Αμλέτος

Part 5

Chapter 5 27 words Public domain Markdown

ΟΡΑΤΙΟΣ Κάρφος (7) διά να θολώση του νοός το μάτι. 'Σ την Ρώμην (8), μες τα ύψος δόξης δαφνοφόρας, ολίγο πριν ο φοβερός Ιούλιος πέση, οι τάφοι αδειάσαν, και οι νεκροί σαβανωμένοι εις τους δρόμους της Ρώμης θλιβερά θρηνούσαν· άστρα με φλόγιναις ουραίς, αιματωμένα, 'ς τον ήλιον χαλασμοί (9), και ο νοτερός πλανήτης 'πού το βασίλειο κυβερνά του Ποσειδώνος, έκλειψιν έπασχε κακήν, ως να 'χε φθάση 'ς της Κρίσεως την ημέραν (10) και όμοια σημεία με τούτα, ωσάν προδρόμους τρομερών συμβάντων, ως προμηνύματα κακά 'πού στέλν' η μοίρα, και ωσάν προοίμια συμφοράς 'πού δεν θ' αργήση, ο Ουρανός και η Γη συγχρόνως έχουν δείξη 'ς τα μέρη μας εδώ και των συμπολιτών μας. Αλλά, αγάλι! κύττα εκεί, 'πώρχεται πάλιν!

Εισέρχεται το ΠΝΕΥΜΑ

ΟΡΑΤΙΟΣ Θα το σταυρώσω, και ας με κάψη. — Στάσου, απάτη! Τα δώρο (11) αν έχεις της φωνής ή κάποιον ήχον, ομίλησέ μου! Αν τι καλό μπορεί να γίνη οπού να φέρη ανάσασιν 'ς εσέ, 'ς τον εαυτόν μου χάριν, ομίλησέ μου! Αν της πατρίδος σου να πλέκ' η μοίρα ηξεύρεις κακό, 'πού αν το προμάθ' ημπόρειε ν' αποφύγη, ομίλησε! Και αν θησαυρόν της αδικιάς (12) 'ς της γης τα σπλάχνα έχεις κρύψη, όταν ζούσες, — ότι ακόμη τούτο σας κάμνει, ω Πνεύματα, να νεκροπερπατήτε, ως λέγουν, — α! φανέρωσέ το· στάσου· ομίλει!

[Λαλεί ο πετεινός.

Σταμάτησέ το, Μάρκελλε.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Θα το κτυπήσω με την λόγχην μου;

ΟΡΑΤΙΟΣ Κτύπα το, αν δεν σταματήση.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Είν' εδώ!

ΟΡΑΤΙΟΣ Είν' εδώ!

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Εχάθη!

[Εξέρχεται το πνεύμα

Το αδικούμε, ενώ 'ς την όψιν φέρει τόσο μεγαλείον, με σχήμα τάχα προσβολής να το ενοχλούμε, ότι αλάβωτον είναι, καθώς είν' ο αέρας, και κακόβουλο γέλιο τα κτυπήματά μας.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Θα μας ωμίλει, οπότε ο πετεινός ακούσθη.

ΟΡΑΤΙΟΣ Ναι, κ' εταράχθη ωσάν κριματισμένο πλάσμα 'ς το μήνυμα της καταδίκης· λέγουν ότι ο πετεινός, που σαλπιστής της αυγής είναι, τον θεόν της ημέρας εξυπνά μ' εκείνον τον λάρυγγα, 'πού τόσον σέρνει ψιλόν ήχον, και 'ς την κραυγήν του κάθε πνεύμα, όπου και αν ήναι, 'ς το πέλαγο ή 'ς το πυρ, 'ς την γην ή 'ς τον αέρα, άστατο ενώ πλανάται, βιαστικά γυρίζει 'ς τα σύνορά του (13), και του λόγου μαρτυρίαν ελάβαμεν εμείς εις ό,τι τώρα εφάνη.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Ελάλησεν ο πετεινός κ' εκείνο εχάθη. Εις ταις παραμοναίς, ως λέγουν, της ημέρας οπού δοξολογούν τα γέννα του Χριστού μας, λαλεί τ' ορνίθι της αυγής όλην την νύκτα· και τότε πνεύμα, ως λέγουν, δεν τολμά να βγαίνη· αγαθαίς είναι η νύκταις, άστρο (14) δεν πληγόνει, Νύμφη (15) καμμιά δεν βλάπτει, στρίγλα δεν μαγεύει, τόσ' ο καιρός εκείνος είν' ευλογημένος.

ΟΡΑΤΙΟΣ Τ' άκουσα κ' είναι πιστευτόν· αλλά τηράτε η Αυγή με πορφυρήν χλαμύδα πώς βαδίζει 'ς την δρόσον του βουνού 'πού υψόνετ' εκεί πέρα. Ας σηκωθούμε απ' την φρουράν μας, και ό,τι απόψε έχομε ιδή, φρονώ πως είναι ανάγκη ο νέος Αμλέτος να το μάθη· επειδή το πνεύμα κείνο, 'ς εμάς βουβό, 'ς αυτόν (16), θαρρώ, θα κρίνη. Συμφωνείτε και σεις γνωστά 'ς αυτόν να γίνουν, καθώς η αγάπη μας το θέλει και το χρέος;

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Να γίνουν, ναι· και ηξεύρω εγώ το μέρος όπου εύκαιρον σήμερα πρωί θα τον ευρούμε. [Εξέρχονται

ΣΚΗΝΗ Β'.

Αίθουσα του θρόνου εις το ΚΑΣΤΕΛΙ. Σαλπισμοί. Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΑΜΛΕΤΟΣ ΠΟΛΩΝΙΟΣ ΛΑΕΡΤΗΣ ΒΟΛΤΙΜΑΝΔΟΣ ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΜΕΓΙΣΤΑΝΕΣ και ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Αν και χλωρή 'ναι ακόμα η μνήμη του θανάτου του ποθητού μας αδελφού Αμλέτου, κ' ήταν πρέπον να θλίβεται η καρδιά μας, και ο λαός μας όλος να σκύφτη μ' ένα μέτωπο θλιμμένο, όμως 'ς την φύσιν τόσον αντιτάχθη ο λόγος, ώστε με θλίψιν γνωστικήν να τον ποθούμε, χωρίς να λησμονούμ' εμείς τον εαυτόν μας. Όθεν εμείς την άλλοτε αδελφήν μας, τώρα βασίλισσάν μας, σεβαστήν συγκληρονόμον του κράτους τούτου, οπού λαμπρύνει αρμάτων δόξα, θελήσαμε — με ηδονήν κάπως κομμένην, με ιλαρό το 'να μάτι, με το δάκρυ 'ς τ' άλλο, με γέλια 'ς την θανήν, με θρήνους εις τον γάμον, την χαράν με την πίκραν ίσια ζυγιασμένην — να νυμφευθούμε· και δεν έχομε αποκλείση, 'ς αυτό, την συνετήν σας γνώμην, 'πού ελευθέρως εβάδισε μ' εμάς· και σας ευχαριστούμε. Θα μάθετ' άλλο τώρα· ο Φορτιμπράς ο νέος, είτε κρίνει μικρήν την δύναμίν μας, είτε, διότι ο ποθητός απέθανε αδελφός μας, νομίζει πως βαθυά το κράτος μας εσείσθη, εκείνος, χωρίς να 'χη σύμμαχον ή μόνον το όνειρο 'πού βλέπει αυτής της ευκαιρίας, μήνυμα ετόλμησε βαρύ να μας κηρύξη, να παραδώσωμε 'ς αυτόν όλα τα μέρη όσα ο πατέρας του, με νόμιμην συνθήκην, προς τον ανδρείον αδελφόν μας είχε αφήση. Είπα δι' αυτόν και αρκούν· τώρα διά μας θα ειπούμε και τι σκοπεύει τούτ' η σύνοδός μας, κ' είναι το εξής· στέλνομε αυτά τα γράμματα 'ς τον θείον του Φορτιμπράς, 'ς των Νορβηγών τον βασιλέα — οπού κειτάμενος και ανίκανος δεν ξεύρει τον σκοπόν του ανεψιού του — να τον αντικόψη να προχωρήση, αφού μέσ' από τον λαόν του τους άνδραις παίρνει και στρατόν μορφόνει ο νέος· ιδού διατί πέμπομε σάς απεσταλμένους, εσέ, Βολτίμανδε, και σε, Κορνήλιέ μου, τούτους τους ασπασμούς να φέρετε εις τον γέρον της Νορβηγίας βασιλέα· κ' εξουσίαν δεν σας δίδομεν άλλην να πραγματευθήτε μ' αυτόν παρέκει απ' ό,τι ορίζουν μέσα τ' άρθρα εδώ (17) γραμμένα. Χαιρετώ σας, και ας μας δείξη η σπουδή σας τον ζήλον.

ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ και ΒΟΛΤΙΜΑΝΔΟΣ Εις αυτό και εις όλα τον ζήλον μας θα δείξωμε.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Δεν αμφιβάλλω ποσώς· και πάλιν χαιρετώ σας εγκαρδίως.

[Εξέρχονται ΒΟΛΤΙΜΑΝΔΟΣ και ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ.

Και τώρα συ, Λαέρτη, τι μας λέγεις νέο; κάποιαν αίτησιν είχες· τι ζητείς, Λαέρτη; Αν εξηγήσης γνωστικήν επιθυμίαν 'ς τον βασιλέα σου, τα λόγια δεν θα χάσης. Και ποίον έχεις πράγμα να ευχηθής, Λαέρτη, να μη προσφέρωμεν εμείς πριν το ζητήσης; Κεφαλή (18) και καρδιά τόσο αδελφαίς δεν είναι, τόσο εις το στόμ' αρμόδιον όργανο το χέρι, όσο είναι του πατρός σου ο θρόνος της Δανίας. Τι ποθείς από εμέ, Λαέρτη;

ΛΑΕΡΤΗΣ Σεβαστέ μου Κύριε, την χάριν να επιστρέψω εις την Γαλλίαν, όθεν πρόθυμος ήλθα εις την Δανίαν, όπως 'ς την στέψιν σου κ' εγώ το σέβας μου αποδώσω· και αφού το 'χω αποδώση, ομολογώ 'πού κλίνουν πάλιν οι πόθοι μου και ο νους προς την Γαλλίαν, και ταπεινώς ζητούν την υψηλήν σου χάριν.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Του πατρός σου την άδειαν έχεις; Τι μας λέγει ο Πολώνιος;

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Την άδειαν, Κύριε, με την βίαν, μ' επιμονήν μου επήρεν, ως 'πού την σφραγίδα έθεσ' αναγκασμένος εις την θέλησίν του. Συγχώρεσε, παρακαλώ, ν' αναχωρήση.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Λαέρτη, 'ς την καλήν σου ώραν, και δικός σου να ήναι ο καιρός· χαίρου και αυτόν και τα λαμπρά σου χαρίσματ', όπως η ψυχή σου επιθυμήση! Και τώρ', Αμλέτε, ανεψιέ κ' υιέ μου, —

ΑΜΛΕΤΟΣ (μόνος του) Κάπως (19) ανέβηκε η συγγένεια και κατέβ' η αγάπη.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ πώς συμβαίνει ότι νέφη ακόμη σε σκεπάζουν;

ΑΜΛΕΤΟΣ Κύριέ μου, ποσώς· πολύ 'ς τον ήλιον είμαι (20).

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Γλυκέ μου Αμλέτε, αυτό ρίξε το μαύρο χρώμα (21), και φίλου στρέψε βλέμμα προς τον βασιλέα. Μη πάντοτε με βλέφαρα χαμηλωμένα ζητής τον ευγενή πατέρα σου εις το χώμα. Κοινό το πράγμα· ό,τι ζη θε ν' αποθάνη, και απ' την φθαρτήν ζωήν περνάς 'ς την αιωνίαν.

ΑΜΛΕΤΟΣ Ναι, δέσποινα, κοινό (22).

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Και αν είναι, διατί φαίνεται παράδοξο 'ς εσέ;

ΑΜΛΕΤΟΣ Φαίνεται! Δέσποινά μου, τι λέγεις; είναι· εγώ το φαίνεται δεν ξεύρω. Ούτε, ω καλή μητέρα, η μαύρη φορεσιά μου, ούτ' όσα θλιφτικά ρούχα η συνήθεια θέλει, ούτ' άνεμοι αναστεναγμών βιαστά σπρωγμένοι, όχι, αλλ' ούτε 'ς τα μάτια ζωντανή πλημμύρα, ούτε η κατήφεια του προσώπου, και όλ' οι τρόποι του πόνου και η μορφαίς, δεν φθάνουν να με δείξουν· εκείνα φ α ί ν ο ν τ α ι τωόντι, ότ' είναι πράξες οπού αν θέλη κάνεις ταις παίζει· αλλ' ό,τι έχω μέσα μου, σχήμα δεν το δείχνει· αυτά δεν είναι παρά οι στολισμοί, τα φάλαρα της λύπης.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Χαριτωμένος είσ', επαινετός, Αμλέτε, να θρηνής ευλαβώς την μνήμην του πατρός σου· αλλ' είχε χάση και ο πατέρας σου πατέρα, τούτος τον ιδικόν του πρώτα, και οποίος μένει πρέπει ως καλός υιός της λύπης του το σέβας προς καιρόν ν' αποδώση· αλλά μέσα 'ς το πένθος να κλείεται με πείσμα, τούτ' είναι ανταρσία ασεβής, θλίψις όχι ανδρός, και δείχνει γνώμην κακήν προς τον θεόν, αστήρικτην καρδίαν, δείχνει ανυπότακτην ψυχήν και δείχνει πνεύμα αδίδακτο, μωρό· πώς κείνο, 'πού αναγκαίως ξεύρομ' ότι θα γίνη και κοινόν υπάρχει ως το κοινότερο αισθητό πράγμα του κόσμου, να παίρνωμεν εμείς κατάκαρδα με τόσην μωρήν αντίστασιν; Είν' εντροπή, και κρίμα προς τον θεόν, προς τους νεκρούς και προς την Φύσιν, και προσβολή 'ς το Λογικό, 'πού κάθε ημέραν πατέρων μνημονεύει πανταχού θανάτους, οπού κραυγάζει, από το λείψανο το πρώτο ως τον σημερινόν απεθαμένον· «Τούτο θα ήναι». Και λοιπόν τούτην εσύ την λύπην, την άσκοπην, παρακαλώ να ρίξης χάμω· στοχάσου με ως πατέρα· ναι, και τώρα ο κόσμος ότ' είσ' ο εγγύτατος του θρόνου μας ας μάθη, και ότι μ' αυτό σου δίδω τόσο αγάπης βάθος, όσο έχει 'ς τον υιόν του τρυφερός πατέρας. Και τώρα η διάθεσίς σου, να επιστρέψης πάλιν 'ς της Βυττεμβέργης την σχολήν (23), είν' εναντία 'ς τον πόθον μας πολύ· και σε παρακαλούμε να μην αναχωρήσης, αλλ' εδώ να μείνης 'ς την ιλαρήν παρηγοριά των οφθαλμών μας, πρώτος μας αυλικός, ανεψιός κ' υιός μας.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ 'Σ την μητέρα σου, Αμλέτε, μην αδιαφορήσης, 'πού σε παρακαλεί θερμώς μ' εμάς να μείνης· αν μ' αγαπάς, 'ς την Βυττεμβέργην μη πηγαίνης.

ΑΜΛΕΤΟΣ Δέσποινα, 'ς ό,τι δυνηθώ θα σε υπακούσω.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Απόκρισις καλή και σπλαχνική· θα ήσαι εις την Δανίαν όμοιός μας. Δέσποινά μου, πηγαίνομε· η γλυκειά και αβίαστη του Αμλέτου παραδοχή μου ανοίγει της καρδιάς τα φύλλα. Και προς χάριν αυτής, όσαις προπίν' υγείαις με αλαλαγμούς χαράς την σήμερο η Δανία, 'ς τα νέφ' η κανονιαίς θα ταις αντιλαλήσουν, και την βασιλικήν ξεφάντωσιν οι θόλοι των ουρανών θ' αντιβοούν, ως ν' απαντούσαν 'ς εκείναις ταις βρονταίς της γης. Αναχωρούμε.

[Εξέρχονται όλοι εκτός του ΑΜΛΕΤΟΥ

ΑΜΛΕΤΟΣ Αχ! να ημπορούσε τούτη τόσο στέρεη σάρκα να ξεπαγώση και ως αχνός δροσιά να γίνη! ή τον νόμον του ο Πλάστης να μην είχε στήση να τιμωρή τον αυτοφόνον! Θε μου, ω Θε μου, πόσο άνοστα, κοινά και ανώφελα και αχρεία φαίνοντ' όλα 'ς εμέ τα έργ' αυτού του κόσμου! Φάσκελα να 'χουν! Κήπος είναι χορτιασμένος μες το ξεσπόριασμά του, και όλον τον γεμίσαν χοντροειδή φυτά και ξεβλασταρωμένα. Αυτού να καταντήση! Απεθαμένος μόλις από δυο μήναις· ουδέ τόσο, ουδέ καν δύο. Τι εξαίσιος βασιλέας! Υπερίων ήταν και τούτος έμπροσθέν του Σάτυρος· ω πόσο τρυφερήν είχε αγάπην της μητρός μου! μήτε άνεμοι τ' ουρανού θα υπόφερνε να πνέουν σκληρά 'ς το πρόσωπό της! Α! θα το ενθυμούμαι; Γη και Ουρανοί! την είδα εγώ 'ς τον τράχηλόν του να κρέμετ' ώστε ήθελε ειπής πως η τροφή της αύξαινε, αντί να παύη, την επιθυμίαν. Και όμως 'ς ένα μήνα, — ας μη το συλλογιούμαι, — Αδυναμία! τ' όνομά σου είναι γυναίκα! — 'ς ένα μήνα μικρόν! ή πριν τριφθούν εκείνα τα υποδήματα 'πού 'χε 'ς του δυστυχισμένου πατρός μου την θανήν, κλαμένη ως η Νιόβη, αυτή εκείνη — Ω Θε! και κτήνος, στερημένο του λογικού, το πένθος θα κρατούσε πλέον, — εκείνη αμέσως με τον θείον μου ενυμφεύθη, αδελφόν του πατρός μου και όμοιον του πατρός μου όσ' ομοιάζω εγώ τον Ηρακλέα. 'Σ ένα μήνα; ενώ τα πρισμένα μάτια της ακόμη κοκκίνιζε η πικράδα δολερών δακρύων, ενυμφεύθη. Ω! κακή σπουδή να πέση αμέσως 'ς επικατάρατα φιλιά! Καλό δεν είναι ούτε καλό τέλος θα λάβη· αλλά, καρδιά μου, πνίγου, επειδή την γλώσσαν πρέπει να κρατήσω.

Εισέρχονται ΟΡΑΤΙΟΣ ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ και ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ

ΟΡΑΤΙΟΣ Υψηλότατε, χαίρε!

ΑΜΛΕΤΟΣ Πόσην χαράν έχω ότι σας βλέπω και υγιείς· είν' ο Οράτιος ή ξέχασα τον εαυτόν μου;

ΟΡΑΤΙΟΣ Εκείνος είμαι, και πάντοτε ο πτωχός σου δούλος, Κύριέ μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ Όχι, ο καλός μου φίλος· θ' ανταλλάξω εκείνο το επίθετο με σε. Και τι λοιπόν, Οράτιε, τι σ' έφερ' εδώ τάχ' από την Βυττεμβέργην; — Ο Μάρκελλος (24);

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Καλέ μου Κύριε, —

ΑΜΛΕΤΟΣ Πολύ χαίρω ότι σε βλέπω — (προς τον Βερν.) Κύριε, καλή 'σπέρα. — Λέγε, τι σ' έφερ' εδώ τάχ' από την Βυττεμβέργην;

ΟΡΑΤΙΟΣ Καλέ μου Κύριε, κλίσις προς την οκνηρίαν.

ΑΜΛΕΤΟΣ Αλλ' ούτ' εχθρός σου αυτό να λέγη εσυγχωρούσα· και μη τόσο σκληρά τ' αυτιά μου υποχρεώσης δικήν σου εις βάρος σου ν' ακούσουν μαρτυρίαν· καλώς γνωρίζ' ότι οκνηρός εσύ δεν είσαι. Αλλά 'ς την Ελσινόρην τι ζητείς; Πριν φύγης θα μάθης από εμάς να πίνης ανδρειωμένα (25).

ΟΡΑΤΙΟΣ Ήλθα, Κύριε, να ιδώ το ξόδι του πατρός σου.

ΑΜΛΕΤΟΣ Συμμαθητή μου, αν μ' αγαπάς, μη μ' αναπαίζης· ήλθες να ιδής, θαρρώ, τους γάμους της μητρός μου.

ΟΡΑΤΙΟΣ Κύριε, πολύ σιμά τωόντι ακολουθήσαν.

ΑΜΛΕΤΟΣ Οικονομία, φίλε, νοικοκυροσύνη! Απ' το νεκρόδειπνο (26) τα κρέατα ψημένα κρύα πέρασαν εις του γάμου το τραπέζι. Να είχ' απαντήση (27) τον χειρότερον εχθρόν μου 'ς τους Ουρανούς, και όχι να ιδώ τέτοιαν ημέραν. Ο πατέρας μου, — ναι, μου φαίνεται, τον βλέπω,

ΟΡΑΤΙΟΣ Ω! Κύριε, πού;

ΑΜΛΕΤΟΣ 'Στον οφθαλμόν του νου μου, Οράτιε.

ΟΡΑΤΙΟΣ Μία φορά τον είδα· εξαίσιος βασιλέας!

ΑΜΛΕΤΟΣ Αχ! ήταν άνθρωπος, 'πού, εις όλ' αν θα τον κρίνης, δεν ελπίζω εις την γην να ιδώ τον όμοιόν του.

ΟΡΑΤΙΟΣ Κύριε, λογιάζω πως εψές τον είδα.

ΑΜΛΕΤΟΣ Είδες συ; ποίον;

ΟΡΑΤΙΟΣ Τον πατέρα σου, τον βασιλέα.

ΑΜΛΕΤΟΣ Τον βασιλέα, τον πατέρα μου, —

ΟΡΑΤΙΟΣ Ολίγαις στιγμαίς τον θαυμασμόν σου δάμασε, να δώσης όλην την προσοχήν σου ως 'πού να φανερώσω 'ς εσέ το θαύμα τούτο, με την μαρτυρίαν εδώ των φίλων.

ΑΜΛΕΤΟΣ Προς Θεού, λέγε ν' ακούσω.

ΟΡΑΤΙΟΣ Δύο νυκτιαίς, εις την αράδα, τούτ' οι φίλοι, ο Μάρκελλος με τον Βερνάρδον, 'ς την φρουράν τους, 'ς την νεκρήν κ' έρμην ώραν του μεσονυκτίου, απάντησαν το εξής· μορφή 'σάν του πατρός σου, όλη με τ' άρματα πατόκορφα ζωσμένη, φαίνετ' εμπρός τους, και με βάδισμα γενναίο αργά και μεγαλοπρεπώς περνά σιμά τους· και τρεις εβάδισε φοραίς, εις διάστημ' όσο το σκήπτρο 'πού φορούσ', εμπρός 'ς τα τρομασμένα Θαμπά τους μάτια· και απ' του φόβου την ενέργειαν εκείνοι στραγγισμένοι ωσάν πηκτή παγόνουν, στέκουν βουβοί, δεν του ομιλούν. Τούτο 'ς εμένα ξεμυστηρεύθηκαν αυτοί και ακόμη ετρέμαν. Κ' εγώ την τρίτην νύκτα εφρούρησα μαζί τους· και αυτού 'ς την ίδιαν ώραν, με το ίδιο σχήμα, απαράλλακτα ως είχαν περιγράψη εκείνοι, το φάντασμ' ήλθεν· έχω, Κύριε, γνωρίση τον πατέρα σου· το 'να χέρι μου με τ' άλλο δεν ομοιάζουν τόσον.

ΑΜΛΕΤΟΣ Αλλά πού συνέβη τούτο;

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Κει, 'πού 'μασθε φρουρά, 'ς τον προμαχώνα.

ΑΜΛΕΤΟΣ Του ωμιλήσετε σεις;

ΟΡΑΤΙΟΣ Εγώ μάλιστα, Κύριε, αλλά δεν αποκρίθη, μόνον, ως μου εφάνη, σήκωσε μια φορά την κεφαλήν και κάπως έδειξε να κινήται ωσάν διά να ομιλήση, όταν ακούσθη ξάφνου της αυγής τ' ορνίθι να λαλήση σφικτά, και 'ς την κραυγήν του εκείνο τραβίχθη βιαστικά κ' εχάθη απ' έμπροσθέν μας.

ΑΜΛΕΤΟΣ Παράδοξο πολύ.

ΟΡΑΤΙΟΣ Και όμως ως ζω και υπάρχω τούτ' είναι η μόνη αλήθεια, Κύριε σεβαστέ μου, κ' είπαμεν ότι μας επρόσταζε το χρέος να σου τα κάμωμε γνωστά.

ΑΜΛΕΤΟΣ Τωόντι, ω φίλοι. Αλλά το πράγμα με ταράζει. Θα φρουρήτε απόψε;

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ και ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Κύριε, θα φρουρούμε.

ΑΜΛΕΤΟΣ Αρματωμένος λέγετε;

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ και ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Αρματωμένος, Κύριέ μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ Όλος από την φτέρναν 'ς την κορφήν;

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ και ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Μάλιστα, Κύριε, ολόβολος.

ΑΜΛΕΤΟΣ Λοιπόν εσείς το πρόσωπό του δεν είδετε;

ΟΡΑΤΙΟΣ Ναι, Κύριε, το είδαμε βεβαίως, την προσωπίδα ως είχεν ανασηκωμένην.

ΑΜΛΕΤΟΣ Πώς ήταν; άγριο το ανάβλεμμά του;

ΟΡΑΤΙΟΣ Πλέον λύπην παρά θυμόν φανέρονε 'ς την όψιν.

ΑΜΛΕΤΟΣ Χλωμός ή κόκκινος;

ΟΡΑΤΙΟΣ Χλωμός πολύ.

ΑΜΛΕΤΟΣ Και είχε επάνω σας τα μάτια στυλωμένα;

ΟΡΑΤΙΟΣ Όλην ασάλευτα την ώραν.

ΑΜΛΕΤΟΣ Να παρευρισκόμουν ήθελ' αυτού.

ΟΡΑΤΙΟΣ Μεγάλην θα αισθανόσουν φρίκην.

ΑΜΛΕΤΟΣ Πιθανώς, πιθανώς. Πολύν καιρόν εστάθη;

ΟΡΑΤΙΟΣ Ως να μετρήσης εκατόν και όχι με βίαν.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ και ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Πλειότερο, πλειότερο.

ΟΡΑΤΙΟΣ Αλλ' όχι οπότε το είδα εγώ.

ΑΜΛΕΤΟΣ Τα γένεια στακτερά δεν είχε;

ΟΡΑΤΙΟΣ Τα είχε, ως όταν ζωντανόν τον είδα, μαύρα σπαρμέν' ασήμι.

ΑΜΛΕΤΟΣ Απόψε θέλει εγώ φρουρήσω ίσως και πάλι περπατήση.

ΟΡΑΤΙΟΣ Το εγγυούμαι.

ΑΜΛΕΤΟΣ Εάν πάρη το σχήμα του αγαθού πατρός μου, θα του ομιλήσω και αν το στόμ' ανοίξη ο Άδης σιγήν να μου προστάξη· και, παρακαλώ σας, αν την όψιν αυτήν έχετε ως τώρα κρύψη, 'ς την φυλακήν ας μείνη ακόμη της σιωπής σας, και ό,τι άλλο τύχη να συμβή τούτην την νύκτα, δώστε του τόπον εις τον νουν και όχι 'ς την γλώσσαν. Θέλει ανταμείψω την αγάπην σας· και τώρα έχετε υγείαν, και κοντά 'ς το μεσονύκτι θε να σας ανταμώσω εκεί 'ς τον προμαχώνα.

ΟΛΟΙ Τα χρέη μας 'ς την Υψηλότητά σου.

ΑΜΛΕΤΟΣ Αγάπην θέλω από σας όσην σας έχω· χαιρετώ σας.

[Εξέρχονται όλοι εκτός του ΑΜΛΕΤΟΥ.

Το πνεύμα του πατρός μου 'ς τ' άρματα! δεν είναι καλά τα πάντα· υπάρχει κάτι αισχρό παιγνίδι· Ω νύκτα, φθάσε! Ως τότε ησύχαζε, ω ψυχή μου! Έργα (28) μιαρά θα βγουν 'ς το φως φανερωμένα, και αν 'ς την καρδιά της μέσα η γη τα 'χει κρυμμένα.

[Εξέρχεται.

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Δωμάτιον εις το σπίτι τον ΠΟΛΩΝΙΟΥ Εισέρχονται ΛΑΕΡΤΗΣ και ΟΦΗΛΙΑ.

ΛΑΕΡΤΗΣ Τα πράγματά μου επήραν εις το πλοίο· χαίρε, ω αδελφή μου, και όταν οι άνεμοι βοηθήσουν και ξεκινά καράβι, μη κοιμάσαι, κάμε είδησιν από σε να λάβω.

ΟΦΗΛΙΑ Και αμφιβάλλεις;

ΛΑΕΡΤΗΣ Και ως προς το ερωτικό μετώρισμα του Αμλέτου, πάρ' τ' ως συνήθειαν και ως του αίματος παιγνίδι· είναι γιοφύλλι 'πώχει ανοίξ' η φύσις νέα, πρώιμο και γλυκό, πλην πρόσκαιρο και γέρνει, μιας στιγμής ευωδιά και χάρις, τίποτ' άλλο.

ΟΦΗΛΙΑ Α! τίποτ' άλλο παρ' αυτό;

ΛΑΕΡΤΗΣ Μη το λογιάσης τίποτε παρ' αυτό, και σκέψου πως η φύσις, 'ς την αύξησιν, δεν μεγαλόνει με τον όγκον μόνον και με τα νεύρ', αλλ', ως πλαταίνει τούτος ο ναός (29), δυναμόν' η μέσα υπηρεσία της ψυχής και του νου (30). Τώρ' ίσως σ' αγαπάει, την καθαρήν του γνώμην δεν θολόνει ακόμη δόλιος σκοπός· αλλά φοβού και αν θεωρήσης το μεγαλείον του, της γνώμης του δεν είναι κύριος αυτός· 'ς την γέννησίν του υποταγμένος δεν δύνατ', όπως οι μικροί κάμνουν, να κόπτη οποίον θέλει καρπόν, αφού 'ς την εκλογήν του κρέμετ' η ασφάλεια, τα καλό της πολιτείας· όθεν 'ς την εκλογήν του την φωνήν θ' ακούση, και την στέρξιν θα λάβη από το σώμα εκείνο, οπού τον έχει κεφαλήν· λοιπόν, αν λέγη πως σ' αγαπά, γνώσιν αν έχεις, πίστευέ το μόνον όσον η θέσις και τ' αξίωμά του του συγχωρούν να πράξη αυτά 'πού βεβαιόνει, και αυτό να προχωρή δεν δύναται παρέκει απ' ό,τ' η φωνή θέλει της Δανιμαρκίας. Μέτρα λοιπόν πόσο η τιμή σου θε να πάθη, αν εύκολα δεχθής τα γλυκολάλημά του, ή χάσης την καρδιά, ή τον παρθενικόν σου ανοίξης θησαυρόν εις την τυφλήν ορμήν του. Μη, Οφηλία, μη, γλυκύτατη αδελφή μου· το αίσθημά σου κράτει οπίσω φυλαγμένο 'ς απόσκεπο, μακράν απ' τ' άρματα του πόθου· η σφικτότερη κόρη δείχνεται απλοχέρα, το κάλλος της αν ξεσκεπάση της σελήνης (31)· ούτ' η Αρετή ξεφεύγει την συκοφαντίαν· τα τέκνα του Μαϊού πληγόνει το σκουλήκι πολύ συχνά πριν τα μπουμπούκια τους ανοίξουν, και 'ς της ζωής το δροσοβόλο χαραμέρι εξόχως άνεμοι φυσούν φαρμακωμένοι. Λοιπόν φυλάξου· ο φόβος είναι σωτηρία· ότ' η νεότης, χωρίς να 'χη εχθρόν, και μόνη 'ς τον εαυτόν της επανάστασιν σηκόνει.

ΟΦΗΛΙΑ Την έννοιαν θα 'χω της λαμπρής σου νουθεσίας φύλακα της καρδιάς μου· αλλ' αδελφέ γλυκέ μου, μη κάμης όπως ασεβείς κάποιοι ποιμένες· τ' ουρανού το τραχύ και ολόρθο μονοπάτι δείχνουν των άλλων, και ξεχνούν την διδαχήν τους, και, ως ο φιλήδονος 'πού αλόγιαστα ξεδίνει, τρέχουν μες της τρυφής τον ανθισμένον δρόμον.

ΛΑΕΡΤΗΣ Μη με φοβήσαι. — Αργοπορώ· πλην ο πατέρας έρχετ'· ευχή διπλή διπλήν την χάριν έχει· δεύτερον ασπασμόν η τύχη μας χαρίζει.

Εισέρχεται ο ΠΟΛΩΝΙΟΣ

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Λαέρτη, ακόμη εδώ; 'Σ το πλοίο σου, 'ς το πλοίο! Κάθετ' ο άνεμος 'ς τους ώμους του πανιού σου, και σε προσμένουν· λάβε πρώτα την ευχήν μου,

[Βάζει το χέρι επάνω εις την κεφαλήν του ΛΑΕΡΤΗ]

και ταις εξής 'ς τον νουν σου γράψε νουθεσίαις· 'Σ τους στοχασμούς σου γλώσσαν (32) να μη δίδης, μήτε εις στοχασμόν σου ενέργειαν πριν τον ωριμάσης· να ήσαι καταδεκτικός, πλην μη χυδαίος· τους φίλους 'πώχεις, αφού πρώτα δοκιμάσης, με κρίκους δέσε εις την ψυχήν σου αδαμαντίνους· πλην της παλάμης σου την αίσθησιν μη φθείρης μ' όποιον η ώρα σύντροφόν σου ξεκλωσσήση. Φυλάξου 'ς έριδα να εμπής, αλλ', άμα εμπήκες, μείνε, να κάμης τον εχθρόν να σε φοβήται. Εις όλους τ' αυτιά δίδε, την φωνήν 'ς ολίγους· άκουε συμβουλαίς· την γνώμην σου μη λέγης. Καλοενδύσου, αλλ' όσο το πουγγί σηκόνει, μη παράξενα, πλούτος, όχι φαντασία· τον άνθρωπον συχνά μας δείχν' η φορεσιά του, καθώς οι πρώτοι μεγιστάνες της Γαλλίας είναι εις τούτο εκλεκτοί προ πάντων και γενναίοι. Μη γίνης δανειστής, μηδέ χρεωφειλέτης· συχνά τον φίλον χάνεις μ' όσα 'χεις δανείση, και αν δανεισθής, στομόνεις την οικονομίαν. Προ πάντων τούτο· αληθινός 'ς τον εαυτόν σου να 'σαι, και θέλει ακολουθήση, ωσάν η νύκτα την ημέραν, να μη 'σαι ουδέ 'ς τους άλλους ψεύτης. Χαίρε, και ό,τ' είπα θέλει ανθίση απ' την ευχήν μου.

ΛΑΕΡΤΗΣ Ο υιός σου ταπεινώς σε χαιρετά, πατέρα.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Προσκαλεί σε ο καιρός· οι δούλοι σε προσμένουν.

ΛΑΕΡΤΗΣ Υγίαινε, Οφηλία, και μη λησμονήσης ό,τι σου είπα.

ΟΦΗΛΙΑ Μες την μνήμην μου κλεισμένο είναι, και το κλειδί της κράτει συ 'ς το χέρι.

ΛΑΕΡΤΗΣ Υγίαινε.

[Εξέρχεται.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Οφηλία, τι 'ναι αυτό 'πού σου 'πε;

ΟΦΗΛΙΑ Διά τον πρίγκιπ' Αμλέτον κάτι, — μη βαρύνης.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Καλά τωόντι το στοχάσθηκε! μου λέγουν ότι τώρ' ύστερα συχνά σ' έχει ανταμώση μερικώς και ότι συ με καλοσύνην άκραν, μ' ελεύθερην ψυχήν, ακρόασιν του δίδεις. Αν είναι αυτό (καθώς μώχουν ειπή και μόνον διά να προφυλαχθώ) θε να σου ειπώ 'πού εκείνην του προσώπου σου εσύ δεν έχεις την ιδέαν, 'πού της κόρης μου αρμόζει και η τιμή σου θέλει. Τι τρέχει μεταξύ σας; Την αλήθειαν λέγε.

ΟΦΗΛΙΑ Τώρ' ύστερα πολλά μου δωκε αυτός σημεία της αγάπης του, Κύριε.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Τ η ς α γ ά π η ς, Θε μου! Λαλείς ως κόρη τρυφερή 'πού ακόμη πράξιν 'ς τα επικίνδυνα τούτα πράγματα δεν έχει. Εις τα σημεία του, ως τα λέγεις, συ πιστεύεις;

ΟΦΗΛΙΑ Τι να στοχάζωμαι δεν ξεύρω, Κύριέ μου.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Θα σε διδάξω εγώ· φαντάσου παιδί να 'σαι, και ως μάλαμα να εδέχθης κάλπικα σ η μ ε ί α (33), τον εαυτόν σου βάλε εις υψηλό σ η μ ε ί ο, ειδεμή (και δεν πρέπει την καϋμένην λέξιν να βασανίζωμε ως να χάση την πνοήν της) μωρίας θα μου δώσης φανερά σ η μ ε ί α.

ΟΦΗΛΙΑ Με πολλήν ζέσιν μου εξηγεί τον ερωτά του, αλλά με τίμιον τρόπον.

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Τ ρ ό π ο ν να τον λέγης τωόντι· έλα τώρα!

ΟΦΗΛΙΑ Κύριέ μου, ακόμη τον λόγον του πιστόνει με την μαρτυρίαν όρκων μεγάλων φοβερών 'πού μώχει ομόση.