Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο

Part 11

Chapter 11 32 words Public domain Markdown

50.» Όπιος έρχεται κοντά μου και τα λόγια μου » τ' ακούει και κάνει, θα σας πω σαν το τι μιάζει. » Μιάζει άνθρωπο που χτίζει σπίτι, πούσκαψε και βά- » θηνε και θεμέλιωσε στην πέτρα απάνου• και σαν έγινε » νεροσηρμή, χτύπησε ο ποταμός τα σπίτι εκείνο, και » δε μπόρεσε ναν το σαλέψει γιατί είτανε καλά χτι- » σμένο. Μα όπιος άκουσε και δεν έκανε, μιάζει άν- » θρωπο πούχτισε στο χώμα απάνου σπίτι δίχως θέμε- » λο, που ο ποταμός το χτύπησε κι’ ευτύς σωριάστη- » κε, κι’ έγινε τρανό εκείνου του σπιτιού το ρήξιμο».

[7] 51. Όταν τέλιωσε όλα αυτά τα λόγια του στην ακουή του λαού, πήγε στην Καφαρναούμ. Και κά- πιου εκατοντάρχου ένας σκλάβος άρρωστος είτανε να πεθάνει, που τούταν πολύτιμος• κι’ όταν άκουσε για τον Ιησού, τούστειλε δημογερόντους των Ιουδαίων παρακαλώντας τον ναρθεί και να γλυτώσει το σκλά- βο του. Κι' αυτοί σα φτάσανε στον Ιησού, τόνε θερ- μοπαρακαλούσαν κι’ έλεγαν πως αξίζει ναν του κά- νει αυτή τη χάρη. «Γιατί αγαπά το έθνος μας κι’ » αυτός μας έχτισε το συναγώγι». Κι' ο Ιησούς πή- γαινε μαζί τους. Κι' ενώ πια σίμωνε στο σπίτι, έ- στειλε φίλους ο εκατόνταρχος και τούλεγε «Κύριε, μην » πειράζεσαι• τι δεν αξίζω για να μπεις κάτου από τη » στέγη μου• γι' αυτό και μήτ' εγώ δε θάρρεψα ναρ- » θώ. Πες όμως λόγο, κι’ ας γιατρευτεί ο άνθρω- » πός μου. Γιατί κι’ εγώ 'μαι άνθρωπος υποταχτικός » έχοντας κάτου μου στρατιώτες, και λέω στον ένα » Πήγαινε, και πηγαίνει, και σ' άλλον Έλα, κι’ έρχε- » ται, και του σκλάβου μου Κάνε ετούτο, και το κά- » νει». Κι' αυτά σαν τ' άκουσε ο Ιησούς, απόρησε μαζί του, και γυρίζοντας στο πλήθος που τον ακο- λούθαε είπε «Σας λέω, μήτε μέσα στον Ισραήλ δε » βρήκα τόσο πίστη». Κι' οι σταλμένοι σα γυρίσανε στο σπίτι πίσω, βρήκαν το σκλάβο καλά.

52. Και συνέβηκε κατόπι, πήγε σε χώρα που τη λέγανε Ναΐν, και πηγαίνανε μαζί του οι μαθητάδες του και λαός πολύς. Και μόλις έφτασε στην πύλη της χώρας, να και βγάζανε έναν πεθαμένο, μονα- χογιό της μάννας του, γυναίκας χήρας, και τήνε συντρόφευε πλήθος αρκετό της χώρας. Και σαν την είδε ο Κύριος, τήνε σπλαχνίστη και της είπε «Μην » κλαις». Και πήγε κοντά κι’ άγγιξε το κιβούρι• και σταθήκανε οι ανθρώποι που το σήκωναν. Κι' είπε « Παιδί [μου], εσένα μιλώ, σήκω». Και κάθησε ο νε- κρός κι’ άρχισε να μιλεί, και τον έδωκε της μάννας του. Και τους έπιασε όλους φόβος, και λέγανε δοξο- λογώντας το Θεό, πως «Προφήτης μας πρόβαλε με- » γάλος» και πως «Ήρθε ο Θεός να δει το λαό του». Και βγήκε αυτός ο λόγος σ' όλη την Ιουδαία για τον Ιησού και σ' όλα τα περίχωρα.

53. Και πληροφορήσανε όλα αυτά τον Ιωάνη οι μαθητάδες του. Κι' έκραξε ο Ιωάνης διο του μαθη- τάδες και τους έστειλε στον Κύριο κι’ είπε «Εσύ 'σαι » εκείνος πούρχεται ή άλλονε να καρτερούμε;» Κι' αυτοί σαν πήγαν και τον ηύραν, είπανε «Ο Ιωά- » νης ο βαφτιστής μας έστειλε και λέει Εσύ 'σαι εκεί- » νος πούρχεται ή άλλονε να καρτερούμε;» Αυτή την ώρα γιάτρεψε πολλούς από αρρώστιες κι’ από βάσανα και πνέματα κακά, και πολλών τυφλών τους χάρισε το φως τους. Κι' αποκρίθη και τους είπε «Πηγαίνετε » και πληροφορήστε τον Ιωάνη όσα είδατε κι’ ακού- » σατε. Τυφλοί ξαναβλέπουν, κουτσοί περπατούν, » λωβιασμένοι καθαρίζουνται, και κουφοί ακούνε, νε- » κροί ανασταίνουνται, και σε φτωχούς πάει μήνημα » χαράς. Και μακαρισμένος όπιος δε σκανταλιστεί μα- » ζί μου».

54. Και σα φύγανε οι αποσταλμένοι του Ιωάνη, άρχισε κι’ έλεγε στα πλήθη για τον Ιωάνη «Τι βγή- » κατε στην ερημιά για να κοιτάξτε; καλάμι ανε- » μοσάλευτο; Μόνε τι βγήκατε να δείτε; άνθρωπο » απαλά φορέματα ντυμένο; Νά, όσοι έχουνε απαλές » στολές και πλούτη είναι στα βασιλικά παλάτια. » Μόνε τι βγήκατε να δείτε; προφήτη; Ναι σας λέω, » και περισσότερο από προφήτη. Αυτός είναι που γρά- » φτηκε _ Νά στέλνω τον άγγελό μου προτύτερά σου, » που θα φτιάσει πριν τη στράτα σου _ . Σας λέω, μέσα » σε γεννήματα γυναικών μεγαλύτερος κανείς δεν είναι » από τον Ιωάνη• όμως ο μικρότερος στη βασιλεία » του Θεού είναι μεγαλύτερός του». Κι' όλος ο λαός σαν [τον] άκουσαν, καθώς κι’ οι τελώνες, έκαναν την απόφαση του Θεού, γιατί βαφτίστηκαν το βάφτισμα του Ιωάνη• όμως οι Φαρισαίοι κι’ οι Νομοδιάβαστοι, αυτοί παράκουσαν το θέλημα του Θεού που δε βαφτί- στηκαν από τον Ιωάνη.

55. «Με τι λοιπόν να παραβάλω αυτής της φύτρας » τους ανθρώπους και τι μιάζουν; Μιάζουν παιδιά που » κάθουνται στην αγορά και κράζουν τόνα τ' αλλουνού » _ Αυλούς σας λαλήσαμε και δε χορέψατε• μυρολογή- » σαμε και δεν κλάψατε _ . Γιατί ήρθε ο Ιωάνης ο βα- » φτιστής που δεν έτρωγε ψωμί και κρασί δεν έπινε, » και λέτε Δαιμόνιο έχει• ήρθε ο γιος τ' ανθρώπου που » τρώει και πίνει, και λέτε Νά άνθρωπος φαγάς και » κρασοπότης, φίλος με τελώνες και μ' αμαρτωλούς. » Κι' άγιασε η γνώση απ' όλα της τα τέκνα».

56. Κι' ένας Φαρισαίος τον παρακαλούσε να φάει μαζί του• και μπήκε στου Φαρισαίου και κάθησε [να φάει]. Και να μια γυναίκα πούτανε στη χώρα αμαρ- τωλή, και σαν έμαθε πως κάθεται [και τρώει] στου Φαρισαίου, έφερε αλαβάστρινο λαγήνι με μυρουδικό, και κάθησε σιμά στα πόδια του από πίσω κλαίοντας, κι’ άρχισε με τα δάκρια ναν του βρέχει τα ποδάρια, και με τα μαλλιά της κεφαλής της σφούγγιζε και φιλούσε τα πόδια του και τ' άλειφε μυρουδικό. Και σαν τόδε ο Φαρισαίος που τον προσκάλεσε, είπε μέσα του λέγοντας «Αυτός αν είταν ο προφήτης, θάξερε πια » και τι 'ναι η γυναίκα που τον αγγίζει, γιατί 'ναι » αμαρτωλή». Κι' αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε « Σίμωνα, έχω κάτι να σου πω». Κι' εκείνος «Δά- » σκαλε» είπε «λέγε». «Ένας δανειστής είχε διο » χρεώστες• ο ένας χρώσταε πεντακόσα δηνάρια κι’ ο » άλλος πενήντα• και σα δεν είχανε να πλερώσουν, τα » χάρισε και στους διο. Πιος τους λοιπόν θαν τον αγα- » πήσει πιο πολύ;» Αποκρίθηκε ο Σίμωνας κι’ είπε « Θαρρώ πως οπιονού χάρισε το πιο πολύ». Κι' εκεί- νος τούπε «Ορθά αποκρίθηκες». Και γυρνώντας κατά τη γυναίκα, είπε του Σίμωνα «Βλέπεις αυτή » τη γυναίκα; Μπήκα σπίτι σου, νερό για τα πόδια » δε μούδωκες• μα αυτή με τα δάκρια μούβρεξε τα » πόδια και με τα μαλλιά της τα σφούγγισε. Φίλημα » δε μούδωκες• μα αυτή από τη στιγμή που μπήκα » όλο μου φιλά τα πόδια. Λάδι το κεφάλι μου δεν άλει- » ψες• αυτή όμως με μυρουδικό μ' άλειψε τα πόδια. » Γι' αυτό συχωρεμένες της οι αμαρτίες οι πολλές, » γιατί αγάπησε πολύ• σ' όπιον όμως λίγο συχωρνά- » ται, λίγο κι’ αγαπά»• Και της είπε «Συχωρεμένες » σου οι αμαρτίες». Κι' αρχίσανε οι συντράπεζοι να λένε μέσα τους «Πιος είναι αυτός που κι’ αμαρτίες » συχωρνά;» Κι' είπε της γυναικός «Η πίστη σου » σε γλύτωσε• σήρε στο καλό».

[8] 57. Και συνέβηκε κατόπι, ο Ιησούς περνούσε χώρα χώρα και χωριό χωριό, κηρύχνοντας 'και λέγοντας το καλό το μήνημα της βασιλείας του Θεού, [καθώς] κι’ οι δώδεκα μαζί του, και μερικές γυναίκες γιατρεμένες από πνέματα κακά κι’ αρρώστιες, η Μαρία που τη λέ- γανε Μαγδαληνή, που εφτά δαιμόνια είχανε βγει από μέσα της, κι’ η Ιωάνα η γυναίκα του Χουζά, του επι- στάτη του Ηρώδη, κι’ η Σουσάννα, κι’ άλλες πολλές, που τους βοηθούσαν από τα υπάρχοντά τους.

58. Κι' ενώ μαζεύουνταν λαός πολύς και πηγαί- νανε όπου είταν από κάθε χώρα, είπε με παραβολή « Βγήκε ο σπάρτης να σπείρει το σπόρο του. Και κα- » θώς έσπαιρνε, άλλα πέσανε σιμά στο δρόμο και πα- » τήθηκαν, και τα πουλιά τ' ουρανού τα φάγανε. Κι' » άλλο έπεσε σε πέτρα απάνου, κι’ αφού φύτρωσε ξε- » ράθη, τι δεν είχε ογράδα. Κι' άλλο έπεσε στων αγ- » καθιών τη μέση, και φυτρώνοντας μαζί τ' αγκάθια » το συνέπνιξαν. Κι' άλλο έπεσε στο χώμα το καλό, » και σα φύτρωσε έκανε καρπό εκατοντάδιπλο». Αυ- τά λέγοντας φώναζε «Όπιος έχει αυτιά ν' ακούει, ας » ακούει». Και τόνε ρωτούσαν οι μαθητάδες του σαν τι θα πει τάχα αυτή η παραβολή, κι’ εκείνος είπε « Εσάς σας δόθηκε να μάθετε τα μυστικά της βασι- » λείας του Θεού, όμως στους άλλους με παραβολές, » που βλέποντας να μη βλέπουνε κι’ ακώντας να μη » νιώθουν. Και θα πει αυτή η παραβολή. Ο σπόρος » είναι ο λόγος του Θεού. Κι' αυτοί σιμά στο δρόμο » είναι όσοι ακούσουνε, κατόπι φτάνει ο Διάβολος και » τους βγάζει απ' την καρδιά το λόγο για να μην » πιστέψουν και σωθούν. Κι' αυτοί στην πέτρα απά- » νου, όσοι σαν ακούσουν δέχουνται το λόγο με χαρά » και τους λείπει ρίζα, που πρόσκαιρα πιστεύουν και » σ' ώρα πειρασμού τραβιούνται. Και το πεσμένο [μέ- » σα] στ' αγκάθια, αυτοί 'ναι όσοι ακούσουν, κι’ από » φροντίδες κι’ από πλούτη κι από καλοπέραση παν » και συνεπνίγουνται και δεν καρποφορούν. Κι' εκείνο » μέσα στο καλό το χώμα, αυτοί 'ναι όσοι σαν ακού- » σουνε το λόγο με καλή και μ' αγαθή καρδιά, τόνε » βαστούν και δίνουνε καρπό με την απομονή. Και » κανείς όταν ανάψει λύχνο, δεν τόνε σκεπάζει με δο- » χείο μήτε τόνε βάζει κάτου από κλινάρι, μόνε σε » λυχνοστάτη απάνου τόνε βάζει. Γιατί κρυφό δεν » έχει που δε θα φανερωθεί, μηδ' έχει μυστικό που δε » θα μαθευτεί και βγει στο φως. Βλέπετε λοιπόν πώς » ακούτε. Γιατί όπιος έχει θαν του δοθεί, κι’ όπιος δεν » έχει θαν του πάρουν κι’ ό,τι θαρρεί πως έχει».

59. Κι' ήρθε ναν τόνε βρει η μητέρα του και τ' α- δέρφια του, και δε μπορούσανε ναν του μιλήσουν από το πλήθος. Και τον πληροφόρησαν «Η μητέρα σου » και τ' αδέρφια σου στέκουν όξω θέλοντας να σε » δουν». Κι' εκείνος αποκρίθη και τους είπε «Μητέρα » μου κι’ αδέρφια μου αυτοί 'ναι, όσοι ακούν και κά- » νουνε το λόγο του Θεού».

60. Και συνέβηκε μια μέρα, μπήκε σε καράβι, [καθώς] κι’ οι μαθητάδες του, και τους είπε «Ας » περάσουμε στ' αντίπερα της λίμνης». Και σηκώ- θηκαν. Κι' ενώ ταξίδευαν αποκοιμήθη. Και κατέβηκε στη λίμνη ανεμοζάλη, και γιομίζανε [νερά] και κιντυ- νεύανε. Και πήγαν και τόνε σηκώσανε λέγοντας «Α- » φέντη, αφέντη, χανόμαστε». Κι' εκείνος σηκώθη και μάλωσε τον άνεμο και τη φουρτούνα, και σταμά- τησαν κι’ έγινε καλοσύνη. Και τους είπε «Πού 'ναι » η πίστη σας;» Κι' αυτοί φοβήθηκαν κι’ απόρησαν, λέγοντας μεταξύ τους «Πιος άραγε είναι αυτός που » και τους ανέμους προστάζει και τα κύματα;»

Και πήγαν κι’ άραξαν στον τόπο των Γερασηνών πούναι αντίπερα της Γαλιλαίας. 61. Και σα βγήκε στην ξηρά, απάντησε άνθρωπο από τη χώρα με δαι- μόνια, κι’ είχε αρκετόν καιρό να βάλει ρούχο, και δεν έμενε σε σπίτι μόνε στα μνήματα. Και σαν είδε τον Ιησού, ξεφώνισε και τούπεσε στα πόδια, κι’ είπε με φωνή μεγάλη «Τι θέλεις από μένα, Ιησού, γιέ του » Θεού του ύψιστου; Παρακαλώ σε, μη με βασανί- » σεις», τι πρόσταξε το πνέμα τ' ακάθαρτο να βγει μέσ' από τον άνθρωπο. Γιατί τον είχε πιάσει χρόνια πολλά, και τόνε φυλάγανε δεμένο μ' αλυσίδες και πε- δούκλες, και σπούσε τα δεσίματα και το δαιμόνιο τον έτρεχε στις ερημιές. Και τόνε ρώτησε ο Ιησούς «Τι » 'ναι τ' όνομά σου;» Κι' εκείνος είπε «Λεγιώνας», γιατί είχανε μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. Και τον παρακαλούσανε να μην τα προστάξει να πάνε κάτου στα τρίσβαθα. Κι' είταν εκεί αρκετό κοπάδι χοίροι που βοσκούσανε στο λόγγο, και τον παρακαλούσαν ναν τ' αφίσει και να μπούνε μέσ' στους χοίρους• και τ' ά- φισε. Και σα βγήκαν τα δαιμόνια από τον άνθρωπο, μπήκανε στους χοίρους, κι’ όρμησε το κοπάδι κάτου από τον γκρεμό στη λίμνη και πνίγηκε. Και σαν είδαν οι βοσκοί το περιστατικό, έφυγαν και δώκανε είδηση στη χώρα και στις εξοχές. Και βγήκανε να δουν το περιστατικό, κι’ ήρθανε στον Ιησού και βρήκανε τον άνθρωπο που βγήκαν τα δαιμόνια από μέσα του να κάθεται ντυμένος και σωστός κοντά στα πόδια του Ιησού και φοβηθήκανε. Κι' όσοι είδαν τους δηγήθη- καν πώς σώθηκε ο δαιμονισμένος. Και τον παρακάλεσε όλος ο λαός από τα γύρω μέρη των Γερασηνών να φύγει από τον τόπο τους, τι τους κυρίεψε μεγάλος φόβος. 62. Και μπήκε εκείνος σε καράβι και γύρισε πίσω.

Και τον παρακαλούσε ο άνθρωπος που βγήκαν τα δαιμόνια από μέσα του να μείνει μαζί του, μα τον έστειλε πίσω λέγοντας «Γύρισε πίσω σπίτι σου και » λέγε όσα σούκανε ο Θεός». Και πήγε [αυτός] παν- τού στη χώρα διαλαλώντας όσα τούκανε ο Ιησούς.

63. Και στο γυρισμό του τόνε δέχτηκε ο λαός τον Ιησού, γιατί τον καρτερούσαν όλοι. Και να ήρθε ένας άνθρωπος που λέγουνταν Ιάειρος κι’ είταν αρχισυνά- γωγος, και πέφτοντας στα πόδια του Ιησού τον πα- ρακαλούσε νάρθει σπίτι του, τι είχε μοναχοκόρη ως δώδεκα χρονών και πέθαινε. Κι' ενώ πήγαινε τόνε στενοχωρούσε ο κόσμος. Και μια γυναίκα μ' αιμορρα- γία δώδεκα χρόνια π' από κανένα δεν κατόρθωσε να γιατρευτεί, πήγε κοντά από πίσω κι’ άγγιξε την άκρη του ρούχου του, κι’ αμέσως της σταμάτησε η αιμορ- ραγία. Κι' είπε ο Ιησούς «Πιος μ' άγγιξε:» Κι' ενώ όλοι λέγανε όχι, είπε ο Πέτρος «Κύριε, ο κόσμος σε » στενοχωρεί και σε στρυμώνει». Κι' ο Ιησούς είπε « Κάπιος μ' άγγιξε• γιατί εγώ ένιωσα δύναμη που » βγήκε από μέσα μου». Κι' όταν είδε η γυναίκα πως δεν κρύφτηκε, ήρθε τρέμοντας, και πέφτοντας στα πόδια του φανέρωσε μπροστά σ' όλο το πλήθος το για- τί τον άγγιξε και πως γιατρεύτη στη στιγμή. Κι' ε- κείνος της είπε «Κόρη [μου], η πίστη σου σε γλύ- » τωσε• σήρε στο καλό.».

Κι' ενώ μιλούσε ακόμα, έρχεται ένας από τ' αρχι- συναγώγου και λέει πως «Η κόρη σου πέθανε• μην » πειράζεις πια το δάσκαλο». Και σαν τ' άκουσε ο Ιησούς, τ' απάντησε «Μη φοβάσαι, παρά πίστεψε » και θα σωθεί». Και σαν έφτασε στο σπίτι, δεν άφισε κανένα να μπει μαζί του μέσα, εξόν τον Πέτρο και τον Ιωάνη και τον Ιάκωβο και τον πατέρα του κορι- τσού και τη μητέρα. Κι' όλοι έκλαιγαν και τη μυρο- λογούσαν. Κι' εκείνος είπε «Μην κλαίτε, γιατί δεν » πέθανε μόνε κοιμάται». Και τον περγελούσαν, τι ήξεραν πως πέθανε. Μα εκείνος έπιασε το χέρι της και φώναξε λέγοντας «Κόρη [μου], σήκω». Και γύρισε η ψυχή της, και σηκώθηκε στη στιγμή. Και πρόσταξε ναν της δοθεί να φάει. Και σαστίσανε οι γονέοι της, όμως αυτός τους σύστησε να μην το πούνε κανενός το περιστατικό.

64. Και φώναξε μαζί τους δώδεκα και τους έδωκε [9] δύναμη κι’ εξουσία απάνου σ' όλα τα δαιμόνια, [κα- θώς] και να γιατρεύουν αρρώστιες, και τους έστειλε να διαλαλούν τη βασιλεία του Θεού και να γιατρεύουν, και τους είπε «Τίποτα μην πάρτε για το δρόμο, μήτε » ραβδί μήτε ταγάρι μήτε ψωμί μήτε χρήματα, κι’ » ούτε νάχετε διο ρούχα. Και σ' όπιο σπίτι μπείτε, » εκεί να μένετε κι’ από κει να βγαίνετε. Κι' όσοι δε » σας δέχουνται, καθώς βγαίνετε από τη χώρα εκείνη » τινάξτε τη σκόνη από τα πόδια σας, έτσι για να » φωτιστούν». Και βγήκαν και περνούσαν τα χωριά χωριά, διαλαλώντας το καλό το μήνημα και γιατρεύ- οντας παντού.

[65]. Κι' άκουσε ο Ηρώδης ο τέτραρχος όλα όσα γίνηκαν, κι’ απορούσε το τι λέγανε μερικοί, πως ο Ιωάνης σηκώθηκε από τους νεκρούς, και μερικοί πως φάνηκε ο Ηλίας, κι’ άλλοι πως αναστήθηκε ένας προ- φήτης από τους παλιούς. Κι' ο Ηρώδης είπε «Τον » Ιωάνη εγώ τον έκοψα• και πιος είναι αυτός π' α- » κούω τέτια;» Και ζητούσε ναν τόνε δει.

66. Και σα γύρισαν οι απόστολοι πίσω, τούπαν όσα έκαναν. Και τους πήρε και τραβήχτηκε χώρια σε μια χώρα που τη λένε Βηδσαϊδά. Και τόμα- θαν τα πλήθη και τον ακολούθησαν. Και τους δέ- χτηκε, και τους μιλούσε για τη βασιλεία του Θεού, κι’ όσοι θέλανε γιατριά τους γιάτρευε. 67. Κι' άρχισε η ώρα να περνά, και πήγαν οι δώδεκα και τούπανε « Σκόλασε το πλήθος, για να πάνε στα χωριά τα » γύρω και στις εξοχές να μείνουν και να βρούνε θρό- » φιμα, γιατί εδώ βρισκόμαστε σε μέρος έρημο». Και τους είπε «Δώστε τους εσείς να φαν». Κι' είπανε « Δεν έχουμε παρά πέντε ψωμιά και διο ψάρια, εξόν » αν πάμε και ψωνίσουμε εμείς για όλονε αυτόν τον » κόσμο». Γιατί 'τανε ως πέντε χιλιάδες ψυχές. Κι' είπε στους μαθητάδες του «Βάλτε τους να καθή- » σουνε [έτσι] συντροφιές ως από πενήντα η καθεμιά Κι' έκαναν έτσι, και τους καθίσανε όλους χάμου. Και πήρε τα πέντε τα ψωμιά και τα διο τα ψάρια, και κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό τα βλόγησε, κι’ έκοψε κο- μάτια κι’ έδινε στους μαθητάδες για ναν τα προσφέ- ρουνε στο πλήθος. Κ' έφαγαν όλοι και χορτάσανε, και πήραν ό,τι κομάτια τους περίσσεψαν, δώδεκα κο- φίνια.

68. Και συνέβηκε, ενώ έκανε την προσευκή του χώρια, είτανε μαζί του οι μαθητάδες. Και τους ρώ- τησε κι’ είπε «Πιος λεν τα πλήθη πως είμαι;» Κι' απάντησαν εκείνοι κι’ είπαν «Ο Ιωάνης ο βαφτιστής, » κι’ άλλοι ο Ηλίας, κι’ άλλοι πως κάπιος προφήτης » αναστήθηκε από τους παλιούς». Και τους είπε « Κι' εσείς πιος λέτε πως είμαι;» Κι' αποκρίθη ο Πέτρος κι’ είπε «Ο μυρωμένος του Θεού». Κι' αυτός τους πρόσταξε και τους σύστησε να μην το λένε αυτό κανενός, κι’ είπε πως ο γιος τ' ανθρώπου πρέπει πολλά να πάθει, και ν' αποκηρυχτεί από τους δημογερόντους και πρωτοπαπάδες και διαβασμένους, και να θανα- τωθεί και την τρίτη μέρα ν' αναστηθεί.

69. Κι' έλεγε σ' όλους «Αν κανείς θέλει νάρχεται » πίσω μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, κι’ ας ση- » κώνει το σταυρό του καθεμέρα κι’ ας μ' ακολουθά. » Γιατί όπιος θέλει να γλυτώσει τη ζωή του, θαν τη » χάσει• μα όπιος για μένα χάσει τη ζωή του, αυτός » θαν τη γλυτώσει. Γιατί τι τ' όφελος στον άνθρωπο » αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, μα χάσει τον εαυτό » του ή ζημιωθεί; Γιατί όπιος με ντραπεί εμένα και » τα λόγια μου, αυτόν ο γιος τ' ανθρώπου θαν τόνε » ντραπεί σαν έρθει μέσα στη δόξα του [καθώς] και » του πατέρα του και των άγιων των αγγέλων. Και » σας λέω αληθινά• στέκουν εδώ μερικοί που δε θα » δοκιμάσουνε θάνατο ως που να δουν τη βασιλεία του » Θεού».

70. Και συνέβηκε, ύστερα απ' αυτά τα λόγια ως μέρες οχτώ πήρε τον Πέτρο και τον Ιωάνη και τον Ιάκωβο κι’ ανέβηκε στο βουνό να προσευκηθεί. Και κατά την προσευκή του άλλαζε η μορφή του προσώ- που του, κι’ η φορεσιά του έγινε άσπρη αστραφτερή. Και να άντρες διο μιλούσανε μαζί του, κι’ αυτοί 'ταν ο Μωυσής κι’ ο Ηλίας, που φανήκανε με δόξα κι’ έ- λεγαν το μισεμό του που θ' αλήθευε στην Ιερουσαλήμ. Κι' ο Πέτρος κι’ οι συντρόφοι του είταν κατανυσταγ- μένοι, μα αγρύπνησαν ως τέλος κι’ είδανε τη δόξα του και τους διο τους άντρες πούμειναν εκεί μαζί του. Και συνέβη, ενώ τον άφιναν να φύγουν, είπε ο Πέτρος του Ιησού «Κύριε, καλά 'ναι εδώ να μείνουμε, κι’ ας » στήσουμε τρεις καλύβες, μια για σένα, και του Μωυ- » σή μια, και μια για τον Ηλία», γιατί δεν ήξερε τι λέει. Μα ενώ μιλούσε αυτά, ήρθε σύννεφο και τους σκέπαζε• και φοβηθήκανε όταν μπήκανε στο σύννεφο. Και βγήκε από το σύννεφο φωνή κι’ έλεγε «Αυτός » είναι ο γιος μου ο εκλεχτός• αυτόνε ν' ακούτε». Και σαν ακούστηκε η φωνή, βρέθηκε ο Ιησούς μονάχος. Κι' εκείνοι σώπασαν, και κανενός δεν είπαν τότες τί- ποτα απ' όσα είδαν.

71. Και συνέβη, την κατόπι μέρα όταν κατέβη- καν από το βουνό, απάντησε πλήθος πολύ. Και να ένας από το πλήθος φώναξε κι’ είπε «Δάσκαλε, σε « παρακαλώ, έλα να δεις το γιο μου, γιατί 'ναι μου » μονοπαίδι, και να πνέμα τον πιάνει, κι’ άξαφνα ξε- » φωνεί, και τόνε σπαράζει μ' αφρούς και μόλις τον » αφίνει σακατεύοντάς τον. Και παρακάλεσα τους μα- » θητάδες σου ναν το βγάλουν και δεν κατόρθωσαν». Κι' ο Ιησούς αποκρίθη κι’ είπε «Ω γενεά άπιστη και » στρεβλή, ως πότε θα μένω μαζί σας και θα σας υπο- » φέρνω; Φέρε εδώ το γιο σου». Κι' ενώ ακόμα σί- μωνε, τον έρρηξε το δαιμόνιο και τόνε σπάραξε. Και μάλωσε το πνέμα τ' ακάθαρτο, και γιάτρεψε το παιδί και τόδωκε πίσω του πατέρα του. Και σαστίζανε όλοι με τη μεγαλοσύνη του Θεού.

72. Κι' ενώ απορούσαν όλοι μ' όλα όσα έκανε, είπε στους μαθητάδες του «Προσέξτε εσείς αυτά τα λόγια, » γιατί 'ναι ο γιος τ' ανθρώπου να παραδοθεί σε χέ- » ρια ανθρώπων». Κι' εκείνοι αυτό το λόγο δεν τον ένιωθαν, και τους είτανε σκεπασμένος για να μην τον εννοούν, και φοβούντανε ναν τόνε ρωτήσουν τι 'ναι αυ- τός ο λόγος.

Και τους μπήκε ο στοχασμός, πιος τους τάχα νά- 'ναι ο μεγαλύτερος. Κι' ο Ιησούς ένιωσε το στοχα- σμό της καρδίας τους, και πήρε ένα παιδάκι και τό- στησε κοντά του και τους είπε «Όπιος δεχτεί στ' ο- » νομά μου ετούτο το παιδάκι, εμένα δέχεται• κι ο- » πιος μένα δεχτεί, δέχεται το στάλτη μου. Γιατί » όπιος σας είναι απ' όλους ο μικρότερος, αυτός είναι » μεγάλος».

Κι' αποκρίθη ο Ιωάνης κι’ είπε «Κύριε, είδαμε έναν » που με τ' όνομά σου έβγαζε δαιμόνια, και δεν τον » αφίσαμε γιατί δεν πάει μαζί μας». Κι' ο Ιησούς του είπε «'Αφίστε [τον], γιατί όπιος δε σας είναι αντί- » θετός σας είναι μαζί σας».

73. Και συνέβηκε, όταν έφτασαν οι μέρες του ν' α- ναληφτεί, κάρφωσε τα μάτια του κατά το δρόμο της Ιερουσαλήμ, κι’ έστειλε αποσταλμένους πριν, και πή- γαν και μπήκανε σ' ένα Σαμαρείτικο χωριό για ναν του ετοιμάσουν. Και δεν τόνε δέχτηκαν, γιατί 'ταν ο σκοπός του κατά την Ιερουσαλήμ. Κι' ιδόντας το οι μαθητάδες, ο Ιάκωβος κι’ ο Ιωάνης, είπαν «Κύ- » ριε, θες να πούμε από τον ουρανό να κατεβεί φωτιά » και ναν τους ξολοθρέψει;». Και γύρισε και τους μά- λωσε. 74. Και πήγανε σ' άλλο χωριό.

Κι' ενώ πηγαίνανε, στο δρόμο κάπιος τούπε «Θα » σ' ακολουθήσω όπου κι’ αν πας». Κι' ο Ιησούς του είπε «Οι αλεπούδες έχουν τρύπες και τα πουλιά τ' » ουρανού φωλαές, όμως ο γιος τ' ανθρώπου δεν έχει » πού να γήρει το κεφάλι». Κι' ενός άλλου τούπε « Ακολούθα με». Κι' εκείνος είπε «Παραχώρησέ μου » πρώτα το να πάω και θάψω τον πατέρα μου». Και τούπε «Ας θάψουν τους νεκρούς τους οι νεκροί, και » σήρε εσύ και κήρυχνε τη βασιλεία του Θεού». Κι' είπε κι’ ένας άλλος «Θα σ' ακολουθήσω, Κύριε, μα « παραχώρησέ μου πρώτα ν' αποχαιρετήσω τους δι- » κούς μου σπίτι». Κι' ο Ιησούς είπε «Άνθρωπος » που πιάνει αλέτρι και κοιτάζει πίσω, τόπο δεν έχει » στη βασιλεία του Θεού».

[10] 75. Κι' όρισε κατόπι ο Κύριος άλλους εβδομήντα διο, και τους έστειλε μπροστά διο διο σε κάθε χώρα και σε μέρος πούτανε να πάει ο ίδιος. Και τους έλεγε « Πολύς ο θέρος, μα οι εργάτες λίγοι• παρακαλέστε » λοιπόν το νοικοκύρη του θέρου να βγάλει εργάτες για » το θέρο του. Πηγαίνετε. Νά, σας στέλνω σαν αρνιά » στη μέση λύκων. Μη βαστάτε πουγγί, όχι ταγάρι, » όχι σαντάλια, και μη χαιρετήστε στο δρόμο κανέ- » ναν. Και σ' όπιο σπίτι μπείτε, να λέτε πρώτα Ειρήνη » στο σπίτι σας. Κι' αν εκεί 'ναι γιος ειρήνης, θ' απα- » κουμπήσει απάνου του η ειρήνη σας• ειδεμή, θα γυ- » ρίσει πίσω σ' εσάς. Και μένετε στο ίδιο σπίτι τρώ- » γοντας και πίνοντας ό,τι σας δώσουν, τι αξίζει ο » δουλευτής την πλερωμή του. 76. Μην αλλάξτε από » σπίτι σε σπίτι. Και σ' όπια χώρα μπαίνετε και σας » δέχουνται, τρώτε ό,τι σας προσφέρνουν και για- » τρεύετε τους αρρώστους τους, και λέτε τους Σάς έ- » φτασε η βασιλεία του Θεού. Μα σ' όπια χώρα μπείτε » και δε σας δέχουνται, βγάτε στις δημοσιές της και » πέστε Και τη σκόνη που μας κόλλησε στα πόδια » από τη χώρα σας πάρτε την, την ξεσκουπίζουμε• » όμως να ξέρτε αυτό, πως ζύγωσε η βασιλεία του » Θεού. Σας λέω πως τη μέρα εκείνη υποφερτότερα » τα Σόδομα θα πάθουν παρά η χώρα εκείνη.

« Αλίμονό σου, Χοραζείν! αλίμονό σου, Βηδσαϊδά! » Τι αν είχανε γενεί στην Τύρο και Σιδώνα τα θά- » ματα που σας έγιναν, καιρό τώρα θάχανε μετανιώ- » σει καθισμένοι με σακκόπανο και στάχτη. Μα η Τύρο » κι’ η Σιδώνα υποφερτότερα θα πάθει στον καιρό της » κρίσης παρά εσείς. Κι' εσύ, Καφαρναούμ, που ως » στον ουρανό σηκώθης, ως στον Άδη θενά κατεβείς. » Όπιος σας ακούει, εμένα ακούει• κι’ όπιος σας » παρακούει, εμένα παρακούει• κι’ όπιος παρακούει » εμένα, παρακούει το στάλτη μου».

77. Και γύρισαν οι εβδομήντα διο χαρούμενοι και λέγανε «Κύριε, με τ' όνομά σου και τα δαιμόνια μας » ακούν». Και τους είπε «Θωρούσα το Σατανά πού- » πεσε απ' τον ουρανό σαν αστραπή. Νά, σας έδωκα » την εξουσία του να πατείτε φείδια και σκορπιούς και » κάθε δύναμη του εχτρού, και τίποτα δε θα σας » βλάψει. Όμως γι' αυτό μη χαίρεστε, το πως σας » ακούν τα πνέματα• μόνε να χαίρεστε που γράφτηκαν » τα ονόματά σας στα ουράνια».