Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο
Part 15
152. Και σηκώθηκαν την ίδια ώρα και γυρίσανε πίσω στην Ιερουσαλήμ. Και βρήκανε μαζεμένους τους έντεκα και τους συντρόφους τους, που λέγανε πως α- ληθινά αναστήθη ο Κύριος και φανερώθηκε στο Σί- μωνα. Κι' αυτοί ξηγούσαν όσα τύχανε στο δρόμο και πως τον αναγνώρισαν κατά το κόψιμο του ψωμιού. Κι' ενώ μιλούσαν έτσι, στάθηκε εκείνος μεταξύ τους και τους λέει• «Ειρήνη σας». Κι' από την ταραχή τους και το φόβο που τους πήρε νόμιζαν πως θωρούνε φάν- τασμα. Και τους είπε «Τι είστε ταραγμένοι και τι » στοχασμοί σας ανεβαίνουνε στο νου; Κοιτάξτε μου » τα χέρια μου και πόδια μου, πως είμαι εγώ ο ίδιος. » Ψάξτε με και κοιτάξτε, τι φάντασμα δεν έχει σάρκα » μήτε κόκκαλα όπως θωράτε κι’ έχω εγώ». Και σαν τόπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και τα πόδια. Κι' ενώ ακόμα αυτοί απιστούσαν από τη χαρά και σά- στιζαν, τους είπε «Έχετε τίποτα εδώ φαγώσιμο;» Κι' αυτοί του δώκανε λίγο ψημένο ψάρι, και το πήρε ομπρός τους κι’ έφαγε. Και τους είπε «Αυτά 'ναι τα » λόγια μου που σας μίλησα όταν είμουνα ακόμα μαζί » σας, πως πρέπει ν αληθέψουν όλα τα γραμένα μέσα » στο Νόμο του Μωυσή και μέσα στους Προφήτες και » Ψαλμούς για μένα». Τότες τους άνοιξε το νου να καταλάβουν τις Γραφές, και τους είπε πως «Έτσι » γράφτηκε, ο Χριστός να πάθει και ν' αναστηθεί από » τους νεκρούς την τρίτη μέρα, και στ' όνομά του να » διαλαληθεί σ' όλα τα έθνη — αρχίζοντας από την » Ιερουσαλήμ — μετανιωμός για να συχωρεθούν οι α- » μαρτίες. Εσείς αυτά θαν τα κηρύξτε. Και να εγώ » σας στέλνω το ό,τι έταξε ο πατέρας μου. Κι' εσείς » καθήστε μέσ' στη χώρα ως που να φορεθείτε από τα » ύψη δύναμη».
Και τους πήγε όξω ως κοντά στη Βηθανία και σή- κωσε τα χέρια και τους βλόγησε. Και συνέβη, εκεί που τους βλογούσε, αποχωρίστη από κοντά τους και σηκώνουνταν στον ουρανό. Κι' εκείνοι τον προσκύνη- σαν, και γύρισαν πίσω στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη, κι’ έμεναν πάντα μέσα στο ναό δοξολογών- τας το Θεό.
Αμήν. ΚΑΤΑ ΤΟ ΛΟΥΚΑ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΗ
Στην αρχή 'ταν ο λόγος κι’ ο λόγος είτανε με το Θεό και Θεός είταν ο λόγος. Είταν εκείνος στην αρχή με το Θεό. Όλα τα πάντα μέσο του έγιναν, και χωρίς του τίποτα δεν έγινε που γίνηκε. Μέσα του είτανε ζωή κι’ η ζωή 'τανε το φως των ανθρώπων, και το φως μέσα στο σκοτάδι φέγγει και το σκοτάδι δεν το κυρίεψε.
2. Βγήκε ένας άνθρωπος σταλμένος από το Θεό• τ' όνομα του Ιωάνης. Αυτός ήρθε για κήρυγμα, για να κηρύξει το φως, που να κάνει κι’ όλοι να πιστέ- ψουν. Δεν είταν εκείνος το φως, παρά για να κηρύξει το φως. Το φως τ' αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο ερχότανε στον κόσμο• στον κόσμο είταν κι’ ο κόσμος μέσο του έγινε, κι’ ο κόσμος δεν τον αναγνώρισε. Στα δικά του ήρθε, κι’ οι δικοί του δεν τον παραδέχτηκαν όμως όσοι τόνε δέχτηκαν, τους έδωκε εξουσία να γίνουν του Θεού παιδιά, σ' αυτούς που πίστεψαν τ' όνομά του, που όχι από αίματα μήτε από θέλημα σάρκας μήτε από θέλημα αντρός, μόνε από το Θεό γεννή- θηκαν.
Κι' ο λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε μεταξύ μας — κι’ είδαμε τη δόξα του, δόξα σα μοναχογιού [δο- σμένη] από πατέρα — γιομάτος χάρη, αλήθια. Ο Ιωά- νης τον κηρύχνει και φωνάζει λέγοντας «Αυτός είναι » που είπα Αυτός που φτάνει πίσω μου έγινε προτύ- » τερά μου, γιατί 'ταν πρώτος μου. Γιατί από το πε- » ρίσσεμά του λάβαμε όλοι εμείς, και χάρη για χάρη. » Επειδής ο Νόμος μέσο του Μωυσή δόθηκε• η χάρη » κι’ η αλήθια ήρθε μέσο του Ιησού Χριστού».
3. Το Θεό κανείς ποτές ακόμα δεν τον είδε• ο μο- ναχογιός Θεός πούναι στον κόρφο του πατέρα, εκείνος τον ξήγησε. Κι' αυτό 'ναι το κήρυγμα του Ιωάνη όταν έστειλαν οι Ιουδαίοι από τα Ιεροσόλυμα παπάδες και Λευείτες ναν τόνε ρωτήσουν «Εσύ πιος είσαι;» Κι' ομολόγησε και δεν αρνήθηκε• κι’ ομολόγησε πως «Εγώ » δεν είμαι ο Χριστός». Και τόνε ρώτησαν «Εσύ λοι- » πόν τι; Ο Ηλίας είσαι;» Και λέει «Δεν είμαι». « Ο Προφήτης είσαι εσύ;» Κι' αποκρίθηκε «Όχι». Τούπανε λοιπόν «Πιος είσαι; Για να δώκουμε απάν- » τηση σ' εκείνους που μας έστειλαν. Τι λες για σένα;» Είπε « _ Εγώ φωνή που κάπιος κράζει στην έρημο » Ίσιο κάντε το δρόμο του Κυρίου _ , καθώς είπε ο Η- » σαΐας ο προφήτης». Κι' είταν οι σταλμένοι Φαρι- σαίοι, και τόνε ρώτησαν και τούπαν «Τι λοιπόν βα- » φτίζεις αν εσύ δεν είσαι ο Χριστός ουδ' ο Ηλίας ουδ' » ο Προφήτης;» Τους αποκρίθη ο Ιωάνης κι’ είπε « Εγώ βαφτίζω με νερό• μεταξύ σας στέκει, δίχως ναν » τον ξέρετε, κι’ έρχεται πίσω μου αυτός που εγώ δεν » είμαι άξιος να λύσω το λουρί του σανταλιού του». Αυτά γίνανε στη Βηθανία αντίπερα του Ιορδάνη, όπου βάφτιζε ο Ιωάνης.
4. Την κατόπι μέρα βλέπει τον Ιησού που πήγαινε κοντά του και λέει «Νά τ' αρνί του Θεού που βγάζει » την αμαρτία του κόσμου. Αυτός είναι που σας είπα » Πίσω μου έρχεται άνθρωπος που γίνηκε προτύτερά » μου, γιατί 'ταν πρώτος μου. Κι' εγώ δεν τον ήξερα, » παρά για να φανερωθεί στον Ισραήλ για τούτο ήρθα » εγώ και βαφτίζω με νερό». Και κήρυξε ο Ιωάνης κι’ είπε πως «Είδα το Πνέμα που κατέβαινε σαν περι- » στέρι από τον ουρανό και κάθησε απάνου του. Κι' » εγώ δεν τον ήξερα• μα αυτός που μ' έστειλε να βα- » φτίζω με νερό, εκείνος μούπε Σ' όπιονε δεις να κατε- » βεί το Πνέμα και καθήσει απάνου του, αυτός βαφτί- » ζει με πνέμα άγιο. Κι' εγώ είδα και κήρυξα πως » αυτός είναι ο γιος του Θεού».
5. Την κατόπι μέρα έστεκε πάλι ο Ιωάνης με διο του μαθητάδες, και τηρώντας τον Ιησού που περπα- τούσε λέει «Νά τ' αρνί του Θεού». Και τον ακούσανε οι διο του μαθητάδες που μιλούσε, κι’ ακολούθησαν τον Ιησού. Και γύρισε ο Ιησούς, και βλέποντάς τους που τον ακολουθούσανε τους λέει «Τι ζητάτε;» Κι' εκείνοι τούπανε «Ραββεί (που ξηγημένο θα πει _ Δάσκα- λε _ ), πού κάθεσαι;» Τους λέει «Ελάτε και θα δείτε» Πήγανε λοιπόν κι’ είδαν που κάθεται, και μείνανε μαζί του εκείνη την ημέρα. Είταν ως δέκα η ώρα. Είταν ο Αντρέας, ο αδερφός του Σίμωνα του Πέτρου, ένας από τους διο π' ακούσανε από τον Ιωάνη και τον ακο- λούθησαν. Αυτός βρίσκει πρώτο τον αδερφό του το Σίμωνα και του λέει «Βρήκαμε το Μεσσία», που ξη- γημένο θα πει Χριστός. Τον πήγε στον Ιησού. Ο Ιησούς τον κοίταξε κι’ είπε «Εσύ 'σαι ο Σίμωνας, ο » γιος του Ιωνά• θα σε κράζουν εσένα Κηφά», που θα πει _ Πέτρος _ .
6. Την κατόπι μέρα θέλησε να βγει στη Γαλιλαία. Και βρίσκει το Φίλιππο ο Ιησούς και του λέει «Ακο- » λούθα με». Κι' ο Φίλιππος είταν από τη Βηθσαϊδά, από την πατρίδα του Αντρέα και του Πέτρου. Βρί- σκει ο Φίλιππος το Ναθανιήλ και του λέει «Εκείνον »πούγραψε ο Μωυσής μέσα στο Νόμο κι’ οι Προφή- » τες, τον ηύραμε, τον Ιησού το γιο του Ιωσήφ από » τη Ναζαρέτ». Κι' ο Ναθανιήλ τούπε «Από τη Να- » ζαρέτ μπορεί να γίνει τίποτα καλό;» Του λέει ο Φίλιππος «Έλα και δες». Είδε ο Ιησούς το Ναθα- νιήλ που πήγαινε κοντά του και λέει για αυτόν «Να » αληθινά Ισραηλίτης με δίχως πονηριά». Του λέει ο Ναθανιήλ «Πώς με ξέρεις;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Πρι σε φωνάξει ο Φίλιππος, σ' είδα σαν » είσουνα στη συκιά από κάτου». Τ' αποκρίθηκε ο Να- θανιήλ «Ραββεί, εσύ 'σαι ο γιος του Θεού, εσύ 'σαι ο » βασιλέας του Ισραήλ». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Γιατί σούπα πως σ' είδα στη συκιά από κά- » του, πιστεύεις• μεγαλύτερά τους θα δεις». Και του λέει «Αλήθια αλήθια σας λέω• θα δείτε τον ουρανό » ανοιχτό και τους αγγέλους του Θεού που θ' ανεβαί- » νουν και θα κατεβαίνουν απάνου στο γιο τ' ανθρώ- » που».
7. Και τρεις μέρες κατόπι έγινε γάμος στην Κανά [2] της Γαλιλαίας, κι’ είταν εκεί η μητέρα του Ιησού• και προσκάλεσαν και τον Ιησού και τους μαθητάδες του στο γάμο. Κι' έλειψε το κρασί, και λέει του Ιησού η μητέρα του «Δεν έχουν κρασί». Κι' ο Ιησούς της λέει « Τι θέλεις από μένα, [ω] γυναίκα; Δεν ήρθε ακόμα η » ώρα μου». Λέει η μητέρα του στους δούλους «Ό,τι » σας λέει κάντε το». Κι' είταν εκεί έξη στάμνες πέτρι- νες, βαλμένες όπως συνειθίζεται για τον καθαρισμό των Ιουδαίων, που χωρούσαν από διο ή τρία μέτρα. Τους λέει ο Ιησούς «Γιομίστε τις στάμνες νερό». Και τις γιόμισαν ως απάνου. Και τους λέει «Βγάλτε τώρα και » πηγαίνετε τ' αρχιτράπεζου». Και του πήγαν. Και σα δοκίμασε ο αρχιτράπεζος το νερό το κανωμένο κρασί και δεν ήξερε από πού είταν — όμως οι δούλοι τόξεραν πούχανε βγάλει το νερό — , φωνάζει το γαμπρό ο αρχι- τράπεζος και του λέει «Κάθε άνθρωπος πρώτα δίνει » το καλό κρασί, και σα μεθύσουν, το χειρότερο• εσύ » φύλαξες ως τώρα το καλό κρασί». Από τούτο άρ- χισε τα θάματά του ο Ιησούς στην Κανά της Γαλι- λαίας και φανέρωσε τη δόξα του και τον πίστεψαν οι μαθητάδες του.
8. Κατόπι κατέβηκε στην Καφαρναούμ αυτός κι’ η μητέρα του και τ' αδέρφια κι’ οι μαθητάδες του• κι’ έμειναν εκεί λίγες μέρες. Και κόντευε το πάσκα των Ιουδαίων, κι’ ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα ο Ιησούς. Και βρήκε καθισμένους μέσα στο ναό όσους πουλούσανε βό- δια και πρόβατα και περιστέρια, και τους σαράφηδες. Και κάνοντας βούρδουλα από σκοινιά τους έβγαλε ό- λους από το ναό, [καθώς] και τα πρόβατα και βόδια, και των σαράφηδων σκόρπισε όξω τα χρήματα κι’ α- ναποδογύρισε τα τραπέζια• κι’ είπε των περιστεράδων « Πάρτε τα αυτά από δω• μην κάνετε τον οίκο του » πατέρα μου αργαστήρι». Και θυμήθηκαν οι μαθη- τάδες του πως είναι γραμένο _ Ο ζήλος του οίκου σου θα με φάει _ . Αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι λοιπόν και τού- παν «Τι σημάδι μας δείχνεις που κάνεις αυτά;» Α- ποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Γκρεμίστε ετούτον » το ναό και σε τρεις μέρες τόνε στήνω». Είπανε λοι- πόν οι Ιουδαίοι «Σε σαράντα έξη χρόνια χτίστηκε » ο ναός αυτός, κι’ εσύ τόνε στήνεις σε τρεις μέρες;» Εκείνος όμως έλεγε το ναό του κορμιού του. Σαν ανα- στήθηκε λοιπόν από τους νεκρούς, θυμήθηκαν οι μαθη- τάδες του πως αυτό έλεγε και πίστεψαν τη Γραφή και το λόγο πούπε ο Ιησούς.
9. Κι' ενόσω είτανε στην Ιερουσαλήμ κατά τη σκόλη του πάσκα, πολλοί πιστέψανε τ' όνομά του θωρώντας του τα σημάδια πούκανε. Ο ίδιος όμως ο Ιησούς δεν τους φανερώνουνταν, έτσι που ναν τόνε μάθουν όλοι, τι κανενός δεν είχε ανάγκη να κηρύξει τον άνθρωπο, γιατί ο ίδιος τόξερε το τι 'τανε μέσα στον άνθρωπο.
10. Κι' είταν ένας Φαρισαίος μ' όνομα Νικόδημος [3] προεστός των Ιουδαίων. Αυτός πήγε νύχτα στον Ιησού και τούπε «Ραββεί, ξέρουμε πως από το Θεό ήρθες δά- » σκαλος, τι δε μπορεί κανείς να κάνει τα σημάδια αυ- » τά που κάνεις εσύ εξόν αν είναι ο Θεός μαζί του». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Αλήθια αλήθια » σου λέω, αν κανείς δε γεννηθεί από πάνου, δε μπορεί » να δει τη βασιλεία του Θεού». Του λέει ο Νικόδη- μος «Πώς γίνεται άνθρωπος να γεννηθεί όντας γέρος; » Μήπως μπορεί να ξαναμπεί μέσα στην κοιλιά της » μητέρας του και να γεννηθεί;» Αποκρίθηκε ο Ιη- σούς «Αλήθια αλήθια σου λέω, α δε γεννηθεί κανείς » από νερό και πνέμα, αδύνατο να μπει στη βασιλεία » του Θεού. Το γεννημένο από τη σάρκα σάρκα είναι, » και το γεννημένο από το πνέμα πνέμα είναι. Μην » απορήσεις που σούπα Πρέπει να γεννηθείτε από πά- » νου. Η πνοή όπου θέλει πνέει και τη βουή της την » ακούς, όμως δεν ξέρεις από πού έρχεται και πού » πηγαίνει• έτσι είναι ο κάθε γεννημένος από το πνέ- » μα». Αποκρίθηκε ο Νικόδημος και τούπε «Πώς » μπορούν αυτά να γίνουν;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Εσύ 'σαι ο δάσκαλος του Ισραήλ κι’ αυτά δεν » τα κατέχεις; Αλήθια αλήθια σου λέω, πως ό,τι ξέ- » ρουμε λέμε κι’ ότι είδαμε κηρύχνουμε, και το κήρυγ- » μά μας δεν το δέχεστε. Αν τα γήινα σας είπα και » δεν πιστεύετε, πώς θα πιστέψτε α σας πω τα ουρά- » νια; Και κανείς δεν ανέβηκε στον ουρανό εξόν όπιος » κατέβηκε από τον ουρανό, ο γιος τ' ανθρώπου. Και » καθώς ο Μωυσής έστησε ψηλά το φείδι μέσα στην » έρημο, έτσι πρέπει να στηθεί ψηλά [κι’] ο γιος τ' αν- » θρώπου, που όπιος τον πιστεύει νάχει ζωή παντο- » τινή. Γιατί τόσο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, που » και το γιο του έδωκε το μονογέννητο, π' όπιος τον » πιστεύει να μη χάσει παρά νάχει ζωή παντοτινή. » Γιατί δεν έστειλε ο Θεός το γιο του στον κόσμο να » καταδικάσει τον κόσμο, παρά για να κάνει κι’ ο κό- » σμος να σωθεί. Όπιος τον πιστεύει δεν καταδικάζε- » ται, κι’ όπιος δεν πιστεύει είναι κι’ όλας καταδικα- » σμένος γιατί δεν πίστεψε τ' όνομα του μονογέννητου » γιου του Θεού. Κι' είναι για τούτο η καταδίκη, » γιατί ήρθε το φως στον κόσμο και προτιμήσανε οι » ανθρώποι το σκοτάδι από το φως• γιατί είτανε κακά » τα έργα τους. Γιατί όπιος κάνει έργατα άσκημα, » μισεί το φως και δεν πάει κοντά στο φως για να μην » αποδειχτούν τα έργα του• μα όπιος κάνει την αλή- » θια, πάει κοντά στο φως για ναν του φανερωθούν τα » έργα, τι είναι κανωμένα με Θεό».
11. Κατόπι πήγε ο Ιησούς κι’ οι μαθητάδες του στον τόπο της Ιουδαίας, κι’ έμενε εκεί μαζί τους και βάφτιζε. Και βάφτιζε κι’ ο Ιωάνης στην Αινών κοντά στο Σαλείμ — γιατί εκεί 'τανε νερά πολλά — και πή- γαινε ο κόσμος και βαφτίζουνταν, γιατί δεν είχε ακό- μα ο Ιωάνης φυλακιστεί. Λοιπόν φιλονεικήσανε οι μα- θητάδες του Ιωάνη μ' έναν Ιουδαίο για καθαρισμό. Και πήγαν κι’ είπανε του Ιωάνη «Ραββεί, εκείνος » πούτανε μαζί σου αντίπερα του Ιορδάνη, που εσύ » τον κήρυξες, κοίτα αυτός βαφτίζει κι όλοι σ' εκεί- » νον πάνε». Αποκρίθη ο Ιωάνης κι’ είπε «Τίποτα » δε μπορεί να λάβει ο άνθρωπος α δεν του δόθηκε από » τον ουρανό. Είστε μάρτυρες μου εσείς οι ίδιοι πως » εγώ είπα Δεν είμαι εγώ ο Χριστός παρά πως στάλ- » θηκα προτύτερά του. Όπιος έχει τη νύφη 'ναι γαμ- » πρός• κι’ ο φίλος του γαμπρού που στέκεται και τον » ακούει, χαρά χαίρεται με τη φωνή του γαμπρού. » Λοιπόν αυτή η χαρά η δική μου έγινε. Αυτός να » μεγαλώνει πρέπει και να μικραίνω εγώ. Όπιος έρχε- » ται από πάνου, απάνου απ' όλους είναι. Όπιος είναι » από τη γη, από τη γη 'ναι κι’ από τη γη λαλεί• » όπιος έρχεται από τον ουρανό, απάνου απ' όλους εί- » ναι. Ό,τι είδε κι’ άκουσε, εκείνο κηρύχνει, και το » κήρυγμά του κανείς δεν το δέχεται• όπιος δέχεται » το κήρυγμά του, έβαλε τη βούλα του πως είναι αλη- » θινός ο Θεός. Γιατί όπιον έστειλε ο Θεός, τα λόγια » του Θεού λαλεί, τι δίνει αμέτρητα το πνέμα. Ο » πατέρας αγαπά το γιο, κι’ όλα τα πάντα τάδωκε » στο χέρι του. Όπιος πιστεύει το γιο, έχει ζωή παν- » νοτινή• όπιος όμως παρακούει το γιο, δε θα δει ζωή » μόνε κάθεται απάνου του η οργή του Θεού».
12. Σαν έμαθε λοιπόν ο Κύριος πως τ' άκουσαν οι [4] Φαρισαίοι πως ο Ιησούς πιο πολλούς μαθητάδες κάνει και βαφτίζει από τον Ιωάνη (αν κι’ αλήθια ο Ιησούς δε βάφτιζε ο ίδιος, μόνε οι μαθητάδες του), άφισε την Ιουδαία κι’ έφυγε πάλι για τη Γαλιλαία. Κι' έπρεπε να περάσει από τη Σαμάρεια. Φτάνει λοιπόν σε χώρα της Σαμάρειας που τη λέγανε Σιχάρ κοντά στο μέρος το δοσμένο από τον Ιακώβ στον Ιωσήφ το γιο του• κι’ εκεί 'ταν ένα πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς λοιπόν κουρασμένος από το δρόμο κάθουνταν έτσι σιμά στο πηγάδι• η ώρα είταν ως έξη. Έρχεται γυναίκα από τη Σαμάρεια να βγάλει νερό. Της λέει ο Ιησούς «Δώσε » μου να πιώ», γιατί οι μαθητάδες του είχαν πάει στη χώρα να ψωνίσουν. Του λέει λοιπόν η γυναίκα η Σαμαρείτισσα «Πώς εσύ Ιουδαίος όντας ζητάς να » πιείς από μένα, γυναίκα Σαμαρείτισσα; Γιατί δε » συντροφιάζουν Ιουδαίοι με Σαμαρείτες». Αποκρί- θηκε ο Ιησούς και της είπε «Αν ήξερες το χάρισμα » του Θεού και πιος σου λέει Δώσε μου να πιώ, εσύ » θαν του ζητούσες και θα σούδινε νερό ζωντανό». Του λέει «Κύριε, μήτε κουβά δεν έχεις και το πηγάδι » 'ναι βαθύ• λοιπόν πώς έχεις το νερό το ζωντανό; » Μην είσαι μεγαλύτερος εσύ απ' τον πατέρα μας τον » Ιακώβ που μας έδωκε το πηγάδι κι’ ήπιε από το » πηγάδι ο ίδιος [καθώς] κι’ οι γιοί του και τα θρέμ- » ματά του;»
Αποκρίθηκε ο Ιησούς και της είπε «Όπιος πίνει » από τούτο το νερό, θα διψάσει πάλι• μα όπιος πιεί » νερό που θαν του δώσω εγώ, δε θα διψάσει στον αιώ- » να, μόνε το νερό που θαν του δώσω θενά γίνει μέσα » του πηγή νερού που θ' αναβρύζει ως σε ζωή παντο- » τινή». Του λέει η γυναίκα «Κύριε, δώσε μου το » αυτό το νερό, για να μη διψώ μηδ' έρχουμαι ως εδώ » να βγάζω». Της λέει «Σήρε φώναξε τον άντρα σου• » και γύρισε εδώ». Αποκρίθηκε η γυναίκα και του εί- πε «Δεν έχω άντρα». Της λέει ο Ιησούς• «Καλά εί- » πες πως Άντρα δεν έχω• γιατί είχες πέντε άντρες, » και τον άντρα πούχεις τώρα δεν είναι άντρας σου » Αλήθια αυτό το είπες». Του λέει η γυναίκα «Κύριε, » βλέπω πως προφήτης είσαι εσύ. Οι πατέρες μας σ' ε- » τούτο το βουνό προσκύνησαν, κι’ εσείς λέτε πως στην » Ιερουσαλήμ είναι το μέρος όπου πρέπει να προσκυ- » νούμε». Της λέει ο Ιησούς «Πίστευέ με, [ω] γυναί- » κα, πως φτάνει ώρα που μήτε σ' ετούτο το βουνό » μήτε στα Ιεροσόλυμα δε θα προσκυνάτε τον πατέρα. » Εσείς προσκυνάτε ό,τι δεν ξέρετε• εμείς προσκυνούμε » ό,τι ξέρουμε, το πως η σωτηρία από τους Ιουδαίους » είναι νάρθει. Όμως φτάνει ώρα κι’ ήρθε τώρα όταν » οι αληθινοί προσκυνητάδες θα προσκυνήσουν τον πα- » τέρα με πνέμα και μ' αλήθια• γιατί κι’ ο πατέρας » έτσι τους θέλει όσους τον προσκυνούν. Πνέμα ο Θεός• » κι’ όσοι τον προσκυνούνε, με πνέμα και μ' αλήθια » πρέπει ναν τον προσκυνούν». Του λέει η γυναίκα « Ξέρω πως είναι νάρθει Μεσσίας (ο Χριστός που λένε)• » όταν έρθει εκείνος, θα μας πει τα πάντα». Της λέει ο Ιησούς «Εγώ 'μαι που σου μιλώ». Κι' εκείνη τη στιγμή έφτασαν οι μαθητάδες του κι’ απορούσαν που μιλούσε με γυναίκα• όμως κανείς δεν είπε «Τι θέλεις » ή γιατί μιλείς μαζί της;» Άφισε λοιπόν τη στάμνα της η γυναίκα και πήγε στη χώρα και λέει στους αν- θρώπους «Ελάτε να δείτε άνθρωπο που μου τάπε όλα » όσα έκανα. Μήπως αυτός είναι ο Χριστός;» Βγή- καν από τη χώρα και πηγαίνανε στον Ιησού.
13. Στο μεταξύ τον παρακαλούσαν οι μαθητάδες και λέγανε «Ραββεί, φάγε». Κι' εκείνος τους είπε « Εγώ 'χω φαγητό να φάω που εσείς δεν το ξέρετε». Λέγανε λοιπόν οι μαθητάδες μεταξύ τους «Μήπως » τούφερε κανένας κι’ έφαγε;» Τους λέει ο Ιησούς « Δικό μου φαγητό 'ναι το 'να κάνω το θέλημα του » στάλτη μου και να τελειώσω τη δουλιά του. Εσείς δε » λέτε πως τέσσερεις μήνες ακόμα και φτάνει ο θέρος; » Νά σας λέω, σηκώστε τα μάτια σας, και κοιτάξτε » τα χωράφια πως ασπρολογούνε [έτοιμα] για θερισμό. » Τώρα παίρνει μεροδούλι ο θεριστής και συνάζει καρπό » ως σε ζωή παντοτινή, που να χαίρεται ο σπάρτης » μαζί κι’ ο θεριστής. Γιατί σε τούτο είναι αληθινός ο » λόγος, πως άλλος είναι ο σπάρτης κι’ άλλος ο θερι- » στής. Εγώ σας έστειλα να θερίστε σ' ό,τι εσείς δεν » κοπιάσατε• άλλοι έκαναν τον κόπο, κι’ εσείς μπή- » κατε στον κόπο τους».
Κι' από τη χώρα εκείνη πολλοί τον πίστεψαν Σα- μαρείτες από τα λόγια της γυναικός που κήρυχνε πως « Μου τάπε όλα όσα έκανα». Σαν ήρθανε λοιπόν οι Σαμαρείτες, τον παρακαλούσανε να μείνει μαζί τους• κι’ έμεινε εκεί διο μέρες. Και πολύ πιότερους έκανε και πίστεψαν ο λόγος του, κι’ έλεγαν της γυναικός «Πια » δεν πιστεύουμε απ' όσα είπες• γιατί οι ίδιοι ακού- » σαμε, και ξέρουμε πως αυτός είναι αληθινά ο σωτή- » ρας του κόσμου».
[14]. Κι' ύστερ' από τις διο τις μέρες βγήκε από κει και πήγε στη Γαλιλαία. Γιατί ο ίδιος ο Ιησούς κή- ρυξε πως προφήτη στη δική του την πατρίδα δεν τι- μούν. Σαν έφτασε λοιπόν στη Γαλιλαία, τόνε δέχτη- καν οι Γαλιλαίοι, γιατί 'χανε δει όλα όσα έκανε στην Ιερουσαλήμ κατά τη σκόλη• γιατί είχαν πάει κι’ ε- κείνοι στη γιορτή. Πήγε λοιπόν πάλι στην Κανά της Γαλιλαίας όπου 'χε κάνει το νερό κρασί. Κι' είταν ένας βασιλικός υπάλληλος π' ο γιος του είταν άρρωστος στην Καφαρναούμ• αυτός σαν άκουσε πως έρχεται ο Ιησούς από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, πήγε και τον παρακαλούσε να κατεβεί και ναν του γιατρέψει το γιο του• γιατί είτανε να πεθάνει. Τούπε λοιπόν ο Ιη- σούς «Α δε δείτε σημάδια και τέρατα, δε θα πιστέ- » ψτε». Του λέει ο βασιλικός [υπάλληλος] «Κύριε, έλα » κάτου πριν πεθάνει το παιδί μου». Του λέει ο Ιη- σούς «Πήγαινε, ο γιος σου ζει». Πίστεψε ο άνθρω- πος το λόγο που τούπε ο Ιησούς, και πήγαινε. Κι' ενώ πια κατέβαινε απάντησε τους σκλάβους του και τούλεγαν πως «Το παιδί σου ζει». Ρώτησε λοιπόν πια ώρα καλιτέρεψε. Τούπανε λοιπόν πως εχτές στις εφτά η ώρα τον αφήκε η θέρμη• κατάλαβε λοιπόν ο πατέρας πως εκείνη την ώρα όταν τούπε ο Ιησούς «Ο » γιος σου ζει». Και πίστεψε, [κι’] αυτός κι’ όλο του το σπιτικό. Κι' αυτό πάλι έκανε δεύτερο σημάδι ο Ιησούς σαν πήγε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία.
15. Κατόπι είτανε σκόλη των Ιουδαίων, κι’ ανέ-[5] βηκε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα. Κι' είναι στα Ιερο- σόλυμα κοντά στην προβατινή μπασιά λουτρό που εβραίικα λέγεται Βηθσαϊδά με πέντε λιακωτά• εκεί μέσα κοίτουνταν πλήθος οι αρρωστημένοι — στραβοί, κουτσοί, πιασμένοι. Κι' είταν εκεί ένας άνθρωπος πού- χε τριάντα οχτώ χρόνια την αρρώστια του• αυτόνε όταν τον είδε ο Ιησούς πλαγιασμένο κάτου κι’ ένιωσε πως έχει από πολύν καιρό, του λέει «Θέλεις να για- » τρευτείς;» Του αποκρίθηκε ο αρρωστημένος «Κύ- » ριε, δεν έχω άνθρωπο, που σα σαλέψει το νερό να με » βάλει στο λουτρό& κι’ ενώ πηγαίνω εγώ, άλλος κα- » τεβαίνει πριν». Του λέει ο Ιησούς «Σήκω, πάρε » το κλινάρι σου και περπάτα». Κι' αμέσως έγινε ο άνθρωπος καλά, και πήρε το κλινάρι του και περπα- τούσε. Κι' είτανε σαββάτο εκείνη την ημέρα. Λέγανε λοιπόν του γιατρεμένου οι Ιουδαίοι «Σαββάτο είναι, » δεν πρέπει να σηκώνεις το κλινάρι». Κι' αυτός τους αποκρίθηκε «Εκείνος που με γιάτρεψε, εκείνος μούπε » Πάρε το κλινάρι σου και περπάτα». Τόνε ρωτού- σανε λοιπόν «Πιος σούπε Πάρ' το και περπάτα;» Κι' ο γιατρεμένος δεν ήξερε πιος είναι, γιατί ξέκοψε ο Ιησούς επειδή 'ταν πλήθος μέσα εκεί. Κατόπι τόνε βρίσκει ο Ιησούς μέσα στο ναό και τούπε «Νά έγινες » καλά• μην κάνεις πια αμαρτίες, μήπως πάθεις τί- » ποτα χειρότερο». Έφυγε ο άνθρωπος και πληροφό- ρησε τους Ιουδαίους πως ο Ιησούς τον έκανε καλά. Και για τούτο κατατρέχανε οι Ιουδαίοι τον Ιησού, γιατί αυτά τάκανε το σαββάτο. Και τους αποκρίθηκε « Ο πατέρας μου και τότε εργάζεται• εργάζουμαι κι’ » εγώ».