Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο
Part 10
12. Και σαν έφτασε ο καιρός του καθαρισμού τους, τον πήγανε — σύφωνα με το νόμο του Μωυσή — απά- νου στα Ιεροσόλυμα ναν τον προσφέρουν του Κυρίου (καθώς είναι γραμένο μέσα στο Νόμο του Κυρίου, πως _ Κάθε ασερνικό π' ανοίγει μήτρα ν' αφιερώνεται στον Κύριο) _ και για να δώσουνε θυσία, κατά τα ορισμένα μέσα στο Νόμο του Κυρίου, ένα ζευγάρι τρυγόνες ή διο πιτσούνια.
13. Και να είταν ένας άνθρωπος στην Ιερουσαλήμ που τ' όνομά του Συμεώνας, άνθρωπος άγιος και θεο- φοβούμενος, που πρόσμενε παρηγοριά του Ισραήλ κι’ απάνου του είταν πνέμα άγιο. Και τούτανε φανερω- μένο από το πνέμα τ' άγιο να μη θωρήσει θάνατο πρι δει το μυρωμένο του Κυρίου. Κι' από το πνέμα οδηγημένος ήρθε στο ναό, και μόλις φέρανε οι γονιοί του μέσα το παιδί Ιησού με σκοπό ναν του κάνουν κατά τα συνειθισμένα του Νόμου, το πήρε αυτός στην αγκαλιά, και δοξολόγησε το Θεό κι’ είπε «Τώρα, α- » φέντη, λευτερώνεις το σκλάβο σου, κατά το λόγο σου » μ' ειρήνη, τι είδαν τα μάτια μου τη σωτηρία σου » που ετοίμασες σ' όλα μπροστά τα έθνη, [το] φως που » θα φωτίσει έθνη και δοξάσει το λαό σου τον Ισ- » ραήλ». Κι' απορούσε ο πατέρας του κι’ η μητέρα το τι λαλούσανε γι' αυτόν. Κι' ο Συμεώνας τους μα- κάρισε κι’ είπε της Μαριάμ της μητέρας του «Νά αυ- » τός ορίστη για να πέσουν και να σηκωθούν πολλοί » μέσα στον Ισραήλ και για σημάδι φιλονεικημένο. » Κι' εσένα ακόμα την ψυχή θα σ' τη διαβεί κοντάρι » έτσι για να ξεσκεπαστούνε μέσα από πολλές καρδιές » οι στοχασμοί».
14. Κι' είταν η Άννα η προφήτισσα κόρη του Φα- νουήλ από τη φυλή Ασήρ, προχωρημένη πολύ στα χρόνια, πούζησε μ' άντρα χρόνια εφτά από τον καιρό της παρθενιάς της και τότες χήρα ως ογδόντα τέσσερα χρόνια, που δε σάλευε από το ναό, με νήστιες και με προσευκές προσκυνώντας νύχτα μέρα. Και φτάνοντας εκείνη τη στιγμή, δοξολογούσε το Θεό κι’ έλεγε γι' αυ- τόνε σ' όλους όσους καρτερούσαν λευτεριά της Ιερου- σαλήμ.
15. Και σαν τελιώσανε όλα τα κατά το Νόμο του Κυρίου, γυρίσανε στη Γαλιλαία, στην πατρίδα τους Ναζαρέθ. Και το παιδί μεγάλωνε και δυνάμωνε γιο- μίζοντας σοφία, κι’ είταν απάνου του η χάρη του Θεού.
Και κάθε χρόνο τη σκόλη του πάσκα πηγαίνανε οι γονέοι του στην Ιερουσαλήμ 16. Και σαν έγινε δώ- δεκα χρονών, ενώ ανέβαιναν εκείνοι κατά τη συνήθια της σκόλης και τέλιωσαν τις μέρες, έμεινε στο γυρισμό τους πίσω το παιδί ο Ιησούς στην Ιερουσαλήμ δίχως ναν το νιώσουνε οι γονιοί του. Και νομίζοντας πως είτανε μαζί με τους συνταξιδιώτες, πήγανε μιας μέ- ρας δρόμο και τόνε ζητούσαν μεταξύ στους συγγενή- δες και τους φίλους• κι’ άμα δεν τον ηύρανε, γύρισαν πίσω στην Ιερουσαλήμ και τόνε ζητούσαν. Και συνέ- βηκε, τρεις μέρες ύστερα τον ηύρανε που καθισμένος στο ναό στη μέση των δασκάλων τους άκουγε και τους ρωτούσε. Κι' απορούσαν όλοι με το νου του και τ' α- παντήματά του. Και βλέποντας τον σάστισαν, και τούπε η μητέρα του «Παιδί [μου], έτσι γιατί μας » έκανες; Νά ο πατέρας σου κι’ εγώ καταθλιμένοι σε » ζητούμε». Και τους είπε «Τι κι’ α με ζητούσατε; » Δεν ξέρατε πως στου πατέρα μου πρέπει νάμαι » εγώ;» Κι' αυτοί δεν ένιωσαν το λόγο που τους μί- λησε. Και κατέβηκε μαζί τους κι’ ήρθε στη Ναζαρέθ, κι’ έκανε το θέλημά τους. Κι' η μητέρα του φύλαγε όλα αυτά τα λόγια μέσα στην καρδιά της. Και πρό- κοβε ο Ιησούς σε γνώση και μεγάλωνε και κέρδιζε τη χάρη του Θεού και των ανθρώπων.
17. Και το δέκατο πέμτο χρόνο της βασιλείας [3] του Τιβερίου του Καίσαρα, όταν κυβερνούσε την Ιου- δαία ο Πόντιος Πειλάτος, κι’ είταν τετράρχης της Γαλιλαίας ο Ηρώδης, κι’ ο Φίλιππος ο αδερφός του τετράρχης της Ιτουραίας και του Τραχωνίτη τόπου, και της Αβειληνής τετράρχης ο Λυσάνιος, στον καιρό της αρχιερατείας του Άννα και του Καϊάφα, πήγε λόγος του Θεού στον Ιωάνη, του Ζαχαρία το γιο, εκεί στην έρημο, κι’ ήρθε σ' όλα τα περίχωρα του Ιορδάνη κηρύχνοντας βάφτισμα μετανιωμού για να συχωρεθούν οι αμαρτίες, όπως είναι γραμένο μέσα σε βιβλίο λόγων του Ησαΐα του προφήτη _ Φωνή που κά- πως κράζει, στην έρημο. Ετοιμάστε το δρόμο του Κυ- ρίου, ίσια κάντε τα μονοπάτια του. Κάθε λαγγάδι θα γιομίσει, και κάθε όρος και βουνό θα χαμηλώσει, και τα στραβά γραμμή θα γίνουν, και στράτες ίσες τα κακότοπα, και κάθε σάρκα, θενά δει τη σωτηρία του Θεού. _ Έλεγε λοιπόν στα πλήθη που βγαίνανε ναν τους βαφτίσει «Οχιάς γεννήματα, πιος σας οδήγησε » να γλυτώστε από την οργή που φτάνει; Κάντε » λοιπόν καρπούς άξιους του μετανιωμού και μην αρ- » χίστε μέσα σας και λέτε Πατέρα έχουμε τον Α- » βραάμ, γιατί σας λέω πως απ' αυτές τις πέτρες ο » Θεός μπορεί να βγάλει του παιδιά του Αβραάμ. » Και πια και το ξινάρι τώρα στέκει κοντά στη ρίζα » των δέντρων κάθε λοιπόν δέντρο που δεν κάνει καρ- » πό καλό κόβεται και ρήχνεται σε φωτιά». Και τόνε ρωτούσαν τα πλήθη κι’ έλεγαν «Τι λοιπόν να κάνου- » με;» Κι' αποκρίθη και τους έλεγε «Όπιος έχει διο » φορέματα, ας τα μοιραστεί μ' εκείνον που δεν έχει• » κι’ όπιος έχει θρόφιμα, ας κάνει το ίδιο».
18. Κι' ήρθανε να βαφτιστούν και τελώνες και τού- πανε «Δάσκαλε, τι να κάνουμε;» Κι' αυτός τους είπε «Τίποτα μην παίρνετε παρέκει παρά τ' ορισμένο » σας». Και τόνε ρωτούσαν και στρατιώτες κι’ έλε- γαν «Τι να κάνουμε κι’ εμείς;» Και τους είπε «Μη » γυμνώνετε κανένα και μην καταχραστήτε, κι’ ας σας » φτάνει ο μιστός σας».
19. Κι' ενώ καρτέραε ο λαός, και συλλογιούντανε μέσα στο νου τους όλοι για τον Ιωάνη, αυτός μην είταν άραγε ο Χριστός, αποκρίθη κι’ είπε ο Ιωάνης σ' όλους «Εγώ σας βαφτίζω με νερό, όμως φτάνει ο » δυνατώτερός μου, που δεν είμαι άξιος ναν του λύσω » το λουρί των σανταλιών του• αυτός θα σας βαφτίσει » με πνέμα άγιο και φωτιά. Που το φτιάρι 'ναι στο » χέρι του, για να παστρέψει πέρα ως πέρα τ' αλώνι » του, και να μαζέψει το στάρι στην αποθήκη του μα » τ' άχερο να κάψει μ' άσβυστη φωτιά». Πολλά λοι- πόν κι’ άλλα παρακινώντας το λαό, του μήναε το καλό το μήνημα. Κι' ο Ηρώδης ο τετράρχης, όταν [ο Ιωά- νης] τον κατάκρινε για την Ηρωδιάδα τη γυναίκα τ' α- δερφού του κι’ όλα όσα έκανε κακά ο Ηρώδης, στερνά π' όλα τέλος έκανε κι’ ετούτο, σφάλησε τον Ιωάνη μέσα σε φυλακή.
20. Και συνέβη, αφού βαφτίστηκε όλος ο λαός κι’ ότα βαφτίστη κι’ ο Ιησούς κι’ έκανε την προσευκή του, άνοιξε ο ουρανός και κατέβη απάνου του το Πνέ- μα τ' άγιο, με μορφή σωματική σαν περιστέρι, και βγήκε μια φωνή από τον ουρανό «Εσύ' σαι ο γιος » μου ο αγαπητός• εσένα καλογνώμησα».
21. Κι' είταν ο Ιησούς σαν άρχισε ως χρονών τρι- άντα, όντας γιος, όπως θαρρούσαν, του Ιωσήφ του Ηλεί του Ματθάτ του Λευεί του Μελχεί του Ιανναί του Ιωσήφ του Μαθθαθία του Άμως του Ναούμ του Εσλεί του Ναγγαί του Μαάθ του Ματταθία του Σε- μεείν του Ιωσήχ του Ιωδά του Ιωανάν του Ρησά του Ζοροβάβελ του Σαλαθιήλ του Νηρεί 22. του Μελχεί του Αδδεί του Κωσάμ του Ελμαδάμ του Ηρ του Ιησού του Ελιέζερ του Ιωρείμ του Μαθθάτ του Λευεί του Συμεών του Ιούδα του Ιωσήφ του Ιωνάμ του Ελιακείμ του Μελεά του Μεννά του Μετ- ταθά 23. του Ναθάμ του Δαυείδ του Ιεσσαί του Ιω- βήλ του Βοός του Σαλά του Ναασσών του Αδμείν του Αρνεί του Εσρών του Φαρές του Ιούδα του Ια- κώβ του Ισαάκ 24. του Αβραάμ του Θάρα του Να- χώρ του Σερούχ του Ραγαύ του Φάλεκ του Έβερ του Σαλά του Καινάμ του Αρφαξάδ του Σημ του Νώε του Λάμεχ του Μαθθουσαλά του Ενώχ του Ιάρετ του Μαλελεήλ του Καϊνάν του Ενώς του Σηθ του Αδάμ του Θεού.
[4] 25. Κι' ο Ιησούς γιομάτος άγιο πνέμα γύρισε πίσω από τον Ιορδάνη, και τον πήγαινε το πνέμα μέσα στην έρημο μέρες σαράντα, βάζοντάς του πειρασμούς ο Διάβολος. Και δεν έφαγε τίποτα εκείνες τις μέρες, και σαν τέλιωσαν πείνασε. Κι' ο Διάβολος τούπε «Αν » είσαι γιος του Θεού, πες της αυτής της πέτρας να » γίνει ψωμί». Κι' ο Ιησούς τ' απάντησε «Είναι » γραμένο πως _ Με ψωμί μονάχα δε θα ζήσει ο άν- » θρωπος» _ .
26. Και τον πήγε απάνου και τούδειξε όλα τα βασίλεια της οικουμένης σε μια στιγμή καιρού. Και τούπε ο Διάβολος «Εσένα θα σ' τη δώσω όλη αυτή » την εξουσία και τη δόξα τους, τι εμένα μου δόθηκε » κι’ οπιανού θέλω τη δίνω. Εσύ λοιπόν α με προσκυ- » νήσεις, δική σου θα γίνει όλη». Κι' ο Ιησούς τ' α- ποκρίθη κι’ είπε «Είναι γραμένο _ Τον Κύριο το Θεό σου » να προσκυνάς κι’ εκείνονε μονάχα να λατρεύεις» _ .
27. Και τον πήγε στην Ιερουσαλήμ, και τον έστησε στην άκρη απάνου του ναού και τούπε «Αν είσαι γιος » του Θεού, από δω ρήξου κάτου• γιατί 'ναι γραμένο » πως _ Τους αγγέλους του για σένα θα προστάξει το » να σε προσέξουν _ και πως _ Θα σε σηκώσουνε στα χέ- » ρια μήπως χτυπήσεις σε πέτρα το πόδι σου» _ . Κι' ο Ιησούς αποκρίθη και τούπε πως «Ειπώθηκε _ Να μη » δοκιμάζεις τον Κύριο το Θεό σου» _ .
28. Και σαν τέλιωσε ο Διάβολος κάθε πειρασμό, τον αφήκε κ' έφυγε όσο να φτάσει η ώρα. Και γύρισε ο Ιησούς πίσω με δυναμωμένο πνέμα στη Γαλιλαία, και βγήκε η φήμη του ως πέρα σ' όλα τα περίχωρα, και δίδασκε μέσα στα συναγώγια τους, δοξάζοντάς τον όλοι.
29. Κι' ήρθε στη Ναζαρά, εκεί που μεγάλωσε, και μπήκε ανήμερα σαββάτο όπως συνείθιζε στο συνα- γώγι, και σηκώθη να διαβάσει• και του δόθηκε βιβλίο του προφήτη Ησαΐα. Κι' άνοιξε το βιβλίο κι’ ηύρε το μέρος πούτανε γραμένα _ Πνέμα απάνου μου Κυρίου, τι σε φτωχούς με μύρωσε να φέρω μήνημα καλό• [και] να κηρύξω μ' έστειλε σε σκλαβωμένους λευτεριά και σε τυφλούς ξανά το φως τους• μ' αλάφρωση να στείλω πληγωμένους πίσω• [και] να κηρύξω του Κυρίου τη χρονιά την αρεστή _ . Και διπλώνοντας το βιβλίο τό- δωκε του επιστάτη πίσω και κάθησε, και μένανε ολω- νών τα μάτια μέσ' στο συναγώγι καρφωμένα απάνου του. Κι' άρχισε ναν τους λέει πως «Σήμερα αλήθεψε » η γραφή αυτή καθώς ακούν τ' αυτιά σας». Και τον επαινούσαν όλοι κι’ απορούσανε με τα χαριτωμένα λό- για πούβγαιναν από το στόμα του. Και λέγανε «Δεν » είναι αυτός ο γιος του Ιωσήφ;» Και τους είπε » Ξέρω, θα μου πείτε αυτή την παραβολή _ Γιατρέ, για- » τρέψου ο ίδιος_• όσα ακούσαμε πως γίνανε στην Κα- » φαρναούμ, κάνε κι’ εδώ στην πατρίδα σου». Κι' είπε « Αλήθια σας λέω, πως κανείς προφήτης αρεστός δεν » είναι στην πατρίδα του. Κι' αληθινά σας λέω, πολ- » λές χήρες είτανε στα χρόνια του Ηλία μέσα στο [λαό » του] Ισραήλ τότες που κλείστη ο ουρανός χρόνια » τρία κι’ έξη μήνες σαν έγινε μεγάλη πείνα σ' όλον » τον κόσμο• και σε καμιά τους δε στάλθηκε ο Ηλίας » παρά στα Σάρεφτα της Σιδωνίας σε γυναίκα χήρα. » Και πολλοί λεπροί είτανε μέσα στο [λαό του] Ισ- » ραήλ στον καιρό του Ελισαίου του προφήτη• και » κανείς δεν καθαρίστηκε εξόν ο Ναιμάν ο Σύρος». Και καταθυμώσανε όλοι μέσα στο συναγώγι ακούγον- τάς τα, και σηκώθηκαν και τόνε βγάλανε όξω από τη χώρα, και τον πήγαν ως στο φρύδι του βουνού πού- τανε χτισμένη η χώρα τους με σκοπό ναν τον γκρεμί- σουν κάτου. Μα εκείνος πέρασε από μέσα τους και πήγαινε.
30. Και κατέβη στην Καφαρναούμ, χώρα της Γα- λιλαίας, και τους δίδασκε τα σαββάτο, και σαστίζανε με τη διδαχή του τι είτανε μ' εξουσία ο λόγος του. Και μέσα στο συναγώγι είταν ένας άνθρωπος με πνέμα από δαιμόνιο ακάθαρτο, κι’ έκραξε με φωνή μεγάλη « Μη! τι θέλεις από μας, Ιησού Ναζαρηνέ; Ήρθες » να μας καταστρέψεις; Σε γνωρίζω πιος είσαι, ο » Άγιος του Θεού». Και το πρόσταξε ο Ιησούς κι’ είπε «Σώπα κ' έβγα από μέσα του». Και το δαιμό- νιο τον έρρηξε στη μέση κι’ ήβγε δίχως ναν τόνε βλά- ψει τίποτα. Κι' έπιασε τρόμος όλους, και μιλούσαν ένας με τον άλλο κι’ έλεγαν «Πιος αυτός ο λόγος; » Τι μ' εξουσία και δύναμη προστάζει τ' ακάθαρτα τα » πνέματα και βγαίνουν». Κι' έκανε κρότο η φήμη του σε κάθε μέρος γύρω.
31. Και σηκώθη από το συναγώγι και πήγε στου Σίμωνα. Και την πεθερά του Σίμωνα την είχε πιάσει θέρμη μεγάλη, και τον παρακαλέσανε γι' αυτήν. Και στάθηκε από πάνου της και πρόσταξε τη θέρμη, και την αφήκε. Κι' αμέσως σηκώθηκε και τους υπερετούσε.
32. Κι' ενώ βασίλευε ο ήλιος, όλοι όσοι είχαν αρ- ρώστους με κάθε λογής αρρώστιες του τους έφεραν. Κι' έβαζε αυτός τα χέρια απάνου στον καθένα και τους γιάτρευε. Κι' έβγαιναν και δαιμόνια από πολλούς φω- νάζοντας και λέγοντας πως «Εσύ σαι ο γιος του » Θεού». Και προστάζοντάς τα δεν τ' άφινε να μι- λούνε, γιατί ήξεραν πως αυτός είναι ο Χριστός.
33. Κι' όταν ξημέρωσε, βγήκε και πήγε σ' έρημον τόπο, και τα πλήθη τόνε γύρευαν. Και πήγαν ως εκεί πούταν, και τον κρατούσανε να μην τους φύγει. Κι' αυτός τους είπε πως «Και στις άλλες χώρες πρέπει » να κηρύξω το καλό το μήνημα της βασιλείας του » Θεού, γιατί για τούτο στάλθηκα».
34. Και κήρυχνε μέσα στα συναγώγια της Ιου- δαίας. Και συνέβη, ενώ το πλήθος τόνε στενοχώραε [5] ακούγοντας το λόγο του Θεού, έστεκε αυτός κοντά στη λίμνη Γεννησασών, κι’ είδε διο καράβια στην ακρολι- μνιά αραγμένα. Κι' οι ψαράδες βγήκανε και ξέπλαι- ναν τα δίχτια. Και μπαίνοντας μέσα στο ένα το κα- ράβι πούταν του Σίμωνα, τον παρακάλεσε να σήρει λίγο πέρα από την ξηρά, και κάθησε από το καράβι και δίδασκε τα πλήθη. Και σαν έπαψε την ομιλία, είπε του Σίμωνα «Σήρε στα βαθιά, και ρήξτε τα δί- » χτια σας να ψαρέψτε». Κι' ο Σίμωνας αποκρίθη κι’ είπε «Αφέντη, όλη τη νύχτα, παιδευτήκαμε και τί- » ποτα δεν πιάσαμε• όμως σαν ορίζεις θα ρήξω τα δί- » χτια». Και κάνοντάς το τσάκωσαν πλήθος μεγάλο ψάρια, και τα δίχτια τους σπούσαν. Και κάνανε ση- μάδι στους συντρόφους μέσα στ' άλλο το καράβι το ναρθούν ναν τους βοηθήσουν. Κι ήρθαν, και γιομίσανε και τα διο καράβια τόσο που βουλιάζανε. Και σαν τόδε ο Σίμωνας ο Πέτρος, έπεσε στα πόδια του Ιησού λέγοντας «Έβγα από το καράβι μου, γιατί είμαι άν- » θρωπος αμαρτωλός, Κύριε». Τι σάστισε κι’ αυτός, κι’ όλοι οι συντρόφοι του με το πιάσιμο των ψαριών που τσάκωσαν, και το ίδιο κι’ ο Ιάκωβος κι’ ο Ιωά- νης, του Ζεβεδαίου οι γιοι, πούταν κολλήγοι του Σί- μωνα. Κι' είπε του Σίμωνα ο Ιησούς «Μη φοβάσαι• » από τώρα θα πιάνεις ανθρώπους». Και σαν πήγαν τα καράβια πίσω στην ξηρά, άφισαν τα πάντα και τον ακολούθησαν.
35. Και συνέβηκε, ενώ είτανε σε μια χώρα, να ένας άνθρωπος γιομάτος λέπρα. Και σαν είδε τον Ιησού, έπεσε πίστομα και τον παρακάλεσε κι’ είπε «Κύριε, » α θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις». Κι' άπλωσε το χέρι και τον άγγιξε κι’ είπε «Θέλω, καθαρίσου». Κι' αμέσως τον αφήκε η λέπρα. Και του σύστησε να μην το πει κανενός, μόνε «Σήρε δείξου στον παπά, » και πρόσφερε για τον καθαρισμό σου καθώς πρόσταξε. » ο Μωυσής, έτσι για να φωτιστούν».
36. Κι' η φήμη του πιο διαλαλούνταν όσο πήγαινε, και μαζευόντουσαν πλήθη πολλά ναν τον ακούν και να γιατρεύουνται από τις αρρώστιες τους• μα εκείνος τραβηγμένος έμενε στις ερημιές, κι’ [εκεί] προσεύ- κουνταν.
37. Και συνέβηκε μια μέρα, εκεί που δίδασκε, εί- ταν καθισμένοι οι Φαρισαίοι κι’ οι δασκάλοι του Νό- μου πούχαν έρθει από όλα τα χωριά της Γαλιλαίας κι’ Ιουδαίας κι’ Ιερουσαλήμ, κι’ είχε δύναμη Κυρίου να γιατρεύει. Και να σ' ένα κλινάρι απάνου κάτι αν- θρώποι κουβαλούσαν παραλυτικό, και ζητούσαν ναν τον πάνε μέσα και ναν τον απιθώσουνε μπροστά του. Και σα δε βρήκαν πόθε ναν τον πάνε μέσα από το πλήθος, ανεβήκανε στη στέγη, και μέσα από τα κερα- μίδια τον κατέβασαν μαζί με το κλινάρι μέσ' στη μέση, σ' όλους τους μπροστά. Και σαν είδε την πίστη τους είπε «Άνθρωπε, συχωρεμένες οι αμαρτίες σου». Κι' άρχισαν και συλλογιούνταν οι διαβασμένοι κι’ οι Φαρισαίοι λέγοντας «Πιος είναι αυτός που λέει ασέ- » βειες; Πιος μπορεί να συχωρνά αμαρτίες παρά μό- » νος ο Θεός;» Κι' ένιωσε ο Ιησούς τους στοχασμούς τους, κι’ αποκρίθη και τους είπε «Τι στοχάζεστε μέ- » σα στην καρδιά σας; Τι 'ναι ευκολώτερο, να πεις » Συχωρεμένες οι αμαρτίες σου, ή να πεις Σήκω και » περπάτα; Όμως για να μάθετε πως έχει εξουσία » ο γιος τ' ανθρώπου στη γη να συχωρνά αμαρτίες», είπε του παραλυτικού «Εσένα μιλώ• σήκω, πάρε το » κλινάρι σου και σήρε σπίτι σου». Και στη στιγμή σηκώθηκε μπροστά τους και παίρνοντας [το κλινάρι] πούταν πλαγιασμένος έφυγε σπίτι του δοξολογώντας το Θεό. Κι' έπιασε όλους σαστισμός και δόξαζαν το Θεό, και γιομάτοι φόβο λέγανε πως «Πράματα αλ- » λόκοτα είδαμε σήμερα».
38. Και βγαίνοντας κατόπι, παρατήρησε τελώνη μ' όνομα Λευεί καθισμένο στο τελώνιο, και τούπε « Ακολούθα με». Και παραίτησε τα πάντα, και ση- κώθη και τον ακολουθούσε. Και τούκανε μεγάλο τρα- πέζι ο Λευείς στο σπίτι του, κι’ είταν πλήθος πολύ, τελώνες κι’ άλλοι που κάθουνταν [και τρώγανε] μαζί τους. Και μουρμούριζαν οι Φαρισαίοι κι’ οι διαβασμέ- νοι τους στους μαθητάδες του και λέγανε «Γιατί με » τους τελώνες και με τους αμαρτωλούς τρώτε και πί- » νετε;» Κι' ο Ιησούς αποκρίθη και τους είπε «Για- » τρό δε θέλουν οι γεροί, μόνε οι αρρωστημένοι• δεν » ήρθα να κράξω ενάρετους, μόνε αμαρτωλούς να με- » τανιώσουν».
39. Κι' εκείνοι τούπαν «Του Ιωάνη οι μαθητάδες » νηστεύουνε συχνά και κάνουν προσευκές, το ίδιο και » των Φαρισαίων• κι’ οι δικοί σου τρων και πίνουν; Κι' ο Ιησούς τους είπε «Μήπως μπορείτε τους γιους » της αίθουσας του γάμου, ενόσω βρίσκεται ο γαμπρός » μαζί τους, ναν τους κάντε να νηστέψουν: Όμως » θάρθεί καιρός, κι’ όταν τους πάρουν το γαμπρό, τό- » τες θα νηστέψουν εκείνες τις ημέρες». Και τους έλεγε και παραβολή, πως «Κανείς δε σκίζει μπάλ- » λωμα από ρούχο καινούριο και μπαλλώνει ρούχο » παλιό• ειδεμή, και το καινούριο θα ξεσκίσει και με » το παλιό δε θα τεριάσει το μπάλλωμα από το και- » νούριο. Και κανείς δε βάζει νέο κρασί σ' ασκιά πα- » λιά• ειδεμή, θα σπάσει το κρασί το νέο τ' ασκιά, » και θα χυθεί κι’ εκείνο και τ' ασκιά θα πάνε• μόνε » το νέο κρασί να βάζεται σ' ασκιά καινούρια. Κανείς » σαν πιει παλιό δε θέλει νέο, γιατί λέει Το παλιό » αξίζει».
[6] 40. Κι' έτυχε ένα σαββάτο να διαβαίνει μέσα από σπαρτά, κι’ οι μαθητάδες του μαδούσαν κι’ έτρωγαν τα στάχια τρίβοντας τα με τα χέρια. Και μερικοί Φαρισαίοι είπαν «Τι κάνετε ό,τι δεν πρέπει το σαβ- » βάτο;» Κι' ο Ιησούς τους αποκρίθη κι’ είπε «Μηδ' » ετούτο δε διαβάσατε, τι έκανε ο Δαυείδ σαν πει- » νασε, αυτός κι’ οι συντρόφοι του; Μπήκε μέσ' στον » οίκο του Θεού, και πήρε κι’ έφαγε τις προσφορές, » κι’ έδωκε και στους συντρόφους του, που δεν πρέπει » να τρων εξόν οι παπάδες μόνοι;» Και τους έλεγε « Εξουσιαστής του σαββάτου είναι ο γιος τ' ανθρώ- » που».
41. Κι' έτυχε ένα άλλο σαββάτο να μπει στο συ- ναγώγι και να διδάσκει. Κι' είταν ένας άνθρωπος εκεί με ξερό το δεξύ του χέρι. Και τον παραφύλαγαν οι διαβασμένοι κι’ οι Φαρισαίοι, α θα γιατρέψει σαββά- το, για να βρούνε και ναν τον κατηγορήσουν. Κι' έ- νιωσε αυτός τους στοχασμούς τους, κι’ είπε τ' ανθρώ- που με το ξερό το χέρι «Σήκω και στάσου στη μέ- » ση». Και σηκώθηκε και στάθη. Κι' ο Ιησούς τους είπε «Σας ρωτώ, α μπορεί κανείς σαββάτο να ωφε- » λήσει ή βλάψει, να σώσει ζωή ή να καταστρέψει;» Κι' αφού τους κοίταξε όλους γύρω, τούπε «Άπλωσε » το χέρι σου». Κι' εκείνος τόκανε, και ξανάγινε το χέρι του γερό. Κι' εκείνοι φρένιασαν, και τα μιλούσανε μεταξύ τους σαν τι ναν του κάνουν του Ιησού.
42. Κι' έτυχε εκείνες τις ημέρες να βγει στο όρος για να προσευκηθεί, και ξαγρύπνησε όλη νύχτα στην προσευκή του Θεού. Κι' όταν ξημέρωσε, φώναξε τους μαθητάδες του κι’ έκλεξε δώδεκα, που και τους είπε αποστόλους, το Σίμωνα που και τον έβγαλε _ Πέτρο _ , και τον Αντρέα τον αδερφό του, και τον Ιάκωβο και τον Ιωάνη και το Φίλιππο και το Βαρθολομαίο και το Μαθθαίο και το Θωμά, τον Ιάκωβο το γιο τ' Αλ- φαίου, και το Σίμωνα που τόνε λέγανε _ Ζηλωτή _ , και τον Ιούδα γιο του Ιακώβου, και τον Ιούδα Ισκαριώθ πούγινε προδότης. Και κατέβηκε μαζί τους και στά- θηκε στον κάμπο σ' ένα μέρος, [όπως] και μεγάλο πλήθος μαθητάδες του, και μεγάλο πλήθος του λαού από την Ιουδαία όλη κι’ Ιερουσαλήμ κι’ από την πα- ραθάλασση την Τύρο και Σιδώνα, πούρθανε ναν τον ακούσουν και να γιατρευτούν από τις αρρώστιες τους. Και γιατρεύουνταν κι’ οι πειραγμένοι από πνέματα ακάθαρτα, κι’ όλος ο λαός ζητούσε ναν τον αγγίξει, γιατί έβγαινε από μέσα του δύναμη και τους γιά- τρευε όλους.
43. Κι' εκείνος σήκωσε στους μαθητάδες του τα μάτια κι’ έλεγε «Καλότυχοι οι φτωχοί, γιατί δική » σας είναι η βασιλεία του Θεού. Καλότυχοι οι πεινα- » σμένοι τώρα, γιατί θα χορτάστε. Καλότυχοι όσοι » κλαίτε τώρα, γιατί θα γελάστε. 44. Καλότυχοι » ότα σας μισήσουν οι ανθρώποι κι’ ότα σας αφορίσουν » και σας βρίσουν και σας βγάλουν όνομα κακό απ' » αφορμή του γιου τ' ανθρώπου. Χαρείτε εκείνη την » ημέρα και πηδήστε, γιατί να η άξια σας μεγάλη » στα ουράνια• γιατί τα ίδια έκαναν των προφητών » οι πατέρες τους.
» Όμως αλίμονο σ' εσάς τους πλούσιους, γιατί σάς » πλερώθηκε η παρηγοριά σας. 45. Αλίμονό σας χορ- » τασμένοι τώρα, γιατί θα πεινάστε. Αλίμονο όσοι » γελάτε τώρα, τι θα λυπηθείτε και θα κλάψτε. Αλί- » μονο ότα σας παινέσουν όλοι οι ανθρώποι, γιατί » έκαναν το ίδιο στους ψευτοπροφήτες.
» Μόνε σας λέω εσάς π' ακούτε. Αγαπάτε τους » εχτρούς σας, καλό κάντε σ' όσους σας μισούν, 46. » βλογάτε όσους σας καταριούνται, προσεύκεστε για » το καλό όσωνε σας βλάφτουν. Όπιος σε χτυπά στο » μάγουλο, πρόσφερε του και τ' άλλο• κι’ όπιος παίρ- » νει σου το πανωφόρι, μην τον αμποδίζεις κι’ απ' το » ρούχο.
47. » Σ' όπιονε σου γυρεύει δίνε• κι απ' όπιον » παίρνει τα δικά σου, πίσω μη ζητάς. Κι' όπως θέτε » να σας κάνουν οι ανθρώποι κάντε τους το ίδιο. Κι αν » αγαπάτε όσους σας αγαπούν, πια 'ναι η χάρη σας; » Τι κι’ οι αμαρτωλοί αγαπούν όσους τους αγαπούνε. » Γιατί κι’ αν ωφελήστε όσους σας ωφελούν, πια 'ναι » η χάρη σας; Κι' οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Κι' » α δανήστε απ' όσους ελπίζετε να λάβετε, πια 'ναι » η χάρη σας; Κι' οι αμαρτωλοί σ' αμαρτωλούς δα- » νείζουνε για να λάβουν πίσω ίσα. Παρά αγαπάτε » τους εχτρούς σας και κάντε τους καλό, και δανείζετε » δίχως πίσω τίποτα να ελπίζετε, και θα 'ναι σας με- » γάλη η πλεμωμή και θα γενείτε γιοι του Υψίστου, » τι αυτός είναι αγαθός μ' αχάριστους και με κα- » κούς.
48. » Νάστε σπλαχνικοί, καθώς ο πατέρας σας εί- » ναι σπλαχνικός. Και μη κρίνετε και δε θα κριθείτε• » και μη δικάζετε και δε θα δικαστήτε. Λευτερώνετε » και θα λευτερωθείτε. Δίνετε και θα σας δοθεί• μέτρο » καλό — πατικωμένο, κουνημένο, ξέχειλο — θα σας δώ- » σουνε στην ποδιά σας, γιατί μ' ό,τι μέτρο μετράτε » θα σας αντιμετρηθεί».
Και τους είπε και παραβολή «Μήπως μπορεί τυ- » φλός να οδηγάει τυφλό; σε λάκκο δε θα πέσουνε κι’ » οι διο;
49. » Δεν έχει μαθητή πιο απάνου από το δάσκα- » λο• παρά ο καθείς ας είναι προκομένος σαν το δά- » σκαλό του.
» Και τι βλέπεις το ξυλάκι μέσα στο μάτι τ' αδερ- » φού σου, και το πατερό μέσα στο δικό σου μάτι δεν » το νιώθεις; Πώς θα πεις τ' αδερφού σου Αδερφέ, » άφισε να βγάλω το ξυλάκι μέσ' στο μάτι σου, αφού » εσύ το πατερό μέσα στο δικό σου μάτι δεν το βλέ- » πεις; Υποκριτή, βγάλε πρώτα το πατερό μέσ' από » το μάτι σου, και τότες κοίταξε να βγάλεις το ξυ- » λάκι μέσα στα μάτι τ' αδερφού σου. Τι δέντρο καλό » δεν κάνει σάπιο καρπό, και πάλι μήτε σάπιο δεν- » τρο δεν κάνει καρπό καλό. Τι κάθε δέντρο απ' το » δικό του τον καρπό γνωρίζεται• τι δε μαζεύουν » σύκα απ' αγκαθιές, μήτε από βάτο δεν τρυγούν στα- » φύλι. Ο καλός ο άνθρωπος από τον καλό το θη- » σαυρό της καρδιάς βγάζει τα καλό, κι’ ο κακός από » τον κακό βγάζει το κακό• γιατί από της καρδιάς » την πλησμονή λαλεί το στόμα του.
» Και τι με λέτε Κύριε, Κύριε, και δεν κάνετε ό,τι » λέω;