Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο

Part 13

Chapter 13 26 words Public domain Markdown

» του με το να ζει παράλυτα. Και σαν τα ξόδιασε » όλα, έγινε πείνα δυνατή σ' αυτόν τον τόπο, κι’ άρ- » χισε εκείνος να μην έχει. Και πήγε προσκολλήθηκε » σ' έναν από τους κατοίκους του τόπου εκείνου, και » τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους. Και » λαχταρούσε να χορτάσει από τα ξυλοκέρατα πού- » τρωγαν οι χοίροι, και δεν τούδινε κανείς. Κι' ήρθε » στο νου του κι’ είπε Πόσοι εργάτες του πατέρα μου » περισσεύουν το ψωμί, όμως εγώ πεθαίνω εδώ της » πείνας. Θα σηκωθώ και θενά σήρω στον πατέρα μου » και θαν του πω Πατέρα, έφταιξα στον ουρανό και » σε λόγου σου, δεν αξίζω πια να με λένε γιο σου• » κάνε με σαν έναν από τους εργάτες σου. Και σηκώ- » θηκε και πήγε στον πατέρα του. Κι' ενώ 'ταν πέρα » ακόμα, τον είδε ο πατέρας του και τόνε σπλαχνίστη, » κι’ έτρεξε έπεσε στο λαιμό του και τον καταφίλησε. » Κι' ο γιος [του] τούπε Πατέρα, έφταιξα στον ουρανό » και σε λόγου σου, δεν αξίζω πια να με λένε γιο σου• » κάνε με σαν έναν από τους εργάτες σου. Κι' ο πατέ » ρας είπε στους σκλάβους του Γλήγορα βγάλτε τη » φορεσιά την πρώτη και ντύστε τον, και δώστε δαχ- » τυλίδι για το χέρι του και σαντάλια για τα πόδια, » και φέρτε σφάξτε το μοσκάρι το θρεφτό• κι’ ας φά- » με, ας ξεφαντώσουμε. Τι αυτός ο γιος μου πεθαμέ- » νος είταν κι’ έζησε, χαμένος είτανε και βρέθηκε. Κι' » αρχίσανε να ξεφαντώνουν. Κι' είταν ο γιος του ο πιο » μεγάλος στο χωράφι. Και καθώς γύριζε και ζύγωνε » στο σπίτι, άκουσε τραγούδια και χορούς• και κρά- » ζοντας ένα κοπέλλι το ρωτούσε το τι τάχα νάναι » αυτά. Κι' εκείνος τούπε πως Ο αδερφός σου ήρθε, » κι’ έσφαξε ο πατέρας σου το μοσκάρι το θρεφτό » τι πίσω τόνε δέχτηκε καλά• Και θύμωσε και μέ- » σα δεν ήθελε να μπει. Κι' ο πατέρας του βγήκε » και τον παρακαλούσε. Κι' εκείνος αποκρίθη κι’ είπε » του πατέρα του Νά τόσα χρόνια σε δουλεύω και πο- » τές μου προσταγή σου δεν παράβηκα, και δε μού- » δωκες ποτές σου εμένα γίδι να ξεφαντώσω με τους » φίλους μου• μα μόλις ήρθε ο γιος σου αυτός που σού- » φαγε το βιος με πόρνες, τούσφαξες το θρεφτό μο- » σκάρι. Κι' εκείνος τούπε Παιδί μου, εσύ πάντα 'σαι » μαζί μου κι’ όλα τα δικά μου ναι δικά σου• μα να » ξεφαντώσουμε έπρεπε και να χαρούμε, τι αυτός ο » αδερφός σου πεθαμένος είταν κι έζησε, και χαμένος » και βρέθηκε».

106. Κι' έλεγε και στους μαθητάδες «Είταν ένας [16] » πλούσιος πούχε επιστάτη, και του τον καταλάλησαν » πως σκόρπαε τα υπάρχοντά του. Και τόνε φώναξε » και τούπε Τι 'ναι αυτά π' ακούω για σένα; Δώσε » μου λόγο της επιστασίας σου, τι δεν έχει πια να » επιστατήσεις. Κι' ο επιστάτης είπε μέσα του Τι να » κάνω που ο αφέντης μου μού παίρνει την επιστα- » σία; Να σκάψω δε βαστώ και να ζητιανεύω ντρέ- » πουμαι. Ξέρω τι θα κάνω, που σα χάσω την επι- » στασία να με πάρει ο κόσμος σπίτι τους. Κι' έκραξε » έναν έναν τ' αφεντικού του τους χρεώστες, κι έλεγε » του πρώτου Πόσα χρωστάς τ' αφέντη μου: Κι' ε- » κείνος είπε Εκατό πιθάρια λάδι. Κι' εκείνος τούπε » Λάβε την απόδειξή σου και κάτσε γράψε γλήγορα » πενήντα. Έπειτα είπε σ' έναν άλλον Κι' εσύ πόσα » χρωστάς; Κι' εκείνος είπε Εκατό κοίλα στάρι. Του » λέει Λάβε την απόδειξή σου και γράψε ογδόντα. Και » παίνεσε ο αφέντης τον άτιμο επιστάτη πως φρόνιμα » έκανε, τι αυτού του κόσμου οι γιοι είναι γνωστικώ- » τεροι πιο πολύ από του φωτός τους γιους στα χρό- » νια τα δικά τους. Κι' εγώ σας λέω, κερδίστε φίλους » μ' έξοδα του μαμωνά του άδικου, που ότα σωθεί [ο » μαμωνάς] να σας δεχτούνε στα παντοτινά καλύβια. » Ο πιστός σε λιγώτατο, και σε πολύ 'ναι πιστός• κι’ » ο άτιμος σε λιγώτατο, και σε πολύ 'ναι άτιμος. Λοι- » πόν α δε φανήκατε πιστοί στο μαμωνά τον άδικο, » τον αληθινό πιος θα σας τόνε μπιστευτεί; Κι' α με » τον ξένο δε φανήκατε πιστοί, πιος θα σας δώσει το » δικό σας; 107. Κανένας δούλος δε μπορεί διο αφεν- » τάδες να δουλεύει, γιατί ή τον ένα θα μισήσει και » τον άλλο θ' αγαπήσει, ή στον ένα θα προσκολληθεί » και τον άλλο θ' αψηφίσει. Δε μπορείτε Θεό να δου- » λεύετε και Μαμωνά».

Κι' ακούγανε όλα αυτά οι Φαρισαίοι, ανθρώποι φιλοχρήματοι, και τον περιγελούσαν. Και τους είπε « Εσείς κάνετε τους άγιους μπροστά στους ανθρώπους, » μα ο Θεός γνωρίζει την καρδιά σας• γιατί ό,τι ανυ- » ψώνει ο άνθρωπος σιχαίνεται ο Θεός.

108. » Ο Νόμος κι’ οι Προφήτες ως στον Ιωά- » νη• από τότες κηρύχνεται το καλό το μήνημα της » βασιλείας του Θεού κι’ όλοι βιάζουνται να μπουν. » Όμως ευκολώτερό 'ναι να περάσει ο ουρανός κι’ η » γη παρά να πέσει μια γραμμίτσα του Νόμου.

» Όπιος χωρίζει τη γυναίκα του και παίρνει άλλη, » μοιχεύει• κι’ όπιος παίρνει χωρισμένη από τον άντρα » της, μοιχεύει.

109. » Κι' ένας άνθρωπος είταν πλούσιος και φόραε » στολή βυσσινιά και λινή, ξεφαντώνοντας καθεμέρα » μεγαλόπρεπα. Κι' ένας φτωχός μ' όνομα Λάζαρος » κοίτουνταν κοντά στην αυλόπορτα του πληγιασμένος » και λαχταρώντας να χορτάσει μ' όσα πέφτανε από » το τραπέζι του πλούσιου• μα [αντίς] κι’ οι σκύλοι » πήγαιναν κι έγλυφαν τις πληγές του. Κι' έτυχε ο » φτωχός να πεθάνει και ναν τον παν οι αγγέλοι στον » κόρφο του Αβραάμ. Και πέθανε κι’ ο πλούσιος και » τον έθαψαν. Και μέσ' στον Άδη σήκωσε τα μάτια » εκεί που βασανίζουνταν, και βλέπει πέρα τον Α- » βραάμ και μέσ' στον κόρφο του το Λάζαρο• και φώ- » ναξε κι’ είπε Πατέρα Αβραάμ λυπήσου με και στεί- » λε το Λάζαρο να βρέξει την άκρη του δάχτυλού του » νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, τι τυραννιού- » μαι μέσα σ' αυτή τη φλόγα. Κι' είπε ο Αβραάμ » Παιδί [μου], μην ξεχνάς πως χάρηκες τ' αγαθά σου » στη ζωή σου, κι’ ο Λάζαρος το ίδιο τα κακά• και » τώρα [εκείνος] έχει εδώ παρηγοριά, κι’ εσύ καημούς. » Κι' έπειτα μεταξύ σ' εμάς κι’ εσάς είναι στυλωμένο » βάραθρο μεγάλο, που όσοι θέλουν να διαβούνε από » δω σ' εσάς να μη μπορούνε, μηδέ να διαπεράσουν » από εκεί σ' εμάς. Κι' είπε Σε παρακαλώ λοιπόν, » πατέρα, στείλε τον στο σπίτι του πατέρα μου, γιατί » έχω πέντε αδέρφια, για να τους φωτίσει, που να μην » έρθουνε κι’ εκείνοι σ' αυτόν τον τόπο του βασανισμού. » Κι' ο Αβραάμ λέει Έχουνε το Μωυσή και τους » Προφήτες• εκείνους ας ακούσουν. Κι' εκείνος είπε » Όχι, πατέρα Αβραάμ παρά αν κανένας πάει απ' » τους νεκρούς, θα μετανιώσουν. Και τούπε Α δεν » ακούν το Μωυσή και τους Προφήτες, μηδ' αν κα- » νείς αναστηθεί από τους νεκρούς δε θα πειστούνε».

110. Κι' είπε στους μαθητάδες του «Δε γίνεται το [17] » να μην έρθουν οι πειρασμοί, Όμως αλίμονό του που » τους κάνει κι έρχουνται. Πιο του συφέρνει αν έχει » μια μυλόπετρα τριγύρω στο λαιμό του κι’ είναι πε- » ταγμένος στο γιαλό, παρά το να πειράξει έναν από » τους μικρούς αυτούς. Προσέχετε. Α φταίξει ο α- » δερφός σου, μάλωσέ τον• κι’ α μετανιώσει, άφισέ τον. » Κι' αν την ημέρα εφτά φορές σου φταίξει κι’ εφτά » φορές γυρίσει πίσω λέγοντάς σου Μετανιώνω, άφισέ » τον».

111. Κι' οι Αποστόλοι είπαν του Κυρίου «Δώσε » μας πίστη». Κι' ο Κύριος είτε «Αν είχατε πίστη » σα σπυρί σινάπι, θα λέγατε εκείνης της συκιάς Ξερ- » ριζώσου και φυτέψου μέσ' στη θάλασσα, και θα σας » άκουγε. Και πιος σας έχει σκλάβο οργωτή ή βοσκό, » και σα γυρίσει απ' το χωράφι, αμέσως θαν του πει » Πέρνα και κάθησε [να φας], μόνε δε θαν του πει » Ετοίμασέ μου να δειπνήσω, και ζώσου κι’ υπερέτα » με ως να φάω και πιώ, κι’ ύστερα τρως [κι’] εσύ και » πίνεις; Μήπως του χρωστά του σκλάβου χάρη πού- » κανε την προσταγή [του]; Έτσι κι’ εσείς, σαν κά- » νετε όλα που σας προσταχτούν, να λέτε πως Είμα- » στε άχρηστοι σκλάβοι• ό,τι έπρεπε να κάνουμε, κά- » ναμε».

112. Και συνέβηκε, ενώ πήγαινε στην Ιερουσαλήμ, περνούσε μέσα από τη Σαμάρεια και Γαλιλαία. Και μπαίνοντας σ' ένα χωριό, απάντησε δέκα ανθρώπους λωβιασμένους που σηκωθήκανε απ' αλάργα κι’ είπανε με δυνατή φωνή «Ιησού αφέντη, συμπόνεσέ μας». Και σαν τους είδε, είπε «Πηγαίνετε και δειχτείτε » στους παπάδες». Και συνέβηκε, ενώ πήγαιναν, κα- θαριστήκανε. Κι' ένας τους σαν είδε πως γιατρεύτηκε, γύρισε, με φωνή μεγάλη δοξολογώντας το Θεό• κι’ έ- πεσε πίστομα κοντά στα πόδια του και τον ευχαρι- στούσε. Κι' είταν αυτός Σαμαρείτης. Κι' ο Ιησούς αποκρίθη κι’ είπε «Δεν καθαρίστηκαν κι’ οι δέκα; και » πού 'ναι οι εννιά; Δε βρέθηκε άλλος να γυρίσει και » δοξάσει το Θεό εξόν αυτός ο ξένος;» Και τούπε « Σήκω και πήγαινε».

113. Και τόνε ρώτησαν οι Φαρισαίοι πότε φτάνει η βασιλεία του Θεού, και τους αποκρίθη κι’ είπε «Δε » φτάνει με φαινόμενο η βασιλεία του Θεού, μηδέ θα » πούνε Νά εδώ ή εκεί, γιατί να μέσα σας είναι η βα- » σιλεία του Θεού». Κι' είπε στους μαθητάδες «Θάρ- » θεί καιρός που θα ποθήστε να δείτε μια από τις » ημέρες του γιου τ' ανθρώπου και δε θα βλέπετε. Και » θα σας πούνε Νά εκεί ή να εδώ• μην τρέξτε κα- » τόπι. Γιατί καθώς η αστραπή αστράφτει πέρα κά- » του από τον ουρανό και λάμπει ως πέρα κάτου από » τον ουρανό, έτσι θα γίνει με το γιο τ' ανθρώπου. » Μα πρώτα πρέπει πολλά να πάθει, και ν' αποκηρυ- » χτεί από τη γενεά την τώρα. Κι' όπως έγινε στον » καιρό του Νώε, έτσι θα γίνει και στον καιρό του » γιου τ' ανθρώπου• έτρωγαν, έπιναν, γάμους είχαν και » παντριές, ως στην ημέρα ότα μπήκε ο Νώε στην » κιβωτό, κι’ ήρθε ο κατακλυσμός και τους κατάστρεψε » όλους. Το ίδιο καθώς έγινε στον καιρό του Λωτ• » έτρωγαν, έπιναν, αγόραζαν, πουλούσανε, φυτεύανε, » έχτιζαν• και την ημέρα ότα βγήκε ο Λωτ από τα » Σόδομα, έβρεξε φωτιά και θιάφι από τον ουρανό » και τους κατάστρεψε όλους• τα ίδια θα γενούν τη » μέρα που θα φανερώνεται ο γιος τ' ανθρώπου. Τη » μέρα εκείνη όπιος βρίσκεται στη στέγη απάνου και » τα πράματά του μέσ' στο σπίτι, ας μην κατέβει ναν » τα πάρει• κι’ όπιος στο χωράφι, το ίδιο ας μη γυρί- » σει πίσω. Μην ξεχνάτε τη γυναίκα, του Λωτ. Όπιος » ζητήσει τη ζωή του να γλυτώσει, θαν τη χάσει• » κι’ όπιος τη χάσει, θαν τη ζωντανέψει. Σας λέω, τη » νύχτα εκείνη διο θα βρίσκουνται σ' ένα κλινάρι απά- » νου, ο ένας θα παρθεί μαζί κι’ ο άλλος θ' αφεθεί• διο » θ' αλέθουνε μαζί, η μια [τους] θα παρθεί μαζί κι’ η » άλλη θ' αφεθεί». Κι' αποκρίθηκαν και του λένε « Πού, Κύριε;» Κι' εκείνος τους είπε «Όπου το ψο- » φίμι, εκεί θα μαζευτούνε και τα όρνια».

[18] 114. Και τους έλεγε παραβολή για το πώς πρέπει πάντα να προσεύκουνται δίχως ν' αποδειλιούνε, λέγον- τας «Είτανε σε μια χώρα ένας κριτής που δε φοβούν- » ταν το Θεό κι’ άνθρωπο δε σέβουνταν. Κι' είτανε » στη χώρα αυτή μια χήρα, και πήγαινε και τούλεγε » Δώσε μου το δίκιο μου από τον αντίδικο μου. Και » καιρό δεν ήθελε. Κι' είπε κατόπι μέσα του Αν και » δε φοβάμαι το Θεό κι’ άνθρωπο δε σέβουμαι, όμως » γιατί με ζαλίζει καν η χήρα αυτή θαν της δώσω το » δίκιο της, μήπως με το να έρχεται στο τέλος μ' αρ- » ρωστήσει». Κι' είπε ο Κύριος «Τ' ακούσατε τι λέει » ο άδικος κριτής• αμή ο Θεός δε θα δώσει το δίκιο » τους στους εκλεχτούς του που μέρα νύχτα του φω- » νάζουνε, και δε θάχει απομονή μαζί τους; Σας λέω » πως θαν τους δώσει γλήγορα το δίκιο τους. Όμως » σαν έρθει ο γιος τ' ανθρώπου, τάχα θα βρει στη γη, » την πίστη;»

115. Κι' είπε και για μερικούς, που πίστευαν πως είναι ενάρετοι και καταφρονούσαν τους λοιπούς, αυτή την παραβολή «Διο ανθρώποι πήγαν απάνου στο ναό » να προσευκηθούν, ο ένας Φαρισαίος κι’ ο άλλος τε- » λώνης. Κι' ο Φαρισαίος στάθηκε κι’ αυτά περίκα- » λιούνταν μέσα του Ευχαριστώ σε, Θε μου, που δεν » είμαι σαν τους λοιπούς ανθρώπους, τους άρπαγες, » τους άδικους, παράλυτους, ή και σαν τον τελώνη » εκεί. Νηστεύω τη βδομάδα διο φορές, δίνω το δέ- » κατο απ' όλα όσα κερδίζω. Όμως ο τελώνης έστεκε » μακριά και δεν ήθελε μήτε τα μάτια να σηκώσει » στα ουράνια, μόνε στηθοκοπιούνταν κι’ έλεγε Θε μου, » σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό. Σας λέω, αυτός κα- » τέβη αθωωμένος σπίτι του παρά ο άλλος, γιατί όπιος » ανυψώνεται θα χαμηλωθεί, κι’ όπιος χαμηλώνεται » θ' ανυψωθεί».

116. Και τούφερναν και τα μωρά για ναν τ' αγ- γίξει• κι’ οι μαθητάδες τόδαν και τους μάλωναν. Κι' ο Ιησούς τα φώναξε κι’ είπε «Αφίστε τα παιδάκια κι’ » ας έρχουνται κοντά μου, και μην τ' αμποδίζετε• » γιατί των τέτιων είναι η βασιλεία του Θεού. Αλη- » θινά σας λέω, όπιος δε δεχτεί σαν παιδάκι τη βασι- » λεία του Θεού, μέσα δε θα μπει».

117. Και τόνε ρώτησε ένας άρχοντας κι’ είπε «Κα- » λέ μου δάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω » ζωή παντοτινή;» Κι' ο Ιησούς του είπε «Τι με λες » καλόν; Κανείς καλός εξόν ένας, ο Θεός. Τις εντολές » τις ξέρεις• _ μη μοιχεύεις, μη σκοτώνεις, μην κλέβεις, » μην ψευτομαρτυράς, τίμα τον πατέρα σου και τη » μητέρα _ ». Κι' εκείνος είπε «Όλα αυτά τα φύλαξα » από μικρός». Κι' άκουσε ο Ιησούς και τούπε «Ένα » σου λείπει ακόμα• όλα όσα έχεις πούλατα και μοί- » ρασέ τα σε φτωχούς — και θα λάβεις θησαυρό στα » ουράνια — κι’ έλα ακολούθα με». Κι' εκείνος σαν τ' ά- κουσε, καταλυπήθη γιατί είταν πλούσιος υπερβολικά.

Κι' όταν τόδε ο Ιησούς, είπε πως «Δύσκολα όσοι » έχουνε τα πλούτη μπαίνουνε στη βασιλεία του Θεού. » Γιατί ευκολώτερα θα μπει γκαμήλα από βελόνας » μάτι παρ' ό,τι μπαίνει πλούσιος στη βασιλεία του » Θεού». Κι' είπαν όσοι τ' άκουσαν «Και πιος μπορεί » να σωθεί;» Κι' εκείνος είπε «Τ' αδύνατα με τους » ανθρώπους δυνατά με το Θεό». Κι' ο Πέτρος είπε » Νά, εμείς αφήκαμε τα δικά μας και σ' ακολουθή- » σαμε». Κι' εκείνος τους είπε «Αληθινά σας λέω, » πως κανείς δεν άφισε σπίτι ή γυναίκα ή αδερφούς ή » γονέους ή παιδιά για τη βασιλεία του Θεού παρά θα » λάβει πολλαπλά στον τωρινόν καιρό, και στον αιώ- » να πούρχεται ζωή παντοτινή».

118. Και πήρε τους δώδεκα και τους είπε «Νά » ανεβαίνουμε στην Ιερουσαλήμ και θα πάθει ο γιος » τ' ανθρώπου όλα τα γραμένα μέσο των Προφητών. » Τι θαν τον παραδώσουνε στους εθνικούς και θαν τον » περιπαίξουν και ντροπιάσουνε και φτύσουν, και βουρ- » δουλίζοντάς τον θαν τόνε σκοτώσουν, και σε τρεις » μέρες θ' αναστηθεί». Κι' εκείνοι τίποτα απ' αυτά δεν ένιωσαν, και τους έμενε αφανέρωτος αυτός ο λόγος και δεν ήξεραν τι έλεγε.

119. Και συνέβη, ότα ζυγώσανε στην Ιερειχώ, ένας τυφλός καθότανε σιμά στο δρόμο και ζητιάνευε. Κι' αγρικώντας πλήθος που περνούσε, ρώταε τι να τρέ- χει• και τον πληροφόρησαν πως ο Ιησούς περνάει ο Ναζωραίος. Κι' έβαλε τις φωνές κι’ είπε «Ιησού, γιέ » του Δαυείδ, σπλαχνίσου με». Κι' αυτοί που περπα- τούσανε μπροστά τόνε μαλώνανε να σωπάσει• μα αυ- τός πολύ περισσότερο φώναζε «Γιέ του Δαυείδ, σπλα- » χνίσου με». Και στάθηκε ο Ιησούς και πρόσταξε ναν του τον παν κοντά του. Κι' όταν ήρθε, τόνε ρώτη- σε «Τι θέλεις να σου κάνω;» Κι' εκείνος είπε «Κύ- » ριε, να ξαναδώ». Κι' ο Ιησούς του είπε «Να ξανα- δείς• η πίστη σου σε γλύτωσε». Κι' είδε πάλι στη στιγμή και τον ακολουθούσε δοξάζοντας το Θεό. Κι' όλος ο λαός σαν τόδε, βλόγησε το Θεό.

120. Και μπήκε μέσα και περνούσε την Ιερειχώ. [19] Και να ένας άνθρωπος που τ' όνομά του λέγουνταν Ζακχαίος, κι’ είταν πρωτοτελώνης κι’ είταν πλούσιος, ζητούσε να δει τον Ιησού πιος είναι, και δε μπορούσε από το πλήθος γιατί είχε ανάστημα κοντό. Και τρέ- χοντας ομπρός ανέβηκε σε μια συκομουριά ναν τόνε δει, γιατί είταν από κει να περάσει. Και σαν έφτασε στο μέρος, σήκωσε τα μάτια ο Ιησούς και τούπε « Ζακχαίε, κατέβα γλήγορα, πρέπει σήμερα να μείνω » σπίτι σου». Και κατέβηκε γλήγορα και τόνε δέ- χτηκε με χαρά. Και βλέποντάς το μουρμουρίζανε όλοι κι’ έλεγαν πως «Μπήκε σ' ανθρώπου αμαρτωλού να » μείνει». Κι' ο Ζακχαίος στάθηκε κι’ είπε στον Κύ- ριο «Νά τα μισά μου υπάρχοντα, Κύριε, τα δίνω σε » φτωχούς, κι’ αν καταχράστηκα κανέναν τίποτα, του » τα γυρίζω πίσω τετραπλά». Κι' ο Ιησούς του είπε πως «Σήμερα σ' αυτό το σπίτι ήρθε σωτηρία, γιατί » είναι γιος κι’ αυτός του Αβραάμ Γιατί ο γιος τ' αν- » θρώπου ήρθε να ζητήσει και να σώσει το χαμένο».

121. Κι' ενώ τάκουγαν αυτά, τους είπε ακόμα και μια παραβολή, επειδή ζύγωνε στην Ιερουσαλήμ και θαρρούσαν πως αμέσως θα προβάλει η βασιλεία του Θεού. Είπε λοιπόν «Ένας άνθρωπος άρχοντας μίσεψε » σε τόπο μακρυνό για να λάβει βασιλεία και να γυρί- » σει πίσω. Κι' έκραξε δέκα σκλάβους του, κι’ έδωκέ » τους δέκα μνάδες και τους είπε Εμπορεύεστε ως που » να γυρίσω. Μα οι συντοπίτες του τόνε μισούσαν, » και στείλανε γεροντεία πίσω του και λέγανε Δεν τόνε » θέλουμε αυτόνε βασιλέα. Και συνέβηκε, σαν έλαβε » τη βασιλεία κι ήρθε πίσω, είπε και του φώναξαν » τους σκλάβους πούχε δώσει τα χρήματα, για να » μάθει το τι εμπορεύτηκαν. Και παρουσιάστη ο πρώ- » τος κι’ έλεγε Αφέντη, η μνα σου κέρδισε ακόμα δέκα » μνάδες. Και τούπε Λαμπρά, καλέ [μου] σκλάβε• α- » φού σ' ένα μικρότατο είσουνα πιστός, όριζε δέκα χώ- » ρες. Κι' ήρθε κι’ είπε ο δεύτερος Η μνα σου, αφέντη, » έβγαλε πέντε μνάδες. Κι' είπε και σ' εκείνον Κι' εσύ » όριζε πέντε χώρες. Κι' ο άλλος ήρθε κι’ είπε Νά τη » μνα σου, που την είχα φυλαγμένη σε κομπόδεμα• » τι σε φοβούμουν, επειδή είσαι άνθρωπος στρυφνός, » παίρνεις ό,τι δεν έβαλες και θερίζεις ό,τι δεν έσπει- » ρες. Του λέει Από το στόμα σου θα σε καταδικάσω, » σκλάβε κακέ. Ήξερες πως εγώ 'μαι άνθρωπος στρυ- » φνός, παίρνοντας ό,τι δεν έβαλα και θερίζοντας ό,τι » δεν έσπειρα• και γιατί δεν έβαλες το χρήμα μου σε » τράπεζα, κι’ εγώ στο γυρισμό μου θαν το σύναζα με » τόκο. Κι' είπε στους εκεί Πάρτε του τη μνα και δώ- » στε τη σ' εκείνον με τις δέκα μνάδες. Και τούπαν » Αφέντη, έχει δέκα μνάδες. Σας λέω πως σ' όπιον » έχει θα δοθεί, κι’ όπιος δεν έχει θαν του πάρουν κι’ » ό,τι έχει. Ως τόσο τους εχτρούς μου εκείνους που » βασιλιά τους δε με θέλησαν, φέρτε τους εδώ και » σφάξτε τους μπροστά μου».

122. Και σαν είπε αυτά, περπατούσε ομπρός ανε- βαίνοντας στα Ιεροσόλυμα. Και συνέβηκε, όταν έφτασε στη Βηθφαγή και Βηθανία κοντά στο βουνό που λέ- γεται Ελιοβούνι, έστειλε διο μαθητάδες κι’ είπε «Πη- » γαίνετε στ' αντικρυνό χωριό, και μπαίνοντας θα » βρείτε ένα πουλάρι δεμένο που δεν κάθησε απάνου » του κανείς ακόμα, και λύνοντάς το φέρτε το. Κι' α » σας ρωτάει κανείς γιατί το λύνετε, έτσι ναν του πει- » τε, πως ο αφέντης το χρειάζεται». Και πήγαν οι αποσταλμένοι κι’ ηύρανε καθώς τους είπε. Κι' όταν έλυναν το πουλάρι, τους είπαν οι νοικοκυρέοι του «Τι » λύνετε το πουλάρι;» Κι' εκείνοι είπαν πως «Ο α- » φέντης το χρειάζεται». Και το πήγανε στον Ιησού, κι’ έρρηξαν απάνου τα φορέματά τους στο πουλάρι κι’ ανεβάσανε τον Ιησού• και καθώς πήγαινε, έστρωναν από κάτου τα φορέματά τους μέσ' στο δρόμο. Και πια σα ζύγωνε κοντά στον πόδα του Ελιόβουνου, άρχισε όλος ο σωρός χαρούμενος των μαθητάδων και δοξολο- γούσε με φωνή μεγάλη το Θεό για όλα όσα εί- δανε τα θάματα, κι’ έλεγε «Βλογητός αυτός που φτάνει — ο » βασιλέας — στ' όνομα του Κυρίου. Στα ουράνια ει- » ρήνη, και δόξα στα ύψιστα». Και μερικοί Φαρι- σαίοι από το πλήθος τούπανε «Δάσκαλε, μάλωσε » τους μαθητάδες σου». Κι' αποκρίθη κι’ είπε «Σας » λέω πως αν αυτοί σωπάσουνε, οι πέτρες θα φωνά- » ξουν».

123. Και σαν έφτασε, είδε τη χώρα και την έκλα- ψε λέγοντας πως «Αν ίσως σήμερα ήξερες κι’ εσύ πιος » είναι ο δρόμος της ειρήνης! Μα τώρα κρύφτηκε απ' » τα μάτια σου. Τι μέρες θενά σου πλακώσουν που » τριγύρω θα σου στήσουν οι εχτροί σου φράχτη, και » θα σε ζώσουνε και θα σε σφίξουν από κάθε μέρος, και » θενά σε γκρεμίσουνε μαζί με τα παιδιά σου μέσα σου, » και μέσα δε θ' αφίσουνε λιθάρι σε λιθάρι απάνου, για » τούτο, που δεν ένιωσες την εποχή του κοιταγμού » σου».

Και μπήκε στο ναό κι’ άρχισε να βγάζει τους εμπό- ρους λέγοντας τους «Είναι γραμένο _ Ο οίκος μου οί- » κος προσευχής θα γίνει _ , μα εσείς τον κάνατε κλε- » φτοσπηλιά».

Και δίδασκε κάθε μέρα μέσα στο ναό. Κι' οι πρω- τοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι ζητούσαν ναν τον ξολο- θρέψουν, [καθώς] κι’ οι πρώτοι του λαού, και δεν έβρι- σκαν το τι να κάνουν, γιατί κρέμουνταν απάνου του όλος ο λαός ακούοντας.

[20] 124. Και συνέβηκε μια μέρα, ενώ δίδασκε το λαό μέσα στο ναό και κήρυχνε το καλό το μήνημα, βγή- καν ομπρός του οι πρωτοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι μαζί με τους δημογερόντους κι’ είπανε λέγοντάς του « Πες μας με πια εξουσία κάνεις αυτά, ή πιος σ' την » έδωκε αυτή την εξουσία;» Κι' αποκρίθη και τους είπε «Θα σας ρωτήσω κι’ εγώ 'να λόγο και πέστε μου• » το βάφτισμα του Ιωάνη από τον ουρανό είταν ή απ' » ανθρώπους;» Κι' εκείνοι μεταξύ τους συλλογίστη- καν κι’ είπαν πως «Αν πούμε από τον ουρανό, θα πει » γιατί δεν τον πιστέψατε; Κι' αν πούμε απ' ανθρώ- » πους, όλος ο λαός θα μας πετροβολήσει, τι σταθερά » πιστεύει πως ο Ιωάνης είτανε προφήτης». Κι' απάν- τησαν πως δεν το ξέρουν από πού. Κι' ο Ιησούς τους είπε «Μήτε κι’ εγώ δε σας λέω με πια εξουσία κάνω » αυτά».

125. Κι' άρχισε κι’ έλεγε του λαού την παραβολή αυτή «Ένας άνθρωπος φύτεψε αμπέλι, και το νοί- » κιασε σε γεωργούς και ξενιτεύτηκε αρκετόν καιρό. » Και στην ώρα του έστειλε στους γεωργούς σκλάβο » για ναν του δώσουν απ' τον αμπελόκαρπο• κι’ οι » γεωργοί τον έδειραν και τόνε διώξανε εύκαιρο. Κι' » έστειλε κι’ άλλο σκλάβο ακόμα• κι’ εκείνοι τον έδειραν » κι’ αυτόν και τόνε ντρόπιασαν και τόνε διώξανε εύκαι- » ρο. Κι' έστειλε και τρίτο ακόμα• κι’ εκείνοι κι’ αυτόν » τόνε σακάτεψαν και τόνε βγάλανε όξω. Κι' είπε ο νοι- » κοκύρης τ' αμπελιού Τι να κάνω; Θα στείλω το γιο » μου τον αγαπητό• ίσως αυτόν τον σεβαστούν. Κι' οι » γεωργοί όταν τον είδαν, λογαριάζανε ένας με τον άλ- » λον κι’ έλεγαν Αυτός είναι ο κληρονόμος• ας τόνε σκο- » τώσουμε για να μας μείνει εμάς η κληρονομιά. Και » βγάζοντάς τον όξω από τ' αμπέλι, τόνε σκότωσαν. » Λοιπόν τι θαν τους κάνει ο νοικοκύρης τ' αμπελιού; » Θάρθει και θα ξολοθρέψει αυτούς τους γεωργούς, και » τ' αμπέλι θαν το δώκει σ' άλλους». Κι' άμα τ' α- κούσανε, είπανε «Μη γένοιτο!» Κι' εκείνος τους κοί- ταξε κι’ είπε «Τι λοιπόν θα πει αυτό που γράφτηκε » _ Πέτρα π' απόρριψαν οι χτίστες έγινε αγκωνάρι _ . Ό- » πιος πέσει σ' αυτή την πέτρα απάνου, θενά τσακιστεί• » και σ' όπιον πέσει, θαν τον κάνει θρύματα». Και ζήτησαν οι διαβασμένοι κι’ οι πρωτοπαπάδες ναν τόνε βάλουνε στο χέρι αυτή την ώρα, και φοβήθηκαν το λαό• γιατί ένιωσαν πως γι' αυτούς την είπε εκείνη την παραβολή.

126. Και καιροφυλαχτώντας ευκαιρία έστειλαν κα- τασκόπους, πούκαναν τάχα τους ενάρετους, για ναν του πιάσουνε λόγο, τέτιον που ναν τον παραδώσουνε στον ορισμό και στην εξουσία τ' αρχηγού. Και τόνε ρωτούσαν κι’ έλεγαν «Δάσκαλε, ξέρουμε πως λες το » ίσιο και διδάσκεις, και δεν κοιτάς ανθρώπους παρά » με την αλήθια διδάσκεις το δρόμο του Θεού. Έχουμε » άδια να δώσουμε του Καίσαρα φόρο ή όχι;» Κι' ένιωσε την πονηριά τους και τους είπε «Δείξτε μου » δηνάρι. Πιανού έχει ζουγραφιά κι’ επιγραφή;» Κι' εκείνοι είπαν «Του Καίσαρα». Κι' εκείνος τους είπε « Δώστε λοιπόν πίσω ό,τι είναι του Καίσαρα στον » Καίσαρα κι’ ό,τι είναι του Θεού στο Θεό». Και δεν κατορθώσανε ναν του πιάσουν λόγο στο λαό μπροστά, κι απορώντας με την απάντησή του σώπασαν.