Part 9
ΑΜΛΕΤΟΣ Να μη πιστεύης, όχι, πως κολακεύω· τι θα περιμένω τάχ' από σε, που θησαυρόν δεν έχεις άλλον ή μόνον το έξυπνό σου πνεύμα να σου δίδη τροφήν κ' ενδυμασίαν; Και διά ποίον λόγον θα κολακεύωνται οι πτωχοί; Τα μελωμένα χείλη ας γλείφουν την μωράν πομπήν του πλούτου· τα λυγιστά στροφίδι' ας κλίνη των γονάτων εκείνος οπού ελπίζει ν' απολαύση κέρδος απ' την χαμέρπειάν του. Με ακούς; Αφ' ότου η καϋμένη ψυχή μου εγίνηκε κυρία της εκλογής της και ικανή να ξεχωρίζη μεταξύ των ανθρώπων, έχει με σφραγίδα σέ σημειώση διά δικόν της, αφού σ' είδα τα πάντα να υπομένης και να μη τα δείχνης. Τα ραπίσματα συ της Τύχης και ταις χάρες εδέχθης όμοια, κ' είν' ευλογημένοι εκείνοι 'πώχουν αίμα (24) και νουν συγκερασμένα τόσο, ώστε δεν γίνονται φλογέρα να τους παίζη το δάκτυλο της Τύχης 'ς τα κλειδί 'πού θέλει. Άνθρωπον να μην ήναι ανδράποδο του πάθους δος μου, και θα τον φέρω 'ς της καρδιάς τα βάθη, 'ς την καρδιά της καρδιάς μου, καθώς έχω εσένα. Αλλ' ως προς τούτο 'είπα πολλά. Μάθε ότι απόψε παράστασις θα γίνη εμπρός τον βασιλέα· έχει μέσα σκηνήν 'πού ομοιάζει με τον τρόπον, ως σου τον είπα, 'πού ο πατέρας μου εφονεύθη· παρακαλώ σε, όταν ιδής ν' αρχίσ' η πράξις, να στήσης όλην την ψυχήν σου να προσέχη 'ς τον θείον μου, κ' εάν, 'ς ένα (25) του λόγου μέρος, το κρυμμένο έγκλημά του απ' την μονιά (26) δεν έβγη, κολασμένο ήταν Πνεύμ' αυτό 'πού εφάνη εμπρός μας, και όλα τα οράματά μου μαύρα ως το καμίνι του Ηφαίστου. Συ με προσοχήν να τον κυττάζης, ενώ κ' εγώ 'ς το πρόσωπό του στυλωμένα θα 'χω τα μάτια, και κατόπι εμείς οι δύο από τα συμπεράσματά μας ενωμένα θα κρίνωμε την όψιν του.
ΟΡΑΤΙΟΣ Καλά το εσκέφθης· κ' εάν, ενώ τα δράμα παίζετ', επιτύχη αυτός να κλέψη τι και μείνη σκεπασμένος, εγώ το κλεψιμιό πλερόνω.
ΑΜΛΕΤΟΣ Ιδέ τους, φθάνουν διά την παράστασιν· εγώ πρέπει να ήμαι μωρός· ωστόσο πάρε θέσιν να καθίσης.
Δανικόν Εμβατήριον. Σαλπισμοί. Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΠΟΛΩΝΙΟΣ ΟΦΗΛΙΑ ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ και άλλοι ΜΕΓΙΣΤΑΝΕΣ και η ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΗ με λαμπάδαις.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Πώς περνά ο ανεψιός μας Αμλέτος;
ΑΜΛΕΤΟΣ Περίφημα, 'ς την ζωήν μου· με την τροφήν του χαμαι- λέοντος· αέρα τρώγω, φουσκωμένος ελπίδαις· όμοια δεν ημπορείς να τρέφης τα καπώνια σου.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Δεν έχω τι να κάμω με αυτήν την απάντησιν, Αμλέτε· αυτά τα λόγια δεν μου ανήκουν.
ΑΜΛΕΤΟΣ Ούτε εις εμέ ανήκουν (27) πλέον. — [προς τον ΠΟΛΩΝΙΟΝ] Κύριέ μου, μου είπες ότι μία φορά έχεις παραστήση εις το Πανεπιστήμιον.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ Μάλιστα, Κύριέ μου, κ' ευδοκίμησα ως ηθοποιός.
ΑΜΛΕΤΟΣ Και ποίο πρόσωπο έπαιξες;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ Του Ιουλίου Καίσαρος· έπεσα φονευμένος εις το Καπι- τώλιον· μ' εφόνευσεν ο Ιούνιος Βρούτος.
ΑΜΛΕΤΟΣ Με συγχωρείς· αφού (28) σ' έφαγεν ο Ιούνιος, δεν ήσουν Ιούλιος, ήσουν Μάιος. — Είν' έτοιμοι οι ηθοποιοί;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Έτοιμοι, Κύριέ μου· περιμένουν την άδειάν σου.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Έλα εδώ, αγαπητέ μου Αμλέτε· κάθισε σιμά μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Όχι, καλή μητέρα· υπάρχει εδώ πέρα δυνατώτερος μα- γνήτης.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ [Ιδιαιτέρως του ΒΑΣΙΛΕΩΣ] Ε! το βλέπεις; (29)
ΑΜΛΕΤΟΣ Κυρία, ν' αναπαυθώ εις το στήθος σου;
[Κάθεται εις τα πόδια της ΟΦΗΛΙΑΣ]
ΟΦΗΛΙΑ Όχι, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Εννοώ την κεφαλήν μου επάνω εις το στήθος σου.
ΟΦΗΛΙΑ Ναι, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Εστοχάσθηκες ότι εννοούσα άτακτα πράγματα;
ΟΦΗΛΙΑ Εγώ δεν στοχάζομαι τίποτε, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Και όμως θα ήταν γλυκυτάτη ανάπαυσις (30).
ΟΦΗΛΙΑ Τι, Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ Τίποτε.
ΟΦΗΛΙΑ Είσαι καλόκαρδος, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Ποίος; εγώ;
ΟΦΗΛΙΑ Μάλιστα, η Ευγενία σου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Ω Θεέ μου, μόνον δια να σε διασκεδάσω. Τι άλλο μένει παρά να ήμεθα καλοκαρδισμένοι; δεν βλέπεις πόσο ιλαρή δείχνεται η μητέρα μου, και δεν επέρασαν δύο ώραις αφού απέθανε ο πατέρας μου;
ΟΦΗΛΙΑ Όχι, Κύριέ μου δύο φοραίς δύο μήνες.
ΑΜΛΕΤΟΣ Τόσος καιρός; Τότε λοιπόν ας αφήσωμε τον διάβολον (31) να μαυροφορή κ' εγώ θα λαμπροφορέσω. Ω Θεέ μου! απε- θαμένος από δύο μήναις, και να μη λησμονηθή ακόμη! Ας ελπίσωμε λοιπόν ότι η μνήμη μεγάλου ανδρός δύναται να του επιζήση έξι μήναις· όμως, μα την Παναγίαν, πρέ- πει πρώτα να κτίση ιερούς ναούς, αλλέως θα λάβη την ευ- χαρίστησην να τον ξεχάσουν, καθώς το χάρτινο (32) άλογο, οπού τραγουδούν το μυρολόγι του· «ωιμέ το χάρτινο άλογο — ωιμέ πώς λησμονήθη!»
Μουσική. Εισέρχεται το άφωνο Θέαμα.
Εισέρχεται ένας ΒΑΣΙΛΕΑΣ και μία ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ και ερωτικώς αγκαλιάζονται· αυτή γονατίζει και με τα σχήματα του φανερόνει την αγάπην της· εκείνος την σηκόνει και γέρνει την κεφαλήν εις τον λαιμόν της· πλαγιάζει επάνω εις ένα ανθοστόλιστο κάθισμα· αυτή, άμα τον είδε αποκοιμημένον, τον αφίνει. Κατόπιν έρχεται ένας, του παίρνει την κορώναν, την φιλεί, χύνει φαρμάκι εις το αυτί του ΒΑΣΙΛΕΩΣ και εξέρχεται. Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ επιστρέφει, ευρίσκει νεκρόν τον ΒΑΣΙΛΕΑ και κάμνει σχήματα λύπης. Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ επιστρέφει συνωδευμένος από δύο ή τρία άφωνα ΠΡΟΣΩΠΑ και δείχνει ότι συγκλαίει με αυτήν. Σηκόνουν τα λείψανο. Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ περιποιείται την ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΝ με δώρα· αυτή διά κάμποσην ώραν φαίνεται ότι τ' αποστρέφεται· αλλά τέλος πάντων δέχεται την αγάπην του. [Εξέρχονται.
ΟΦΗΛΙΑ Τι σημαίνει τούτο, Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ Φανερό πράγμα· έργα καταχθόνια, δηλαδή κακούργημα.
ΟΦΗΛΙΑ Τούτο το θέαμα, ως φαίνεται, προσημαίνει το θέμα του δράματος.
Εισέρχεται ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΑΜΛΕΤΟΣ Τούτος θα μας πληροφορήση· οι ηθοποιοί (33) δεν κρατούν μυστικό, θα τα ειπούν όλα.
ΟΦΗΛΙΑ θα μας ειπή τι εδηλούσε εκείνο το θέαμα;
ΑΜΛΕΤΟΣ Βεβαιότατα, και όποιο άλλο θέαμα και αν του παραστή- σης· μη φοβήσαι συ να του το παραστήσης και αυτός δεν θα φοβηθή να σου ειπή τι δηλοί.
ΟΦΗΛΙΑ Είσαι άνοστος, είσαι άνοστος· θα προσέχω εις το δράμα.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ _Ταπεινώς σας προσκυνούμε, και ν' ακούσετε ζητούμε με πολλήν μακροψυχίαν τούτην μας την τραγωδίαν_. [Εξέρχεται.
ΑΜΛΕΤΟΣ Πρόλογος είναι αυτός ή στίχοι (34) δι' αρραβώνα;
ΟΦΗΛΙΑ Είναι σύντομος, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Όσο γυναικός αγάπη.
Εισέρχονται δύο ηθοποιοί ΒΑΣΙΛΕΑΣ και ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΑΣ _Τριάντα κύκλους κλειδωτούς ως τώρα έχει χαράξη ολόγυρα 'ς την σφαίραν μας ο Φοίβος με τ' αμάξι, και τριάντα φοραίς δώδεκα φεγγάρια με την ξένην λάμψιν τριάντα εφώτισαν φοραίς την οικουμένην, αφ' ότου ο πόθος ταις καρδιαίς, ο Υμέναιος τα χέρια, μ' άγιον μας ένωσαν δεσμόν, 'πού ευλόγησαν τ' αστέρια._
ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ _Α! κύκλους τόσους και 'ς το εξής ο Ήλιος και η Σελήνη να κάμουν να μετρήσωμε κ' η αγάπη μας να μείνη! Αλλ' ω κακό μου! από καιρόν σε βλέπω μαραμμένον κακόκαρδον και απ' την μορφήν την πρώτην σου αλλαγμένον, και σε φοβούμαι· αλλ', αν, γλυκέ μου αφέντη, εμέ δειλιάζεις, εσύ δεν πρέπει παντελώς διά τούτο να τρομάζης· ομοιοτρόπως 'ς την καρδιά της γυναικός καθίζουν πόθος και φόβος, ή σιγούν ή τρομερά μανίζουν. Ολοζωής ο πόθος μου σού εδείχθη χωρίς λάθος, και ο φόβος μου είναι ισόμετρος του πόθου προς το βάθος· ο μέγας πόθος και σκιάν εις φόβον μεταβάλλει, κ' εκεί 'πού οι φόβοι ανδρόνονται η αγάπ' είναι μεγάλη._
ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΑΣ _Αχ! θα σ' αφήσω· η 'μέραις μου, αγαπητή μου, εκλείσαν· η οργανικαίς μου δύναμες σχεδόν εσταματήσαν· 'ς του κόσμον τούτου ταις χαραίς, ω φως μου, συ θα ζήσης αγαπημένη, δοξαστή, και ίσως θ' αποκτήσης άνδρα ως εμένα τρυφερόν — _
ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ _Οργή τ' άλλα να κάψη παρ' έρωτας προδοτικός τα στήθη μου ν' ανάψη· αν άνδρα πάρω δεύτερον να 'μαι κατηραμένη· μόνον του πρώτου η φόνισσα με δεύτερον πηγαίνει._
ΑΜΛΕΤΟΣ [μόνος του] Αψιθιά, αψιθιά! (35)
ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ _Εις γάμον δεύτερον ποτέ δεν σπρώχνει της καρδίας το αίσθημ', αλλ' οι ποταποί σκοποί της ωφελείας· του πρώτου ανδρός μου δεύτερον δίδω θανάτου αγώνα, αν άνδρα δεύτερον δεχθώ 'ς τον ορφανόν νυμφώνα._
ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΑΣ _Πιστεύ' ότι στοχάζεσαι κείνα οπού λέγεις τώρα, αλλ' ό,τι αποφασίζομε συχνά τ' αλλάζ' η ώρα· η γνώμη 'ς το μνημονικόν είναι υποδουλωμένη, με ορμήν γεννάται, αλλ' η ζωή 'ς αυτήν ολίγο μένει. Είν' ως ο άγουρος καρπός 'ς το δένδρο κολλημένος, 'πού κάτω πέφτει ατίνακτος ως είναι ωριμασμένος. Χρέος, 'πού μόνον εις εμάς τους ίδιους χρεωστούμε, νοείται πόσο αδιάφορα συχνά το λησμονούμε. Ό,τι 'ς του πάθους την ορμήν να γίνη αποφασίσθη, άμα το πάθος έπαυσε, με δισταγμούς εσείσθη· αίσθημα πόνου ή χαράς, 'ς το άκρον άμα φθάση, τα ίδια του ενεργήματα συμβαίνει να χαλάση. Όπου χαραίς γελοκοπούν, κλάματα εκεί και θρήνοι, λύπη σκιρτά, χαρά πονεί, ως αφορμή την κλίνει Δεν είναι ο κόσμος άφθαρτος· όθεν ας μη θαυμάζη κανείς αν με την τύχην μας κ' η αγάπη μας αλλάζει, ότ' είναι ακόμη αμφίβολον η αγάπη αν οδηγάει την τύχην, ή την τύχην αν η αγάπη ακολουθάει. Έπεσε ο μέγας και όλοι ευθύς οι φίλοι τον αφίνουν, πτωχός ανέβ', οι πριν εχθροί το γόνα εμπρός του κλίνουν. Λοιπόν η αγάπη σέρνεται 'ς της Τύχης την δουλείαν, αν τότε φίλους αποχτάς 'πού δεν τους έχεις χρείαν. Κ' εάν εις την ανάγκην σου ψεύτιkον φίλον κράζης, εις έχθραν την φιλίαν του θα ιδής 'πού ευθύς θ' αλλάξης. Και, όπως η αρχή του λόγου μου μην απομείνη στείρα, του ανθρώπου προς την βούλησιν μάχεται τόσο η μοίρα, 'πού καταντούν τα σχέδια του συχνά 'ς αποτυχίαν, 'ς την σκέψιν έχει, όχι ποσώς 'ς το τέλος, εξουσίαν, και αν άλλον να μη νυμφευθής η γνώμη σου διορίση, με του ανδρός σου την πνοήν και αυτή θα ξεψυχήση_.
ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ _Τροφήν, ω Γη, να μου αρνηθής, το φως, ω ουράνια σφαίρα! πάρτε μου κάθε ανάπαυσιν, ω νύχτα συ, και ημέρα! 'Σ απελπισία γυρίστε μου την κάθε απαντοχήν μου, 'ς έρμο κελλί με νήστειαις να φθείρω την ζωήν μου, κάθε κακό, 'πού της χαράς το πρόσωπο μαυρίζει, να κατατρέχη ό,τι αγαπώ, σκληρά να το αφανίζη, μαρτύρια 'ς τούτην την ζωήν ας λάβω και 'ς την άλλην, αν αφού χήρα ονομασθώ νύμφη εγώ γίνω πάλιν._
ΑΜΛΕΤΟΣ Και αν αυτή τ' αθετούσεν όλα τώρα;
ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΑΣ _Όρκος μεγάλος! Άφες με ολίγο, αγαπημένη, το πνεύμα μου ναρκόνεται, τον ύπνον αναμένει, να λάβη ολίγην άνεσιν_. [Αποκοιμάται]
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ _Κοιμήσου αναπαυμένα, μηδέ φανή ποτέ κακό 'ς το μέσο μας κανένα_. [Εξέρχεται.
ΑΜΛΕΤΟΣ Δέσποινα, πώς σου φαίνεται αυτή η παράστασις;
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Η Κυρία υπόσχεται παρά πολύ, νομίζω.
ΑΜΛΕΤΟΣ Ω! αλλά βεβαίως θέλει κρατήση τον λόγον της.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Γνωρίζεις το θέμα; δεν περιέχει καμμίαν προσβολήν;
ΑΜΛΕΤΟΣ Καμμίαν, καμμίαν· απλό μετώρισμα· φαρμακόνουν διά μετώρισμα· ουδέ την παραμικρήν προσβολήν.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Πώς ονομάζεται το δράμα;
ΑΜΛΕΤΟΣ Το Δόκανο (36), θα ειπής, πώς; μεταφορικώς. Τούτο το δράμα εικονίζει φόνον οπού συνέβη εις την Βιέννην· ο Δούκας ονομάζεται Γονζάγος, η γυναίκα του Βαπτιστή, θα ιδής μετ' ολίγον· είναι διαβολεμένο δράμα, αλλά τι με τούτο; η Μεγαλειότης σου κ' εμείς οπού δεν έχομε βάρη εις την συνείδησιν, το πράγμα δεν μας εγγίζει· η ψωριασμένη φοράδα ας κλοτσά· η ράχη μας πληγαίς δεν έχει.
Εισέρχεται ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ
ΑΜΛΕΤΟΣ Είναι ένας κάποιος Λουκιανός, ανεψιός του Βασιλέως.
ΟΦΗΛΙΑ Κύριέ μου, τι καλά 'πού κάμνεις το μέρος του χορού.
ΑΜΛΕΤΟΣ Θα εγινόμουν διερμηνευτής μεταξύ σου και του αγαπη- τικού σου, αν έβλεπα νευρόσπαστα να παίζουν.
ΟΦΗΛΙΑ Κύριέ μου, κόπτει ο λόγος σου, κόπτει παρά πολύ.
ΑΜΛΕΤΟΣ Το μαχαίρι μου δεν είναι αρκετό να σε σφάξη 'ς την καρδιά.
ΟΦΗΛΙΑ Πάντοτε και καλήτερα και χειρότερα.
ΑΜΛΕΤΟΣ Τέτοιοι γαμβροί σας πρέπουν. — Άρχισε, δολοφόνε (37)· πανούκλα, παύσε να στραβόνης τα μούτρα, και άρχισε· έλα· κρώζει ο κόρακας κ' εκδίκησιν ζητάει.
ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ _Νους μαύρος, χέρι δεξιό, χυλός εχθρός 'ς την ζήσι, βοηθός η ώρα και οφθαλμός κανείς να μαρτυρήση· φρικτό μίγμ' από βότανα μεσάνυκτα κομμένα, με της Εκάτης τρεις φοραίς το χνώτο μολυσμένα, με το μιαρό σου ιδίωμα, με την κρυφήν μαγείαν, τον ύγιον (38) τόπον της ζωής πάτησ' ευθύς με βίαν._
[Χύνει το φαρμάκι εις το αυτί του αποκοιμημένου]
ΑΜΛΕΤΟΣ Τον φαρμακόνει εις τον κήπον του διά να του πάρη το βασίλειο. Ονομάζεται Γονζάγος· η ιστορία είναι αληθινή και γραμμένη εις εκλεκτήν ιταλικήν γλώσσαν· 'ς ολίγο θα ιδήτε πώς ο δολοφόνος κερδίζει την αγάπην της γυναικός του Γονζάγου.
ΟΦΗΛΙΑ Ο Βασιλέας σηκόνεται!
ΑΜΛΕΤΟΣ Τι; του εφάνη πως καίεται;
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τι αισθάνεσαι, Κύριέ μου;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ Παύσετε την παράστασιν!
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Φέξετέ μου! — Έξω!
ΟΛΟΙ Φώτα! φώτα! φώτα!
[Εξέρχονται όλοι εκτός του ΑΜΛΕΤΟΥ και του ΟΡΑΤΙΟΥ]
ΑΜΛΕΤΟΣ _Το κτυπημένο ελάφι ας πα να κλαίη, το αλάβωτο ζαρκάδι, ας παιγνιδά· θα κοιμάτ' ένας, άλλος αγρυπνά· εις τούτον τον συρμόν ο κόσμος πλέει._
Δεν νομίζεις, φίλε, ότι με αυτό το κατόρθωμα και με ένα (39) δάσος πτερά (εάν η τύχη μου εις το εξής αποτουρ- κεύση) και μ' ένα ζευγάρι ρόδα της Προβέντσας επάνω εις τ' ανοικτά υποδήματά μου, δεν θα είχα το μερτικό μου εις μίαν συντροφιά ηθοποιών, φίλε;
ΟΡΑΤΙΟΣ Το μισό.
ΑΜΛΕΤΟΣ Όχι, ολόκληρο, είμαι βεβαιότατος. _Ω Δάμων φίλ', εδώ την βασιλεία ωρφάνευσαν από τον ίδιον Δία, το ξεύρεις, και τον κλείσαν 'ς το μνημούρι· και τώρα βασιλεύει ένα — παγώνι._
ΟΡΑΤΙΟΣ Εύκολα εύρισκες την ρίμα (40).
ΑΜΛΕΤΟΣ Ω αγαπητέ μου Οράτιε! Τώρα επάνω εις τον λόγον του Πνεύματος θα εστοιχημάτιζα και χίλιαις λίραις. Ενόησες;
ΟΡΑΤΙΟΣ Πολύ καλά, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Άμα έγινε λόγος διά το φαρμάκωμα;
ΟΡΑΤΙΟΣ Πολύ καλά τον επαρατήρησα.
ΑΜΛΕΤΟΣ Χα! χα! Εμπρός, ολίγη μουσική! Εμπρός, εμπρός, οι αυλοί!
_Διότι αν του βασιλειά κακόν το δράμα τούτο εφάνη, τότ' είναι πιθανόν, — μα τον Θεόν, πολύ του εκακοφάνη._
Εμπρός, ολίγη μουσική!
Εισέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Κύριέ μου, δώσε μου την άδειαν να σου ειπώ έναν λόγον.
ΑΜΛΕΤΟΣ Και ολόκληρην ιστορίαν, Κύριε.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Ο Βασιλέας, Κύριε, —
ΑΜΛΕΤΟΣ Ε! τι γίνεται;
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Αποσυρμένος εις τα δωμάτια του πάσχει φοβερά.
ΑΜΛΕΤΟΣ Από το πολύ πιοτό, Κύριε;
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Όχι, Κύριέ μου· από χολήν κάπως.
ΑΜΛΕΤΟΣ Θα έδειχνες πολύ γνωστικώτερος αν είχες αναγγείλη τούτο εις τον ιατρόν του διότι, ως προς εμέ, εάν εγώ του εδιόριζα καθαρτικό, θα του ανακάτονα ίσως περισσότερο την χολήν.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Κύριέ μου, δώσε κάπως μορφήν εις την ομιλίαν σου, και μη πηδάς τόσον αγρίως από το θέμα μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Είμαι ήμερος, Κύριε· προχώρησε.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Η Βασίλισσα, η μητέρα σου, καταλυπημένη μ' έστειλε προς εσέ.
ΑΜΛΕΤΟΣ Καλώς ήλθες.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Αλλά, Κύριέ μου, αυτή η ευγένεια δεν είναι άδολη· αν λάβης την καλοσύνην να μου δώσης μίαν γνωστικήν από- κρίσιν, θα εκτελέσω την προσταγήν της μητρός σου· ει- δεμή θα μου δώσης την άδειαν ν' αναχωρήσω και με τούτο τελειόνει η παραγγελία μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Κύριε, δεν ημπορώ —
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Τι, Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ να σου δώσω μίαν γνωστικήν απόκρισιν· το πνεύμα μου είναι άρρωστο· αλλά την απόκρισιν οπού ημπορώ να δώσω, συ θα μου την διατάξης, Κύριε, ή καλήτερα θα μου την διατάξη, καθώς λέγεις, η μητέρα μου· λοιπόν φθάνει, και εις το προκείμενον. Η μητέρα μου, λέγεις —
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Ιδού τι λέγει· ο τρόπος σου την έρριξε εις απορίαν και ταραχήν.
ΑΜΛΕΤΟΣ Ω θαυμαστός (41) υιός ικανός να ζαλίση τόσο μίαν μη- τέρα! Αλλά τι σέρνει κατόπι της αυτή η απορία της μη- τρός μου; Λέγε.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Επιθυμεί να σου ομιλήση εις την κάμαράν της πριν πας να πλαγιάσης.
ΑΜΛΕΤΟΣ Θέλ' υπακούσωμε, και αν (42) την είχαμε δέκα φοραίς μη- τέρα. Έχεις τι άλλο να μου ειπής;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Κύριέ μου, μία φορά μ' αγαπούσες.
ΑΜΛΕΤΟΣ Και ακόμη τώρα, να χαρώ αυταίς μου ταις δύο αρπά- κτραις.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Κύριέ μου, πόθεν προέρχεται η ασθένειά σου; Μα την αλήθειαν, μανταλόνεις την θύραν εις την ελευθερίαν σου, αν αρνείσαι να φανερώσης τον πόνον σου εις τους φίλους σου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Κύριε, δεν βλέπω προκοπήν.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Πώς τούτο, αφού έχεις τον λόγον του βασιλέως ότι εί- σαι ο διάδοχος της Δανίας;
ΑΜΛΕΤΟΣ Ναι, Κύριε· πλην «ζήσε, μαύρε μου» — η παροιμία εμούχλιασε κάπως.
Εισέρχονται ΗΘΟΠΟΙΟΙ με αυλούς.
ΑΜΛΕΤΟΣ Ω! οι αυλοί! δος μου έναν να ιδώ. — Διά (43) να ελευ- θερωθώ από σας — τι με φέρνετε γύρα διά να μου πάρετε την μυρωδιά, ως να ηθέλετε να με πιάσετε 'ς την παγίδα;
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Ω! Κύριέ μου, όσο τολμηρόν είναι το σέβας μου, τόσο αδιάκριτη είναι η αγάπη μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Δεν σ' εννοώ καλά. θέλεις να παίξης αυτόν τον αυλόν;
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Κύριέ μου, δεν ημπορώ.
ΑΜΛΕΤΟΣ Αν μ' αγαπάς.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Πίστευσέ με, δεν ημπορώ.
ΑΜΛΕΤΟΣ Θερμώς σε παρακαλώ.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Δεν γνωρίζω πώς πιάνεται καν, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ Είν' εύκολο, όσο να ειπής το ψέμα· ιδού, κυβέρνησε τού- ταις ταις τρύπαις με τον δείκτην και με τον αντίχειρα, δώσε του πνοήν με το στόμα, και θα σου λαλήση εκφρα- στικωτάτην μουσικήν. Παρατήρησε, εδώ είναι τα κλειδιά.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Αλλ' αυτά ίσα ίσα δεν δύναμαι εγώ να τ' αναγκάσω να γεννήσουν αρμονικόν ήχον κανέναν· δεν κατέχω την τέχνην.
ΑΜΛΕΤΟΣ Ε! βλέπεις λοιπόν διά πόσο ουτιδανό πράγμα με κάμνεις! Ήθελες να με παίξης ωσάν όργανο· έδειχνες πως γνωρί- ζεις τα κλειδιά μου· ήθελες ν' ανασπάσης την καρδίαν του μυστηρίου μου· ήθελες να με λαλήσης από την νή- την έως την πρώτην μου χορδήν· και ενώ εις τούτο το ορ- γανάκι μέσα υπάρχει πολλή μουσική, φωνή αξιόλογη, συ όμως δεν κατορθόνεις να το κάμης να λαλήση. Ε! διά- βολε! στοχάζεσαι ότι ημπορούν να με παίζουν ευκολώτερα παρά έναν αυλόν; Ό,τι όργανο και αν θέλετε ονομάσετέ με, δύνασθε να με κρούσετε, αλλά δεν θα δυνηθήτε να με παίξετε.
Εισέρχεται ΠΟΛΩΝΙΟΣ
ΑΜΛΕΤΟΣ Ο Θεός να σ' ευλογήση, Κύριε.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ Η Βασίλισσα επιθυμούσε να σου ομιλήση, και τώρα αμέσως.
ΑΜΛΕΤΟΣ Βλέπεις (44) εκείνο το σύννεφο εκεί πέρα, οπού έχει σχε- δόν σχήμα καμήλας;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ Μα τον Θεόν, τωόντι ομοιάζει ωσάν καμήλα.
ΑΜΛΕΤΟΣ Μου φαίνεται, είναι ωσάν νυφίτσα.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ Τωόντι έχει ταις πλάταις της νυφίτσας.
ΑΜΛΕΤΟΣ Ή φάλαινα καλήτερα;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ Πολύ ομοιάζει φάλαινα.
ΑΜΛΕΤΟΣ Λοιπόν θα πηγαίνω εις την μητέρα μου αμέσως· [μόνος του] Με τρελλαίνουν, τόσο μου τεντόνουν τα νεύρα. — Θα πηγαίνω αμέσως.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ Αυτό θα της ειπώ. [Εξέρχεται.
ΑΜΛΕΤΟΣ Το «αμέσως» λέγετ' εύκολα. — Αφήσετέ με, φίλοι.
[Εξέρχονται όλοι εκτός του ΑΜΛΕΤΟΥ
ΑΜΛΕΤΟΣ Τούτ' είν' η ώρα της νυκτός 'πού η στρίγλαις βγαίνουν, 'πού οι τάφοι χάσκουν, οπού η Κόλασις κ' εκείνη το μίασμά της εις τον κόσμον τούτον στέλνει· τώρα κ' αίμα ζεστό μπορούσα να ρουφήσω, κ' έργα τόσο σκληρά να κάμ' ώστε να φρίξη της ημέρας το φως. Αγάλι! θα πηγαίνω εις την μητέρα μου· καρδιά μου, μην αλλάξης από το φυσικό σου· μέσα εις το γενναίο τούτο στήθος να εμπή ποτέ μη συγχωρέσης του Νέρωνα η ψυχή· σκληρός θα ήμαι αλλ' όχι απάνθρωπος· μαχαίρια θα 'χη ο λόγος, όχι ποτέ το χέρι μου· 'ς αυτό πρέπει να παίξουν μέρος υποκριτών η γλώσσα και η ψυχή μου. Όσο και ο λόγος μου πικρά την ονειδίση, ποτέ η γνώμη σου, ω ψυχή, μη τον σφραγίση. [Εξέρχεται.
ΣΚΗΝΗ Γ'.
Δωμάτιον εις το ΚΑΣΤΕΛΙ Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Δεν μου αρέσει· κινδυνεύ' η ασφάλειά μας, αν τον αφήσωμε 'ς την τρέλλαν του να τρέχη· λοιπόν ετοιμασθήτε, και την εντολήν σας θα 'χετ' ευθύς, και αυτός με σας εις την Αγγλίαν θ' αναχωρήση· το καλό της πολιτείας δεν μας το συγχωρεί ν' αφήσωμε να υπάρχη ο κίνδυνος ο φοβερός, 'πού εις πάσαν ώραν η φρενοπάθεια του γεννά.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Θα συνταχθούμε. Άγιος είν', ευσεβής τωόντι αυτός ο φόβος, ώστε να σώσης τόσα πλήθη, 'πού αποκάτω 'ς την υψηλήν σου σκέπην ζουν και συντηρούνται.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Και ο μερικός θνητός χρεωστεί μ' όλην την ρώμην, με τ' άρματ' όλα της ψυχής, να προφυλάξη τον εαυτόν του, αλλά πλειότερον εκείνος, οπού με την πνοήν του ταις ζωαίς στηρίζει πολλών ανθρώπων· όταν σβύνεται ηγεμόνας δεν απεθαίνει μόνος, αλλά κάτω σέρνει, ως καταβόθρα, εκείνα οπού 'ναι ολόγυρά του· τρανός τροχός 'ς την κορυφήν βουνού στημένος, υψηλοτάτου, και μικρότερ' άλλα υπάρχουν πράγματα μύρια 'ς ταις θεόραταίς του ακτίναις σφικτά πιασμένα, και, όταν ροβολήση εκείνος, την βροντερήν καταστροφήν του συνοδεύει κάθε προσκόλλημά του και μικρόν αν ήναι. Δεν στέναξεν ο βασιλειάς ποτέ του μόνος· ολόκληρον λαόν σφάζει του πρώτου ο πόνος.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Διά το ταξείδι αυτό χωρίς αργοπορίαν, παρακαλώ, συγυρισθήτε, ότ' είναι τέλος ανάγκη ν' αλυσσοδεθή τούτος ο τρόμος (45), 'πού ελεύθερος γυρίζει.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Ευθύς θα ετοιμασθούμε.
[Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ Εισέρχεται ΠΟΛΩΝΙΟΣ
ΠΟΛΩΝΙΟΣ Κύριε, πηγαίνει 'ς το δωμάτιον της μητρός του. Οπίσω απ' την αυλαίαν θα κρυφθώ ν' ακούσω ό,τι συμβαίνει· και αυστηρά, σου το εγγυούμαι, εκείνη θα τον ονειδίση, αλλ', όπως είπες (46), και φρονίμως το είπες, άλλος θέλει απ' έξω ακροατής, και δεν αρκεί μόν' η μητέρα, αφού να παίρνουν μέρος ταις βιάζ' η φύσις. Ω σεβαστέ μου, προσκυνώ σε! Θα 'λθω πάλιν, πριν πας ν' αναπαυθής, να σου αναφέρω εκείνα 'πού έμαθα.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Ευχαριστώ σε, αγαπητέ μου.
[Εξέρχεται ΠΟΛΩΝΙΟΣ
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Αχ! το έγκλημά μου εσάπη, του Θεού μυρίζει (47)! την παλαιάν, την πρώτην έχει αυτό κατάραν, ο φόνος αδελφού! 'Σ την προσευχήν να πέσω δεν ημπορώ· και όμως 'ς αυτό σφοδρά με σπρώχνουν και θέλησις και προθυμιά· του εγκλήματός μου η δύναμις νικά την δύναμιν της γνώμης· και ως άνθρωπος, 'πού δύο τον βιάζουν χρέη, σταματώ και διστάζω ποιο να προτιμήσω, και αφίνω (48) και τα δύο· και αν το κολασμένο τούτο χέρι άλλο τόσον ήθελε χοντρύνη με αίμ' αδελφικό, τάχ' αρκεταίς δεν έχει ο γλυκός ουρανός δροσιαίς να το λευκάνη ωσάν το χιόνι (49); και εις τι άλλο χρησιμεύει το έλεος ειμή το κρίμα ν' αντικρύση (50); και η προσευχή διπλήν την δύναμιν δεν έχει, πριν πέσωμε να μας κρατή, και, αν πεσημένους μας εύρη χάμω, την συγχώρεσιν να φέρη; Λοιπόν τα μάτια προς τον ουρανόν! εσβύσθη το ανόμημά μου· αλλά και ποιος αρμόζει τύπος προσευχής εις εμέ; «Τον μιαρόν μου φόνον συγχώρεσέ μου»; Αυτό δεν γίνετ' όταν έχω ολοένα εκείνα, οπού 'ς τον φόνον μ' έχουν σπρώξη, τον θρόνον, την βασίλισσάν μου και την δόξαν. Πώς (51) είναι δυνατόν την άφεσιν να λάβη κείνος, 'πού τον καρπόν κρατεί του εγκλήματός του; Εις το ακάθαρτο ρεύμα εδώ του κόσμου τούτου, ναι, το κρίμα ημπορεί με την χρυσήν παλάμην το δίκαιον να στρέψη οπίσω, και συνέβη ν' αγορασθή (52) με της κλοπής το χρήμα ο νόμος· αλλ' εκεί 'πάνω διαφέρει· εκεί καμμία τέχνη δεν έχει τόπον, και 'ς το φυσικό της φαίνεται (53) η πράξις όλη, κ' είμασθε βιασμένοι αντιμέτωπα εμείς του κάθε πταίσματός μας να μαρτυρήσωμε. Λοιπόν τι μένει τώρα; να δοκιμάσης ό,τι δύναται η μετάνοια· α! δύναται το παν! πλην, να μετανοήσης εάν δεν ημπορείς, τι δύναται κ' εκείνη; Ω! συμφορά μου! Ω! στήθος μαύρ' ως είναι ο χάρος! Ιξωμένη ψυχή, 'πού, ενώ πάσχεις να φύγης, χειρότερα κολλάς! Άγγελοι, βοηθάτε! κάμετε δοκιμήν! και σεις, ω γόνατά μου σκληρά, λυγίστε· σιδερόχορδη καρδία, τρυφερή γίνε ωσάν τα νεύρ' απαλού βρέφους! Ακόμη δεν εχάθη, ακόμη κάθ' ελπίδα.
[Αναμερίζει και γονατίζει] Εισέρχεται ΑΜΛΕΤΟΣ