Αμλέτος

Part 6

Chapter 6 37 words Public domain Markdown

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Βρόχια διά να πιασθούν ξυλόκοταις! Α! ξεύρω όταν το αίμα βράζει πόσο είναι γενναία η ψυχή να δανείζη όρκους εις τα χείλη! Αναλαμπαίς, 'πού δίδουν φως, ζέστην ολίγην, σβυμένα 'ς την στιγμήν 'πού τάζουν και τα δύο, ω κόρη μου, μη γελασθής πως είναι φλόγαις. Μη την παρθενικήν σου δίδης παρουσίαν τόσο εύκολα 'ς το εξής· της συναναστροφής σου συ την αξίαν ως εκεί μη χαμηλόνης, να προστάζεσαι να 'λθης εις συνομιλίαις. Διά τον πρίγκιπ' Αμλέτον τούτο σκέψου μόνον, ότ' είναι νειό πουλάρι και ημπορεί να τρέχη ασπέδιστος (34) εκεί, 'πού εις σε δεν συγχωρείται. 'Σ ολίγα λόγια μη πιστεύης, Οφηλία, 'ς τους όρκους οπού κάμνει αυτός· είναι μεσίταις άλλης βαφής παρ' ό,τι δείχν' η φορεσιά τους, κήρυκες ταπεινοί διά τέλη εντροπιασμένα, και δείχνουν άγιοι κ' ευσεβείς προξενολόγοι, διά να πλανέσουν τους αθώους. Ε! σου λέγω, χωρίς λόγια πολλά, 'πού 'ς το εξής δεν πρέπει ταις ώραις της αδειάς σου να κακοξοδεύης εις το να δίδης λόγια και να συντυχαίνης με τον πρίγκιπ' Αμλέτον· τ' άκουσες; το θέλω· πήγαινε τώρα.

ΟΦΗΛΙΑ Θα υπακούσω, Κύριέ μου.

[Εξέρχονται,

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Ο Προμαχώνας. Εισέρχονται ΑΜΛΕΤΟΣ ΟΡΑΤΙΟΣ και ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ

ΑΜΛΕΤΟΣ Αέρας 'πού θερίζει· κάμνει πολύ κρύο.

ΟΡΑΤΙΟΣ Άγριος είναι, τωόντι, κοφτερός αέρας.

ΑΜΛΕΤΟΣ Τι ώρα είναι;

ΟΡΑΤΙΟΣ Ολίγο από την δωδεκάτην, νομίζω, λείπει.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Σφάλλεις· είναι βαρημένη.

ΟΡΑΤΙΟΣ Λέγεις; δεν τ' άκουσα· λοιπόν σιμόν' η ώρα που να περιπατή το πνεύμα εσυνηθούσε.

[Σαλπισμοί και πυροβολισμοί μέσα.

Τι δηλοί τούτο, Κύριέ μου;

ΑΜΛΕΤΟΣ Ο Βασιλέας δείπνον έχει οληνύκτα και μεθοκοπάει, φαρομανά, και 'ς τον χορόν πηδά, γυρίζει· κ' ενώ ρουφά του Ρήνου το κρασί και πίνει, τον θρίαμβόν του διαλαλούν (35), καθώς ακούτε, τα τύμπανα και η σάλπιγγαις.

ΟΡΑΤΙΟΣ Είναι συνήθεια;

ΑΜΛΕΤΟΣ Ναι, μάλιστ', αλλ' εγώ νομίζω, αν κ' είμαι γέννα του τόπου και με τούτ' αναθρεμμένος, ότι τέτοιαν συνήθειαν να κρατούν φέρνει ατιμίαν, κ' έπαινον έχει εκείνος 'πού την αθετήση. Δι' αυτήν την χοντροκέφαλην κραιπάλην τ' άλλα έθνη μάς θεατρίζουν και μας κατακρίνουν 'ς τα πέρατα της γης, μας λέγουν μεθοκόπους, και μ' επίθετο αισχρό ρυπαίνουν τ' όνομά μας. Αυτό τωόντι απ' όσα και αν η αρετή μας λαμπρότατ' έργα κατορθώση την καρδίαν, το μεδούλι, αφαιρεί του επαίνου οπού μας πρέπει. Και 'ς τους ανθρώπους μερικώς το αυτό συμβαίνει, — διά κάποιο κακό στίμμα φυσικό τους, είτε εκ γενετής (και αυτού δεν πταίουν, αν η φύσις δεν δύναται να εκλέγη την καταγωγήν της), όταν άμετρ' αυξήση κάποια διάθεσίς των, ώστε τα εμπόδια σπα και τους φραγμούς του λόγου. είτε από κάποιαν έξιν, οπού ωσάν προζύμι πολύ σηκόνει την μορφήν τρόπων ωραίων, — 'ς τους ανθρώπους αυτούς, λέγω, συμβαίνει, ως είναι μ' ένα ψεγάδι σημειωμένοι, είτ' είναι χρώμα της φύσεως, είτ' εκεί το 'χει χαράξ' η μοίρα, τα δώρα τους, και αν λάμπουν όσο η θεία χάρις, και άπειρ' αν ήναι, όσο η ψυχή χωρεί του ανθρώπου, του κόσμου γενικώς να φαίνωνται φθαρμένα από την μόνην κείνην έλλειψιν· το δράμι (36) του ολέθρου σέρνει την καλήν ουσίαν όλην εις τ' όνειδός του.

Εισέρχεται το ΠΝΕΥΜΑ.

ΟΡΑΤΙΟΣ Ιδέ, Κύριε, το Πνεύμα φθάνει!

ΑΜΛΕΤΟΣ Ω Άγγελοι του Υψίστου, σεις φυλάξετέ μας! — Μακάριον είσαι πνεύμα, είτε κολασμένο, πνοαίς ουράνιαις φέρνεις, είτε φλόγαις Άδου, έχεις προαίρεσιν καλήν είτε ολεθρίαν, με σχήμα τόσο αξιομίλητον (37) εφάνης, ώστ' εγώ θα σου κρίνω· και σου λέγω, Αμλέτε πατέρα μου και των Δανών ω βασιλέα! Α! δος μου απόκρισιν! 'Σ την άγνοιαν μη μ' αφήσης να πνίγωμαι, αλλ' ειπέ, διατί τ' αγιασμένα κόκκαλά σου, οπού τα 'χαν νεκροσυγυρίση, τα σάβανά των έσπασαν; Διατί το μνήμα, 'πού σ' είδαμε κλεισμένον 'ς την ανάπαυσίν σου, τ' ασάλευτ' άνοιξε σαγόνια του μαρμάρου να σ' απολύση οπίσω; Τι σημαίνει τούτο, ότι συ, λείψανο, πατόκορφα ωπλισμένος, πάλι έρχεσαι να ιδής τα φέγγη της σελήνης, την νύκτα ν' ασχημίζης, ώστ' εμείς, της φύσεως τα εμπαίγματα (38), τόσο φρικτά να κλονισθούμε με στοχασμούς οπού δεν φθάνει ο νους του ανθρώπου; Ειπέ διατί γίνεται αυτό; Προς τι; Τι πρέπει να πράξωμεν εμείς;

[Το ΠΝΕΥΜΑ νεύει του ΑΜΛΕΤΟΥ.

ΟΡΑΤΙΟΣ Ιδού, σου κάμνει νεύμα αλλού να πας μαζί του, ωσάν να θέλη κάτι να φανερώση προς εσένα μόνον.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Κύττα, με ήθος πόσο ευγενικό σε καλεί πέρα εις μέρος πλέον μακρυνόν· όμως μαζί του μη πας.

ΟΡΑΤΙΟΣ Όχι, ποσώς, καθόλου.

ΑΜΛΕΤΟΣ Αυτό δεν θέλει ομιλήση· λοιπόν θα το ακολουθήσω.

ΟΡΑΤΙΟΣ Κύριε, μη το κάμης.

ΑΜΛΕΤΟΣ Τι; Ποιος θα 'ναι ο φόβος; Δεν λογαριάζω ουδέ βελόνι την ζωήν μου· όσο διά την ψυχήν μου, τι μπορεί να πάθη από αθάνατο πνεύμ' αθάνατη κ' εκείνη; Με καλεί πάλι πέρα· θα το ακολουθήσω.

ΟΡΑΤΙΟΣ Πώς, Κύριέ μου; Και αν αυτό σε ξεπλανέση εις το ποτάμ' (39) ή 'ς τον φρικτόν βράχον που επάνω 'ς την βάσιν του υψηλός προς τα πελάγη κλίνει, και πάρη εκεί κάποιαν μορφήν άλλην του τρόμου, και σου αφαιρέση του νοός την εξουσίαν, ώστε να σε τρελλάνη; Τούτο συλλογίσου· βάζει ο τόπος αυτός, χωρίς άλλην αιτίαν, θανάτου πειρασμούς 'ς την κεφαλήν εκείνου, 'πού την θάλασσαν βλέπει τόσα μέτρα κάτω και την ακούει να βροντά.

ΑΜΛΕΤΟΣ Καλεί με πάλι. — Πήγαιν' εμπρός· κ' εγώ θέλει σε ακολουθήσω.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Κύριέ μου, δεν θα πας.

ΑΜΛΕΤΟΣ Μακράν τα χέρια, λέγω!

ΟΡΑΤΙΟΣ Άκουσε! δεν θα πας.

ΑΜΛΕΤΟΣ Η μοίρα μου κραυγάζει, και 'ς το κορμί μου κάθε αρμόν ενδυναμόνει ωσάν τα νεύρα του θηρίου της Νεμέας (40).

[Το ΠΝΕΤΜΑ νεύει

Καλούμαι ακόμη; — Κύριοι, λύσετέ με, αλλέως θα κάμω πνεύμα εκείνον οπού μ' εμποδίζει. Αφήστε μ', είπα! — Εμπρός, κ' εγώ θ' ακολουθήσω.

[Εξέρχονται ΠΝΕΥΜΑ και ΑΜΛΕΤΟΣ.

ΟΡΑΤΙΟΣ 'Σ απελπισία τον ρίχνει τώρα η φαντασία.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Ας του πάμε κατόπι, και δεν είναι πρέπον 'ς αυτό να του υπακούμε.

ΟΡΑΤΙΟΣ Εμπρός, ας πάμε. — Τούτο πού θα τελειώση;

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Κάτι σαπημένον έχει το κράτος της Δανίας.

ΟΡΑΤΙΟΣ Ίσια θα τα φέρη ο Θεός.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Αλλ' εμείς κατόπι του να πάμε.

ΣΚΗΝΉ Ε'.

Άλλο μέρος απομακρυσμένο εις τον ΠΡΟΜΑΧΩΝΑ. Εισέρχονται ΠΝΕΥΜΑ και ΑΜΛΕΤΟΣ

ΑΜΛΕΤΟΣ Πού θα με πας; (41) Ομίλει· δεν θα προχωρήσω.

ΠΝΕΥΜΑ Πρόσεχε.

ΑΜΛΕΤΟΣ Θα προσέχω.

ΠΝΕΥΜΑ Προσεγγίζ' η ώρα 'πού 'ς ταις πίσσιναις φλόγαις πρέπει ν' αποδώσω τον εαυτόν μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ Αχ! καϋμένο Πνεύμα!

ΠΝΕΥΜΑ Όχι, να μη με συμπονής, και σοβαρά ν' ακούσης ό,τι θα φανερώσω.

ΑΜΛΕΤΟΣ Ειπέ, πρέπει ν' ακούσω.

ΠΝΕΥΜΑ Κ' εκδικητής να γίνης, άμ' ακούσης, πρέπει.

ΑΜΛΕΤΟΣ Και τι;

ΠΝΕΥΜΑ Το πνεύμα εγώ 'μαι του πατρός σου κ' έχω καταδίκην 'ς την γην την νύκτα να πλανώμαι, και την ημέραν μες ταις φλόγαις να λιμάζω (42), ως 'πού το πυρ να καθαρίση όσα' χω πράξη κρίματα 'ς ταις ημέραις της φθαρτής ζωής και αν άνωθεν 'ς εμέ δεν ήτο εμποδισμένο να φανερώσω τα κρυφά της φυλακής μου, ήθελε ακούσης από εμέ μιαν ιστορίαν, 'πού εις την παραμικρήν της λέξιν να τρομάζη η ψυχή σου, το νέον αίμα σου να πήξη, τα δυο σου μάτι' από τους κύκλους των, ως άστρα, εμπρός να πεταχθούν, τα κολλητά σγουρά σου να χωρισθούν και κάθε τρίχα ορθήν να στήσουν, ως η τριχιά του θυμωμένου ακανθοχοίρου· αλλά 'ς αυτιά 'πό σάρκα κ' αίμα δεν αρμόζει τούτ' η φανέρωσις αφθάρτου κόσμου. Αμλέτε, ακροάσου, ακροάσου! Και αν, οπότ' εζούσε, τον γλυκόν σου πατέρ' αγάπησες, —

ΑΜΛΕΤΟΣ Θεέ μου! (43)

ΠΝΕΥΜΑ τον μιαρόν εκδίκ' αφύσικόν του φόνον.

ΑΜΛΕΤΟΣ Φόνον;

ΠΝΕΥΜΑ Και μιαρόν, ως κάθε φόνος και όταν δικαιολόγησιν έχη, αλλ' όμως ωσάν τούτος αφύσικος και μιαρός δεν έγιν' άλλος.

ΑΜΛΕΤΟΣ Μην αργής να το ειπής, και 'ς την εκδίκησιν μου θα ορμήσω με πτερά γοργότατα όσον είναι της θείας προσευχής ή της θερμής αγάπης.

ΠΝΕΥΜΑ Πρόθυμος είσαι· και, αν αυτό δεν σε κινούσε, θα 'σουν οκνότερος του χόρτου οπού 'ς της Λήθης την ακροποταμιά σαπαίνει αναπαυμένα. Λοιπόν άκουσε, Αμλέτε· ειπώθη κ' επιστεύθη ότι 'ς τον κήπον μου, ενώ κοιμώμουν, φίδι μ' επλήγωσεν· ιδού, πώς όλην την Δανίαν με πλαστόν τρόπον του θανάτου μου απατήσαν· αλλά μάθε, ω γενναίε, 'πού το φίδι εκείνο που του πατρός σου την ζωήν πλήγωσε, τώρα φορεί το στέμμα του.

ΑΜΛΕΤΟΣ Ω προφήτισσα ψυχή μου! Ο θείος μου;

ΠΝΕΥΜΑ Αυτό το κτήνος, ο αιμομίκτης, ο μοιχός, με διαβόλου πνεύμα και με δώρα επίβουλα, — ω πνεύμα πονηρόν, ω δώρα τόσον άξια να φθείρουν την ψυχήν του ανθρώπου έσυρε 'ς την αδιάντροπήν του επιθυμίαν την τόσ', ως έδειχνεν, αγνήν βασίλισσάν μου. Αμλέτε, ποίος ξεπεσμός εστάθη εκείνος! Από εμέ, 'πού ευγενώς τόσο την αγαπούσα ώστε με την ευχήν του γάμου αδελφωμένη εβάδιζεν η αγάπη, να ξεπέση 'ς έναν αχρείον και γυμνόν απ' όσαις 'ς εμέ χάρες η φύσις είχε δώση· αλλ' όπως δεν κλονείται η αρετή ποτέ κ' εάν η αναισχυντία με σχήμα θείο προσπαθεί να της αρέση, ομοίως κ' η ασέλγεια (44), και αν τύχη να σμίξη μ' άγγελον φωτεινόν, και αφού την ουρανίαν κλίνην χαρή θα στρέψη 'ς το ψοφίμι. Στάσου! της χαραυγής, θαρρώ, μυρίζομαι τ' αέρι· σύντομα πρέπει να τα ειπώ. Κει 'πού κοιμώμουν 'ς τον κήπον μου μεσημερίς, ως συνηθούσα, ήλθε 'ς την ώραν της μεγάλης μου ησυχίας ο θείος σου κλεφτά, μ' ένα ρογί γεμάτο από χυλόν του καταράτου μηλοχόρτου (45), και 'ς των αυτιών μου ταις αυλαίς έχυσεν όλο το λεπροφόρον αποστάλαγμα, κ' εκείνο με το αίμα του ανθρώπου τόσην έχθραν έχει, 'πού ωσάν υδράργυρος γοργά διαβαίνει 'ς όσαις πύλαις και δρόμους φυσικούς έχει το σώμα, και με σφοδρήν ενέργειαν κόβει ευθύς και πήγει το καθαρό μας αίμα, ωσάν μέσα 'ς το γάλα ξυναίς σταλαγματιαίς· και αυτό 'ς εμέ συνέβη· και ξάφνου επάνω 'ς όλο τ' ομαλό κορμί μου εξέσπασε λειχήνα, ως του Λαζάρου λώβα (46), 'πού αχρεία κλόδα βρωμερή την έκρυβ' όλην. Ιδού, πώς αδελφός τα πάντα, ενώ κοιμώμουν, ζωήν, κορώναν και βασίλισσαν μου επήρε. Εκόπην μέσα 'ς τ' άνθος των αμαρτιών μου, χωρίς να ετοιμασθώ, χωρίς να λάβω μύρον (47), χωρίς μετάληψιν, χωρίς να διορθώσω την ψυχήν μου, αλλά λόγον μ' έστειλαν να δώσω σκυμμένος απ' το βάρος των ελλείψεών μου. Ω φρίκη! ω φρίκη! ω φρίκη! Και αν αίσθησιν έχεις, μη το υποφέρης· μην αφήσης της Δανίας την κλίνην την βασιλικήν κοίτη να ήναι πόθων αισχρών και μιαρής αιμομιξίας. Αλλ' όπως και αν συ μέλλης τούτο να ενεργήσης, φύλαξε την καρδιά σου αγνήν και της μητρός σου κακά να κάμης μη σκεφθής, αλλ' άφησέ την 'ς τον θεόν και 'ς αυτά τ' αγκάθια 'πού 'ς τα σπλάχνα μέσα της κατοικούν, πικρά να την πληγόνουν. Τώρ' αποχαιρετώ σε· η λαμπυρίδα (48) δείχνει ότι σιμόν' η αυγή, και αρχίζει να χλωμαίνη το άνεργό της φως. Ω! χαίρε, Αμλέτε, χαίρε! Να μη με λησμονήσης. [Εξέρχεται.

ΑΜΛΕΤΟΣ Ω των Ουρανίων τάγματα όλα! Ω Γη! τι άλλο; και τον Άδην μ' αυτά θα ενώσω; Αίσχος! Συ, καρδιά μου, βάστα· νεύρα μου, σεις μη ξάφνου τώρα μου γεράστε, στηρίξτε με σφικτά! Να μη σε λησμονήσω; Ναι, καϋμένο μου πνεύμα, ενόσω η μνήμη τόπον 'ς την σαλευμένην τούτην σφαίραν (49) έχει ακόμη. Να μη σε λησμονήσω; Ναι, από της μνήμης τον πίνακα θα σβύσω κάθ' ενθύμημά μου ανούσιο, κοινό, κάθε ρητό παρμένο από βιβλία, και όσα σχήματα και τύπους των περασμένων μου καιρών έχ' η νεότης αντιχαράξη εκεί καθώς τα αισθάνθη κ' είδε· και μόν' η προσταγή σου μέσα εις το βιβλίο του εγκεφάλου μου θα ζη μακράν απ' ό,τι πρόστυχον είναι· μάρτυς μου ο Θεός, τ' ομόνω! Γυνή (50) ω πόσο διεστραμμένη! Συ, αχρείε! κακούργε, αχρείε, με γλυκόγελο 'ς τα χείλη! Το σημειωματάρι (51) μου· θα γράψω τούτο· να 'χη μπορεί κάνεις γλυκόγελο 'ς τα χείλη και να ήναι κακούργος· τούτο εις την Δανίαν [γράφει τουλάχιστον συμβαίνει· σ' έχω εδώ γραμμένον, ω θείε μου! — Και πάλιν προς το σύνθημά μου· είναι· «χαίρε, ω χαίρε, μη με λησμονήσης», τ' ωρκίσθηκα.

ΟΡΑΤΙΟΣ [από μέσα. Πού είσαι, Κύριέ μου;

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ [από μέσα Κύριε, Αμλέτε!

ΟΡΑΤΙΟΣ [από μέσα. Ο Θεός να τον φυλάξη.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ [από μέσα. Γένοιτο.

ΟΡΑΤΙΟΣ [από μέσα. Ω Κύριέ μου, ω!

ΑΜΛΕΤΟΣ Καλέ μου, ω πουλί μου (52), έλα, κατέβα!

Εισέρχονται ΟΡΑΤΙΟΣ και ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Τι συμβαίνει, Κύριέ μου;

ΟΡΑΤΙΟΣ Τι νέα, Κύριε;

ΑΜΛΕΤΟΣ Θαυμαστά!

ΟΡΑΤΙΟΣ Δεν μας τα λέγεις, καλέ μας Κύριε;

ΑΜΛΕΤΟΣ Όχι· τα κοινολογείτε.

ΟΡΑΤΙΟΣ Εγώ 'χι, Κύριε, 'ς τον Θεόν.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Ούτ' εγώ, Κύριε,

ΑΜΛΕΤΟΣ Τι λέγετε λοιπόν; Α! πότε ανθρώπου φρένες φαντάσθηκαν αυτά; Το μυστικό κρατείτε;

ΟΡΑΤΙΟΣ και ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Ναι, Κύριε, 'ς τον Θεόν.

ΑΜΛΕΤΟΣ Εις την Δανίαν όλην δεν σώζεται (53) κακούργος 'πού να μη 'ναι αχρείος γνωστός.

ΟΡΑΤΙΟΣ Να μας διδάξη τούτο, Κύριέ μου, δεν είναι ανάγκη πνεύμα να 'βγη από τον τάφον.

ΑΜΛΕΤΟΣ Ό,τ' είπες, ορθόν είναι, ορθότατο· και, δίχως άλλαις περιστροφαίς, καλόν ευρίσκω τώρα να σφίξωμε τα χέρια και να χωρισθούμε, εσείς, οπού σας φέρνει ο πόθος και η φροντίδα· καθένας έχει πόθους, έχει και φροντίδαις, όποιαις και αν ήναι· ως προς εμέ τον καϋμένον, θα υπάγω να προσευχηθώ.

ΟΡΑΤΙΟΣ Τούτα δεν είναι ειμή λόγια του ανέμου και γεμάτα ζάλην.

ΑΜΛΕΤΟΣ Λυπούμαι οπού σας πρόσβαλαν, πολύ λυπούμαι 'ς την τιμήν μου.

ΟΡΑΤΙΟΣ Ποσώς δεν μας προσβάλλουν, Κύριε.

ΑΜΛΕΤΟΣ Ναι· πλην, μα τον Θεόν, υπάρχει και μεγάλη, Οράτιε, προσβολή· (54) και ως προς τ' όραμα εκείνο, είναι πνεύμα καλό, τούτο να ειπώ σας φθάνει· και την επιθυμία να μάθετ' ό,τι τρέχει μεταξύ μας, δαμάσετ' όπως ημπορείτε. Και τώρα, καλοί φίλοι, ως είσθε φίλοι αρχαίοι, και σπουδασμένοι και στρατιώταις, μίαν μόνην χάριν μικρήν ζητώ σας.

ΟΡΑΤΙΟΣ Κύριε, τι θέλεις; θα γίνη ευθύς.

ΑΜΛΕΤΟΣ Γνωστό μη κάμετ' ό,τι απόψε είδετε.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ και ΟΡΑΤΙΟΣ Κύριε, ποτέ.

ΑΜΛΕΤΟΣ Θα τ' ορκισθήτε.

ΟΡΑΤΙΟΣ Εις την τιμήν μου, Κύριε.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Κύριε, 'ς την τιμήν μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ Εις το σπαθί μου (55).

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Κύριε, τώρα εδώκαμ' όρκον (56).

ΑΜΛΕΤΟΣ Εις το σπαθί μου, 'ς το σπαθί μου.

ΠΝΕΥΜΑ [από κάτω. Ορκισθήτε.

ΑΜΛΕΤΟΣ Α! Α! συ, παλληκάρι, τούτο λέγεις; Είσαι κει κάτω, τιμημέν' εργάτη (57); — Ελάτε· ακούτε τον άνθρωπον αυτόν 'ς τα κατωκέλλι· στέρξτε να ορκισθήτε.

ΟΡΑΤΙΟΣ Τον όρκον, Κύριε, πρόβαλέ μας.

ΑΜΛΕΤΟΣ Ό,τι έχετε ιδή, ποτέ να μην ειπήτε. θα ορκισθήτε 'ς το σπαθί μου.

ΠΝΕΤΜΑ [από κάτω, Ορκισθήτε.

ΑΜΛΕΤΟΣ Λοιπόν α π α ν τ α χ ο ύ παρών; Α! πρέπει τόπον ν' αλλάξωμεν (58)· εδώ περάστε, Κύριοί μου. Τα χέρια θέστε πάλι επάνω 'ς το σπαθί μου, και ορκισθήτε ποτέ να μην ειπήτε λόγον ως προς αυτό 'πού τώρ' ακούσετε (59).

ΠΝΕΥΜΑ [από κάτω. Ορκισθήτε

ΑΜΛΕΤΟΣ Καλά τα λέγεις, γέρε χάμουργα! Και πόσο γλήγορα εργάζεσαι 'ς την γην! Α! σκαπανέας είσαι καλός! — Και πάλι ας κινηθούμε, φίλοι.

ΟΡΑΤΙΟΣ Θεέ του Ελέους! αλλά τούτο πράγμα ξένο είναι πραγματικώς!

ΑΜΛΕΤΟΣ Και συ λοιπόν ως ξένον (60) να το καλοδεχθής. Πολλά (61) πράγματα, Οράτιε, ο Ουρανός έχει και η Γη, 'πού καν δεν είδε 'ς τ' όνειρό της αυτή σας η φιλοσοφία. Αλλά (62) ελάτ' εδώ, 'σαν πρώτα, ότι ποτέ σας (να σας σκέπη ο Θεός) — Όσο και αν δείξη ξένο, παράδοξο, το φέρσιμό μου, καθώς ίσως θα κρίνω πρέπον 'ς το εξής να πάρω ήθος αλλόκοτο, μωρό, — δεν θα συμβή ποτέ σας, όταν 'ς εκείναις ταις στιγμαίς και σεις με ιδήτε, τα χέρια (63) να σταυρώσετ' έτσι, ή να κουνήστε έτσι την κεφαλήν, ή λόγος να σας φύγη αμφίβολος, ωσάν «χεμ! χεμ! ξεύρομε κάτι», ή «να ηθέλαμεν!» ή «θα ελέγαμεν, αν ήταν συγχωρημένον» ή «δεν λείπουν, αν μπορούσαν» (64) ή μ' ομιλίαις άλλαις ύποπταις να δείξτε πως ηξεύρετε κάτι από τα πράγματά μου, — ότι αυτά δεν θα πράξετε (και ας ήναι η θεία χάρις 'ς την ώραν της ανάγκης βοηθός σας) ορκισθήτε.

ΠΝΕΥΜΑ [από κάτω. Ορκισθήτε.

ΑΜΛΕΤΟΣ Ταραγμένο πνεύμα, αναπαύσου, αναπαύσου! — Τώρα, κύριοι μου, 'ς εσάς συσταίνομ' όλος μ' όλην την ψυχήν μου, και ό,τ' ημπορεί πτωχός άνθρωπος, όπως είναι ο Αμλέτος, να κάμη διά να δείξη πόσην αγάπην τρέφει προς εσάς, δεν θέλει λείψη, αν θελήση ο Θεός. Και τώρα μέσ' ας πάμε όλοι μαζί· και πάντοτε σας εξορκίζω το δάκτυλο εις τα χείλη επάνω να κρατήτε. Εξαρθρώθη ο καιρός· της μοίρας πείσμα ω πόσο πικρόν, εγώ να γεννηθώ να τον διορθώσω. Και τώρα ελάτε, να πηγαίνωμεν αντάμα. [Εξέρχονται.

ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Δωμάτων εις το σπίτι του ΠΟΛΩΝΙΟΥ. Εισέρχονται ΠΟΛΩΝΙΟΣ και ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Πάρε και δος του αυτά τα χρήματα, Ρεϋνάλδε, και αυτά τα γράμματα.

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Θα γίνη, Κύριέ μου.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Καλέ Ρεϋνάλδε, πόσην φρόνησιν θα δείξης αν, πριν πας να τον εύρης, εξετάσης πρώτα την διαγωγήν του.

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Κύριε, κατά νουν το είχα.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Εύγε σου, εξαίρετα, λαμπρά, μα την ζωήν μου. Πρόσεχε τώρα· πρώτα θέλει μου ερευνήσης τίνες ευρίσκονται Δανοί 'ς τους Παρισίους, ποίοι και πώς, τα μέσα 'πώχουν, και πού μένουν, ποια συντροφιά, τι δαπανούν και άμα με τούτο το κλωθογύρισμα του λόγου μάθης ότι γνωρίζουν τον υιόν μου, ιδού πώς θέλει φθάσης ταχύτερα παρ' αν αμέσως ερωτούσες· δείξε πώς τάχ' από μακρυά μόνον τον ξεύρεις· «τον πατέρα του» ειπέ «και φίλους του γνωρίζω, και αυτόν κάπως». Νοείς τούτο, Ρεϋνάλδε;

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Κύριε, πολύ καλά.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ «Κάπως και αυτόν· όμως» θα λέγης «ολίγο, αλλ', αν εκείνος είναι οπού απεικάζω, είν' άτακτος πολύ, 'ς αυτό και αυτό δοσμένος». και πλάσε εις βάρος του όσα θέλεις· όμως όχι τόσο χοντρά 'πού να τον ατιμάζουν, — έχε εδώ τον νουν σου· αλλά θα ειπής ταις τρέλλαις όλαις, τα λάθη και τα πάθη, οπού 'ναι μαθημένη η νεότης να εμπλέκη αν έχη ελευθερίαν.

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Λόγου χάριν πώς παίζει.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Ναι, και πώς του αρέσει να πίνη, να σπαθοκοπά, να θεουλίζη, να μαλόνη, να βλέπη αμαρτωλαίς· να φθάσης ημπορείς ως αυτού.

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Τούτο αν ειπούμε, Κύριε, θε να τον ατιμάσωμε.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Ποσώς, διόλου· όπως εσύ θ' αρτύσης την κατηγορίαν· μη πάλι του φορτώσης τ' όνειδος πως είναι εις άσωτην ζωήν παραδομένος· τούτο δεν εννοώ· θα χρωματίσης τα κακά του όμορφα, ωσάν ψεγάδια της ελευθερίας, μιας φλογερής ψυχής οπού ξεσπά και αστράφτει, αίματος ζωντανού, 'πού χαλινόν δεν έχει, πάθημα γενικόν.

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Αλλά, καλέ μου Κύριε, —

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Και προς τι θέλω αυτό να κάμης;

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Κύριέ μου, τούτο να μάθω επιθυμούσα.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Αυτού, καλέ μου, είν' όλο μου το σχέδιο, μηχανή, πιστεύω, μεγάλη· και ιδού πώς. Ενώ συ τον υιόν μου με τέτοιους ρύπους ελαφρούς χρισμένον δείχνεις, ως πράγμα, οπού 'ς το μεταχείρισμα ελερώθη, — εδώ πρόσεχε — αν ο συνομιλητής σου, αυτός, 'πού τον ψαχνοερωτάς, είδε ποτέ του 'ς τα ελαττώματα εκείνα να 'χη πέση ο νέος, οπού του μελετάς, μην αμφιβάλης ότι τούτο μαζί σου το συμπέρασμα θα κλείση· Άρχοντά μου' θα ειπή ή «φίλε» ή κ' «Εντιμότης», όπως η γλώσσα το 'χει και κατά τον τρόπον 'πού ο τόπος συνηθά.

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Κάλλιστα, Κύριέ μου.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Και τότε, φίλε, αυτός αρχίζει, αυτός αρχίζει — Α! τι 'θελα να ειπώ; Μα την ζωήν μου κάτι είχα 'ς τον νουν να ειπώ! Πού στάθηκεν ο λόγος;

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Εις το «συμπέρασμα θα κλείση» και εις το «φίλε» ή κ' «Εντιμότης».

ΠΟΛΩΝΙΟΣ 'Σ το «συμπέρασμα θα κλείση» Α! τωύρηκα! ιδού με σέ πώς θε να κλείση· «Τον κύριον γνωρίζω· χθες εγώ τον είδα ή και προχθές, ή τότε, ή τότε, με τον δείνα άνθρωπον ή τον δείνα, και, καθώς το λέγεις, εδώ να παίζη εκεί με φίλους να μεθάη, αλλού, την σφαίραν ενώ ρίχναν, να μαλόνη». Ίσως ειπή και αυτό' «Τον έχω ιδή να εμπαίνη 'ς ένα σπίτι κακό» τουτέστι πορνοστάσι, και καθεξής· είδες λοιπόν συ, με το ψέμα δόλωμα, πιάνεις τούτο το γριβάδι αλήθειαν. Να, πώς εμείς οι γνωστικοί και πνευματώδεις ευρίσκομε με γύραις, από παρακλάδια στραβά, τον ίσιον δρόμον· και μ' αυτόν τον τρόπον, 'πού σώχω δείξη και διδάξη, και συ πρέπει να ξεσκεπάσης τον υιόν μου. Εμπήκες τώρα;

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Εμπήκα, Κύριε.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Χαίρε, και ο Θεός κοντά σου.

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Καλέ μου Κύριε!

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Κρίνε (1) συ την διάθεσίν του από τον εαυτόν σου.

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Αυτό, Κύριε, θα κάμω

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Και άφησέ τον να λαλή την μουσικήν του (2).

ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Κύριέ μου, καλό. [Εξέρχεται.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Υγίαινε!

Εισέρχεται ΟΦΗΛΙΑ

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Οφηλία, τι έπαθες; τι τρέχει;

ΟΦΗΛΙΑ Ω! φόβος 'πού μ' επήρε, Κύριε, —

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Και από τι, 'ς το όνομα του Υψίστου;

ΟΦΗΛΙΑ Έρραφτα μόνη μέσα 'ς τα δωμάτιόν μου· ο πρίγκιπας Αμλέτος, με ξεκουμπωμένο σωκάρδι, ασκούφωτος, με κάλτσαις ξελυμέναις, βρώμιαις, συρταίς, 'σάν κλάπαις (3), 'ς τ' αστραγάλι, [και άσπρος 'σάν το υποκάμισό του, με τα γόνατά του 'πού αντικτυπιόνταν, μ' όψιν καταλυπημένην, ωσάν ο Άδης να τον είχεν απολύση να ξεστομίση τρόμους, φανερώθη εμπρός μου.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Τρελλός από τον έρωτά σου;

ΟΦΗΛΙΑ Δεν γνωρίζω, αλλά τωόντι, Κύριε, το φοβούμαι.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Τι 'πε;

ΟΦΗΛΙΑ Μ' έπιασε απ' τον αρμόν (4) και, όπως σφικτά μ' εκράτει, 'ς το μάκρος του βραχίονός του οπίσω κλίνει, και με την άλλην του παλάμην, έτσι (5), επάνω 'ς τα φρύδια του, να ιδή το πρόσωπό μου εβάλθη ως να 'χε να το ζωγραφίση· και 'ς την στάσιν αυτήν μένει πολληώρα· τέλος, αφού πρώτα μου τίναξ' ελαφρά το χέρι και άνω κάτω εκούνησ', έτσι, τρεις φοραίς την κεφαλήν του, έσυρε από τα βάθη στεναγμόν του πόνου, 'πού 'θελε ειπής πως θα του ανοίξη όλο το σώμα, αυτού να ξεψυχήση· κ' ύστερα μ' αφίνει, και με την κεφαλήν στριμμένην προς τους ώμους τον δρόμον του εύρισκε χωρίς τους οφθαλμούς του, ότι χωρίς να τον βοηθούν εβγήκεν έξω, και ως το τέλος 'ς εμέ προσήλονε το φως τους.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Έλα μαζί μου· θε να ευρώ τον βασιλέα· έκστασις είναι τούτη ερωτική, που τόσην την ορμήν έχει οπού χαλά τον εαυτόν της, και την θέλησιν σέρν' εις έργ' απελπισίας, όσο πάθος κανέν' απ' όσα εδώ του ανθρώπου την φύσιν βασανίζουν. Α! πολύ λυπούμαι, — μήπως τώρ' ύστερα σκληρά λόγια του είπες;

ΟΦΗΛΙΑ Κύριέ μου, ποσώς· αλλ' ως μ' έχεις προστάξη του γύρισα τα γράμματά του και του αρνήθην να τον δεχθώ.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Και αυτό τον έφερε 'ς την τρέλλαν. Έπρεπ', ωιμέ, προσεκτικά να τον σπουδάσω καλήτερα· εφοβούμουν μήπως παίζη κ' έχη σκοπόν να σ' αφανίση' ανάθεμα 'ς εκείνην την υποψίαν μου! Ναι, φαίνεται ότι σπρώχνουν την γνώμην τους οι γέροι πέρ' απ' ό,τι πρέπει, καθώς οι νέοι πάλιν πρόβλεψιν δεν έχουν. 'Σ τον Βασιλέα πάμε· πρέπει να του γίνη ο έρωτας γνωστός, κ' εάν θα σπείρη μίση, ότι κρυμμένος πόνους άλλους θα γεννήση (6). Έλα. [Εξέρχονται.

ΣΚΗΝΗ Β'.

Δωμάτιον εις το ΚΑΣΤΕΛΙ Σαλπισμοί. Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ και ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Χαίρετε, ω φίλοι, Ροζενκράς και Γυιλδενστέρνη! Και πόθον είχαμε πολύν να σας ιδούμε, και ν' αναλάβετε διά μας χρήσιμον έργον ανάγκην είχαμε· δι' αυτό με τόσην βίαν σας εμηνύσαμε. Θ' ακούσετ' ίσως κάτι ως προς την μεταμόρφωσιν του Αμλέτου, κ' είναι καθώς την λέγω, αφού μ' ό,τ' ήταν πρώτα μήτε ο έξω άνθρωπος, και μήτε ο μέσα, ομοιάζει. Τι άλλο τάχα παρ' η θλίψις του θανάτου του πατρός του εδυνήθη να τον καταντήση να μη γνωρίζη αυτός τον εαυτόν του πλέον, να φαντασθώ δεν ημπορώ· και σας τους δύο, ως παιδιόθεν είσθε συνανάτροφοί του, και κατόπι αδελφοί 'ς την νειότη και 'ς την γνώμην, παρακαλούμεν να σας έχωμεν ολίγον καιρόν εις την Αυλήν μας, και να τον κινήτε εις ξεφαντώματα μαζί σας να πηγαίνη, ώστε να δυνηθήτε από ταις ευκαιρίαις να συνάξετε κάτι, και αν τον βασανίζει τι άγνωστο 'ς εμάς, κ' εάν φανερωμένο το πάθος θαύρισκε απ' εμάς την ιατρείαν.