Αμλέτος

Part 4

Chapter 4 15 words Public domain Markdown

Ο αγνός έρως της Οφηλίας βλαστάνει από τον ενθουσιασμόν τον οποίον αυτή αισθάνθη άμα εγνώρισε τα υπέροχα διανοητικά και ηθικά χαρίσματα του Αμλέτου και επίστευσεν εις τον άδολον προς αυτήν έρωτα. Η ακατάπαυστος ακτινοβόλησις εκείνης της μεγαλοφυίας θερμαίνει την ευαίσθητον καρδίαν της, ανοίγει την ωραίαν διάνοιάν της, ανυψόνει την ζωηράν φαντασίαν της· η παρθενική ψυχή της γίνεται ζωντανόν χαριτωμένον αντιφέγγισμα ενός μεγάλου και προνομιούχου πνεύματος. Και ενώ αυτή παραδίδεται εις το χρυσόν όνειρον της ευτυχίας, έξαφνα απαισία σκιά έρχεται να σκεπάση τον καθαρόν εκείνον αστέρα· εκεί οπού άλλοτε δεν έβλεπε παρά φως τώρα βλέπει σκότος βαθύ· εκεί όθεν άλλοτε άκουε τον γλυκύτατον πνευματικόν ρυθμόν τώρα ακούει τους αγρίους παρατονισμούς της παραφροσύνης, περί της οποίας αυτή δεν δύναται να αμφιβάλη, άμα βλέπει ότι ο προς αυτήν σεβασμός και η αγάπη του Αμλέτου μεταβάλλονται έξαφνα εις καταφρόνησιν και μίσος, άμα ακούει από τα χείλη του την σκληράν και βλάσφημον ερώτησιν _α! α! είσαι τιμία;_ Εις το θέαμα τοιαύτης φρικτής ανατροπής σχίζεται η καρδία της, ο νους της ήδη κυριεύεται από παραζάλην προάγγελον του διανοητικού της ολέθρου·

Ωιμένα, αφανισμός μου, 'πού είδα ό,τ' είδα και οπού βλέπω τούτα εμπρός μου!

Αλλά εις τον λεπτοΰφαντον οργανισμόν της φέρει το τελευταίον κτύπημα ο φόνος του πατρός της από το χέρι του αγαπημένου της, προς τον οποίον δεν της συγχωρείται πλέον να στρέψη καν το βλέμμα της διά να τον λυπηθή. Καθώς εσωτερικός αγών βαθύτατος καταστρέφει την ηθικήν ύπαρξιν του Αμλέτου, ομοίως ψυχικόν πάθημα ανέκφραστον ανατρέπει την διάνοιαν της Οφηλίας· καθώς ο Αμλέτος δεν έχει πλέον τόπον εις τούτον τον κόσμον άμα σκληρώς αποχωρίζεται από το Ιδανικόν, ομοίως η Οφηλία δεν ανήκει πλέον εις την ζωήν άμα η ατυχία την αποσπά από το αντικείμενον της λατρείας της, άμα το εξαίσιον εκείνο πλάσμα, το οποίον δι' αυτήν έχει την θέσιν του Ιδανικού, μεταβάλλεται εις κακοποιόν δαίμονα οπού την πληγόνει εις τα ιερώτερα αισθήματά της. Και αφού η διάνοια της εξαφανίσθη, δύο μόνον δυνάμεις της απομένουν, η φανταστική και η αισθηματική, και με αυτάς η Οφηλία ως πνευματοποιημένη πλέει εις την γαλήνην ωσάν μουσικού στοιχείου, οπού τονίζονται μόνον δύο αισθήματα, η λύπη διά τον θάνατον του πατρός της και η αγάπη προς τον Αμλέτον.

31.

Η ανωτέρα φύσις του Αμλέτου και η κατωτέρα του Ορατίου συγγενεύουν και συναπαντώνται εις ό,τι αποτελεί την ιδιότητα των εκλεκτών ψυχών, εις το άπλαστον του χαρακτήρος και εις την έμφυτον τάσιν προς το Αγαθόν και το Αληθές, με την διάκρισιν ότι το θετικόν πνεύμα του Ορατίου, μακράν του Ιδανικού, έχει μόνους οδηγούς εις τας σκέψεις και εις τας πράξεις του την ορθόνοιαν και την αλάνθαστον φωνήν της Συνειδήσεως, και ευρίσκει τον προορισμόν του ανθρώπου εις την εκπλήρωσιν του καθήκοντος μέσα εις τα όρια της αμέσου πραγματικότητος. Η καθαρά μεν, αλλά περιωρισμένη, αντίληψίς του, αν και μη ικανή να εισχωρήση εις τα βάθη της ψυχής του Αμλέτου, όμως δεν δύναται να αμφιβάλη ότι ο εσωτερικός εκείνος αγών προέρχεται από ευγενές αίσθημα και από μεγάλην πνευματικήν υπεροχήν. Αγαπά και σέβεται τον έξοχον και ατυχή φίλον του, αλλά διατηρεί την ανεξαρτησίαν της κρίσεώς του, όθεν και δεν διστάζει να δείξη την λύπην του και την αποδοκιμασίαν του όταν τον βλέπει να παρεκτρέπεται εις ενεργείας, τας οποίας απολύτως αποκρούει η ανθρωπινή συνείδησις· κατά τούτο η ειλικρίνεια του Ορατίου αποτελεί απότομον αντίθεσιν προς την τυφλήν δουλοφροσύνην των Αυλικών οπού περιστοιχίζουν τον Κλαύδιον. Μέσα εις την γενικήν ηθικήν κατάπτωσιν η ενάρετος ψυχή του δεν εύρισκε παρηγορίαν ειμή πλησίον εις τον γενναίον και αδιάφθαρτον ηγεμονόπαιδα, τον οποίον ενόμιζε προωρισμένον να ανορθώση την πεσημένην πατρίδα· αλλ' όταν βλέπει ότι απαισία Μοίρα εξολοθρεύει αδιακρίτως τους καλούς και τους κακούς, τους ενόχους και τους αθώους, θέλει τότε και αυτός να εγκαταλείψη τον κόσμον, οπού και αυτό του το πρακτικόν πνεύμα δεν δύναται να πράξη ουδέ το σχετικόν καλόν μένει εις την ζωήν μόνον διά να δικαιώση έμπροσθεν των ανθρώπων την μνήμην του ατυχούς φίλου του.

32.

Τα λοιπά πρόσωπα όχι μόνον δεν σηκώνονται ουδέ μίαν γραμμήν υπεράνω της εποχής των, αλλά συναποτελούν όλα σύμπλεγμα προωρισμένον από τον ποιητήν να την παραστήση εις τα κυριώτερα γνωρίσματά της, οποίαν την χαρακτηρίζει ο Αμλέτος όταν λέγει·

'ς το πάχος των ασθματικών αυτών καιρών μας πρέπ' η Αρετή και αυτή να παίρνη της Κακίας συγχώρεσιν, και, όταν θέλη να της κάμη καλό, την άδειαν να ζητή σκυμμένη εμπρός της.

Όλοι κυριεύονται από τυφλήν φιλαυτίαν και ζουν αφρόντιστοι και ευτυχισμένοι εις την βιωτικήν απόλαυσιν· η παχυλή εκείνη ατμοσφαίρα τους χωρίζει από τον καθαρόν ορίζοντα ανωτέρας πνευματικής και ηθικής ζωής· όλοι είναι κατά διαφόρους βαθμούς διεφθαρμένοι, όλοι γίνονται ένοχοι και, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία, συνεργούν ώστε το Αγαθόν να εξαφανίζεται και το Κακόν να επικρατήση· και, αν που υπάρχει ευγενής προαίρεσις, παρασύρεται και αυτή από το ακράτητον ρεύμα, αφαρπάζεται από τον σφοδρόν στρόβιλον της κοινής διαφθοράς.

Η απ' αρχής αγαθή και άπλαστος φύσις της Γελτρούδης από αδυναμίαν και ηδυπάθειαν εμπλέκεται εις τας σατανικάς παγίδας του Κλαυδίου, και τόσον ασυνειδήτως ώστε δεν έρχεται εις συναίσθησιν της άθλιας ηθικής καταστάσεώς της ειμή όταν η συμπαθής και πυρωμένη γλώσσα του υιού της εξυπνά την κοιμωμένην συνείδησίν της και την φέρει, αν και πολύ αργά, εις την οδόν της μετανοίας.

Ο χαρακτήρ του Λαέρτου δεν στερείται ευγενείας· διά τούτο μόνος μεταξύ των Αυλικών αυτός έχει την συμπάθειαν του Αμλέτου· αλλά ο έμφυτος ιπποτισμός του εξαχρειόνεται από τα στρεβλά ηθικά δόγματα της εποχής του, εις την οποίαν η τυφλή φονική ανταπόδοσις ήταν κανών ανώτερος παντός ηθικού νόμου. Ο Λαέρτης αποτελεί εκφραστικήν αντίθεσιν προς τον Αμλέτον· είναι η ενσάρκωσις της προσωπικής εκδικήσεως, η οποία δεν έχει δισταγμούς αλλά

συνείδησιν και χάριν παραδίδει 'ς τα βάθη της φρικτής Αβύσσου.

33.

Εις τον Κλαύδιον έχομεν καθολικήν την αντίθεσιν, έχομεν την θετικήν αναίρεσιν του Ιδανικού. Το αφίλαυτον είναι η δόξα του Αμλέτου, η απάνθρωπος φιλαυτία είναι το όνειδος του Κλαυδίου. Καθώς εις τον Αμλέτον βλέπομεν πόσον η πράξις είναι δύσκολος, πόσα παρουσιάζει προβλήματα, αν θα ανταποκριθή εις τας απαιτήσεις του Ανωτέρου Λόγου και της Συνειδήσεως, ούτως εις τον Κλαύδιον βλέπομεν πως η έλλειψις των θείων τούτων δυνάμεων αφαιρεί οιονδήποτε ψυχολογικόν πρόσκομμα εις την οδόν της ενεργείας. Ο Αμλέτος απρακτεί ή διακόπτει την έναρξιν της πράξεως, και οι λόγοι και της απραξίας του και των δισταγμών του είναι δυσδιάγνωστοι ακριβώς διότι είναι απρόσωποι, διότι απορρέουν από την βαθείαν καθολικήν ιδέαν του Αγαθού και του Αληθούς· ο Κλαύδιος ενεργεί δραστηρίως και αδιαλείπτως προς έναν σκοπόν, και οι λόγοι της ενεργείας του είναι διαφανείς, διότι είναι ατομικοί, διότι υπαγορεύονται από τον κοινόν νουν, από το στενόν πνεύμα της αυτοσυντηρήσεως. Βασανίζεται και ο Κλαύδιος εσωτερικώς και μαρτυρεί την ύπαρξιν της συνειδήσεως εις τον άνθρωπον, αλλά ο έλεγχος λαμβάνει εξωτερικήν αφορμήν, προέρχεται από τον τρόμον τον οποίον γεννούν εις την ψυχήν του μυστηριώδεις, ανεξήγητοι δι' αυτόν εξωτερικαί εμφανίσεις ως προμηνύματα τρομεράς τιμωρίας. Αλλά το φοβερόν τούτο προαίσθημα, αντί να τον σταματήση εις την κακούργον πορείαν του, τον κεντά να προχωρήση.

34.

Πρώτη έρχεται να τον ταράξη η λύπη και η βαρυθυμία του Αμλέτου, εν τω μέσω της πομπής με την οποίαν αυτός πανηγυρίζει τον γάμον του, ως διά να θαμπώση τους οφθαλμούς του κόσμου ώστε να μη προσηλωθούν εις την ασεβή ανομίαν· κατόπιν αμέσως τον ανησυχεί περισσότερον η πλαστή παραφροσύνη την οποίαν αυτός με αλάνθαστον οξυδέρκειαν εξηγεί ως πρόσχημα εχθρικής προς αυτόν διαθέσεως. Δι' να εμβαθύνη εις το μυστήριον της ψυχής του Αμλέτου, διά να παρακολουθήση όλα του τα κινήματα, προσκαλεί άλλοθεν δύο νέους εις τους οποίους ο Αμλέτος με το θάρρος της φιλίας, οπού παιδιόθεν τους συνδέει, δύναται να ανοίξη την καρδίαν του ευκολώτερα παρά εις τους κατασκόπους της Αυλής· όμως η στενή διάνοια του Κλαυδίου δεν προβλέπει ότι τοιούτον τέχνασμα θα συντριβή εις την διορατικήν δύναμιν και εις το λεπτόν αίσθημα του αντιπάλου του. Η πρώτη αυτή αποτυχία αυξάνει τους φόβους του και ταράττει την ένοχον συνείδησίν του· ο Κλαύδιος καθαρά βλέπει ότι ο Αμλέτος

κάτι μέσα τρέφει, οπού η βαθειά κλωσσά μαυρίλα της ψυχής του. και, όταν ανοίξη και πτερώση αυτό, φοβούμαι μη κίνδυνον μάς φέρη.

και χωρίς να χάση καιρόν αποφασίζει να τον στείλη εις την Αγγλίαν, βεβαίως με τον απόκρυφον σκοπόν να τον παραδώση αυτού εις άφευκτον θάνατον.

35.

Και ενώ αναπαύεται εις την πεποίθησιν ότι το δεύτερον τούτο κακούργημα θα του αποδώση την ησυχίαν, έξαφνα βλέπει με φρίκην την εικόνα του πρώτου κακουργήματός του εις την σκηνικήν παράστασιν· εις την ανεξήγητον αποκάλυψιν αισθάνεται το Θείον οπού θα εφώτισε τον ορφανόν του δολοφονημένου αδελφού του. Από εκείνην την στιγμήν βλέπει να κρέμεται επάνω εις την κεφαλήν του της Θείας Δίκης η ρομφαία· ζητεί να την απομακρύνη με την προσευχήν, να εξιλεωθή με τον Θεόν αλλά αισθάνεται ότι τα δεσμά της κοσμικής απολαύσεως του έχουν υποδουλώση τόσον την ψυχήν, ώστε δεν είναι επιδεκτική μετανοίας·

Πώς είναι δυνατόν την άφεσιν να λάβη κείνος 'πού τον καρπόν κρατεί του εγκλήματός του;

Ακολουθεί τον δρόμον του και προετοιμάζει δραστηρίως την αναχώρησιν του Αμλέτου· αλλά η συναπάντησις τούτου με την μητέρα του γεννά νέον απροσδόκητον περιστατικόν, οπού θα δεινώση την θέσιν του Κλαυδίου. Δεν λυπείται διά τον θάνατον του εμπιστευμένου του Αυλικού, μόνον ανατριχιάζει με την ιδέαν ότι αυτός ο ίδιος ημπορούσε να ευρεθή εις την θέσιν εκείνου και να πέση φονευμένος, διότι καλώς εννοεί τι ηθέλησεν ο Αμλέτος όταν έσπρωξε το ξίφος εις την αυλαίαν. Βλέπει την ζωήν του εις άμεσον κίνδυνον, και ήθελε καταδικάση αμέσως τον Αμλέτον ως φονέα, αλλ' απαντά πρόσκομμα ακατανίκητον εις την συμπάθειαν του λαού και εις την μητρικήν αγάπην της Γελτρούδης· όθεν ενεργεί πυρετωδώς διά να αποπέμψη τον Αμλέτον· μετά την αναχώρησίν του, εις την παραζάλην του τρόμου η αναμμένη φαντασία του στρέφεται προς τον Βασιλέα της Αγγλίας· εις την νοεράν προσφώνησιν μεταχειρίζεται και τον εκφοβισμόν και την ικεσίαν, καθώς βασανίζεται από την ανησυχίαν, μήπως εκείνος δεν θελήση να εκτελέση την φονικήν παραγγελίαν την περιεχομένην εις τα σφραγισμένα γράμματα.

36.

Αλλά μόλις ελευθερώθη από την παρουσίαν του ανθρώπου, οπού ως _θέρμη τηκτική μανίζει μέσα εις το αίμα του_, νέος άκρος κίνδυνος τον ευρίσκει· παρ' ολίγον πίπτει θύμα αδίκου εκδικήσεως, του Λαέρτου, ο οποίος εις αυτόν αποδίδει τον φόνον του πατρός του, διότι ο Κλαύδιος εις την μεγάλην αδημονίαν του είχε κάμη το λάθος να τηρήση τον φόνον μυστικόν και να θάψη απόκρυφα τον νεκρόν. Και όταν με πολλήν δεξιότητα και αταραξίαν κατώρθωσε να σώση τον εαυτόν του από την οργήν του Λαέρτου, η απροσδόκητος επιστροφή του Αμλέτου τον επαναφέρει εις την πρώτην αδιέξοδον θέσιν. Διά μίαν στιγμήν ο νους του πάσχει αληθή τραυλισμόν, καθώς φαίνεται εις τας ατόπους προς τον Λαέρτην ερωτήσεις του· αλλά η κρίσιμος στιγμή ακονίζει τας διανοητικάς του δυνάμεις· φοβισμένος από την αποτυχίαν του πρώτου φονικού σχεδίου εφευρίσκει αμέσως άλλο συνθετώτερον, εις το οποίον έχει πλήρη πεποίθησιν, διότι εις αυτό συντρέχουν δύο δολοφόνα αλάνθαστα μέσα, και διότι τοιούτος φόνος θα φανή έργον της τύχης και δεν θα γεννήση καμμίαν υποψίαν ουδέ εις αυτήν την μητέρα του Αμλέτου· με υπέροχον τέχνην καλλιεργεί το πάθος της εκδικήσεως εις την ψυχήν του Λαέρτου διά να τον παρασύρη εις άνανδρον δολοφονίαν, και αληθής αντιπρόσωπος της εποχής του αναβιβάζει την εκδίκησιν εις αξίωμα·

τόπος ουδ' ιερός δεν πρέπει να φυλάξη δολοφόνον· _να έχ' η εκδίκησις δεν πρέπει περιορισμόν._

Αλλά και το νέον τούτο σχέδιον ολίγον έλειψε να ανατρέψουν άλλα απρόβλεπτα συμβάντα· η Οφηλία πνίγεται· ο Κλαύδιος, ο οποίος εκοπίασε τόσον διά να ημερώση την οργήν του Λαέρτου, φοβείται μήπως ο θάνατος της Οφηλίας τον εξαγριώση πάλιν και τον σπρώξη εις φανεράν βίαν εναντίον του Λαέρτου· και μόλις ο Κλαύδιος κατώρθωσε να τον σωφρονίση, νέος παρουσιάζεται κίνδυνος αυτομάτου καταστροφής, η συμπλοκή του Αμλέτου και του Λαέρτου εις τον τάφον της Οφηλίας· αλλά και ο κίνδυνος τούτος απομακρύνεται· ο Αμλέτος συμφιλιόνεται με τον Λαέρτην, δέχεται τον αγώνα της ξιφασκίας, τα πάντα εξωμαλύνθησαν και ο Κλαύδιος απέκτησε την πεποίθησιν ότι πλησιάζει η ποθητή ώρα της ησυχίας·

Της γαλήνης την ώραν σύντομα θα ιδούμε.

37.

Αλλ' αν και εδυνήθη να υπερνικήση τόσας δυσκολίας, να προσπεράση τόσα προσκόμματα, να σωθή από τόσους κινδύνους, πάλιν το τελευταίον τούτο σχέδιόν του, τόσον προνοητικώς διωργανισμένον, παθαίνει φοβεράν στρέβλωσιν και φέρει τελικήν απροσδόκητον λύσιν. Η τελευταία τούτη αποτυχία προέρχεται από στενήν διάνοιαν μη ικανήν να εμβαθύνη εις τα ιδιώματα των άλλων. Το σύνθετον στρατήγημα του Κλαυδίου, το φαρμακωμένο ποτήρι και το φαρμακωμένο ξίφος, ήθελεν επιτύχη, αν ο Αμλέτος ήταν τόσον ανύποπτος και άκακος, αν ο Λαέρτης ήταν τόσον άκαρδος και αχρείος, όσον ενόμισεν ο Κλαύδιος· αλλά ο Αμλέτος ευλόγως υποπτεύεται το ποτήρι οπού του προσφέρει ο δηλητηριαστής του πατρός του· ο Λαέρτης, πρωτόπειρος εις τα εγκλήματα, αισθάνεται την θέλησίν του να κλονίζεται εις την στιγμήν της εκτελέσεως· εις την συνείδησίν του εγεννήθησαν δισταγμοί οι οποίοι απ' αρχής εξασθενίζουν ανεπαισθήτως την ορμήν του εις τον αγώνα, και, όταν προκαλούμενος από τον Αμλέτον αποφασίζει να τον κτυπήση, τον λαβόνει τόσον ελαφρά, ώστε συμβαίνει να ζήση ο Αμλέτος αρκετήν ώραν διά να μάθη τα πάντα από το στόμα της Γελτρούδης και του Λαέρτου, και να προφθάση να θανατώση τον Κλαύδιον με τα δύο φονικά όργανα τα οποία τούτος είχεν επινοήση. Η σατανική μηχανή δεν υπακούει εις την θέλησιν του εφευρέτου, ενεργεί ως τι έμψυχον και αυτόβουλον, και ανοίγει έξαφνα την άβυσσον έμπροσθέν του. Αλλά και εις αυτό το χείλος της αβύσσου ο Κλαύδιος ακόμη ελπίζει, μένει κύριος του εαυτού του, ατάραχος, χάριν της σωτηρίας του· διά να μη προδώση το ήδη σαλευόμενον σχέδιόν του, όταν η Γελτρούδη πίνει από το φαρμακωμένο ποτήρι, δεν επιμένει να την εμποδίση και γίνεται δολοφόνος του μόνου πλάσματος το οποίον αγαπούσε εις τον κόσμον· και όταν ολόκληρον το νέον κακούργημά του εξεσκεπάσθη και ο Αμλέτος τον πληγώνει, ο Κλαύδιος πιάνεται ακόμη σπασμωδικώς από την ζωήν, ζητεί βοήθειαν, ίσως με την μωράν ελπίδα ότι η θανατηφόρος αλοιφή του ξίφους, αφού εβάφη ήδη δύο φοραίς εις το αίμα, του Λαέρτου και του Αμλέτου, έχασε την δύναμιν της, ώστε αυτός, ο αληθής ένοχος, να επιζήση μόνος.

38.

Εάν από την ψυχολογικήν μελέτην των προσώπων μεταβώμεν εις την εξέτασιν της ηθικής σημασίας του Δράματος, ευρίσκομεν ότι η εξωτερική αυτού λύσις πραγματοποιεί την ανόρθωσιν του ηθικού νόμου. Από την εμφάνισιν του Πνεύματος, το οποίον αποκαλύπτει το μυστήριον του εγκλήματος, έως εις την στιγμήν της φοβεράς τιμωρίας, φαίνεται μία μυστηριώδης Δύναμις, η οποία υπεράνω της ανθρωπίνης θελήσεως, υπεράνω των ανθρωπίνων σκέψεων και ενεργειών, και μάλιστα αντιθέτως προς αυτάς, διευθύνει την φοράν των πραγμάτων εις το προσδιωρισμένον τέρμα. Ως διά να αποδειχθή καθαρώτερα η παντοδυναμία της Νεμέσεως, εκλέγεται ως κύριον όργανον της αποφασισμένης τιμωρίας άτομον ακατάλληλον προς τοιαύτην ενέργειαν και αναγκάζεται να παλαίση και προς την ιδίαν φύσιν του και προς την δοκιμασμένην πανουργίαν και την άκαρδον μοχθηρίαν του ενόχου. Και μ' όλον τούτο η διστακτική στάσις και η απραξία του Αμλέτου, η προερχομένη από ενδόμυχον αποστροφήν προς την άχαριν αποστολήν, εις την οποίαν τον έχει προορίση η Νέμεσις, καθώς και η πυρετώδης ενέργεια του Κλαυδίου, η εμπνεομένη από ταραγμένην συνείδησιν και από τον τρόμον της τιμωρίας, ενώ φαίνεται ότι ατάκτως αντισταυρόνονται και τυφλώς αντενεργούν εις την μοιρόγραπτον καταστροφήν, απ' εναντίας την επιταχύνουν. Ο Αμλέτος με την προσποιητήν παραφροσύνην γεννά την υποψίαν του Κλαυδίου, με την σκηνικήν παράστασιν της βασιλοκτονίας την ενισχύει, με τον φόνον του Πολωνίου αποκαλύπτει εις τον Κλαύδιον τον αληθή σκοπόν του, ανάπτει εις τον Λαέρτην το φιλέκδικον αίσθημα και δίδει εις τον Κλαύδιον κατάλληλον συνεργόν της φονικής μηχανορραφίας του, με την αναχώρησίν του αφίνει εις τον Κλαύδιον καιρόν να την διοργανίση, τέλος πάντων με την απαθή διάθεσίν του προσφέρεται εις την επίβουλον μονομαχίαν· ο δε Κλαύδιος, ενώ στρέφει επιτυχώς όλα τα απρόοπτα συμβάντα προς ίδιον όφελος, τα βλέπει έξαφνα να αντιστραφούν εναντίον του ακριβώς εις την στιγμήν οπού με τον θάνατον του εχθρού του ενόμιζε εξασφαλισμένην την σωτηρίαν του. Εις τον τρομερόν όλεθρον συμπεριλαμβάνονται ο Αμλέτος και η Οφηλία, διότι η αδυσώπητος Νέμεσις, η οποία εκαταδίκασε ολόκληρον την αμαρτωλόν εκείνην γενεάν, αδιαφορεί εάν εις τον ανορθωτικόν αγώνα _συντρίβεται_ και μία _καρδία ευγενεστάτη_, ως εκείνη του Αμλέτου, και πίπτει εις τρίμματα ένα άλλο εκλεκτόν σκεύος, ως η Οφηλία. Και τα δύο αυτά πλάσματα δεν ήταν δυνατόν να ζήσουν και να βασιλεύσουν εκεί οπού έζησαν και εβασίλευσαν ένας Κλαύδιος και μία Γελτρούδη· πρέπει να εγκαταλείψουν _τον τραχύν αέρα αυτού τον κόσμου_ διά να μεταβούν εκεί, οπού θα τους φέρουν _αγγέλων πτέρυγες και ύμνοι_.

ΑΜΛΕΤΟΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΚΛΑΥΔΙΟΣ Βασιλέας της Δανίας ΑΜΛΕΤΟΣ Υιός του πρώην βασιλέως της Δανίας και ανεψιός του Κλαυδίου ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ Πρίγκιπας της Νορβηγίας ΠΟΛΩΝΙΟΣ Αυλάρχης ΟΡΑΤΙΟΣ Φίλος του Αμλέτου ΛΑΕΡΤΗΣ Υιός του Πολωνίου ΒΟΛΤΙΜΑΝΔΟΣ ) ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ) ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ ) ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ ) Αυλικοί ΟΣΡΙΚΟΣ ) ΕΝΑΣ ΕΥΓΕΝΗΣ ) ΕΝΑΣ ΙΕΡΕΑΣ ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ ) ) Αξιωματικοί ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ ) ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ Στρατιώτης ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ Υπηρέτης του Πολωνίου Ηθοποιοί Δύο Νεκροθάπταις Ένας Λοχαγός Άγγλοι Πρεσβευταί ΓΕΛΤΡΟΥΔΗ Βασίλισσα της Δανίας και μητέρα του Αμλέτου ΟΦΗΛΙΑ Θυγατέρα του Πολωνίου Μεγιστάνες, Κυρίαις, Αξιωματικοί, Στρατιώταις, Ναύταις, Αγγελιοφόροι και άλλοι Ακόλουθοι. Το Πνεύμα του πατρός του Αμλέτου

ΣΚΗΝΗ ΕΛΣΙΝΟΡΗ

ΑΜΛΕΤΟΣ

ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΕΛΣΙΝΟΡΗ. Προμαχώνας, εμπρός εις το ΚΑΣΤΕΛΙ. ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ εις την θέσιν του· εισέρχεται ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Τις ει; (1)

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ 'Σ εμέ συ πρέπει ν' απαντήσης· στάσου και φανερώσου.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Ζήτ' ο Βασιλέας!

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ Είσαι ο Βερνάρδος;

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Αυτός.

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ Με πολύν ζήλον ήλθες 'ς την ώραν σου.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Μεσάνυκτα σήμαναν τώρα· ν' αναπαυθής άμε, Φραγκίσκε.

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ Πολλαίς χάρες δι' αυτήν την αλλαγήν· είναι δριμύ το κρύο και μ' έπιασε ολιγοψυχιά.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Εις την φρουράν σου ήσυχα πέρασες;

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ Ουδέ ποντίκι ακούσθη.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Λοιπόν καλή σου νύκτα, και αν ενώ πηγαίνεις τον Μάρκελλον ιδής και τον Οράτιον, 'πώχω συντρόφους της φρουράς, να μην αργούν ειπέ τους.

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ Θαρρώ 'πού τους ακούω. Στάσου! Τις ει;

Εισέρχονται ΟΡΑΤΙΟΣ και ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ.

ΟΡΑΤΙΟΣ Φίλοι του τόπου τούτου.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Υπήκοοι της Δανιμαρκίας.

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ Καλή σας νύκτα.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Χαίρε, τίμιε στρατιώτη· ποιος σ' άλλαξε;

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ Την θέσιν μου ο Βερνάρδος έχει. Καλή σας νύκτα. [Εξέρχεται.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Ε! φίλε Βερνάρδε!

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Λέγε, — ο Οράτιος είν' εκεί;

ΟΡΑΤΙΟΣ Κάπως εκείνος (2).

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Καλώς ήλθες, Οράτιε, και συ, Μάρκελλέ μου.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Λοιπόν κείνο το πράγμα εφάνη απόψε πάλι;

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Τίποτ' εγώ δεν είδα.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Ο φίλος μας Οράτιος λέγει πως είναι της δικής μας φαντασίας· δεν θέλει να πιστεύση 'ς τ' όραμα, οπού δύο είδαμ' εμείς φοραίς με τρόμον της ψυχής μας· τον κάλεσα δι' αυτό την νύκτα να περάση απόψε 'ς την φρουράν μας, όπως, αν και πάλιν το φάντασμ' έλθη, αυτός ο ίδιος δικαιώση τους οφθαλμούς μας και συγχρόνως του ομιλήση.

ΟΡΑΤΙΟΣ Μπα! Δεν θα φανισθή.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Κάθισε ωστόσ' ολίγο και νέαν έφοδον ας δώσωμε 'ς τ' αυτιά σου, 'πού αρματωμένα διώχνουν την διήγησίν μας, αυτό 'πού δυο νυκτιαίς είδαμ' εμείς.

ΟΡΑΤΙΟΣ Ας ήναι· ας καθίσωμ' εδώ· Βερνάρδε, ιστόρησέ τα.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Την περασμένην νύκτα, εψές, ενώ τ' αστέρι, αυτό 'πού θέσιν έχει δυτικά του πόλου, τον δρόμον του είχε τρέξη να φωτίση εκείνο το ουράνιο μέρος, όπου τώρα σπινθηρίζει, ο Μάρκελλος κ' εγώ, καθώς βαρούσε η μία, —

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Στάσου, αντικόψου· ιδές, έρχεται πάλιν!

Εισέρχεται το ΠΝΕΥΜΑ

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Όλος εις την μορφήν του ο πεθαμένος βασιλέας!

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Οράτιε, σπουδασμένος είσαι (3), ομίλησέ του.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Του βασιλέως δεν ομοιάζει; Κύττα, Οράτιε.

ΟΡΑΤΙΟΣ Πολύ, πολύ· με πιάνει θαυμασμός και φόβος.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Να του ομιλήσουν θέλει (4).

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Ομίλησέ του, Οράτιε.

ΟΡΑΤΙΟΣ Ποιος (5) είσαι συ, 'πού αρπάζεις της νυκτός την ώραν τούτην και το καλό και ανδρειωμένο σχήμα, οπού 'χε ως πολέμαρχος η μεγαλειότης του θαμμένου Δανού; (6) 'Σ το όνομα του Υψίστου, ομίλησε.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Επειράχθη.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Ιδέ, μ' ανοικτό βήμα τραβιέται!

ΟΡΑΤΙΟΣ Στάσου! Ομίλει! σ' εξορκίζω, ομίλει!

[Εξέρχεται το ΠΝΕΥΜΑ

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Εχάθη και ν' αποκριθή δεν θέλει.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Τώρα, Οράτιε, τι; συ τρέμεις κ' είσαι αχνός· δεν είναι το πράγμα κάτι πλέον παρά φαντασία; Πώς το εξηγείς;

ΟΡΑΤΙΟΣ Μα τον Θεόν, δεν θα ημπορούσα να το πιστεύσω δίχως την ομολογίαν την αισθητήν και αληθινήν των οφθαλμών μου.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Όλος δεν ομοιάζει με τον βασιλέα;

ΟΡΑΤΙΟΣ Όσον εσύ μ' εσέ· φορούσε αυτήν εκείνην την πανοπλίαν, όταν με της Νορβηγίας τον αυθάδ' ηγεμόνα 'ς τ' άρματα εμετρήθη· ομοίως φοβερό το βλέφαρό του εφάνη, όταν εις την ορμήν σφοδρής λογομαχίας τους Πολωνούς 'ς τον πάγον βρόντησε απ' τ' αμάξι. Είναι παράδοξο.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Και πριν δυο φοραίς άλλαις, ομοίως και σωστά 'ς την ίδιαν νεκρήν ώραν, με διάσκελο πολεμικό διαβήκ' εμπρός μας.

ΟΡΑΤΙΟΣ Μερικόν στοχασμόν δεν ξεύρω να μορφώσω αλλά 'ς την ολικήν του νου μου βλέψιν τούτο δηλοί 'πού συμφορά 'ς το κράτος μας θα σπάση.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Ας καθίσωμε, φίλοι, και όποιος ξεύρει ας είπη. Τι βασανίζεται ο λαός όλην την νύκτα άγρυπνος να φρουρή με προσοχήν μεγάλην; Τι κανόνια ολημέρα χύνονται ορειχάλκου και απ' έξω φέρνουν τόσα εφόδια του πολέμου; Τι τόσους παίρνουν ναυπηγούς και τους βιάζουν, ώστ' η εβδομάδα κυριακήν δι' αυτούς δεν έχει; Τι μας προσμένει, οπού με τόσην αγωνίαν η νύκτα εδόθη συνεργός εις την ημέραν; Ποιος με πληροφορεί;

ΟΡΑΤΙΟΣ Εγώ, καθώς ο λόγος τρέχει κρυφά. Τον μακαρίτην βασιλέα, οπού τ' ομοίωμά του τώρα εφάνη εμπρός μας, τον είχε, ως ξεύρετε, 'ς την μάχην προκαλέση ο Φορτιμπράς, των Νορβηγών ο βασιλέας, ως εκεντήθη από σφοδρήν αντιζηλίαν. Ο ανδρείος μας Αμλέτος (κ' είχε ανδρείου φήμην 'ς το εδώθε μέρος όλο του γνωστού μας κόσμου), φονεύει αυτόν τον Φορτιμπράς, 'πού με συνθήκην, κλεισμένην όπως θέλει ο νόμος των αρμάτων, παράδιδε εις τον νικητήν με την ζωήν του όσα 'ς την κατοχήν του εκράτει εκείνος μέρη, και πάλι τόσην άλλην γην έβαζε κάτω ο βασιλέας μας, αντάξιον αρραβώνα, 'πού έμελλε του Φορτιμπράς να μείνη κλήρα, αν ενικούσεν, όπως τούτου οι τόποι επέσαν κτήμα του Αμλέτου, κατά τ' άρθρ' αυτής εκείνης της συμφωνίας. Τώρα ο Φορτιμπράς ο νέος, φωτιά γεμάτος, 'ς την ακράτητην ορμήν του, έχει συνάξη εδώθ' εκείθε, απ' όλα τ' άκρα της Νορβηγίας, πλήθος κηρυκτών κακούργων απελπισμένων, και τους τρέφει δια ν' αρχίση επιχείρημα κάποιο φοβερό, και τούτο (καθώς το βλέπει και η Κυβέρνησίς μας) είναι με τ' άρματα 'ς το χέρι να μας πάρη οπίσω όλους τους τόπους, όσους είχε, ως είπα πρώτα, χάση ο πατέρας του· και αυτός, καθώς νομίζω, των ετοιμασιών μας είναι ο μόνος λόγος, της νυκτοφυλακής αιτία, και αρχή πρώτη της βίας, της ορμής, του φοβερού θορύβου.

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ Κ' εγώ πιστεύ' ότ' είναι τούτο η μόνη αιτία, και μ' αυτό κάπως συμφωνεί το θαύμα τούτης της μορφής που διαβαίνει αρματωμένη εμπρός μας, και τόσ' ομοιάζει με τον γέρον βασιλέα, 'πού των πολέμων τούτων ήταν κ' είναι η ρίζα.