Αμλέτος

Part 10

Chapter 10 30 words Public domain Markdown

ΑΜΛΕΤΟΣ Ιδού στιγμή καλή διά να το κάμω, τώρα ενώ προσεύχεται· και τώρα θα το κάμω· και τότε αυτός εις την Παράδεισον πηγαίνει· κ' έτσ' είμ' εκδικημένος. Τούτο σκέψιν θέλει· ένας κακούργος τον πατέρα μου σκοτόνει και ο μονουιός του εγώ τον ίδιον κακούργον εις την Παράδεισον τον στέλνω· τούτος είναι μισθός, είναι αμοιβή, εκδίκησις δεν είναι. Τον πατέρα μου αυτός τον έκοψε χορτάτον από καλό τραπέζι, ενώ τα πταίσματά του ήσαν ολάνοικτα 'σάν άνθη του Μαΐου· και πώς (54) 'ς την Κρίσιν στέκει, ποιος γινώσκ' ή μόνος ο Ύψιστος; Αλλ', όπως κρίνει ο νους του ανθρώπου, ευρίσκεται κακά· λοιπόν εκδικημένος θα 'μαι, αν τον κόψω ενώ ξαγνίζει την ψυχήν του, 'ς την διάβασίν του ετοιμασμένος; Όχι· οπίσω 'ς την θήκην σου, ω σπαθί (55)· σκέψου να βγης εις άλλον φρικτότερον καιρόν, 'ς της μέθης του τον ύπνον, ή 'ς τον θυμόν του ή μες το αιμόμικτο κρεββάτι, ή 'ς το παιγνίδι ή κει 'πού καταράται, ή 'ς άλλην πράξιν, 'πού να μην έχη εξαγοράς ελπίδα· στροβίλισέ τον τότε εις τρόπον να κτυπήση φτερνιαίς τον ουρανόν, και να ήναι κολασμένη μαύρ' η ψυχή του ωσάν τον Άδη όπου θα πέση. Αλλ' η μητέρα μου πολληώρα περιμένει· τούτο (56) το ιατρικό προσκαίρως σ' ανασταίνει.

[Εξέρχεται.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ [Σηκόνεται] Τα λόγια μου ανεβαίνουν, κάτ' ο νους μου μένει, λόγος χωρίς τον νουν 'ς τα ουράνια δεν πηγαίνει.

[Εξέρχεται.

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Το δωμάτιον της ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ και ΠΟΛΩΝΙΟΣ

ΠΟΛΩΝΙΟΣ Έρχετ' ευθύς· ιδέ γερά να τον κτυπήσης· ειπέ του οπού τα παραξήλωσε με τούταις ταις τρέλλαις του· και πως η σεβαστή σου χάρις εμεσολάβησε ως φραγμός να τον φυλάξη από μέγαν θυμόν· βουβός εδώ θα μένω. Παρακαλώ σε στρογγυλά να του ομιλήσης·

ΑΜΛΕΤΟΣ [Από μέσα] Ω μάννα, μάννα, μάννα!

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Μη φοβήσαι' ό,τ' είπες εγώ θα κάμω· αποτραβίξου, τον ακούω που έρχεται.

Ο ΠΟΛΩΝΙΟΣ αποσύρεται οπίσω από την αυλαίαν. Εισέρχεται ΑΜΛΕΤΟΣ

ΑΜΛΕΤΟΣ Λοιπόν, μητέρα, τι με θέλεις;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τον πατέρα σου, Αμλέτε, πλήγωσες 'ς τα σπλάχνα.

ΑΜΛΕΤΟΣ Τον πατέρα μου, ω μάννα, επλήγωσες 'ς τα σπλάχνα.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Έλ', απαντάς με γλώσσαν 'πού δεν έχει ουσίαν.

ΑΜΛΕΤΟΣ Σύρ', ερωτάς με γλώσσαν 'πού φαρμάκι στάζει.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Αμλέτε, τι' ναι τούτα;

ΑΜΛΕΤΟΣ Ειπέ μου συ τι τρέχει.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Μ' ελησμόνησες;

ΑΜΛΕΤΟΣ Όχι, μα το Τίμιο Ξύλο· η βασίλισσα είσαι, και η γυναίκ' ακόμη του ανδραδέλφου σου· αλλ' όμως — οπού να μην ήταν! — είσαι η μητέρα μου.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Λοιπόν άλλους θα βάλω να ήναι ικανοί να σου ομιλούν.

ΑΜΛΕΤΟΣ Α! στάσου! στάσου! κάθισε κάτω αυτού· ποσώς δεν θα σπαράξης πριν σου παρουσιάσω εγώ κάποιον καθρέφτην, οπού να ιδής τα κρύφια μέρη της ψυχής σου.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τι μελετάς να κάμης; δεν θα με φονεύσης; Ω! βοηθάτε! βοηθάτε!

ΠΟΛΩΝΙΟΣ [Όπισθεν] Τι 'ναι; Βοηθάτε, Χριστιανοί, βοηθάτε!

ΑΜΛΕΤΟΣ Πώς; ένα ποντίκι; το έκοψα! στοιχηματίζω ένα δουκάτο! το έκοψα.

[Τραβά μίαν σπαθιά εις την αυλαίαν]

ΠΟΛΩΝΙΟΣ [Όπισθεν] Ωιμέ! μ' εσκότωσαν!

[Πέφτει νεκρός.]

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ωιμένα! τι έκαμες;

ΑΜΛΕΤΟΣ Δεν ξεύρω, ο Βασιλέας είναι;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ω τρελλή πράξις φονική!

ΑΜΛΕΤΟΣ Ναι, ω μητέρα, φονικωτάτη πράξις! όσο βασιλέα να θανατώση τις κ' επάνω εις τον νεκρόν του να νυμφευθή κατόπι με τον αδελφόν του.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Να θανατώση βασιλέα;

ΑΜΛΕΤΟΣ Δέσποινά μου το 'πα· [Σηκόνει την αυλαίαν και ξεσκεπάζει τον ΠΟΛΩΝ.] και συ, ω παλαβέ, δυστυχισμένε, κακοπερίεργε, καληώρα σου· σ' επήρα διά τον (57) καλήτερόν σου· ό,τι σου 'χε η μοίρα διωρισμένο, λάβε· τώρα βλέπεις πόσον όποιος τα ξένα μεριμνά κίνδυνον τρέχει. — Τα χέρια σου μη ζίφης· σίγ' αυτού και κάθου· εγώ θα ζίψω την καρδιά σου· θα το κάμω, αν είναι ζύμη τρυφερή, κ' εάν συνήθεια κατηραμένη δεν την έχει αποχαλκώση ώστε ωσάν πύργος κάθ' εντύπωσιν να διώχνη.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τι έκαμα διά να τολμάς με γλώσσαν τόσο σκληρήν να με αποπάρης;

ΑΜΛΕΤΟΣ Πράξιν, 'πού την χάριν της σεμνότητος σβύνει και το ρόδισμά της, λέγει την αρετήν υποκρισίαν, βγάζει το ρόδο (58) από τ' ωραίο μέτωπον αγάπης αγνής και αυτού βάζει πληγήν· ψεύει του γάμου ταις ευλογίαις ωσάν όρκους χαρτοκόπων· αχ! τέτοιαν (59) πράξιν ώστε την ψυχήν αρπάζει από το σώμα του αρραβώνος και την χάριν του θείου λόγου μεταβάλλ' εις φλυαρίαν. Ανάπτ' (60) η όψις τ' ουρανού, και αυτός ο όγκος (61) ο στερεός και συμπαγής, κατηφιασμένος τήκεται από τον λογισμόν, ως να προσβλέπη της Κρίσεως την ημέραν, — τέτοια πράξις είναι.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ωιμέ! τι πράξις είναι τούτη οπού βροντάει, και ρίχνει κεραυνούς το μήνυμά της μόνον;

ΑΜΛΕΤΟΣ Το ζωγράφημα (62) τούτο ιδέ κ' έπειτα εκείνο· δύ' αδελφών έχομ' εδώ πιστήν εικόνα· εις το βλέφαρο αυτό θεώρησε τι χάρις εκάθιζε! του Φοίβου (63) ταις πλεξίδαις έχει, του μεγάλου Διός το μέτωπο, το μάτι του Άρη, φοβερό την ώραν 'πού προστάζει, την στάσιν ως ο Ερμής, όταν το πόδι εγγίζει, εις κορυφήν 'πού τ' ουρανού φιλεί τον θόλον. Είναι συνδυασμός, είναι μορφή τωόντι, οπού θαρρείς πως ταις σφραγίδαις έχουν θέση όλ' οι θεοί, να δείξουν άνθρωπον 'ς τον κόσμον. Ήταν αυτός ο σύζυγός σου. Τώρα βλέπε εδώ κατόπι· τούτος είναι ο σύζυγός σου, σάπιο στάχυ οπού φθείρει το γερό του αδέλφι. Έχεις μάτια; Και συ, 'πού ευτύχησες να ζήσης 'ς την τερπνοτάτην κορυφήν, πώς εκατέβης εδώ 'ς τον βάλτον ωσάν κτήνος να παχαίνης; Αχ! έχεις μάτια; μην ειπής πως ήτο αγάπη· 'ς την ηλικίαν 'πώχεις παύει μες το αίμα η ζωηρότης και εις την γνώσιν υπακούει· και ποία γνώσις τούτο θ' άφινε διά κείνο; Αίσθησιν έχεις, και αν δεν είχες, πώς κινείσαι; αλλ' η αίσθησις τούτη φαίνεται πιασμένη, διότ' εις τέτοιαν πλάνην ούτε η τρέλλα πέφτει, ούτε εις την έκστασιν ποτέ δεν εδουλώθη η αίσθησις εις τρόπον να μη σώζη κάπως δύναμιν ώστε εις τόσην διαφοράν να κρίνη. Δαίμονας ποίος σ' έχει εμπλέξη 'ς τον τυφλίτην; (64) Χωρίς αίσθησιν μάτι, χωρίς τούτο εκείνη, χωρίς μάτι και χέρι αυτιά, και όσφρησις μόνη, ή κ' έν' απομεινάρι και άρρωστο ενός μόνου οργάνου αληθινού ποτέ δεν θα ημπορούσε τόσο να τυφλωθή. Σεμνότης, αχ! πού είναι η εντροπαλή θωριά σου; Επαναστάτη Άδη, αν τόσην ημπορείς να φέρης ανταρσίαν 'ς τα κόκκαλα της γυναικός 'πού 'ναι μητέρα, τότε 'ς την φλόγα της νεότητος ας λυώση η αρετή 'σάν το κερί, — μην εντραπήτε αν 'ς όλην την ορμήν του σας νικά το πάθος, αφού και ο πάγος μ' άλλην τόσην λαύραν καίει, και ο λόγος εις τον πόθον γίνεται μαυλίστρα.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Αμλέτε, ω παύσε! Μες τα βάθη της ψυχής μου στρέφεις τα μάτια μου, και αυτού μαυράδια βλέπω 'πού δεν ξεβάφουν.

ΑΜΛΕΤΟΣ Α! να ζης 'ς τον σαπημένον ίδρον μιας κλίνης λιγδερής, 'πού την ζεσταίνει αχνός σιχαμερός, γλυκά λόγια να λέγης, τον έρωτα να κάμνης μες τ' αχούρι, —

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Φθάνει· μη μου ομιλήσης, παύσε· ωσάν μαχαίρια μπαίνουν τα λόγια σου 'ς τ' αυτιά μου· παύσε, αγαπημένε Αμλέτε, παύσε.

ΑΜΛΕΤΟΣ Ένας δολοφόνος, ένα κτήνος, μια λέρα, οπού το εικοστό δεν έχει από το δέκατο του πρώτου σου κυρίου· μία μαϊμού των βασιλέων, ένας κλέφτης του θρόνου και της εξουσίας, 'πώχει πάρη απ' το σεντούκι την ατίμητην κορώναν, και μες την τσέπην του έχωσέ την.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Φθάνει! α! φθάνει!

ΑΜΛΕΤΟΣ Από κουρέλια βασιλειάς —

Εισέρχεται το ΠΝΕΥΜΑ

Φυλάξετέ με, και με ταις πτέρυγαίς σας κάμετέ μου σκέπην, φύλακες τ' ουρανού! — Τι θέλ' η σεβαστή σου μορφή;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ωιμένα! είναι τρελλός.

ΑΜΛΕΤΟΣ Μην ήλθες ίσως εδώ διά να ονειδίσης τον οκνόν υιόν σου, που, 'ς τον καιρόν παραδομένος και 'ς την θλίψιν (65), την επιτακτικήν εκτέλεσιν αφίνει της φοβερής σου προσταγής; Ω! λέγε, λέγε.

ΠΝΕΥΜΑ Μη λησμονής· δεν ήλθα ειμή διά ν' ακονίσω την γνώμην σου 'πού κάπως εστομώθη, ως βλέπω. Την μητέρα σου κύττα πώς την πήρε ο τρόμος· συ πρέπει ανάμεσον αυτής και της ψυχής της, οπού την πολεμεί, μέρος ευθύς να λάβης. Εις σώμ' αδύνατο σφοδρήν ενέργειαν έχει η φαντασία· τώρ', Αμλέτε, ομίλησέ της.

ΑΜΛΕΤΟΣ Πώς είσαι, δέσποινά μου;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Αλοίμονον! πώς είσαι συ, 'πού 'ς το άδειο τα μάτια προσηλόνεις, και με τον άυλον αέρα λόγους έχεις; Άγριο το πνεύμα σου 'ς τα μάτια σου προβάλλει, και ως στρατιώταις 'ς τον ύπνον, αν βοή πολέμου τους εξαφνίση, ομοίως και τα πλαγιασμένα μαλλιά σου, ωσάν ζωήν τα εκφύματα (66) να είχαν, ορθά πετιούνται· Αμλέτ', ευγενικό παιδί μου, μέσα 'ς της ταραχής την φλόγα, οπού σε καίει, ράνε ψυχρήν υπομονήν. Α! τι κυττάζεις;

ΑΜΛΕΤΟΣ Αυτόν! αυτόν! Πώς χλωμιασμένος προσηλόνει εδώ τα βλέμματα! η μορφή του κ' η αιτία ενωμένα ημπορούσαν με την διδαχήν τους να δώσουν εις ταις πέτραις αίσθημα και γνώσιν. Μη με κυττάζης, μήπως με το θλιβερό σου ήθος εκείνο αλλάξης τον ωμόν σκοπόν μου, και ό,τι θα πράξω ξεθωριάση! μήπως χύσω όχι αίμ' αλλά δάκρυα.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τίνος λέγεις τούτα;

ΑΜΛΕΤΟΣ Τίποτ' εκεί δεν βλέπεις;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τίποτε (67), και όμως ό,τ' είν' εκεί το βλέπω.

ΑΜΛΕΤΟΣ Τίποτε δεν έχεις ακούση καν;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τίποτε, ειμή τον εαυτόν μας.

ΑΜΛΕΤΟΣ Ε! τήρα εκεί! γειά, τήρα εκεί, πώς φεύγει αγάλι! Είναι ο πατέρας μου καθώς όταν εζούσε! Ιδέ τον τώρα εκεί πώς βγαίνει απ' τον πυλώνα!

[Εξέρχεται το ΠΝΕΥΜΑ

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Γέννημα εστάθη τούτο του μυαλού σου μόνον· πράγματ' ασώματα ως αυτό να πλάθη ξεύρει η έκστασις προ πάντων.

ΑΜΛΕΤΟΣ «Έκστασις;» Με τάξιν κτυπά και μέτρον ο σφυγμός μου ως ο ιδικός σου, με τον αυτόν καλόν ρυθμόν. Τρέλλα δεν είναι όσα 'χω ξεστομίση· φέρε με 'ς το θέμα και όλα λέξιν προς λέξιν θα σου επαναλάβω· τούτο δεν κάμν' η τρέλλ' αλλά πηδά και φεύγει. Μητέρα, προς Θεού, μη 'ς την ψυχήν σου βάλης το κολακευτικόν άλειμμ' αυτό, πως τάχα η τρέλλα μου ομιλεί και όχι το ανόμημά σου· το πληγιασμένο μέρος πρόσκαιρα θα κλείση, άφαντο ενώ το κουφοδρόμι μέσα βόσκει και όλα τα φθείρει. Του Θεού ξομολογήσου, πέσε εις μετάνοιαν και 'ς το εξής φεύγε το κρίμα· τα χόρτα (68) μη κοπρίζης και πολύ θυμώσουν. Την αρετήν μου αυτήν, ωιμέ, συγχώρεσέ μου· 'ς το πάχος (69) των ασθματικών τούτων καιρών μας πρέπ' η Αρετή και αυτή να παίρνη της Κακίας συγχώρεσιν, και, όταν θέλη να της κάμη καλό, την άδειαν θα ζητή σκυμμένη εμπρός της.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Αχ! την καρδιά μου, Αμλέτε, μώσχισες εις δύο.

ΑΜΛΕΤΟΣ Ω! ρίξε πέρα το χειρότερο της μέρος, και ζήσε τόσο καθαρώτερη με τ' άλλο. Καλή σου νύκτα· αλλά 'ς του θείου μου την κλίνην μη πας, και, αν αρετήν δεν έχεις, καν ως ξένην πάρε την· η συνήθεια, το θεριό 'πού τρώγει, ο δαίμονας των έξεων, την συναίσθησίν μας, είν' άγγελος εις τούτ', ότι δανείζει ομοίως, διά να κάμωμεν έργα επαινετά και ωραία, ευκολοφόρετην στολήν. Κρατήσου απόψε· την εγκράτειαν αυτό θα σου ευκολύνη ολίγο την δεύτερην φοράν, καλήτερα 'ς την τρίτην· ότι το μάθημα ημπορεί και το καλούπι της φύσεως ν' αλλάξη και να κυριεύση τον διάβολον, ή ακόμη να τον αποδιώξη μ' ενέργειαν θαυμαστήν. Πάλιν καλή σου νύκτα· και όταν να ήσ' ευλογημένη επιθυμήσης, να μ' ευλογήσης θα ζητήσω. — Και ως προς τούτον

[Δείχνει τον ΠΟΛΩΝΙΟΝ

τον κύριον εδώ, μετανοώ· πλην ήταν θέλημα του Θεού να τιμωρήση (70) εμένα μ' αυτό, και αυτό μ' εμέ, διά να του γίν', ως θέλει, των ορισμών του εκτελεστής και μάστιγά του. Θα τον τοποθετήσω, και θα δώσω λόγον δι' αυτόν τον θάνατόν του. — Πάλιν καλή νύκτα. 'Σ το (71) να ήμαι σκληρός γνώμη αγαθή με φέρνει· άρχισε το κακό, χειρότερ' άλλα σέρνει. Μιαν λέξιν, δέσποινα μου, ακόμη.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τι θα κάμω;

ΑΜΛΕΤΟΣ Κάθε άλλο παρ' ό,τι σώχω συμβουλεύση· άφησε τον (72) πρισμένον βασιλέα πάλιν να σε σύρη 'ς την κλίνην, να σου γλυκοπιάση το μάγουλο, και να σου λέγη «το πουλί μου»· στέρξε για δυο βρωμόχνωτα φιλάκια κ' ένα χάιδεμα του λαιμού σου από τα κολασμένα δάκτυλά του, τα πάντα να του φανερώσης, ότι τρελλός πραγματικώς εγώ δεν είμαι, αλλ' από τρέλλαν πονηρήν. Καλό θα ήταν να του το ειπής· τωόντι μία τιμημένη, ωραία, γνωστική βασίλισσα όπως είσαι, πώς θα ημπορούσε τέτοια πράγματα σπουδαία να κρύψη από την ζάμπαν, απ' την νυκτερίδα, από τον γάτον; Ποια θα το 'καμνε; Καθόλου· την γνώσιν και το μυστικό, φασκέλωσέ τα· το κοφίνι στημένο 'ς του σπιτιού την σκέπην άνοιξε, τα πουλιά να φύγουν, και κατόπιν, ως η περίφημη μαϊμού (73), διά να γνωρίσης το τέλος, γλίστρα μέσα 'ς το κοφίνι, πέσε να βγάλης τον λαιμόν σου.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Όχι· αν τα λόγια είναι πνοή, κ' είναι η πνοή ζωή, δεν έχω ζωήν ώστε πνοήν να δώσω εις ό,τι μου 'πες.

ΑΜΛΕΤΟΣ Θα υπάγω εις την Αγγλίαν· τούτο το γνωρίζεις;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ωιμένα! το 'χα λησμονήση· αποφασίσθη.

ΑΜΛΕΤΟΣ Στέλνονται σφραγισμένα γράμματα, και οι δύο συμμαθηταί μου, οπού τους έχω πίστην όσην να έχω δύναμαι 'ς οχιαίς φαρμακωμέναις, φέρνουν την εντολήν, και αυτοί τον δρόμον πρώτοι θα μου δείξουν να φθάσω 'ς την κακοτροπίαν. Ας δουλεύση· τι αξίζει απ' την υπόνομόν του να τιναχθή μηχανικός εις τον αέρα! Βαρύν αγώνα θα υποφέρω, αλλ' αποκάτω απ' τα λαγούμια τους θα σκάψω εγώ 'ς το βάθος μίαν οργυιά, να τους πετάξ' ως το φεγγάρι. Ω πράγμα ηδονικό το ν' απαντήσ' εις μίαν γραμμήν αντίκρ' η μια την άλλην πονηρίαν! Τούτος εδώ βαστάζον θα με κάμη τώρα· τον εντερόσακκον αυτόν να σύρω πρέπει 'ς το πλαγινό δωμάτιον· καλή νύκτα, μάννα. Ιδέ τον σύμβουλον αυτόν της βασιλείας· ο κατεργάρης, 'ς την ζωήν του μωρολόγος, σοβαρός είναι, μυστικός, σπουδαιολόγος. Καιρός με σε να τελειώσω, Κύριέ μου. — Μητέρα μου, σου αφίνω πάλιν καλήν νύκτα.

[Εξέρχονται από δύο αντίθετα μέρη· ο ΑΜΛΕΤΟΣ σύρει το σώμα του ΠΟΛΩΝΙΟΥ]

ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Δωμάτιον εις το ΚΑΣΤΕΛΙ Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ και ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Εις τους βαθείς σου στεναγμούς υπάρχει λόγος· το βογγητό σου αυτό να μου εξηγήσης πρέπει· πού είν' ο υιός σου;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ολίγο αφήσετέ μας μόνους. —

[Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

Αχ! Κύριέ μου, τ' είδ' απόψε!

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Τι, Γελτρούδη; πώς είν' ο Αμλέτος;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Αχ! τρελλός, καθώς μανίζουν θάλασσα και άνεμος, οπότε αντιπαλαίουν καθένας τους να δείξη την υπεροχήν του. Εις τον παροξυσμόν του, 'πού δεν έχει νόμον, καθώς άκουσε κάτι οπίσω απ' την αυλαίαν να σαλεύη, το ξίφος σύρει και φωνάζει· «ένα ποντίκι, ένα ποντίκι», και ως τον σπρώχνει ο μανιακός του φόβος, δίχως να τον βλέπη τον καλόν γέροντα φονεύει.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Βαρυτάτη πράξις! αυτό 'θελε γενή 'ς το πρόσωπο μας (1), εάν ήμασθε αυτού. Πολλούς κινδύνους φέρνει η ελευθερία του, 'ς εσέ, 'ς εμάς, εις όλους. Ωιμέ! του φόνου τούτου ποιος θα δώση λόγον; 'Σ εμάς θ' αποδοθή, διότ' η πρόνοιά μας έπρεπε να 'χη ευθύς περιορίση τούτον τον τρελλόν νέον και απ' ανθρώπων κοινωνίαν μακράν καθόλου να τον κλείση· αλλ' ήταν τόση η αγάπη μας οπού το πρέπον αμελήθη. Ωμοιάσαμεν ανθρώπου, 'πώχει αισχρήν αρρώστιαν, και, όπως μη γνωρισθή, να τρώγη την αφίνει ως εις την ρίζαν της ζωής. Πού πήγε τώρα;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τον φονευμένον του να σύρη κατά μέρος· κ' επάνω εις τον νεκρόν, αυτή του (2) η τρέλλ' ακόμη, ως άδολο χρυσάφι μέσα εις αλλ' αχρεία μέταλλα, δείχνει την αγνήν του γνώμην· κλαίει διά την πράξιν του.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Εδώθε ας φύγωμε, ω Γελτρούδη! Μόλις ροδίση 'ς το βουνό, θα τον προστάξω 'ς το πλοίο ν' ανεβή, να φύγη ευθύς, και τούτο το κακούργημα πρέπει μ' όσην εξουσίαν και τέχνην έχω να ελαφρύνω, να σκεπάσω. Ε! Γυιλδενστέρνη!

Εισέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

Σεις, καλοί φίλοι και οι δύο, πηγαίνετε και πάρετ' άλλους βοηθούς σας. Ο Αμλέτος μανιακός εφόνευσε τον γέρον Πολώνιον, κ' έσυρε το σώμ' απ' το δωμάτιον της μητρός του· θα πάτ' ευθύς να τον ευρήτε μ' εύμορφον τρόπον, και θα φέρετε το πτώμα 'ς το παρεκκλήσι· ω φίλοι, μην αργοπορήτε.

[Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

Έλα, Γελτρούδη, θα καλέσωμε των φίλων τους πλέον συνετούς, να τους ειπούμεν ό,τι θα πράξωμεν εμείς και ό,τι κακό συνέβη· ίσως με τούτο η δολερή συκοφαντία, 'πού το φαρμακερό της βόλι στέλνει πέρα, μέσ' απ' την διάμετρον της γης, εις τον σκοπόν της ίσια, καθώς από κανόνι 'ς το σημάδι, δεν εύρη τ' όνομά μας, και κτυπήση μόνον τον άσχιστον αέρα. Αχ! φύγε μαζί μου· αγώνα, τρόμον φοβερόν, έχ' η ψυχή μου. [Εξέρχονται.

ΣΚΗΝΗ Β'.

Άλλο δωμάτιον εις το ΚΑΣΤΕΛΙ Εισέρχεται ΑΜΛΕΤΟΣ

ΑΜΛΕΤΟΣ Τον ετοποθέτησα ασφαλώς.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ [Από μέσα]

Αμλέτε! Κύριε Αμλέτε!

ΑΜΛΕΤΟΣ Αγάλι! Τι θόρυβος; Ποίος φωνάζει τον Αμλέτον; Α! ιδού έρχονται.

Εισέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Τον νεκρόν τι τον έκαμες, Κύριέ μου;

ΑΜΛΕΤΟΣ Τον έβαλα 'ς το χώμα, 'πού 'ναι συγγενής του.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Πού τον έχεις ειπέ μας διά να δυνηθούμε να τον πάρωμ' εκείθεν εις το παρεκκλήσι.

ΑΜΛΕΤΟΣ Μη το πιστεύσετε.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Τι να μη πιστεύσωμε;

ΑΜΛΕΤΟΣ Ότι (3) είμαι ικανός να φυλάξω το μυστικό σας και όχι το δικό μου. Κ' έπειτα ποίαν απόκρισιν να δώση ένα βασι- λόπαιδο όταν ερωτάται από ένα σφογγάρι;

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Διά σφογγάρι με παίρνεις, Κύριέ μου!

ΑΜΛΕΤΟΣ Μάλιστα, Κύριε, οπού ποτίζεται με την προστασίαν, με ταις ανταμοιβαίς και με τ' αξιώματα, οπού δίδει ο βα- σιλέας. Αλλά τέτοιοι αξιωματικοί προσφέρουν εις τον βα- σιλέα την καλήτερην υπηρεσίαν εις το τέλος· τους κρατεί, καθώς η μαϊμού φυλά καρύδι, εις μίαν γωνιά 'ς το σαγόνι του· τους πρωτοχάφτει διά να τους υστεροκαταπιή· όταν (4) του χρειασθή να πάρη ό,τι εμαζεύσετε, δεν έχει να κάμη άλλο παρά να σας ζίψη, και, σφογγάρι μου, θα μείνης ξερό ωσάν πρώτα.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Δεν σε καταλαμβάνω, Κύριέ μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ Χαίρομαι δι' αυτό· ένα κατεργαρόλογο 'ς αυτί μωρού κοιμάται.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Κύριέ μου, πρέπει να μας ειπής πού είναι το σώμα, και να έλθης μαζί μας εις τον Βασιλέα.

ΑΜΛΕΤΟΣ Το σώμα (5) είναι με τον Βασιλέα, αλλά ο Βασιλέας δεν είναι με το σώμα· ο Βασιλέας είναι ένα πράγμα -

ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ «Ένα πράγμα», Κύριέ μου;

ΑΜΛΕΤΟΣ Τιποτένιο· οδηγήσετέ με εις αυτόν. Κρύψου (6), αλωπού, και όλοι κατόπι σου.

[Εξέρχονται.

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Άλλο Δωμάτιον εις το ΚΑΣΤΕΛΙ Εισέρχεται ΒΑΣΙΛΕΑΣ με ακολουθίαν.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Έστειλα να τον φέρουν κ' ενταυτώ να εύρουν το σώμα· ο κίνδυνος δεν παύει κ' είναι μέγας, ενόσω αυτός μένει λυτός. Και όμως δεν πρέπει να τον κτυπήσω με την δύναμιν του νόμου· τον λατρεύει ο μωρός λαός 'πού από το μάτι, και όχι απ' την κρίσιν, 'ς την αγάπην του οδηγείται· και όπου συμβαίνει αυτό, το βάρος δεν ζυγίζουν ποτέ του εγκλήματος, αλλά της τιμωρίας. Και, όπως όλα ομαλά και αθόρυβα περάσουν, η έξαφνη απομάκρυνσίς του τώρα πρέπει να πιστευθή 'πού από καιρόν μ' ώριμην σκέψιν είχε αποφασισθή· τ' απελπισμένα πάθη ή δεν ιατρεύονται ποσώς ή απελπισμένα φάρμακα θέλουν.

Εισέρχεται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Τι λοιπόν συμβαίν', ειπέτε;

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Πού ετοποθέτησε το σώμα, Κύριέ μου, να μας ειπή δεν θέλει.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Αλλ' αυτός πού είναι;

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Έξω εδώ, Κύριέ μου, κ' είναι φυλαγμένος ως να προστάξης.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Φέρετέ τον έμπροσθέν μου.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Οδήγησε τον πρίγκιπά μου, Γυιλδενστέρνη.

Εισέρχονται ΑΜΛΕΤΟΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Λοιπόν, Αμλέτε, πού είναι ο Πολώνιος;

ΑΜΛΕΤΟΣ Εις δείπνον.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ «Εις δείπνον;» πού;

ΑΜΛΕΤΟΣ Όχι εκεί, όπου τρώγει, αλλ' όπου τρώγεται· ολοένα συνεδριάζουν ολόγυρά του κάμποσα διπλωματικά (7) σκου- λήκια. Το σκουλήκι, Κύριέ μου, όσο διά το καλό φαγητό, είναι ο μόνος αυτοκράτορας. Παχαίνομε όλα τ' άλλα πλά- σματα διά να μας παχαίνουν, και παχαίνομε τον εαυτόν μας διά τα σκουλήκια. Ο παχύς βασιλέας σας και ο άσαρ- κος ζητιάνος σας δεν είναι ειμή διαφορετικά φαγητά, δύο πιάτα, αλλά δι' ένα τραπέζι· αυτού όλα τελειόνουν.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Αλοίμονον! Αλοίμονον!

ΑΜΛΕΤΟΣ Ημπορεί άνθρωπος να ψαρεύη με το σκουλήκι, οπού έφαγε από βασιλέα, και να φάγη το ψάρι οπού επάχυνε μ' εκείνο το σκουλήκι.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Τι εννοείς με τούτο;

ΑΜΛΕΤΟΣ Τίποτε, ειμή να σου δείξω πώς ένας βασιλέας εις την περιοδείαν του ημπορεί να περάση από τα έντερα ενός ζη- τιάνου.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Πού είναι ο Πολώνιος;

ΑΜΛΕΤΟΣ Εις τους Ουρανούς· στείλε αυτού να ιδής· αν ο απεσταλ- μένος σου δεν τον εύρη αυτού, ζήτησέ τον συ ο ίδιος εις τον άλλον (8) τόπον. Όμως, μα την αλήθειαν, αν δεν τον εύρης εις το διάστημα τούτου του μηνός, θα τον μυρισθής καθώς ανεβαίνεις την σκάλαν προς την αίθουσαν.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ [Προς τους ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣ] Πηγαίνετ' εκεί να τον εύρετε.

ΑΜΛΕΤΟΣ Θα σας περιμείνη (9) έως να πάτε. [Εξέρχονται ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Αμλέτε, αν θέλεις να φυλάξης την ζωήν σου, 'πού μας είναι ακριβή, καθώς πολύ μας θλίβει τούτη σου η πράξις, πρέπει ογλήγορα να φύγης. Να συνταχθής λοιπόν· είν' έτοιμο το πλοίο, ο άνεμος βοηθός και οι σύντροφοι προσμένουν· όλα σε σπρώχνουν διά να πας εις την Αγγλίαν.

ΑΜΛΕΤΟΣ Εις την Αγγλίαν;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Ναι, Αμλέτε.

ΑΜΛΕΤΟΣ Καλό πράγμα.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Τωόντι, αν γνωστοί σου ήσαν οι σκοποί μας.

ΑΜΛΕΤΟΣ Βλέπω ένα Χερουβίμ, οπού τους βλέπει. — Αλλά εμ- πρός· εις την Αγγλίαν! — Υγίαινε, καλή μητέρα.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Ο τρυφερός σου πατέρας, Αμλέτε.

ΑΜΛΕΤΟΣ Η μητέρα μου· πατέρας και μητέρα είναι άνδρας και γυναίκα, άνδρας και γυναίκα είναι δύο εις σάρκα μίαν, και λοιπόν, ω μητέρα μου — Εμπρός, εις την Αγγλίαν.

[Εξέρχεται.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Ακολουθείτε τον στενά· γοργά 'ς το πλοίο κάμετέ τον να εμπή· μη στέκεσθε· τον θέλω μακράν απόψε εμπρός! όσ' αποβλέπουν τούτην την υπόθεσιν όλα τα χω σφραγισμένα, εις τάξιν όλα· φίλοι, μη χρονοτριβήτε.

[Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

Και, Αγγλία, συ, αν την αγάπην μου λογιάζεις, (καθώς να το αισθανθής σου λέγ' η δύναμίς μου, αφού το λάβωμα νωπό σου κοκκινίζει του δανικού σπαθιού, και αβίαστο προσφέρεις το σέβας σου 'ς εμάς), δεν πρέπει ν' αψηφήσης το υψηλό μας τούτο θέλημα, 'πού ορίζει, εις τα γράμματα εκείνα καθαρά, να δώσης του Αμλέτου θάνατον ευθύς. Κάμε το, Αγγλία! διότι αυτός ως θέρμη (10) τηκτική μανίζει 'ς το αίμα μου, και συ να με ιατρεύσης πρέπει. Ως 'πού δεν μάθ' ότι το πράγμα εκατορθώθη, χαράν δεν βλέπω και αν τερπνά μου η μοίρα κλώθη.

[Εξέρχεται.

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Πεδιάδα εις την Δανίαν.

Εισέρχονται ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ ένας ΛΟΧΑΓΟΣ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙΣ

ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ Πήγαινε, λοχαγέ, τους ασπασμούς μου φέρε του Βασιλέως των Δανών, και ανάγγειλέ του ότι θα λάβη ο Φορτιμπράς, όπως του εδόθη υπόσχεσις, την άδειαν να περάση μέσα από το κράτος του. Γνωστός σας είναι ο τόπος της συγκεντρώσεως, και αν ζητήση ο Βασιλέας να ομιλήση μ' εμάς, θα του παρουσιασθούμε, ως έχομε το χρέος· τούτο ανάγγειλέ του.

ΛΟΧΑΓΟΣ Κύριε, θα γίνη.

ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ Μ' αργό βήμα προχωρείτε.

[Εξέρχονται ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙΣ Εισέρχονται ΑΜΛΕΤΟΣ ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ και άλλοι.

ΑΜΛΕΤΟΣ Κύριε, έχετε την καλοσύνην να μου ειπήτε τίνος είναι τούτος ο στρατός;

ΛΟΧΑΓΟΣ Της Νορβηγίας, Κύριε.

ΑΜΛΕΤΟΣ Και διά πού είναι κινημένος, παρακαλώ;

ΛΟΧΑΓΟΣ Να προσβάλη ένα μέρος της Πολωνίας.

ΑΜΛΕΤΟΣ Ποίος είναι ο αρχηγός, Κύριε;

ΛΟΧΑΓΟΣ Ο ανεψιός του γέρου βασιλέως της Νορβηγίας, ο Φορ- τιμπράς.

ΑΜΛΕΤΟΣ Την Πολωνίαν όλην αποβλέπει τούτος ο πόλεμος, ή μόνον κάποιο σύνορό της;

ΛΟΧΑΓΟΣ Την αλήθειαν θα ειπώ· εκίνησε ο στρατός μας μόνον διά να κερδίση μιαν λουρίδα τόπον, οπού μόλις αξίζει, Κύριε, τ' όνομά της. Δεν την έπαιρνα εις πάκτο ουδέ δουκάτα πέντε, ουδέ πλειότερα θα λάβη αν την μισθώση ο Νορβηγός ή ο Πολωνός.

ΑΜΛΕΤΟΣ Τότε βεβαίως ο Πολωνός δεν θέλει την υπερασπίση.

ΛΟΧΑΓΟΣ Πώς! ήδη με στρατόν την έχει φρουρημένην.

ΑΜΛΕΤΟΣ Τ' άχυρο τούτο θα χαλάση δυο χιλιάδαις ανθρώπους κ' είκοσι φοραίς χίλια δουκάτα· ιδού μεγάλου πλούτου και βαθειάς ειρήνης απόστημα είναι αυτό, 'πού σπα 'ς το μέσα μέρος κ' έξω δεν δείχνει πώς ο άνθρωπος πεθαίνει. Ευχαριστώ σε, Κύριε.

ΛΟΧΑΓΟΣ Κύριε, χαιρετώ σε.

[Εξέρχεται.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ Να προχωρήσωμε δεν θέλεις, Κύριέ μου;

ΑΜΛΕΤΟΣ Θα σας προφθάσω ευθύς· προπορευθήτε ολίγο.

[Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ