Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο
Part 12
78. Εκείνη την ώρα αναγάλλιασε το πνέμα του τ' άγιο κι’ είπε «Δοξολογώ σε, πατέρα, αφέντη τ' ουρα- » νού και της γης, γιατί τάκρυψες αυτά από σοφούς » και γνωστικούς και τα φανέρωσες σ' αθώους• Ναι, » πατέρα, γιατί είταν έτσι ο ορισμός σου. Όλα τα » πάντα μου παράδωσε ο πατέρας μου, και κανείς δεν » ξέρει πιος είναι ο γιος εξόν ο πατέρας, και πιος είναι » ο πατέρας εξόν ο γιος κι’ οπιανού θέλει ο γιος ναν » τόνε φανερώσει». Και γυρίζοντας στους μαθητάδες χώρια, είπε «Καλότυχα τα μάτια που βλέπουν όσα » βλέπετε• γιατί σας λέω πως πολλοί προφήτες και » βασιλιάδες θελήσανε να δουν όσα εσείς βλέπετε και » δεν είδαν, και να μου ακούσουν όσα ακούτε και δεν » άκουσαν».
79. Και να ένας Νομοδιάβαστος σηκώθηκε ναν τόνε δοκιμάσει κι’ είπε «Δάσκαλε, τι κάνοντας θα » κληρονομήσω ζωή παντοτινή;» Κι' εκείνος τούπε « Μέσα στο Νόμο τι 'ναι γραμένο; πώς το διαβάζεις; » Κι' εκείνος αποκρίθη κι’ είπε « _ Αγάπα τον Κύριο το » Θεό μ' όλη σου την καρδιά, μ' όλη σου την ψυχή, » και μ' όλη σου τη δύναμη, και μ' όλο σου το νου, » και το γείτονά σου ίσαμε τον ίδιο εσένα _ » Και τούπε « Ορθά αποκρίθηκες• αυτό κάνε και θα ζήσεις». Κι' εκείνος θέλοντας να συζητήσει είπε του Ιησού «Και » πιος είναι μου γείτονας;» Απάντησε ο Ιησούς κι’ είπε «Ένας άνθρωπος κατέβαινε από την Ιερουσαλήμ » στην Ιερειχώ, κι’ έπεσε σε χέρια ληστών, που κι’ » αφού τον έγδυσαν και τον έδειραν, έφυγαν αφίνοντάς » τον μισοπεθαμένο. Και κατά τύχη ένας παπάς κα- » τέβαινε το δρόμο εκείνο, και σαν τον είδε, πέρασε. Το » ίδιο κι’ ένας Λευείτης ήρθε εκεί, και σαν τον είδε, » πέρασε. Ένας όμως Σαμαρείτης ταξιδεύοντας έ- » φτασε κοντά του, και βλέποντάς τον τόνε πόνεσε » κι’ ήρθε κοντά και τούδεσε τις πληγές περιχώντας » λάδι και κρασί• και τόνε φόρτωσε στο ζω του και » τον πήγε σ' ένα χάνι και τόνε φρόντισε. Και την » αυγή έβγαλε διο δηνάρια κι’ έδωκε του ξενοδόχου, » κι’ είπε Φρόντισέ τον• κι’ ό,τι πιο πολύ ξοδιάσεις, » εγώ στο γυρισμό μου σ' το πλερώνω. Πιος απ' τους » τρεις τους φάνηκε νομίζεις γείτονας τ' ανθρώπου πού- » πεσε στους κλέφτες;» Κι' εκείνος είπε «Εκείνος » που τον πόνεσε». Κι' ο Ιησούς τούπε «Πήγαινε κι’ » εσύ κάνε το ίδιο».
80. Κι' ενώ πήγαιναν, μπήκε ο Ιησούς σ' ένα χω- ριό, και μια γυναίκα μ' όνομα Μάρθα τόνε δέχτηκε σπίτι της. Κι' είχε αυτή αδερφή που τη λέγανε Μα- ρία, που και κάθησε κοντά στα πόδια του Κυρίου κι’ άκουγε τα λόγια του• κι’ η Μάρθα είτανε πνιγμένη στη δουλιά. Και στάθηκε κοντά του κι’ είπε «Κύριε, » δε σε μέλει που η αδερφή μου μ' άφισε μονάχη και » δουλεύω; Πες της λοιπόν να με βοηθήσει». Κι' ο Κύριος αποκρίθη και της είπε «Μάρθα, Μάρθα, πολ- » λά φροντίζεις και ζαλίζεσαι• μα λίγα χρειάζουνται » ή ένα. Γιατί η Μαρία διάλεξε το καλό το μερτικό, » που δε θαν της το πάρουν».
81. Και συνέβη, σ' έναν τόπο έκανε την προσευκή [11] του, κι’ άμα τέλιωσε τούπε ένας του μαθητής «Κύριε, » μάθε μας να κάνουμε προσευκή, καθώς κι’ ο Ιωάνης » έμαθε τους μαθητάδες του». Και τους είπε «Όταν » κάντε προσευκή, να λέτε Πατέρα, _ άγιο ας είναι τ' ό- » νομά σου, ας έρθει η βασιλεία σου• το ψωμί μας » όσο μας πέφτει δίνε μας το καθεμέρα, και συχώρεσέ » μας τις αμαρτίες μας τι όσους μας φταίξανε κι’ ε- » μείς τους συχωρνούμε• και μη μας βάζεις σε πειρα- » σμό _ ». Και τους είπε «Πιος σας θάχει φίλο, κι’ αν » πάει μεσάνυχτα και του πει Φίλε, δάνεισέ με τρία » ψωμιά, γιατί ένας φίλος μου έφτασε από ταξίδι » σπίτι μου και δεν έχω τίποτα ναν του προσφέρω, » κ' εκείνος από μέσα θ' απαντήσει και θα πει Μη μ' α- » νησυχείς• είναι τώρα πια κλεισμένη η πόρτα και τα » παιδιά μου πλάγιασαν μαζί μου, δε μπορώ να ση- » κωθώ και να σου δώκω. Σας λέω, πως κι’ α δε ση- » κωθεί να δώκει του επειδή 'ναι φίλος του, μα καν » για την ξαδιαντροπιά θα σηκωθεί και θαν του δώκει » όσα του χρειάζουνται. Κι' εγώ σας λέω. Ζητάτε και » θα σας δοθεί, γυρεύετε και θα βρείτε, χτυπάτε και » θα σας ανοιχτεί• γιατί όπιος ζητάει λαβαίνει, κι’ ό- » πιος γυρεύει βρίσκει, κ' όπιος χτυπάει τ' ανοίγουν. » Και πιανού σας θα ζητήσει του πάτερα ψάρι ο γιος, » κι’ αντίς ψάρι θαν του δώσει φείδι; ή κι’ αυγό θαν » του ζητήσει, και θα δώσει του σκορπιό; Α λοιπόν » εσείς όντας κακοί ξέρετε των παιδιώνε σας να δίνετε » καλά δοσίματα, πόσο πιο πολύ ο πατέρας από τον » ουρανό θα δώσει άγιο πνέμα σ' όσους του ζητούν».
82. Κι' έβγαζε δαιμόνιο άλαλο• και συνέβηκε, σα βγήκε το δαιμόνιο, μίλησε ο μουγκός. Κι' απορούσαν τα πλήθη• μα μερικοί τους είπανε «Με το Βεεζεβούλ » τον αρχιδαίμονα βγάζει τα δαιμόνια». Κι' άλλοι δοκιμάζοντάς [τον] του ζητούσανε σημάδι από τον ου- ρανό. Μα εκείνος ένιωσε τους στοχασμούς τους και τους είπε «Κάθε βασιλεία σα διαιρεθεί, ρημάζεται• » και σπίτι σα διαιρεθεί με σπίτι, πέφτει. Κι' α διαι- » ρέθηκε κι’ ο Σατανάς, η βασιλεία του πώς θα στα- » θεί; Τι λέτε πως με το Βεεζεβούλ βγάζω τα δαιμό- » νια. Κι' αν εγώ με το Βεεζεβούλ τα βγάζω τα δαι- » μόνια, οι γιοι σας με πιον τα βγάζουν; Για τούτο » αυτοί θα σας καταδικάσουν. Μα αν εγώ με δάχτυλο » Θεού τα βγάζω τα δαιμόνια, θα πει σας πρόφτασε » η βασιλεία του Θεού: Αν ο δυνατός φυλάει αρμα- » τωμένος την αυλή του, ήσυχα μένουν τα υπάρχοντά » του• όμως σαν πλακώσει δυνατώτερός του και τόνε » νικήσει, του παίρνει την αρματωσά του που στηρί- » ζουνταν, και τα λάφυρά του τα μοιράζει. Όπιος » δεν είναι μαζί μου, είναι αντίθετός μου• κι’ όπιος » μαζί μου δε συνάζει, σκορπά. Ότα βγει τ' ακά- » θαρτο το πνέμα από τον άνθρωπο, διαβαίνει ξε- » ρότοπους ζητώντας να ξεκουραστεί• κι’ α δε βρει, » τότες λέει Σπίτι μου θα γυρίσω απ' όπου βγήκα. » Κι' έρχεται και το βρίσκει πούχει σκόλη, σαρωμένο » και συγυρισμένο. Τότες πάει και παίρνει μαζί του » εφτά άλλα πνέματα χειρότερά του, και μπαίνουνε » και κατοικούν εκεί, και γίνουνται τ' ανθρώπου εκεί- » νου τα στερνά χειρότερα από την αρχή».
Και συνέβηκε, ενώ μίλαε αυτά τα λόγια, μια γυ- ναίκα από το πλήθος έσηρε φωνή και τούπε «Καλό- » τυχη η κοιλιά που σε βάσταξε κι’ ο κόρφος που βύ- » ζαξες». Κι' εκείνος είπε «Κάλλια καλότυχοι όσοι » ακούν το λόγο του Θεού και τον κρατούν».
83. Κι' ενώ πύκνωναν τα πλήθη, άρχισε και τους είπε «Κακή 'ναι η φύτρα αυτή• σημάδι ζητά, και ση- » μάδι δε θαν της δοθεί εξόν το σημάδι του Ιωνά. » Γιατί όπως των Νινευειτών τους έγινε σημάδι ο Ιω- » νάς, έτσι θα γίνει και σ' αυτή τη φύτρα ο γιος τ' αν- » θρώπου. Βασίλισσα νότου θα σηκωθεί στην κρίση » μαζί μ' αυτής της φύτρας τους ανθρώπους και θαν » τους καταδικάσει, γιατί ήρθε από τα πέρατα της » γης ν' ακούσει τη σοφία του Σολομώνα, και να πιο » πολύ από Σολομώνα εδώ• Νινευείτες θ' αναστηθούνε » στην κρίση μαζί μ' αυτή τη φύτρα και θαν την κα » ταδικάσουν, τι μετανιώσανε με το κήρυγμα του » Ιωνά, και να πιο πολύ από Ιωνά εδώ.
84. » Κανείς π' ανάψει λύχνο δεν τόνε βάζει σε κρυ- » ψώνα, μήτε στο κοιλό από κάτου, μόνε στο λυχνο- » στάτη απάνου για να βλέπουνε το φως όσοι μπαί- » νουν. Ο λύχνος του κορμιού 'ναι το μάτι σου. Όταν » το μάτι σου είναι αθώο, κι’ όλο το κορμί 'ναι φω- » τεινό• μα όταν είναι αχαμνό, είναι και το κορμί σου » σκοτεινό. Σκέψου λοιπόν το φως το μέσα σου μήπως » είναι σκοτάδι. Λοιπόν αν όλο σου το κορμί 'ναι φω- » τεινό δίχως μέρος σκοτεινό, θάναι φωτεινό όλο κα- » θώς ότα με τη λάμψη [του] σε φωτίζει ο λύχνος».
85. Κι' αφού μίλησε, τον προσκαλά ένας Φαρισαίος να δειπνήσει σπίτι του• και σα μπήκε μέσα, κάθησε [να φάει]. Κι' ο Φαρισαίος είδε κι’ απόρησε που πρώτα δε νίφτηκε πριν το δείπνο. Κι' ο Κύριος τούπε «Εσείς » τώρα οι Φαρισαίοι παστρεύετε απ' όξω το ποτήρι και » σκουτέλλι, και το μέσα σας είναι αρπαγή γιομάτο » και κακία. Λωλοί, όπιος έκανε τ' απ' όξω, δεν έκανε » και τ' από μέσα; Όμως τα μέσα δώστε ελεημοσύνη, » κι’ όλα θα σας είναι καθαρά. Όμως αλίμονό σας, » Φαρισαίοι, γιατί δίνετε το δέκατο από το διόσμο και » τον πήγανο και κάθε χόρτο, και το δίκιο παραβλέ- » πετε και την αγάπη του Θεού. Μα [κι’] αυτά να » κάνετε έπρεπε κι’ εκείνα να μην αφίστε. 86. Αλί- » μονό σας, Φαρισαίοι, γιατί αγαπάτε τα πρωτοστά- » σιδα μέσα στα συναγώγια και τους χαιρετισμούς στις » αγορές. Αλίμονό σας, γιατί είστε σαν τους τάφους » που δε φαίνουνται, κι’ οι ανθρώποι τους πατούν και » δεν το ξέρουν». Κι' ένας Νομοσπούδαστος αποκρίθη και του λέει «Δάσκαλε, μας προσβάλλεις, έτσι που » μιλάς». Κι' εκείνος είπε «Αλίμονό σας, εσάς Νόμο- » διάβαστοι, γιατί φορτώνετε τους ανθρώπους φορτώ- » ματα αβάσταχτα, μα εσείς οι ίδιοι μ' ένα σας δά- » χτύλο δεν αγγίζετε τα φορτώματα. 87. Αλίμονο » σας, γιατί χτίζετε τα μνήματα των προφητών, κι’ οι » πατέρες σας τους σκότωσαν. Λοιπόν [τα] παραδέ- » χεστε κι’ εγκρίνετε τα έργα των πατέρων σας, γιατί » αυτοί τους σκότωσαν κι’ εσείς [τους] χτίζετε [τά- » φους]. Για τούτο είπε κι’ η σοφία του Θεού _ Θαν τους » στείλω προφήτες κι’ αποστόλους, και μερικούς τους » θα σκοτώσουν και θα κατατρέξουν, έτσι για να δώ- » σει λόγο ετούτη η γενεά για ολωνών των προφητών » το αίμα, όσο χύθηκε από το θεμέλιωμα του κόσμου » από το αίμα τ' Άβελ ως στο αίμα του Ζαχαρία, » που σκοτώθη ανάμεσα από το θυσιαστήρι κι’ ιερό. _ » Ναι σας λέω, ετούτη η γενεά θα δώσει λόγο. 88. » Αλίμονό σας, Νομοδιάβαστοι, γιατί πήρατε το κλειδί » της μάθησης• εσείς δε μπήκατε, κι’ όσους μπαίνανε » αμποδίσατε».
Κι' από κει σα βγήκε, άρχισαν οι διαβασμένοι κι’ οι Φαρισαίοι και τον ενοχλούσαν υπερβολικά, και τον πολυξέταζαν παραμονεύοντάς τον πώς να πιάσουν τί- ποτα από το στόμα του.
Στο μεταξύ μαζεύτηκε χιλιάδες κόσμος, τόσο που [12] πατούσε ο ένας τον άλλο, κι’ άρχισε τότες κι’ έλεγε στους μαθητάδες του «Πρώτα προσέχετε από το ζυ- » μάρι — πούναι υποκρισία — των Φαρισαίων. Και τί- » ποτα δεν έχει σκεπασμένο που δε θα ξεσκεπαστεί, » και κρυφό που δε θα μαθευτεί. Γι' αυτό όσα είπατε » στο σκοτάδι, θ' ακουστούν στο φως• κι’ ό,τι μιλή- » σατε στ' αυτί μέσα στα κελλιά σας, θα κηρυχτεί » απάνου από δώματα.
» Και σας λέω εσάς των φίλων μου. Μη φοβάστε » όσους σκοτώνουν το κορμί, κι’ έπειτα παρακεί δεν » έχουν τίποτα να κάνουν. Μόνε θα σας πω πιόνε να » φοβάστε• να φοβάστε εκείνον, που σα θανατώσει έχει » εξουσία να ρήξει στη γέεννα. Ναι σας λέω, εκείνον » να φοβάστε. Πέντε σπουργίτια δεν τα πουλούνε διο » ασσάρια; Κι' ένα τους δεν είναι ξεχασμένο απ' το » Θεό. Όμως εσάς κι’ οι τρίχες της κεφαλής σας είναι » μετρημένες όλες. Μη φοβάστε• πολλά σπουργίτια » υπερτεράτε εσείς.
» Και σας λέω, όπιος με παραδεχτεί μπροστά στους » ανθρώπους, κι’ ο γιος τ' ανθρώπου θαν τον παραδε- » χτεί μπροστά στους αγγέλους του Θεού• κι’ όπιος » μ' αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, άρνηση θα » βρει μπροστά στους αγγέλους του Θεού. Κι' όπιος » κακολογήσει το γιο τ' ανθρώπου, θαν του συχωρεθεί• » μα όπιος ασεβήσει στο πνέμα τ' άγιο, δε θαν του » συχωρεθεί.
» Κι' ότα σας πάνε σε συναγώγια και σ' αρχές και » σ' εξουσίες, μη φροντίστε πώς ή τι θ' απολογηθείτε » ή τι θα πείτε, γιατί τ' άγιο Πνέμα θα σας μάθει » εκείνη τη στιγμή τι πρέπει να πείτε».
89. Κι' ένας από το πλήθος τούπε «Δάσκαλε, πες » τ' αδερφού μου να μοιράσει μαζί μου την κληρονο- » μιά». Κι' εκείνος τούπε «Άνθρωπε, πιος μ' έβαλε » κριτή σας ή μοιραστή;» Και τους είπε «Προσέ- » χετε και φυλάγεστε από κάθε αχορτασιά• τι από τα » πλούτη σου δε ζεις, κι’ ας έχεις πλησμονή».
90. Και τους είπε μια παραβολή λέγοντας «Ενός » ανθρώπου πλούσιου ευτύχησαν τα χωράφια, και λο- » γάριαζε μέσα του κι’ έλεγε Τι να κάνω; γιατί δεν » έχω πού να βάλω τους καρπούς μου. Κι' είπε » Αυτό θα κάνω. θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και » θα χτίσω πιο μεγάλες, και θα βάλω εκεί όλο το » στάρι και τ' αγαθά μου, και θα πω της ψυχής μου » Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά σοδιασμένα για χρόνια » πολλά• ξεκουράζου, φάγε, πιες, ξεφάντωνε. Όμως » είπε του ο Θεός Άνθρωπε ασυλλόγιστε, αυτή τη νύ- » χτα σου ζητούν την ψυχή σου, κι’ όσα ετοίμασες » πιανού θα μείνουν; Έτσι όπιος θησαυρίζει για τον » ίδιο και δεν πλουτά για το Θεό». Κι' είπε στους μαθητάδες του «Γι' αυτό σας λέω• μη φροντίζετε για » τη ζωή τι θα φάτε, μήτε για το σώμα σας τι θα » φορέστε, γιατί η ζωή 'ναι πιο πολύ από τη θροφή, » και το σώμα από το φόρεμα. Παρατηρήστε τους » κόρακες πώς δε σπαίρνουνε μήτε θερίζουν, που δεν » έχουνε κελλάρι μήτ' αποθήκη, κι’ ο Θεός τους θρέ- » φει• πόσο εσείς αξίζετε παραπάνου από πετούμενα; » Και πιος σάς φροντίζοντας μπορεί στα χρόνια του » μια πήχη να βάλει παραπάνου; Α λοιπόν ουδέ το » ελάχιστο δε μπορείτε, τι φροντίζετε για τ' άλλα; » Παρατηρήστε τους κρίνους πως γίνουνται• δε δου- » λεύουνε μήτε γνέθουν• όμως σας λέω, κι’ ο Σολομώ- » νας μέσα σ' όλη του τη δόξα σαν κανένα τους δε φό- » ρεσε στολή. Κι' α στον κάμπο το χορτάρι πούναι σή- » μέρα και ταχιά το ρήχνουνε σε φούρνο, έτσι ο Θεός » το στολίζει, πόσο πιότερο εσάς, λιγόπιστοι; Και μη » ζητάτε εσείς τι θα φάτε ή τι θα πιείτε, και μη δια- » σκεδάζετε (γιατί όλα αυτά τα ζητούνε οι εθνικοί του » κόσμου), κι’ ο πατέρας σας ξέρει πως σας χρειάζουν- » ται. Μόνε ζητάτε τη βασιλεία του, κι’ αυτά θα σας » δοθούνε μαζί.
91. «Μη φοβάσαι, κοπαδάκι [μου],τι όρισε ο πα- » τέρας σας να σας δώσει τη βασιλεία. Πουλήστε το » ό,τι έχετε και δώστε ελεημοσύνη. Φτιάστε σας απά- » λιωτα πουγγιά, αστέρευτο θησαυρό στα ουράνια, » όπου κλέφτης δε ζυγώνει και σκουλήκι δε χαλνά. » Γιατί όπου 'ναι ο θησαυρός σας, εκεί θάναι κι’ η » καρδιά σας.
92. »Ας είναι η μέση σας ζωσμένη κι’ αναμένα » τα λυχνάρια, κι’ εσείς σαν τους ανθρώπους που προ- » σμένουν τον αφέντη τους πότε θα γλυτώσει από το » γάμο, που σαν έρθει και χτυπήσει, αμέσως ναν τ' α- » νοίξουν. Καλότυχοι 'ναι οι σκλάβοι εκείνοι, που όταν » έρθει ο αφέντης, θαν τους βρει πως αγρυπνούν• αλη- » θινά σας λέω, πως θα ζωστεί και [να φάνε] θαν τους » καθίσει, και θα πάει ναν τους υπερετήσει. Κάνε στη » δεύτερη έρθει κάνε στην τρίτη τη [νυχτο]φρουρά και » τους εύρει έτσι, καλότυχοι 'ναι εκείνοι. Μα μάθετε » το αυτό, πως αν ο νοικοκύρης ήξερε τι ώρα φτάνει » ο κλέφτης, θ' αγρύπναε και δεν άφινε ναν του τρυ- » πήσουνε το σπίτι. Ετοιμάζεστε κι’ εσείς, γιατί την » ώρα που δεν καρτεράτε φτάνει ο γιος τ' ανθρώπου».
Κι' ο Πέτρος είπε «Για μας αυτή την παραβολή τη » λες ή και για όλους;» 93. Κι' ο Κύριος είπε «Πιος » άραγε είναι ο επιστάτης ο πιστός ο φρόνιμος, που » θαν τόνε διορίσει ο αφέντης κεφαλή των δούλων του » για να δίνει το ψωμί στην ώρα [τους]; Χαρά στο » σκλάβο εκείνο, που σαν έρθει ο αφέντης του, θα βρει » τον πως το κάνει. Αληθινά σας λέω πως σ' όλα τα » υπάρχοντά του θαν τόνε διορίσει κεφαλή. Αν όμως » πει μέσ' στην καρδιά του αυτός ο σκλάβος Αργεί ο » αφέντης μου να φτάσει, κι’ αρχίσει να χτυπά τους » δούλους και τις δούλες, κι’ αν τρώει και πίνει και » μεθά, θα φτάσει αυτού του σκλάβου ο αφέντης την » ημέρα που δεν καρτερά και την ώρα που δεν ξέρει, » και διο κομάτια θαν τον κόψει, βάζοντάς τον στη » σειρά των άπιστων. Και σκλάβος που γνωρίζοντας » το θέλημα τ' αφεντικού του δεν ετοίμασε ή δεν έκανε » κατά το θέλημά του, θα δαρθεί πολύ• μα εκείνος που » δεν τόξερε, κι’ αν έκαμε ό,τι αξίζει ξύλο, λίγο θα » δαρθεί. Και σ' όπιονε δόθηκε πολύ, πολύ θαν του » ζητήσουν και σ' όπιον πρόσφεραν πολύ, πιο πολύ » θαν του γυρέψουν.
94. » Φωτιά ήρθα να βάλω στη γη, και τι θέλω » αν άναψε κι’ όλας; Και βάφτισμα έχω να βαφτι- » στώ, και τι στενονωριέμαι ως που να γίνει; θαρ- » ρείτε πως ειρήνη ήρθα να δώκω εδώ στη γη; Όχι » σας λέω, μόνε χωρισμό. Γιατί από τώρα θάναι πέντε » μέσα σ' ένα σπίτι χωρισμένοι• τρεις με διο και διο » με τρεις θα χωριστούν, πατέρας με το γιο και γιος » με τον πατέρα, μάννα με την κόρη και κόρη με τη » μάννα, πεθερά με τη νύφη της και νύφη με την » πεθερά».
95. Κι' έλεγε και στα πλήθη «Σα δείτε σύννεφο » που προβάλλει δυτικά, λέτε ευτύς πως έρχεται βρο- » χή, και γίνεται έτσι• κι’ ότα [δείτε] που φυσά νο- » τιάς, λέτε πως θα γίνει κάψα, και γίνεται. Υποκρι- » τάδες, της γης και τ' ουρανού το πρόσωπο ξέρετε να » κρίνετε, μα τον τωρινόν καιρό πώς δεν ξέρετε να κρί- » νετε; Και γιατί και μόνοι σας δε βρίσκετε το σωστό; » Τι καθώς πας με τον αντίδικό σου σ' αστυνόμο, στο » δρόμο πάσκισε ναν τον ξεκάνεις, μήπως σε σήρει σε » κριτή κι’ ο κριτής σε παραδώσει του κλητήρα κι’ ο » κλητήρας σε βάλει φυλακή. Σου λέω, δε θα βγεις » από κει ως να γυρίσεις και το τελευταίο λιανό».
96. Κι' ήρθαν τότες μερικοί πληροφορώντας τον [13] για τους Γαλιλαίους, που το αίμα τους τόσμιξε ο Πειλάτος με τις θυσίες τους. Κι' αποκρίθη και τους είπε «Θαρρείτε πως οι Γαλιλαίοι αυτοί 'ταν πιο α- » μαρτωλοί παρά όλοι οι άλλοι Γαλιλαίοι γιατί τά- » παθαν αυτά; Όχι σας λέω• παρά α δε μετανιώ- » στε, όλοι παρόμια θα χαθείτε. Ή εκείνοι οι δεκοχτώ » που τους πλάκωσε στο Σιλωάμ ο πύργος και τους » σκότωσε, θαρρείτε πως αυτοί πιο πολύ αμάρτησαν » παρ' όλοι οι άλλοι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ; Όχι » σας λέω• παρά α δε μετανιώστε, όλοι το ίδιο θα » χαθείτε». Κι' έλεγε αυτή την παραβολή «Είχε ένας » μια συκιά φυτεμένη μέσ' στ' αμπέλι του, κι’ ήρθε » και γύρευε στη συκιά καρπό και δε βρήκε. Κι' είπε » στον αμπελουργό Νά τρία χρόνια τώρα έρχουμαι » και ζητώ σ' ετούτη τη συκιά καρπό, και δε βρίσκω• » κόψ' την, τι ν' αμποδίζει και τη γη; Κι' εκείνος απο- » κρίθη και του λέει Αφέντη, άφισ' την κι’ αυτόν το » χρόνο, ως που να σκάψω γύρω και ναν την κοπρί- » σω• κι’ αν κάνει του λοιπού καρπό, [καλά]• ειδεμή, » την κόβεις».
97. Κι' έτυχε σαββάτο να διδάσκει σ' ένα συνα- γώγι. Και να γυναίκα πούχε πνέμα αρρώστιας δεκο- χτώ χρόνια, κι’ έσκυβε και δε μπορούσε να σταθεί ίσια ολότελα. Και σαν την είδε ο Ιησούς, την έκραξε και της είπε «Γυναίκα, λύθηκες από την αρρώστια σου». Κι' έβαλε απάνου της τα χέρια του, κι’ αμέσως στά- θηκε ίσια και δόξαζε το Θεό. Κι' απάντησε ο αρχισυ- νάγωγος, αγαναχτώντας που σαββάτο γιάτρεψε ο Ιη- σούς, κι’ έλεγε του λαού πως «Έχουμε έξη μέρες που » πρέπει να δουλεύουμε• αυτές λοιπόν πηγαίνετε για- » τρεύεστε, κι’ όχι τη μέρα του σαββάτου». Κι' ο Κύ- ριος του αποκρίθη κι’ είπε «Υποκριτάδες, καθένας σας » σαββάτο δε λύνει το βόδι ή το γαϊδούρι του από το » παχνί, και δεν το πάει και το ποτίζει; Κι' ετούτη » κόρη τ' Αβραάμ πούδεσε ο Σατανάς δεκοχτώ χρό- » νια τώρα, δεν έπρεπε να λυθεί από τούτο το δέσιμο » τη μέρα του σαββάτου;» Κι' έτσι μιλώντας καταν- τρόπιασε όλους τους αντίθετούς του, κι’ όλος ο λαός χαιρότανε μ' όλα τα λαμπρά τα έργα πούκανε.
98. Έλεγε λοιπόν «Τι μιάζει η βασιλεία του Θεού » και με τι ναν την παραβάλω; Μιάζει σπυρί σινάπι » που το πήρε και φύτεψε ένας άνθρωπος στο περιβόλι » του• και μεγάλωσε κι’ έγινε δέντρο, και τα πετού- » μενα τ' ουρανού φωλιάσανε μέσα στα κλαδιά του». Και πάλι είπε «Με τι να παραβάλω τη βασιλεία του » Θεού; Μιάζει προζύμι που το πήρε μια γυναίκα κι’ » έχωσε σε τρία σάχα αλεύρι, όσο που ανέβηκε όλο».
99. Και περνούσε χώρα χώρα και χωριό χωριό διδάσκοντας και ταξιδεύοντας κατά την Ιερουσαλήμ Και τούπε κάπιος «Κύριε, αν είναι λίγοι να σωθούν;» Κι' εκείνος τους είπε «Πασκίζετε να μπείτε από τη » στενή την πόρτα, γιατί πολλοί, σας λέω, θα ζητή- » σουν το να μπουν, και δε θα κατορθώσουν μια κι’ ο » νοικοκύρης σηκωθεί και κλείσει την πόρτα. Και » θ' αρχίστε να στέκεστε όξω και να χτυπάτε την » πόρτα λέγοντας Αφέντη, άνοιξέ μας. Και θ' απαν- » τήσει και θα σας πει Από που είστε, δε σας ξέρω. » Τότες θ' αρχίστε και θα λέτε Εφάγαμε μπροστά » σου κι’ ήπιαμε και δίδαξες στις δημοσιές μας. Και » θα πει λέγοντάς σας Από που είστε, δε σας ξέρω. » Μακριά από μένα κάθ' εργάτης αδικίας• εκεί θάναι » το κλάψε και το τρίξε των δοντιών, σα δείτε τον » Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ κι’ όλους » τους προφήτες μέσα στη βασιλεία του Θεού, κι’ εσάς » που θα σας βγάζουν όξω. Και θάρθουνε απ' ανατολή » και δύση και βοριά και νότο και θα κάτσουνε [να » φαν] μέσα στη βασιλεία του Θεού. Και να είναι » τελευταίοι που θα γίνουν πρώτοι, κι’ είναι πρώτοι » που θα γίνουν τελευταίοι».
100. Αυτή την ώρα ήρθανε μερικοί Φαρισαίοι και τούλεγαν «Έβγα και πήγαινε από δω, γιατί ο Η- » ρώδης θέλει να σε θανατώσει». Και τους είπε «Να » πάτε και να πείτε αυτής της αλεπούς Νά βγάζω » δαιμόνια και γιατρεύω σήμερα κι’ αύριο, και την » κατόπι μέρα γλυτώνω• όμως πρέπει σήμερα κι’ αύ- » ριο και την κατόπι μέρα να πηγαίνω, τι δε γίνεται » προφήτης να χαθεί όξω από την Ιερουσαλήμ. Ιε- » ρουσαλήμ Ιερουσαλήμ εσύ που θανατώνεις τους » προφήτες και πετροβολάς τους αποστόλους σου, » πόσες φορές δε θέλησα να περιμάσω τα παιδιά σου, » έτσι όπως όρνιθα τα ορνίθια της κάτου από τις φτε- » ρούγες, και δε θελήσατε! Νά, σας παραιτούν το σπί- » τι σας. Και σας λέω, δε θα με δείτε ως που να πείτε » _ Βλογητός αυτός που φτάνει στ' όνομα του Κυρίου _ »
[14] 101. Και συνέβηκε, εκεί που ένα σαββάτο πήγε σ' ενός Αρχιφαρισαίου να φάει ψωμί, αυτοί τον πα- ραφύλαγαν. Και να ένας άνθρωπος είταν υδρωπικός [κι’ έστεκε] μπροστά του. Κι' ο Ιησούς αποκρίθη κι’ είπε στους Νομοσπούδαστους και στους Φαρισαίους λέγοντας «Μπορεί κανείς σαββάτο να γιατρέψει ή » όχι;» Κι' εκείνοι σώπασαν. Και καταπιάστη και τόνε γιάτρεψε, και τον άφισε να φύγει. Κι' εκεινών τους είπε «Πιανού σας γιος ή βόδι θα πέσει σε πη- » γάδι, κι’ ευτύς δε θαν τον ανασήρτε το σαββάτο; » Και δε μπορέσανε σ' αυτά ναν τ' απαντήσουν πίσω.
102. Κι' έλεγε στους καλεσμένους παραβολή πα- ρατηρώντας πως διάλεγαν τα πρωτοκαθίσματα, λέ- γοντάς τους «Ότα σε καλέσει κανείς σε γάμο, μην » κάθεσαι στην πρώτη θέση, μήπως έχει καλεσμένο » πιο σημαντικώτερό σου κι’ έρθει ο καλεστής σας και » σου πει Κάνε του θέση. Και θ' αρχίσεις τότες με » ντροπή να παίρνεις τη στερνή τη θέση. Μόνε όταν » καλεστείς, πήγαινε και κάτσε στη στερνή τη θέση, » έτσι που σαν έρθει ο καλεστής σου να σου πει Φίλε, » ανέβα παραπάνου. Τότες όλοι θα σε καμαρώσουν οι » συντράπεζοί σου. Γιατί όπιος ανυψώνεται θα χα- » μηλωθεί, κι’ όπιος χαμηλώνεται θ' ανυψωθεί». Κι' έλεγε στον καλεστή του «Σαν κάνεις τραπέζι την » αυγή ή το βράδυ, μη φωνάζεις τους φίλους σου » μηδέ τους αδερφούς σου μηδέ τους συγγενήδες σου » μηδέ γειτόνους πλούσιους, μήπως σε καλέσουνε κι’ » αυτοί κι’ ανταποδοθεί σου. Μόνε σαν κάνεις κάλεσμα, » φώναζε φτωχούς, σακάτηδες, κουτσούς, στραβούς, » και χαρά σ' εσένα που δεν έχουν να σ' ανταποδώ- » σουν τι θ' ανταποδοθεί σου όταν αναστηθούν οι ά- » γιοι». Κι' ένας συντράπεζος, σαν τ' άκουσε, του είπε «Χαρά 'στον που θα φάει ψωμί μέσα στη βασιλεία » του Θεού». Κι' εκείνος τούπε «Ένας άνθρωπος » έκανε τραπέζι μεγάλο και κάλεσε πολλούς. Κι' έ- » στειλε το σκλάβο του την ώρα του φαγιού να πει των » καλεσμένων Ελάτε, γιατί 'ναι τώρα έτοιμα. Κι' αρ- » χίσανε όλοι μονομιάς ναν τον παρακαλούνε ναν τους » αφίσει. Ο πρώτος τούπε Χωράφι αγόρασα, κι’ έ- » χω ανάγκη να πάω όξω ναν το δω• παρακαλώ σε, » ξέγραψέ με. Κι' άλλος είπε Βόδια αγόρασα, πέντε » ζευγάρια, και πηγαίνω ναν τα δοκιμάσω• παρα- » καλώ σε, ξέγραψέ με. Κι' άλλος είπε Γυναίκα πήρα, » και για τούτο δε μπορώ ναρθώ. Κι' ήρθε ο σκλά- » βος και τα δηγήθηκε τ' αφεντικού του. Τότες ο νοι-
[λείπει η σελίδα 182-183]