Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο

Part 14

Chapter 14 30 words Public domain Markdown

127. Και πήγανε μερικοί Σαδδουκαίοι, αυτοί που λένε δεν υπάρχει ανάσταση, και τόνε ρωτούσαν κι’ εί- πανε «Δάσκαλε, ο Μωυσής μας έγραψε _ Αν κανενός » πεθάνει παντρεμένος αδερφός κι’ είναι άκληρος, να » παίρνει ο αδερφός του τη γυναίκα και ναν του βγά- » ζει σπέρμα τ' αδερφού του _ . Είτανε λοιπόν εφτά α- » δερφοί. Και πήρε ο πρώτος γυναίκα και πέθανε ά- » κληρος, και την πήρε ο δεύτερος κι’ ο τρίτος• και » το ίδιο κι’ οι εφτά δεν άφισαν παιδιά και πέθαναν• » ύστερα πέθανε κ' η γυναίκα. Η γυναίκα λοιπόν στην » ανάσταση πιανού τους γίνεται γυναίκα; γιατί κι’ οι » εφτά την είχανε γυναίκα». Κι' ο Ιησούς τους είπε « Οι γιοι του κόσμου ετούτου παίρνουν άντρες και » γυναίκες• μα όσοι αξιωθήκανε να κερδίσουν τον κό- » σμο εκείνον, [καθώς] και την ανάσταση από τους » νεκρούς, μήτ' άντρες παίρνουνε μήτε γυναίκες, μήτε » να πεθάνουν πια μπορούνε, γιατί 'ναι ισάγγελοι, και » του Θεού 'ναι γιοι όντας γιοι της ανάστασης. Και » το πως ανασταίνουνται οι νεκροί το φανέρωσε κι’ ο » Μωυσής στο μέρος του βάτου, καθώς λέει _ Τον Κύ- » ριο το Θεό του Αβραάμ και το Θεό τον Ισαάκ και » το Θεό του Ιακώβ _ . Και Θεός δεν υπάρχει νεκρώνε, » μόνε ζωντανών γιατί όλοι μέσο του ζουν». Και με- 1 ρικοί διαβασμένοι απάντησαν κι’ είπανε «Δάσκαλε, » καλά μίλησες». Τι δεν τολμούσαν πια ναν τόνε ρω- τήσουν τίποτα.

128. Και τους είπε «Πώς λένε το Χριστό πως εί- » ναι γιος του Δαυείδ; Γιατί ο ίδιος ο Δαυείδ λέει στο » βιβλίο των Ψαλμών _ Είπε ο αφέντης στον αφέντη » μου Κάθου δεξιά μου ως που να βάλω τους εχτρούς » σου των ποδιώνε σου σκαμνί _ . Αφέντη λοιπόν τόνε » λέει ο Δαυείδ, και πώς είναι γιος του;»

Κι' ενώ άκουγε όλος ο λαός, είπε στους μαθητάδες « Προσέχετε από τους διαβασμένους, που θέλουν το » να περπατούνε με στολές κι’ αγαπούνε χαιρετισμούς » στις αγορές και πρωτοστάσιδα μέσα στα συναγώγια » και πρωτοκαθίσματα στα δείπνα• που κατατρών τα » σπίτια των χηρών και τάχα κάνουν προσευκές με- » γάλες. Αυτοί θα λάβουν περισσότερη ποινή».

129. Και σηκώνοντας τα μάτια είδε τους πλού- [21] σιους πούρηχναν τα χαρίσματα τους στο ταμείο [του ναού]. Κι' είδε μια φτωχούλα χήρα εκεί να ρήχνει διο λιανά κι’ είπε «Αλήθια σας λέω πως η χήρα αυτή » η φτωχιά πιο πολύ έρρηξε απ' όλους• γιατί όλοι εκεί- » νοι από το περίσσεμά τους ρήξανε στα χαρίσματα, » μα αυτή από το υστέρημά της όλο της το βιος πούχε » τόρηξε».

130. Κι' εκεί που μερικοί μιλούσανε για το ναό πως είναι στολισμένος με πανώρια μάρμαρα και με ταξί- ματα, είπε «Αυτά που βλέπετε, θα φτάσουνε μέρες » που πέτρα απάνου σε πέτρα εδώ δε θ' αφεθεί που » να μην γκρεμιστεί». Και τόνε ρώτησαν κι’ είπανε « Δάσκαλε, πότε λοιπόν αυτά θα γίνουν; και πιο το » σημάδι σαν είναι να γίνουν;» Κι' εκείνος είπε «Κοι- » τάξτε μη σας πλανέσουν. Γιατί πολλοί θαρθούνε » στ' όνομά μου λέγοντας Εγώ 'μαι κι’ ο καιρός σί- » μωσε• μην τους ακολουθήστε. Κι' όταν ακούστε πο- » λέμους κι’ ακαταστασίες, μη δειλιάστε• γιατί πρέ- » πει αυτά να γίνουν πρώτα, όμως όχι ευτύς το τέ- » λος».

Τότες τους έλεγε «Θα σηκωθεί έθνος να χτυ- » πήσει έθνος και βασιλεία να χτυπήσει βασιλεία, » και θα γίνουνε σεισμοί μεγάλοι κι’ εδώ κι’ εκεί θα- » νατικά και πείνες, και φόβητρα θα γίνουν κι’ από » τον ουρανό τρανά σημάδια. Μα πριν απ' όλα αυ- » τά θα βάλουνε τα χέρια απάνου σας και θα σας κα- » τατρέξουν, σε συναγώγια παραδίνοντας σας και σε » φυλακές, πηγαίνοντάς σας μπροστά σε βασιλιάδες » κι’ αρχηγούς, για τ' όνομά μου• σε διαφέντεμά σας » θα σας βγει. Λοιπόν θυμάστε να μη συλλογιέστε » πριν τι θ' απολογηθείτε• τι εγώ θενά σας δώσω στό- » μα και σοφία, που αδύνατο ναν της αντισταθεί ή » ν' αντιπεί κανείς αντίθετός σας. Και θα σας παρα- » δώσουν και γονέοι κι’ αδερφοί και συγγενήδες και » φίλοι, και μερικούς σας θα σκοτώσουν, κι’ όλοι θα » σας μισούνε για τ' όνομά μου. Και τρίχα από την » κεφαλή σας δε θα χαθεί. Με την απομονή σας θα » κερδίστε τη ζωή σας.

131.» Και σα δείτε που κυκλώνουνε στρατοί την » Ιερουσαλήμ τότες έφτασε, να ξέρτε, ο ρημαγμός » της. Τότες οι μέσα στην Ιουδαία ας φεύγουνε στα » όρη, κι’ οι μέσα της ας βγαίνουν όξω. κι’ οι [όξω] » στα χωράφια ας μη γυρνούνε μέσα της, γιατί 'ναι » μέρες παιδωμής αυτές που θ' αληθέψουν όλα τα γρα- » μένα. Αλίμονο στις έγκυες κι’ όσες βυζαίνουν τότες• » γιατί θα γίνει συφορά μεγάλη εδώ στη γη κι’ οργή » σ' ετούτον το λαό, και θενά πέσουνε με του σπαθιού » το στόμα και σκλάβους σ' όλα θαν τους παν τα έθνη, » και θα καταπατούνε οι εθνικοί την Ιερουσαλήμ ως » να συμπληρωθεί και φτάσει η ώρα των εθνών. Και » θα γενούν σημάδια μέσ' στον ήλιο, στο φεγγάρι, στ' » άστρα, και καρδιοχτύπι εθνών στη γη από σάστι- » σμα με τη βουή γιαλού κι’ ανεμοζάλης, παγώνοντας » ανθρώποι από τρομάρα κι’ απ' απαντοχή των όσα » θα πλακώνουνε στην οικουμένη• τι κάθε δύναμη των » ουρανών θα κλονιστεί. Και τότες θενά δουν το γιο » τ' ανθρώπου που θα φτάνει μέσ' σε σύννερο με δύνα- » μη και δόξα πολλή. Κι' όταν αυτά αρχινούν και » γίνουνται, αναρθωθείτε και σηκώστε το κεφάλι σας, » γιατί κοντεύει ο γλυτωμός σας».

Και τους είπε μια παραβολή «Κοιτάξτε τη συκιά » κι’ όλα τα δέντρα. Όταν πια προβάλλουν, βλέ- » ποντάς το μόνοι σας το ξέρτε πως κοντεύει πια το » καλοκαίρι• έτσι κι’ εσείς, σα δείτε αυτά και γίνουν- » ται, να ξέρτε πως κοντεύει η βασιλεία του Θεού. » Αληθινά σας λέω πως αυτή δε θα περάσει η γενεά » πρι γίνουν όλα• ο ουρανός κι’ η γη θενά περάσει, » όμως τα λόγια μου δε θα περάσουν. Και προσέχετε » μήπως σας βαρήνει ο νους από [το] φαγοπότι και » μεθύσι και φροντίδες κοσμικές, κι’ άξαφνα η μέρα » αυτή σας βγει μπροστά σας σαν παγίδα• γιατί 'ναι » να πλακώσει σ' όλους όσοι κάθουνται στο πρόσωπο » οληνής της γης. Και προσεύκεστε άγρυπνοι κάθ' ώρα » για να κατορθώστε ν' αποφύγετε όλα αυτά που μέλ- » λουνται να γίνουν, και για να σταθείτε ομπρός στο » γιο τ' ανθρώπου».

132. Και την ημέρα δίδασκε μέσα στο ναό, κι’ έβγαινε τη νύχτα κι’ έμενε στο βουνό που λέγεται Ε- λιοβούνι. Κι' όλος ο λαός πήγαινε ό,τι χάραζε κοντά του μέσα στο ναό για ναν τον ακούει.

[22] Και σίμωνε η σκόλη των άζυμων — αυτή που λένε πάσκα — και ζητούσαν οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δια- βασμένοι το πως ναν τόνε θανατώσουν γιατί φοβούν- ταν το λαό. Και μπήκε ο Σατανάς μέσα στον Ιούδα που λέγανε Ισκαριώτη, πούταν από τον αριθμό των δώδεκα, και πήγε και τα μίλησε με τους πρωτοπαπά- δες και τους αρχιφυλάκους πώς ναν τους τον παρα- δώσει. Και χάρηκαν και συφωνήσανε ναν του δώκουνε χρήματα• και παραδέχτηκε και ζήταε ευκαιρία να τον παραδώσει δίχως εκείνοι να ταραχτούν.

133. Κι' έφτασε η μέρα των άζυμων όταν έπρεπε να γίνει η θυσία του πάσκα, κι’ έστειλε τον Πέτρο και τον Ιωάνη κι’ είπε «Πηγαίνετε κι’ ετοιμάστε μας » το πάσκα για να φάμε». Κι' εκείνοι τούπαν «Πού » θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το πάσκα;» Κι' εκείνος τους είπε «Νά, πηγαίνοντας στη χώρα θ' » απαντήστε άνθρωπο που θα κουβαλάει σταμνί νερό• » ακολουθήστε τον στο σπίτι που πηγαίνει. Και να » πείτε του νοικοκύρη του σπιτιού Σου λέει ο δάσκα- » λος Πού 'ναι το κονάκι όπου θα φάω το πάσκα με » τους μαθητάδες μου; Κι' εκείνος θα σας δείξει ένα » μεγάλο ανώι στρωμένο• εκεί ετοιμάστε». Και πή- γαν κι’ ηύρανε καθώς τους είχε πει, κι’ ετοίμασαν το πάσκα.

134. Και σαν ήρθε η ώρα κάθησε, [καθώς] κι’ οι απόστολοι μαζί του. Και τους είπε «Αποθυμιά απο- » θύμησα τούτο το πάσκα ναν το φάω μαζί σας, πρι » να πάθω. Γιατί σας λέω πως πια δε θαν το φάω » παρά σα φτάσει η ώρα του, μέσα σ' τη βασιλεία του » Θεού». Και παίρνοντας [από το χέρι τους] ποτήρι, δοξολόγησε κι’ είπε «Πάρτε αυτό και μοιράστε το• » γιατί σας λέω, δε θα πιω από τώρα πια αμπελό- » θρέμμα ως που να φτάσει η βασιλεία του Θεού». Και παίρνοντας ψωμί, δοξολόγησε και τόκοψε κομά- τια και τους έδωκε λέγοντας «Αυτό 'ναι το κορμί » μου που δίνεται για το καλό σας. Κάνετέ το για » να με θυμάστε». Και το ίδιο [πήρε] το ποτήρι ύ- « στερα από το δείπνο κι’ είπε «Ετούτο το ποτήρι [εί- » ναι] η καινούργια η διαθήκη με το αίμα μου που » χύνεται για το καλό σας. Όμως να το χέρι του πα- » ραδότη μου μαζί μου απάνου στο τραπέζι. Γιατί » ναι μεν πηγαίνει ο γιος τ' ανθρώπου κατά τ' αποφα- » σισμένα• όμως αλίμονο τ' ανθρώπου εκείνου που κάνει » τον και παραδίνεται», Κι' άρχισαν αυτοί να συζητού- νε μεταξύ τους το πιος τους είτανε ναν το κάνει αυτό.

135. Κι' έγινε μεταξύ τους και συνερισμός το πιος τους τάχα να 'ναι ο μεγαλύτερος. Κι' εκείνος τους είπε «Οι βασιλιάδες των εθνών τα ορίζουν, κι’ όσοι » τα κυβερνούνε κράζουνται ευεργέτες• όμως όχι εσείς » το ίδιο, μόνε ο πιο μεγάλος σας ας γίνει σαν τον πιο » μικρό κι’ ο αρχηγός καθώς τον υπερέτη. Γιατί πιος » ο μεγαλύτερος, ο καθισμένος ή αυτός που υπερετεί; » δεν είναι ο καθισμένος; Εγώ όμως μεταξύ σας εί- » μαι σαν τον υπερέτη. Κι' εσείς σταθήκατε μαζί μου » ως στο τέλος κατά τα παθήματά μου• κι’ αφίνω » εγώ για σας — όπως όρισε ο πατέρας μου για μένα » βασιλεία — το να τρώτε και να πίνετε από το τρα- » πέζι μου μέσα στη βασιλεία μου, και θα κάτσετε » σε θρόνους κρίνοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ.

136. «Σίμωνα, Σίμωνα, να ο Σατανάς σάς γύ- » ρεψε για να σας κοσκινίσει σαν το στάρι. Εγώ όμως » παρακάλεσα για σένα, η πίστη σου να μη σωθεί, κι’ » εσύ, μια μέρα σα γυρίσεις, στήριξε τους αδερφούς » σου». Κι' εκείνος τούπε «Κύριε, είμαι έτοιμος μαζί » σου και σε φυλακή να σήρω και σε θάνατο». Κι' ε- κείνος είπε «Σου λέω, Πέτρο, πρι σήμερα λαλήσει πε- » τεινός, ως τρεις φορές θαν τ' αρνηθείς πως δε με ξέ- » ρεις». Και τους είπε «Ότα σας έστειλα χωρίς πουγγί » και ταγάρι και σαντάλια, μήπως στερηθήκατε τί- » ποτα;» Κι' εκείνοι είπαν «Τίποτα». Και τους είπε « Μα τώρα όπιος έχει πουγγί ας το πάρει, το ίδιο και » ταγάρι• κι’ όπιος δεν έχει, ας πουλήσει το φόρεμά του » κι’ ας αγοράσει σπαθί. Γιατί σας λέω πως τούτο το » γραμένο πρέπει να μου τύχει, το _ Και με κακούργους » τόνε λογάριασαν _ . Γιατί τα δικά μου τέλιωσαν». Κι' εκείνοι είπανε «Κύριε, να διο σπαθιά εδώ». Κι' εκείνος τους είπε «Σώνουν».

137. Και βγήκε και πήγε όπως συνήθιζε στο Ε- λιοβούνι• και τον ακολούθησαν κι’ οι μαθητάδες. Κι' όταν έφτασε στο μέρος, τους είπε «Προσεύκεστε για » να μην πέστε σε πειρασμό». Κι' αυτός τραβήχτη χώρια τους ως μια πετριά, κι’ αφού γονάτισε, περικα- λιούνταν κι’ έλεγε «Πατέρα, α θέλεις, πάρε το από » κοντά μου το ποτήρι αυτό• όμως όχι το θέλημά μου, » μόνε το δικό σου ας γίνει». Και σα σηκώθηκε από την προσευκή, ήρθε στους μαθητάδες και τους βρήκε από τη λύπη κοιμισμένους, και τους είπε «Τι κοιμά- » στε; Σηκωθείτε και προσεύκεστε για να μη πέστε » σε πειρασμό».

138. Κι' ενώ μιλούσε ακόμα, να πλήθος, κι’ ο Ιού- δας πούλεγαν, ένας από τους δώδεκα, περπατούσε ομπρός τους, και πήγε στον Ιησού κοντά ναν τόνε φι- λήσει. Κι' ο Ιησούς τούπε «Ιούδα, με φίλημα παρα- » δίνεις το γιο τ' ανθρώπου;» Και σαν είδαν οι τρι- γύρω του το τι θα γίνει, είπαν «Κύριε, να χτυπή- » σουμε με το σπαθί;» Και χτύπησε κάπιος τους το σκλάβο του αρχιπαπά και τούκοψε τ' αυτί του το δε- ξύ. Κι' ο Ιησούς αποκρίθη κι’ είπε «Αφίστε• ως αυ- » τού». Κι' άγγιξε τ' αυτί και τόνε γιάτρεψε. Κι' είπε ο Ιησούς στους πρωτοπαπάδες και τους αρχιφυλάκους του ναού και στους δημογερόντους πούρθανε εναντίον του «Λες για κακούργο βγήκατε με σπαθιά και ξύλα. » Κάθε μέρα είμουνα μαζί σας μέσα στο ναό και δεν » απλώσατε τα χέρια να με πιάστε. Όμως αυτή 'ναι » η ώρα σας κι’ ο ορισμός της σκοτεινιάς».

Κι' αφού τον έπιασαν, τον πήραν και τον πήγανε στου αρχιπαπά. Κι' ο Πέτρος ακολούθαε από μακριά. [139]. Και σαν ανάψανε φωτιά στη μέση της αυλής κι’ όλοι καθίσανε μαζί, καθότανε στη μέση τους [κι’] ο Πέτρος. Και τον είδε μια κοπέλλα καθισμένο στη φωτιά κοντά, και στυλώνοντας τα μάτια απάνου του είπε «Κι' αυτός είτανε μαζί του». Κι' αυτός αρνήθη κι’ είπε «Δεν τον ξέρω, κορίτσι [μου]». Και σε λίγο τον είδε ένας άλλος κι’ είπε «Κι' εσύ 'σαι από κεί- » νους». Κι' ο Πέτρος είπε «Άνθρωπε, δεν είμαι». Και σαν πέρασε ως μια ώρα, ένας άλλος έλεγε με πει- σμα «Αλήθια κι’ αυτός είτανε μαζί του • γιατί 'ναι » και Γαλιλαίος». Κι' ο Πέτρος είπε «Άνθρωπε, δεν » ξέρω τι λες». Και στη στιγμή, ενώ μιλούσε ακόμα, λάλησε πετεινός, κι’ ο Κύριος γυρνώντας κοίταξε τον Πέτρο, και θυμήθη ο Πέτρος το λόγο του Κυρίου, όπως τούπε, πως «Πρι σήμερα λαλήσει πετεινός, τρεις » φορές θα μ' αρνηθείς». Και βγήκε όξω κι’ έκλαψε πικρά. Κι' οι άντρες που τον φύλαγαν, τον περγελού- σαν κι’ έδαιρναν, και του σκέπασαν τα μάτια και τόνε ρωτούσαν κι’ έλεγαν «Προφήτεψε πιος σε χτύπησε». Κι' άλλα πολλά του λέγανε με τις βλαστήμιες.

140. Και σαν ξημέρωσε, μαζεύτηκε η γεροντεία του λαού, οι πρωτοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι, και τον πήρανε στη σύνοδό τους λέγοντας «Αν εσύ 'σαι ο Χρι- » στός; Πες μας». Και τους είπε «Α σας πω, δε θα » πιστέψτε• κι’ α σας ρωτήσω, δε θ' αποκριθείτε. Ό- » μως από τώρα θα κάθεται ο γιος τ' ανθρώπου δεξιά » από του Θεού τη δύναμη». Κι' είπαν όλοι. «Λοιπόν » εσύ είσαι ο γιος του Θεού;» Κι' εκείνος τους είπε « Εσείς το λέτε πως εγώ 'μαι». Κι' εκείνοι είπαν «Τι » θέλουμε πια μαρτυρία; Γιατί τ' ακούσαμε οι ίδιοι » από το στόμα του».

[23] Και σηκώθηκε όλο τους το πλήθος και τον πήγανε στον Πειλάτο. 141. Κι' αρχίσανε ναν τον κατηγο- ρούνε λέγοντας «Αυτόν εδώ τον ηύραμε που στρέβλωνε » το έθνος μας και του Καίσαρα αμπόδιζε ναν του » δίνουνε φόρους κι’ έλεγε πως είναι ο μυρωμένος βα- » σιλέας». Κι' ο Πειλάτος τόνε ρώτησε κι’ είπε «Εσύ » 'σαι ο βασιλέας των Ιουδαίων;» Κι' εκείνος τ' α- πάντησε κι’ είπε «Εσύ το λες». Κι' ο Πειλάτος εί- πε στους πρωτοπαπάδες και στα πλήθη «Δε βρίσκω » φταίξιμο σ' αυτόν τον άνθρωπο». Κι' εκείνοι λέγανε πεισματικά πως «Αναστατώνει το λαό διδάσκοντας » σ' όλη την Ιουδαία κι’ αρχινώντας από τη Γαλιλαία » ως εδώ». Και σαν τ' άκουσε ο Πειλάτος, ρώτησε αν ο άνθρωπος είναι Γαλιλαίος, και σαν έμαθε πως είταν από την εξουσία του Ηρώδη, τον έστειλε απάνου στον Ηρώδη πούτανε κι’ εκείνος τότες στα Ιεροσό- λυμα.

142. Κι' ο Ηρώδης όταν είδε τον Ιησού, χάρηκε υπερβολικά• γιατί αρκετόν καιρό ήθελε ναν τόνε δει με το ν' ακούει γι' αυτόν, κι’ έλπιζε κάνα σημάδι ναν τόνε δει να κάνει. Και τόνε ρωτούσε λόγια πολλά• μα αυτός δεν τ' αποκρίθη τίποτα. Κι' οι πρωτοπαπά- δες κι’ οι διαβασμένοι έστεκαν και τον κατηγορούσανε με πείσμα. Κι' ο Ηρώδης αφού τόνε ξευτέλισε μαζί με τα στρατό του και τόνε περίπαιξε, του φόρεσε με- γαλόπρεπη στολή και τον έστειλε του Πειλάτου. Και φιλιώθηκαν εκείνη την ημέρα ο Ηρώδης κι’ ο Πειλά- τος μεταξύ τους• γιατί 'τανε μαλωμένοι πριν.

143. Κι' ο Πειλάτος έκραξε τους πρωτοπαπάδες και τους προεστούς και το λαό και τους είπε «Μου » φέρατε αυτόν τον άνθρωπο πως τάχα στρεβλώνει το » λαό, και να εγώ τον ανάκρινα μπροστά σας και δεν » ηύρα σ' αυτόν τον άνθρωπο κανένα φταίξιμο που του » κατηγοράτε. Μα μήτε κι’ ο Ηρώδης, γιατί τον έ- » στειλε σ' εμάς. Και να τίποτα δεν έκανε που ν' αξί- » ζει θάνατο. Λοιπόν θαν τον παιδέψω και θαν τον » αφίσω». Και φωνάξανε όλοι σύψυχοι και λέγανε « Σκότωσέ τον κι’ απόλυσέ μας το Βαραββά.», που για κάπια ταραχή πούγινε στη χώρα και για φόνο εί- τανε βαλμένος φυλακή.

144. Κι' ο Πειλάτος πάλι τους μίλησε θέλοντας ν' απολύσει τον Ιησού. Κι' αυτοί του φώναζαν και λέ- γανε «Σταύρωνε, σταύρωνέ τον». Κι' εκείνος τρίτη φορά τους είπε «Γιατί τι κακό έκανε αυτός; Κανένα » φταίξιμο δεν του βρήκα για θάνατο. Λοιπόν θαν τον » παιδέψω και θαν τον αφίσω». Κι' εκείνοι με φωνές μεγάλες [τόνε] βίαζαν παρακαλώντας τον ναν τόνε σταυρώσει, κι’ όλο δυναμώνανε οι φωνές τους. Κι' απο- φάσισε ο Πειλάτος ναν τους γίνει η χάρη, και λευτέ- ρωσε το φυλακισμένο για ταραχή και φόνο που ζη- τούσαν, και τον Ιησού [τους] τον παράδωκε στη βού- λησή τους.

145. Και πηγαίνοντάς τον σταματήσανε έναν κά- πιο Σίμωνα από την Κυρήνη που γύριζε από το χω- ράφι, και του φορτώσανε να κουβαλήσει το σταυρό πίσω από τον Ιησού. Και τον ακολούθαε πλήθος πο- λύ λαός, και γυναίκες που στηθοκοπιούνταν και τον έ- κλαιγαν. Και γύρισε ο Ιησούς στις γυναίκες κι’ είπε « Κόρες της Ιερουσαλήμ μη με κλαίτε• παρά εσάς « να κλαίτε, [εσάς] και τα παιδιά σας, γιατί έρχουν- » ται νά μέρες που θα πουν Καλότυχες οι στείρες κι’ » οι κοιλιές που δε γέννησαν κι’ οι κόρφοι που δε βύ- » ζαξαν. Τότες θ' αρχίσουν και θα λένε στα όρη Πέστε » απάνου μας, και στα βουνά Πλακώστε μας, γιατί » αν αυτά του κάνουν του χλωρού του δέντρου, τι θα » πάθει το ξερό;»

146. Και πηγαίνανε μαζί του κι’ άλλους διο κα- κούργους ναν τους θανατώσουν. Κι' ότα φτάσανε στο μέρος που το λένε Κάρα, εκεί τόνε σταυρώσανε, [κα- θώς] και τους κακούργους, ένανε δεξιά κι’ έναν αριστε- ρά. Και μοιράζοντας τα φορέματά του ρήξανε λαχνό. Κι' έστεκε ο λαός και κοίταζε. Κι' οι προεστοί τον περγελούσαν κι έλεγαν «Άλλους έσωσε, ας σωθεί » [κι’] ο ίδιος αν είναι ο γιος ο μυρωμένος του Θεού ο » εκλεχτός». Και πηγαίνοντας κι’ οι στρατιώτες τον περίπαιξαν, προσφέρνοντάς του ξύδι και λέγοντας « Αν εσύ σαι ο βασιλέας των Ιουδαίων, σώσου ο » ίδιος». Κι' είταν κι’ επιγραφή από πάνου του _ Βασι- λέας των Ιουδαίων αυτός _ .

147. Κι' ένας από τους κρεμασμένους τους κακούρ- γους τόνε βλαστημούσε «Δεν είσαι εσύ ο Χριστός; » σώσου εσύ και [σώσε μας κι’] εμάς». Κι' αποκρίθη ο άλλος και τόνε μάλωσε κι’ είπε «Μήτε το Θεό δε φο- » βάσαι εσύ που παιδεύεσαι το ίδιο; Κι' εμείς ναι δίκια• » γιατί στα έργα μας αξίζει το ό,τι βρήκαμε• μα τί- » ποτα αυτός δεν έκανε άπρεπο». Κι' έλεγε «Ιησού, » θυμήσου με όταν πας στη βασιλεία σου». Και τού- πε «Αληθινά σου λέω, σήμερα θα βρεθείς μαζί μου » στον παράδεισο».

148. Κι' είταν πια τότε η ώρα ως έξη και σκο- τείνιασε όλη η γη ως στις εννιά η ώρα με το να χάθη ο ήλιος, και σκίστηκε τ' άπλωμα του ναού στη μέση. Και φώναξε ο Ιησούς φωνή μεγάλη κι’ είπε «Πατέ » ρα, στα χέρια σου αφίνω την ψυχή μου». Κι' άμα τόπε αυτό, ξεψύχησε. Κι' όταν είδε ο εκατόνταρχος τι έτυχε, δόξαζε το Θεό λέγοντας «Αληθινά ο άνθρωπος » αυτός είταν άγιος». Κι' όλα τα πλήθη πούχανε μα- ζευτεί να δουν αυτό το θέαμα, σαν είδαν όσα γίνανε, γυρνούσαν πίσω χτυπώντας τα στήθια. Κι έστεκαν όλοι οι δικοί του από μακριά, [καθώς] κι’ οι γυναίκες όσες τόνε συνόδευαν από τη Γαλιλαία, βλέποντάς τα αυτά.

149. Και να ένας άνθρωπος μ' όνομα Ιωσήφ πού- τανε συνοδικός, άνθρωπος καλός ενάρετος (αυτός δεν είχε συφωνήσει με τη σύνοδο και με το κάμωμά τους), από την Αριμαθαία, χώρα των Ιουδαίων, π' απάν- τεχε τη βασιλεία του Θεού, αυτός πήγε στον Πειλά- το και ζήτησε το λείψανο του Ιησού, και το κατέ- βασε και τύλιξε μέσα σε σάβανο, και τόθαψε σε πε- λεκημένο μνήμα που κανείς ακόμα δεν είτανε θαμένος. Κι' η μέρα είτανε παρασκευή και χάραζε σαββάτο. Και καταπόδι ακολουθώντας οι γυναίκες, όσες ήρθανε μαζί του από τη Γαλιλαία, παρατήρησαν το μνήμα και πως θάφτηκε το λείψανο του. Και γυρνώντας πί- σω ετοιμάσανε μπάλσαμα και μυρουδικά.

[24] Και το σαββάτο ησύχασαν κατά την εντολή. 150. Και τα πρωτοβδόμαδα με τα βαθιά χαράματα ήρθανε στο μνήμα φέρνοντας τα μπάλσαμα πούχαν ετοιμάσει. Και βρήκανε την πέτρα κυλισμένη πέρα από το μνή- μα, και μπαίνοντας δε βρήκαν το λείψανο του Κυρίου [μας] του Ιησού. Και συνέβη, ενώ απορούσανε μ' αυ- τό, να διο άντρες πρόβαλαν ομπρός τους με στολές αστραφτερές. Κι' εκεί που τρόμαξαν και πούγαιρναν το πρόσωπό τους χάμου, τους είπαν «Τι γυρεύετε το » ζωντανό με τους νεκρούς; Δεν είναι εδώ, μόνε ανα- » στήθηκε. Θυμηθείτε πώς σας μίλησε όταν είτανε στη » Γαλιλαία ακόμα, λέγοντας πως πρέπει ο γιος τ' αν- » θρώπου να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων αμαρτω- » λών και να σταυρωθεί και την τρίτη μέρα ν' ανα- » στηθεί». Και θυμήθηκαν τα λόγια του, και γύρισαν από το μνήμα πίσω κι’ είπαν όλα αυτά στους έντε- κα και σ' όλους τους λοιπούς. Κι' είταν η Μαγδαληνή η Μαρία, κι’ η Ιωάνα, κι’ η Μαρία [η μητέρα] του Ιακώβου, κι’ οι λοιπές μαζί τους τάλεγαν αυτά στους αποστόλους. Και τους φανήκανε σα μύθοι αυτά τα λόγια και δεν τα πιστεύανε. Κι' ο Πέτρος σηκώθη κι’ έτρεξε στο μνήμα, κι’ έσκυψε και βλέπει μοναχά τα σάβανα, κι’ έφυγε απορώντας μέσα του με το περι- στατικό.

151. Και να διο τους την ίδια μέρα πηγαίνανε σε χωριό εξήντα στάδια αλάργα από την Ιερουσαλήμ, που τ' όνομά του Εμμαούς, και μιλούσανε μεταξύ τους για όλα αυτά που έτυχαν. Και συνέβηκε, την ώρα που μιλούσανε και συζητούσαν, σίμωσε ο Ιησούς και περ- πατούσε μαζί τους• μα τα μάτια τους τούς είτανε πιασμένα να μην τόνε γνωρίσουν. Και τους είπε «Τι » 'ναι αυτά τα λόγια που περπατώντας συζητάτε με- » ταξύ σας;» Και σταθήκανε λυπημένοι. Κι' απο- κρίθη ο ένας, μ' όνομα Κλεόπας, και τούπε «Εσύ » μονάχα κάθεσαι στην Ιερουσαλήμ και δεν έμαθες » όσα έτυχαν εκεί αυτές τις μέρες;» Και τους είπε « Πια;» Κι' εκείνοι τούπαν «Αυτά του Ιησού του » Ναζαρηνού που στάθηκε προφήτης δυνατός μ' έργο » και με λόγο στα μάτια του Θεού και σ' όλου του » λαού, και πως τον παραδώκανε οι πρωτοπαπάδες » κι’ οι αρχόντοι μας να τιμωρηθεί με θάνατο και τόνε » σταύρωσαν. Κι' εμείς ελπίζαμε πως είναι αυτός που » θα λευτέρωνε τον Ισραήλ μα ως τόσο να τρεις μέ- » ρες τώρα παν απ' όταν έγιναν αυτά. Μόνε και μερι- » κές γυναίκες μας μάς σάστισαν, που πήγαν την αυγή » στο μνήμα, και σα δε βρήκανε τα λείψανό του ήρ- » θαν και μας λεν πως είδανε κι’ αγγέλων ίδωμα που » λεν πως ζει. Και πήγανε μερικοί και δικοί μας στο » μνήμα, και βρήκαν έτσι καθώς είπαν οι γυναίκες, » όμως τον ίδιο δεν τον είδαν». Κι' εκείνος τους είπε « Ω ανθρώποι δίχως νου και με καρδιά αργοπίστευτη » ύστερα απ' όλα όσα γράψανε οι Προφήτες! Αυτά δεν » έπρεπε ο Χριστός να πάθει και να μπει στη δόξα » του;» Κι' αρχίζοντας από το Μωυσή κι απ' όλους τους Προφήτες, τους ξήγησε τα δικά του μέσα σ' όλες τις Γραφές. Κι' είχανε φτάσει στο χωριό που πήγαιναν, κι’ αυτός καμώθη πως πηγαίνει πιο μακρύτερα• και τον κάνανε [να μείνει] λέγοντας «Μείνε μαζί μας, γιατί » κοντεύει βράδυ κι’ έγηρε πια η μέρα». Και μπήκε να μείνει μαζί τους. Και συνέβηκε, όταν κάθησε [να φάει] μαζί τους, πήρε το ψωμί και βλόγησε, και τό- κοψε κομάτια και τους έδινε• κι’ άνοιξαν τα μάτια τους και τον αναγνώρισαν. Κι' αυτός τους έγινε άφαν- τος. Κι' είπανε μεταξύ τους «Δεν έκαιγε η καρδιά » μας, καθώς στο δρόμο μας μιλούσε, το πώς μας ξή- » γαε τις Γραφές!»