνακούει. Στον αιώνα δεν ακού- » στη πως άνοιξε κανείς μάτια τυφλού γεννημένου. Αν » αυτός δεν είταν από το Θεό, δε μπορούσε τίποτα » να κάνει». Αποκρίθηκαν και τούπαν «Μ' αμαρτίες » εσύ ολόκληρος γεννήθηκες κι’ εσύ μας μαθαίνεις ε- » μάς;» Και τόνε βγάλανε όξω.
Άκουσε ο Ιησούς πως τόνε βγάλανε όξω, και τον ηύρε κι’ είπε «Εσύ πιστεύεις το γιο τ' ανθρώπου;» « Και πιος είναι» είπε «Κύριε, για ναν τον πιστέψω;» Τούπε ο Ιησούς «Και τον είδες, κι’ αυτός είναι που » μιλά μαζί σου». Κι' εκείνος είπε «Πιστεύω, Κύ- » ριε,» και τον προσκύνησε. Κι' είπε ο Ιησούς «Για » δίκασμα ήρθα εγώ σ' αυτόν τον κόσμο που όσοι δε » βλέπουνε να βλέπουν, κι’ όσοι βλέπουνε να τυφλω- » θούν». Τ' άκουσαν αυτά οι Φαρισαίοι όσοι είτανε μαζί του, και τούπαν «Μήπως κι’ εμείς είμαστε τυ- » φλοί;» Τους είπε ο Ιησούς «Αν είσαστε τυφλοί, δε » θάχατε αμαρτία. Μα τώρα λέτε πως Βλέπουμε• η » αμαρτία σας μένει.
» Αλήθια αλήθια σας λέω, όπιος δε μπαίνει από [10] » τη μπασιά στη μάντρα των προβάτων, μόνε απ' » αλλού ανεβαίνει, εκείνος είναι κλέφτης και κακούρ- » γος• μα όπιος μπαίνει από τη μπασιά, βοσκός είναι » των προβάτων. Σ' αυτόνε ο θυρωρός ανοίγει και τη » φωνή του ακούνε τα πρόβατα, και τα πρόβατά του » με τ' όνομά τους τα φωνάζει, και τα βγάζει [στη » βοσκή]. Όταν όλα βγάλει τα δικά του, ομπρός τους » περπατεί, και τα πρόβατα τον ακολουθούνε τι γνω- » ρίζουν τη φωνή του• μα ξένο δε θ' ακολουθήσουνε, » μόνε θα φύγουνε, τι δε γνωρίζουν τη φωνή των ξέ- » νων». Αυτή την παροιμία τούς είπε ο Ιησούς, μα εκείνοι δεν ένιωσαν τι τους έλεγε. 32. Είπε λοιπόν πάλι ο Ιησούς «Αλήθια αλήθια σας λέω, εγώ 'μαι η μπα » σιά των προβάτων. Όλοι όσοι ήρθαν προτύτερά μου, » κλέφτες είναι και κακούργοι• μα δεν τους άκουσαν » τα πρόβατα [πως μπαίνουνε]. Εγώ 'μαι η μπα- » σιά• αν από μένα μπει κανείς, θα σωθεί και θάμπει » και θα βγει και θα βρει βοσκή. Ο κλέφτης δεν έρ- » χεται παρά να κλέψει και να θύσει κι’ απολέσει• εγώ » ήρθα για νάχουνε θροφή και περισσεύουν. Εγώ 'μαι » ο βοσκός ο καλός. Ο βοσκός ο καλός δίνει τη ζωή » του για τα πρόβατα• ο πλερωμένος και βοσκός μην » όντας, που δεν είναι τα πρόβατα δικά του, βλέπει » το λύκο πούρχεται κι’ αφίνει τα πρόβατα και φεύγει, » κι’ ο λύκος τ' αρπάζει και σκορπά, γιατί είναι πλε- » ρωμένος και δεν πονάει τα πρόβατα.
33.» Εγώ 'μαι ο βοσκός ο καλός, και γνωρίζω » τα δικά μου και τα δικά μου με γνωρίζουν — καθώς » με γνωρίζει ο πατέρας κι’ εγώ γνωρίζω τον πατέρα- » και δίνω τη ζωή μου για τα πρόβατα. Έχω κι’ » άλλα πρόβατα που δεν είναι αυτής της στάνης• κι’ » εκείνα πρέπει ναν τα φέρω, και θ' ακούσουν τη φωνή » μου, και θα γενούνε ένα κοπάδι, ένας βοσκός. Για » τούτο μ' αγαπά ο πατέρας, γιατί εγώ δίνω τη ζωή » μου για ναν τη λάβω πίσω. Κανείς δε μου την πήρε, » μόνε εγώ τη δίνω μόνος μου. Εξουσία έχω ναν τη » δώσω, κι’ εξουσία έχω ναν την πάρω πάλι• αυτή την » προσταγή έλαβα από τον πατέρα μου». Διαιρέθη- καν πάλι οι Ιουδαίοι γι' αυτούς τους λόγους. Και πολ- λοί τους λέγανε «Δαιμονισμένος είναι και παραλαλεί• » τι τον ακούτε;»• άλλοι λέγανε «Τα λόγια αυτά δεν » είναι δαιμονισμένου• μήπως μπορεί δαιμόνιο ν' ανοί- » ξει μάτια τυφλών;»
34. Είταν τότες τα εγκαίνια στα Ιεροσόλυμα. Εί- τανε χειμώνας, και περπατούσε ο Ιησούς μέσα στο ναό στο λιακωτό του Σολομώνα. Τον τριγυρίσανε λοιπόν οι Ιουδαίοι και τούλεγαν «Ως πότε θα μας βγάζεις την » ψυχή; Αν είσαι εσύ ο Χριστός, πες μας το ανοι- » χτά». Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς «Σας είπα και » δεν πιστέψατε. Τα έργα που κάνω εγώ με τ' όνο- » μα του πατέρα μου, αυτά 'ναι κηρυχτής μου• όμως » εσείς δεν πιστεύετε γιατί δεν είστε από τα πρόβατά » μου. Τα πρόβατά μου ακούν τη φωνή μου κι’ εγώ τα » γνωρίζω• και μ' ακολουθούν κι’ εγώ τους δίνω ζωή » παντοτινή, και δε θα χαθούνε στον αιώνα και κανείς » δε θαν τ' αρπάξει από το χέρι μου. Ο πατέρας μου » που μου τάδωκε είναι απ' όλους μεγαλύτερος, και » κανείς δε μπορεί ν' αρπάξει από το χέρι του πατέρα. » Ένα είμαστε, εγώ κι’ ο πατέρας». Σήκωσαν πάλε πέτρες οι Ιουδαίοι ναν τον πετροβολήσουν. Τους απο- κρίθηκε ο Ιησούς «Πολλά έργα σας έδειξα καλά από » τον πατέρα• για πιο τους έργο με πετροβολάτε;» Τ' αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι «Για καλό έργο δε σε πε- » τροβολάμε, παρά για ασέβεια και γιατί εσύ όντας » άνθρωπος γίνεσαι Θεός». Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς « Δεν είναι γραμένο μέσα στο Νόμο σας πως » _ Εγώ είπα Είστε θεοί; _ Αν εκείνους είπε θεούς που » λάβανε το λόγο του Θεού, και δε μπορεί να χα- » λαστεί η Γραφή, εκείνονε π' άγιασε ο πατέρας κι’ » έστειλε στον κόσμο, εσείς του λέτε πως Ασεβείς, » γιατί είπε Είμαι γιος του Θεού; Α δεν κάνω τα » έργα του πατέρα μου, μη με πιστεύετε• αν όμως κά- » νω, [τότες] κι’ εμένα α δεν πιστεύετε, πιστέψτε τα » έργα, για να μάθετε και γνωρίζετε πως μαζί μου ο » πατέρας κι’ εγώ με τον πατέρα». Ζητούσαν πάλι ναν τον πιάσουν• και βγήκε από τα χέρια τους, κι’ έ- φυγε πάλι αντίπερα του Ιορδάνη, στο μέρος που βά- φτιζε πριν ο Ιωάνης, κι’ έμενε εκεί. Και πολλοί ήρθαν εκεί κι’ έλεγαν πως «Ο Ιωάνης ναι μεν δεν έκανε κα- » νένα σημάδι, όμως όλα όσα είπε γι' αυτόν ο Ιωάνης » είταν αληθινά», Και πολλοί τον πίστεψαν εκεί.
[11] 35. Κι' είταν ένας άρρωστος, ο Λάζαρος από τη Βηθανία, από το χωριό της Μαρίας και της Μάρθας της αδερφής της. Κι' η Μαριάμ εκείνη π' άλειψε τον Κύριο μυρουδικό και με τα μαλλιά της σφούγγισε τα πόδια του, αυτή 'τανε που ο Λάζαρος ο αδερφός της είταν άρρωστος. Του μήνησαν λοιπόν οι αδερφάδες κι’ είπαν «Κύριε, νά είναι άρρωστος εκείνος π' αγαπάς». Και σαν τ' άκουσε ο Ιησούς είπε «Αυτή η αρρώστια » δεν είναι για θάνατο μόνε για τη δόξα του Θεού, για » να κάνει και να δοξαστεί ο γιος του Θεού». Κι' ο Ιησούς αγαπούσε τη Μάρθα και την αδερφή της και το Λάζαρο. Όταν άκουσε λοιπόν πως είναι άρρωστος, τότ' έμεινε διο μέρες στο μέρος που βρίσκουνταν έπει- τα κατόπι λέει στους μαθητάδες «Πάμε στην Ιου- » δαία πάλι». Του λένε οι μαθητάδες «Ραββεί, ό,τι » ζητούσανε να σε πετροβολήσουν οι Ιουδαίοι, και » πάλι πας εκεί;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Δεν είναι » δώδεκα οι ώρες της ημέρας; Όπιος περπατά την » ημέρα, δε σκουντάφτει γιατί βλέπει το φως του κό- » σμου τούτου• όπιος όμως περπατά τη νύχτα, σκουν- » τάφτει γιατί δεν έχει μέσα του το φως». Είπε αυτά και κατόπι τους λέει «Ο Λάζαρος ο φίλος μας κοιμή- » θηκε• μόνε πάω ναν τον ξυπνήσω». Τούπανε λοιπόν οι μαθητάδες «Κύριε, αν κοιμήθηκε, ο ύπνος του θα » σωθεί». Κι' ο Ιησούς είχε πει για το θάνατο του• μα εκείνοι νόμισαν πως το κοίμισμα του ύπνου λέει. Τότες λοιπόν τους είπε ο Ιησούς ανοιχτά «Ο Λάζα- » ρος πέθανε, και χαίρουμαι για σας, για να πιστέψτε, » αφού δεν είμουν εκεί• μόνε πάμε στο Λάζαρο». Είπε λοιπόν ο Θωμάς που τόνε λέγανε _ Δίδυμο _ στους συμμα- θητάδες του «Πάμε κι’ εμείς να μας σκοτώσουνε μαζί » του». Σαν ήρθε λοιπόν ο Ιησούς, τον ηύρε πούχε τότες τέσσερεις μέρες μέσα στον τάφο.
Κι' είταν η Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα, ως δεκαπέντε στάδια μακριά. 36. Και πολλοί Ιουδαίοι είχαν ερθεί στης Μάρθας και Μαρίας, ναν τις παρη- γορήσουνε για τον αδερφό. Λοιπόν η Μάρθα όταν ά- κουσε πως έρχεται ο Ιησούς, βγήκε ναν τον προδεχτεί• η Μαρία όμως έμενε σπίτι. Είπε λοιπόν η Μάρθα στον Ιησού «Αν είσουν εδώ, δεν πέθαινε ο αδερφός μου• » και τώρα ξέρω πως ό,τι ζητήσεις του Θεού θα σ' το » δώσει ο Θεός». Της λέει ο Ιησούς «Θ' αναστηθεί ο » αδερφός σου». Του λέει η Μάρθα «Ξέρω πως θ' α- » ναστηθεί κατά την ανάσταση τη στερνή τη μέρα». Της είπε ο Ιησούς «Εγώ 'μαι η ανάσταση κι’ η ζωή. » Όπιος με πιστεύει, κι’ αν πεθάνει θα ζήσει• κι’ όπιος » ζει και με πιστεύει, δε θα πεθάνει στον αιώνα. Το » πιστεύεις αυτό;» Του λέει «Ναι, Κύριε, εγώ πι- » στεύω πως εσύ 'σαι ο Χριστός, ο γιος του Θεού πού- » ναι νάρθει στον κόσμο». Και σαν τόπε αυτό, έφυγε και φώναξε κρυφά τη Μαριάμ την αδερφή της κι’ είπε « Ο δάσκαλος ήρθε και σε φωνάζει». Κι' εκείνη σαν τάκουσε, σηκώθη γλήγορα και πήγαινε στον Ιησού• κι’ ο Ιησούς δεν είχε ακόμα φτάσει στο χωριό, μόνε είταν ακόμα στο μέρος όπου τον προδέχτηκε η Μάρθα. Οι Ιουδαίοι λοιπόν πούτανε μαζί της σπίτι και την παρηγορούσαν, σαν είδαν τη Μαριάμ πως γλήγορα ση- κώθηκε και βγήκε, την ακολουθήσανε θαρρώντας πως πάει στον τάφο για να κλάψει εκεί. Η Μαριάμ λοιπόν σαν έφτασε στο μέρος πούταν ο Ιησούς, μόλις τον είδε και τούπεσε στα πόδια λέγοντάς του «Κύριε, αν είσουν » εδώ, δε μου πέθαινε ο αδερφός [μου]». Ο Ιησούς λοιπόν, όταν την είδε πούκλαιγε και πούκλαιγαν [κι’] οι Ιουδαίοι όσοι ήρθανε μαζί της, στέναξε η καρδιά του και συγκινήθη κι’ είπε «Πού τόνε θάψατε;» Του λένε «Κύριε, έλα να δεις». Δάκρυσε ο Ιησούς. Λέγανε λοιπόν οι Ιουδαίοι «Κοίτα πώς τον αγαπούσε». Και μερικοί τους είπανε «Δε μπορούσε αυτός π' άνοιξε τα » μάτια του τυφλού να κάνει που κι’ αυτός να μην » πεθάνει;» Ο Ιησούς λοιπόν πάλι στενάζοντας μέσα του έρχεται στον τάφο• κι’ είτανε βραχότρυπα κι’ α- πάνου της βαλμένη πέτρα. Λέει ο Ιησούς «βγάλτε » την πέτρα». Του λέει η αδερφή του πεθαμένου η Μάρθα «Κύριε, μυρίζει τώρα• γιατί είναι τέσσερων με- » ρών». Της λέει ο Ιησούς «Δε σου είπα πως αν ίσως » πιστέψεις, θα δεις τη δόξα του Θεού;» Βγάλανε λοιπόν την πέτρα• κι’ ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια κι’ είπε «Πατέρα, σ' ευχαριστώ που μ' άκουσες. Εγώ όμως » ήξερα πως πάντα μ' ακούς• μόνε τόπα για το λαό » τριγύρω, για να πιστέψουν πως εσύ μ' έστειλες». Κι' όταν τάπε αυτά, φώναξε με φωνή μεγάλη «Λά- » ζαρε, έλα όξω». Και βγήκε ο νεκρός σαβανωμένος χεροπόδαρα, κι’ είτανε το πρόσωπό του δεμένο γύρω με προσόψι. Τους λέει ο Ιησούς «Λύστε τον κι’ αφίστε » τον να σήρει». Πολλοί λοιπόν Ιουδαίοι, πούχαν ερ- θεί στης Μαριάμ κι’ είδαν όσα έκανε, τον πίστεψαν μερικοί τους όμως πήγανε στους Φαρισαίους και τους είπαν όσα έκανε ο Ιησούς.
37. Μαζεύανε οι ποωτοπαπάδες λοιπόν κι’ οι Φα- ρισαίοι συβούλιο κι’ έλεγαν «Τι κάνουμε, γιατί αυτός » ο άνθρωπος κάνει πολλά σημάδια. Αν τον αφίσουμε » έτσι, όλοι θαν τον πιστέψουν, και θάρθουν οι Ρω- » μαίοι και θα μας καταστρέψουν πατρίδα κι’ έθνος». Κι' ένας τους κάπιος Καϊάφας, αρχιπαπάς όντας του χρόνου εκείνου, τους είπε «Εσείς δεν ξέρετε τίποτα, » μηδέ στοχάζεστε πώς μας συφέρνει ένας άνθρωπος » να πάει για το καλό του λαού κι’ όχι να χαθεί ολό- » κληρο το έθνος». Κι' αυτός δεν είτανε δικός του λόγος, μόνε αρχιπαπάς όντας εκείνου του χρόνου προ- φήτεψε πως είτανε να πεθάνει ο Ιησούς για το καλό του έθνους, κι’ όχι για το καλό του έθνους μοναχά παρά και για να συνάξει σ' ένα τα παιδιά του Θεού τα σκορπισμένα.
38. Από κείνη λοιπόν τη μέρα αποφασίσανε ναν τόνε θανατώσουν. Ο Ιησούς λοιπόν δεν περπατούσε πια ανάμεσα στους Ιουδαίους φανερά, μον έφυγε από κει [και πήγε] σε μέρος κοντά στην έρημο, σε χώρα που τη λεν Εφραίμ κι’ έμενε εκεί μαζί με τους μα- θητάδες. Και σίμωνε το πάσκα των Ιουδαίων, και πριν το πάσκα ανέβηκαν πολλοί από τα ξώχωρα στα Ιεροσόλυμα για να καθαριστούν. Ζητούσανε λοιπόν τον Ιησού και λέγανε μεταξύ τους στέκοντας μέσα στο ναό «Τι λέτε; πως δε θαρθεί στη σκόλη;» Κι' είχανε δώσει οι πρωτοπαπάδες κι’ οι Φαρισαίοι προ- σταγές, πως αν κανένας μάθει πούναι, να μηνήσει για ναν τον πιάσουν.
[12] 39. Ο Ιησούς λοιπόν έξη μέρες πριν το πάσκα πήγε στη Βηθανία όπου βρίσκουνταν ο Λάζαρος π' α- νάστησε από τους νεκρούς ο Ιησούς. Τούκαναν εκεί λοι- πόν τραπέζι, κι’ η Μάρθα υπερετούσε κι’ ο Λάζαρος εί- ταν ένας από τους καθισμένους μαζί του. Η Μαριάμ λοιπόν πήρε μια λάτρα μυρουδικό από ναρδόσταμο πο- λύτιμο κι’ άλειψε τα πόδια του Ιησού, και του σφούγ- γισε με τα μαλλιά της τα ποδάρια• και το σπίτι γιό- μισε από την ευωδιά του μυρουδικού. Και λέει ο Ιού- δας ο Ισκαριώτης, ένας μαθητής του, πούτανε ναν τον παραδώσει «Γιατί αυτό το μυρουδικό δεν πουλή- » θηκε τρακόσα δηνάρια και δε δόθηκε σε φτωχούς;» Και τόπε αυτό όχι γιατί τον έμελε για τους φτωχούς, μόνε γιατί είταν κλέφτης κι’ έχοντας το κουτί βα- στούσε τις συνεισφορές. Είπε λοιπόν ο Ιησούς «Άφισέ » την κι’ ας το φυλάξει για τη μέρα της θαφής μου• » γιατί πάντα τους φτωχούς τους έχετε μαζί σας, μα » εμένα πάντα δε μ' έχετε». Έμαθε λοιπόν πλήθος πολύ των Ιουδαίων πως είναι εκεί, κι’ ήρθαν όχι μο- ναχά για τον Ιησού, παρά για να δούνε και το Λά- ζαρο π' ανάστησε από τους νεκρούς. Κι' αποφασίσανε οι πρωτοπαπάδες να θανατώσουν και το Λάζαρο, γιατί απ' αφορμή του πήγανε πολλοί Ιουδαίοι και πίστεψαν τον Ιησού.
40. Την κατόπι μέρα το μεγάλο πλήθος πούχε έρθει στη σκόλη, σαν άκουσαν πως έρχεται ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα, πήραν τα χουρμαδόκλαδα και βγήκανε ναν τον προδεχτούν, κι’ έκραξαν «Ωσαννά. Βλογητός » αυτός που φτάνει στ' όνομα του Κυρίου» κι’ «Ο » βασιλέας του Ισραήλ». Κι' ο Ιησούς βρήκε ένα ονάρι και κάθησε απάνου, καθώς είναι γραμένο _ Μη φοβάσαι, κόρη της Σιών νά έρχεταί σου ο βασιλέας σου καθι- σμένος σ' όνισσας πουλάρι _ . Αυτά δεν τάνιωσαν οι μα- θητάδες του πρώτα, όμως σα δοξάστηκε ο Ιησούς, τό- τες θυμήθηκαν πως αυτά για κείνον είτανε γραμένα κι’ αυτά τούκαναν. Κήρυχνε λοιπόν ο κόσμος πούτανε μα- ζί του ότα φώναξε από τον τάφο το Λάζαρο και τον ανάστησε από τους νεκρούς• για τούτο και βγήκε ναν τον προδεχτεί κι’ ο λαός, γιατί άκουσαν πως έκανε ο Ιησούς εκείνο το σημάδι. Είπανε λοιπόν οι Φαρισαίοι μεταξύ τους «Βλέπετε πως τίποτα καλό δεν κάνετε; » Νά πήγε ο κόσμος ξοπίσω του».
41. Κι' είτανε μερικοί Έλληνες απ' αυτούς π' ανέ- βαιναν να προσκυνήσουνε στη σκόλη. Αυτοί λοιπόν πή- γανε στο Φίλιππο, εκείνον από τη Βηθσαϊδά της Γα- λιλαίας, και τον παρακαλούσαν κι’ έλεγαν «Αφέντη, » θέλουμε να δούμε τον Ιησού». Πάει ο Φίλιππος και το λέει τ' Αντρέα• πάει ο Αντρέας κι’ ο Φίλιππος και το λένε του Ιησού. Κι' ο Ιησούς τους αποκρίνεται και λέει «Ήρθε η ώρα που θα δοξαστεί ο γιος τ' ανθρώπου. » Αλήθια αλήθια σας λέω, αν το σταρόσπυρο πέσει » κατά γης και δεν πεθάνει, αυτό μονάχα μένει• αν » όμως πεθάνει, βγάζει καρπό πολύ. Όπιος αγαπά τη » ζωή του, τη χάνει• κι’ όπιος μισεί τη ζωή του σ' ε- » τούτον τον κόσμο, θαν τη φυλάξει ως σ' ύπαρξη παν- » τοτινή.
42.»Όπιος με δουλεύει ας ακολουθά, κι’ οπού 'μαι » εγώ εκεί κι’ ο δουλευτής μου θάναι. Αν κανένας, με » δουλεύει, θαν τον τιμήσει ο πατέρας. Τώρα συγκινή- » θηκε η ψυχή μου και τι να πω; Πατέρα, σώσε με » απ' αυτή την ώρα; Όμως για τούτο ήρθα σ' αυτή » την ώρα. Πατέρα, δόξασέ μου τ' όνομα». Βγήκε λοιπόν φωνή από τον ουρανό «Και δόξασα και πάλι » θα δοξάσω». Το πλήθος εκεί που [την] άκουσε έλεγε πως έγινε βροντή• άλλοι λέγανε «Άγγελος του λά- » λησε». Αποκρίθηκε κι’ είπε ο Ιησούς «Δε βγήκε για » μένα αυτή η φωνή παρά για σας. Τώρα καταδικά- » ζεται αυτός ο κόσμος• τώρα όξω θα βγαλθεί ο αρ- » χηγός του κόσμου ετούτου. Κι' εγώ αν ανυψωθώ από » τη γη, όλους θαν τους σήρω κοντά μου». Και τό- λεγε αυτό σημαίνοντας με τι θάνατο θα πέθαινε. Τ' α- ποκρίθηκε λοιπόν ο λαός «Εμείς ακούσαμε από το Νό- » μο πως ο Χριστός μένει στον αιώνα, και πώς λες εσύ » πως πρέπει ν' ανυψωθεί ο γιος τ' ανθρώπου: Πιος » είναι αυτός ο γιος τ' ανθρώπου;» Τους είπε λοιπόν ο Ιησούς «Λιγάκι μένει ακόμα το φως μαζί σας. Περ- » πατάτε όσο έχετε το φως, μήπως σας προφτάσει το » σκοτάδι• κι’ όπιος στο σκοτάδι περπατά, δεν ξέρει » πού πηγαίνει. Όσο έχετε το φως, πιστεύετε το φως » για να γίνετε γιοι του φωτός». Αυτά μίλησε ο Ιη- σούς, κι’ έφυγε και κρύφτηκε από κοντά τους.
43. Κι' ενώ έκανε τόσα σημάδια μπροστά τους, δεν τον πιστέψανε για ν' αληθέψει ο λόγος του Ησαΐα του προφήτη, που είπε _ Κύριε, πιος πίστεψε το μήνημά μας και σε πιόνε φανερώθη το βραχιόνι του Κυρίου; _ Για τούτο δε μπορούσανε να πιστέψουν, γιατί είπε ο Ησαΐας πάλι _ Τους τύφλωσε τα μάτια και τους πέ- τρωσε την καρδιά, μην τυχόνε δούνε με τα μάτια και με την καρδιά τους νιώσουν, και γυρίσουνε και τους γιατρέψω _ . Αυτά είπε ο Ησαΐας, γιατί είδε τη δόξα του και λάλησε γι' αυτόν. Ως τόσο και προεστοί πολ- λοί τον πίστευαν, μα για τους Φαρισαίους δεν τ' ομο- λογούσανε μήπως αφοριστούν από το συναγώγι• για- τί προτίμησαν τη δόξα των ανθρώπων κάλια παρά τη δόξα του Θεού.
44. Κι' ο Ιησούς φώναξε κι’ είπε «Όπιος με πι- » στεύει, δεν πιστεύει εμένα παρά το στάλτη μου• κι’ » όπιος με θωρεί, θωρεί το στάλτη μου. Εγώ φως ήρθα » στον κόσμο, που όπιος με πιστεύει να μη μένει στο » σκοτάδι. Κι' αν κανείς ακούσει μου τα λόγια και δεν » τα φυλάξει, εγώ δε θαν τον καταδικάσω• γιατί δεν » ήρθα να καταδικάσω τον κόσμο, μόνε να σώσω τον » κόσμο. Όπιος με παρακούει και δε δέχεται τα λό- » για μου, έχει τον καταδικαστή του• ο λόγος που λά- » λησα, αυτός θαν τον καταδικάσει τη στερνή τη μέ- » ρα. Γιατί εγώ δικά μου δε λάλησα, μόνε ο πατέρας » που μ' έστειλε, αυτός με πρόσταξε τι να πω και τι » λαλήσω. Και ξέρω πως η προσταγή του ζωή θα πει » παντοτινή. Όσα λοιπόν εγώ λαλώ, καθώς είπε μου ο » πατέρας έτσι λαλώ».
45. Και πριν τη σκόλη του πάσκα, όταν ένιωσε ο [3] Ιησούς πως ήρθε η ώρα του να μισέψει απ' αυτόν τον κόσμο στον πατέρα, τους δικούς του [εδώ] στον κόσμο όπως τους αγάπησε, ως στο τέλος τους αγάπησε. Κι' ενώ τρώγανε — όταν πια τόχε βάλει ο Διάβολος στο νου του το ναν τον παραδώσει ο Ιούδας ο γιος του Σίμω- να ο Ισκαριώτης — γνωρίζοντας πως τα πάντα τούδωκε στα χέρια [του] ο πατέρας και πως από το Θεό βγήκε και στο Θεό πηγαίνει, σηκώνεται από το δείπνο, και βγάζοντας το φόρεμά του πήρε ποδιά και τη ζώστηκε• έπειτα βάζοντας νερό στη λεκάνη, αρχίνησε κι έπλενε τα πόδια των μαθητάδων και τα σφούγγιζε με την ποδιά πούτανε ζωσμένος. Έρχεται λοιπόν στο Σίμω- να τον Πέτρο. Του λέει «Κύριε, εσύ μου πλένεις τα » πόδια;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Ό,τι » κάνω εγώ, εσύ τώρα δεν το ξέρεις, μα θαν το μά- » θεις έπειτα». Του λέει ο Πέτρος «Ποτές δε θα μου » πλύνεις τα πόδια». Τ' αποκρίθηκε ο Ιησούς «Α δε » σε πλύνω, δεν έχεις θέση κοντά μου». Του λέει ο Πέτρος ο Σίμωνας «Κύριε, όχι τα πόδια μου μονάχα, » παρά και τα χέρια [μου] και το κεφάλι». Του λέει ο Ιησούς «Ο λουσμένος δε χρειάζεται παρά τα πόδια » του να πλύνει, κι’ είναι όλος καθαρός• κι’ εσείς είστε » καθαροί, Όμως όχι όλοι». Γιατί ήξερε τον παραδότη του• για τούτο είπε πως «Όλοι δεν είστε καθαροί».
46. Ότα λοιπόν τους έπλυνε τα πόδια και πήρε τα ρούχα του και κάθησε πάλι, τους είπε «Ξέρετε τι σας » έκανα; Εσείς με κράζετε Δάσκαλε και Κύριε, και » καλά λέτε, γιατί είμαι. Α λοιπόν εγώ σας έπλυνα » τα πόδια, ο Κύριος κι’ ο δάσκαλος, πρέπει κι’ εσείς » να πλένετε ο ένας τ' αλλουνού τα πόδια• γιατί σας » έδωκα παράδειγμα να κάνετε κι’ εσείς καθώς εγώ » σας έκανα. Αλήθια αλήθια σας λέω, δεν έχει σκλά- » βο ανώτερο από τον αφέντη του μηδ' αποσταλμένο » ανώτερο απ' το στάλτη του. Αν αυτά τα ξέρετε, κα- » λότυχοί 'στε αν τα κάνετε. Για όλους σας δε μιλώ• » εγώ ξέρω πιους διάλεξα• παρά για ν' αληθέψει η » Γραφή _ Εκείνος πούτρωγε το ψωμί μου σήκωσε απά- » νου μου τη φτέρνα του _ . Από τώρα σας το λέω, πρι » γίνει, για να πιστέψτε σα γίνει πως εγώ είμαι. Αλή- » θια αλήθια σας λέω, όπιος δέχεται, α στείλω κανέ- » ναν, εμένα δέχεται• κι’ όπιος εμένα δέχεται, δέχεται » το στάλτη μου».