Ιλιάδος Ραψωδία Α: Μεταφρασθείσα εις δημοτικούς στίχους

Part 2

Chapter 2 3 words Public domain Markdown

Τον αποκρίθηκ' έπειτα, χύνοντας δάκρ' η Θέτη· Ωχ, τέκνο μου, τι σ' έθρεφα 'γώ η πικρογεννήτρα ! Κι' ας κάθουσουν καν άπαθος, κι' άδακρος 'ς τα καράβια, Αφού 'ν' κοντή, κι' όχι μακρή η μοίρα της ζωής σου. Τώρ' είσαι κι' ολιγόζωος, κι' άτυχος παρ' απ' όλους. Ώρα κακή σ' εγέννησα μέσα εις τα βασίλεια. 'Πάγω λοιπόν 'ς τον Όλυμπον τον καταχιονισμένον Εγώ, να 'πώ τον λόγον σου εις τον αστράφτην Δία, Αν πείθεται· και κάθου τώρ' εις τα γοργά καράβια· Και κάκιωνε τους Αχαιούς, και παύσ' απ' τους πολέμους. Ότι προς τον Ωκεανόν ο Ζευς εχθές επήγε 'Σ τους ευσεβείς Αιθίοπας, διά να τον φιλεύσουν· Και τον συνακολούθησαν όλ' οι θεοί αντάμα· Μετά δε 'μέραις δώδεκα 'ς τον Όλυμπον γυρίζει· Και τότε 'ς τα χαλκόπατα βασίλεια του Δία Εγώ πηγαίνω έπειτα· και δα τα γόνατά του Θα πιάσω, και στοχάζομαι πώς θα τον καταπείσω.

Έτσ' είπε, κι' αναχώρησε· κι' αυτού τον άφσ' εκείνον, Διά την ευμορφόζωνην γυναίκα θυμωμένον, Που του την πήραν στανικά. — Λοιπόν ο Οδυσσέας, Την εκατόμβην 'πάγοντας, έφθασεν εις την Χρύσαν. Και όταν 'ς τον πολύβαθον λιμέν' αυτοί εμβήκαν, Τα μεν πανιά τα μάζωξαν, τα 'θέσαν 'ς το καράβι, Το δε κατάρτ' απόθεσαν εις τον καταρτοδόχον, Με τους προτόνους παρευθύς αφίνοντάς το κάτω. Και το καράβι, λάμνοντας, 'ς το άραγμα το πήγαν. Έρριξαν και ταις άγκυραις· 'δέσαν τα πρυμοσχοίνια· Κ' εβγήκαν τότε και αυτοί 'ς της θάλασσας την άκραν· Την εκατόμβην έβγαλαν τον μακροχτύπ' Απόλλων'. Βγήκ' απ' το θαλασσότρεχον καράβ' η Χρυσηίδα. Και τούτην ο πολύγνωσος ο Οδυσσεύς κατόπι, 'Πηγαίνοντάς την 'ς τον βωμόν, την έθεσε 'ς τα χέρια Τ' αγαπητού της του πατρός, και προς εκείνον είπεν·

Ο Αγαμέμνων μ' έστειλεν, ο βασιλεύς, ω Χρύση, Να φέρω και την κόρην σου, να κάμω κ' εκατόμβην Τον Φοίβον για τους Δαναούς· ώστε τον βασιλέα Να τον εξιλεώσωμεν, οπού εις τους Αργείους Έστειλε πολυστέναχτα παθήματ' αυτός τώρα.

Έτσ' είπε, και 'ς τα χέρια του την έθεσε· κ' εκείνος, Χαρούμενος, εδέχθηκε την ποθητήν του κόρην. Κι' αυτοί τον θεόν έστησαν ευθύς την εκατόμβην 'Σ τον ευμορφόκτιστον βωμόν τριγύρου 'ς την αράδα. Έπειτα χερονίφθηκαν, ταις ουλοχύταις πήραν. Κι' ο Χρύσης μεγαλεύχουνταν, σηκώνοντας τα χέρια·

Άκουσ' μ', αργυροδόξαρε, οπού την Χρύσαν σκέπεις, Και Κίλλαν, και την Τένεδον ανδρεία βασιλεύεις. Σε παρακάλεσα προτού, κ' εσύ ακούοντάς με, Κατάβλαψες τους Αχαιούς, και τίμησες εμένα. Και τώρ' αποτελείωσε μ' ακόμ' αυτόν τον πόθον· Τώρα σήκωσ' τους Δαναούς το κακόν πάθος πλέον.

Έτσ' είπε προσευχόμενος, τον άκουσ' ο Απόλλων. Λοιπόν σαν προσευχήθηκαν, κ' έρριξαν ουλοχύταις, Απάνω στρέψαν τους λαιμούς, και έσφαξαν, κ' εγδάραν· Και τα μηριά τα έκαψαν, τα σκέπασαν με πάχος, Διπλόνοντας, και έθεσαν τα σπλάγχν' απάν' 'ς εκείνα. Κι' ο γέροντας τα έκαιγε 'ς ταις σχίζαις, κι' από πάνω Μαύρο κρασί ερράντιζε· οι νέοι δε σιμά του Κρατούσαν τα πεντόσουγλα εις τα δικά τους χέρια. Λοιπόν σαν κάικαν τα μηριά, και έφαγαν τα σπλάγχνα, Τα άλλα τα κομμάτιασαν, τα πέρασαν 'ς ταις σούγλαις· 'Πιτήδεια τα καλόψησαν· και τα 'συραν' πίσ' όλα. Κι' απ' τη δουλειά σαν έπαυσαν, κ' ετοίμασαν τραπέζι, Έτρωγαν· τίποτ' η καρδιά φαγ' ίσιο δεν στερηούνταν. Λοιπόν αφού απ' το πιοτό, και φαγητό χορτάσαν, Κρασί κρατήρας γέμισαν οι νέοι ως τα χείλη· Και αρχινώντας μοίρασαν εις όλους με ποτήρια· Και τον θεόν ιλέωναν με ψάλσιμ' όλ' ημέρα, Παιάνα καλόν ψάλλοντας των Αχαιών οι νέοι· Με μελωδίαις, και χορούς τον Μακροχτύπ' υμνώντας. Εκείνος δε ακούοντας, χαίρονταν 'ς την καρδιάν του.

Κι' ο ήλιος σαν βασίλευσε, και ήρθε και το σκότος, Τότε προς τα πρυμόσχοινα του καραβιού κοιμήθκαν. Σαν φάνκ' η ροδοδάχτυλη κι' ανοιξογεννημένη Αυγή, τότε 'ς το στράτευμα το μέγα εκινούσαν· Και τότε πρύμον άνεμον τους έστειλ' ο Απόλλων. Και το κατάρτι έστησαν· τ' άσπρα πανιά απλώσαν· Και το πανί ο άνεμος εφούσκωσε 'ς τη μέση. Το κύμα δε το μελαψό καταβροντούσε γύρου Εις την τροπίδ' του καραβιού, οπού περιπατούσε· Κι' αυτό τους δρόμους σχίζοντας, έτρεχ' απάν' 'ς το κύμα. Λοιπόν 'ς το μέγα στράτευμα των Αχαιών σαν πήγαν, Ετράβιξαν εις την στεριάν το μελανό καράβι Ψηλά 'ς τον άμμον κ' έβαλαν στυλώματ' αποκάτω· Κ' εσκόρπισαν εις ταις σκηναίς αυτοί, και 'ς τα καράβια.

Κι' ο γοργοπόδης Αχιλλεύς, ένδοξος υιός Πηλέως, Εκάθουνταν εις τα γοργά καράβια κακιωμένος. Ποτέ δεν πήγαιν' εις βουλήν, ούτε ποτ' εις πολέμους· Μόνον προσμένοντας αυτού, έτηκε την καρδιά του, Αλαλαγμόν, και πόλεμον υπερεπιθυμώντας.

Aλλ' όταν έκτοτ' έγινεν η δωδεκάτ' ημέρα, Τότ' οι αιώνιοι θεοί πήγαν 'ς τον Όλυμπ' όλοι Μαζί, προπορευόμενος ο Ζευς. Ούτε κ' η Θέτη Δεν ξέχασ' ταις παραγγελιαίς του υιού του εδικού της, Αλλά από της θάλασσας το κύμ' απάν' εβγήκε, Και την αυγήν 'ς τον Όλυμπον και ουρανόν ανέβη. Τον μακροφώνην εύρηκε Κρoνίδην καθισμένον Μονάχον 'ς την 'ψηλήν κορφήν του πολυλαίμ' Ολύμπου. Λοιπόν σιμά του κάθησε, κ' έπιασ' τα γόνατά του Με το ζερβί· με το δεξί τον πήρ' απ' το πηγούνι· Και λάλησ' ικετεύοντας τον βασιλέα Δία·

Δία πατέρ', αν μεταξύ εγώ 'ς τους αθανάτους Με λόγον σε ωφέλησα ποτέ μου, ή με έργον, Τέλειωσ' αυτόν τον πόθον μου, τίμησε τον υιόν μου· Οπού 'ν' λιγοζωότατος από τους άλλους όλους, Κι' ατίμασεν ο βασιλεύς ο Αγαμέμνων τώρα· Ότ' άρπαξε το δώρον του, το πήρε και το έχει. Αλλά συ, Ζευ Ολύμπιε, σοφέ, τίμησε μέ τον· Και έως τότε δύναμιν τους Τρωαδίτας δίδε, Έως οπού οι Αχαιοί τιμήσουν τον υιόν μου, Και έως ότου με τιμήν τον υπερμεγαλώσουν.

Έτσ' είπ' αυτή· όμως ο Ζευς ο συννεφοσυνάχτης Τίποτε δεν την λάλησε, κι' ολό' 'στεκε σιωπώντας. Η Θέτη δε σαν έπιασε τα γόνατα, κρατηούνταν Σφιγμένη· και το δεύτερον τον ερώτησε πάλε.

Αληθινά υποσχέσου με, και δέξου, ή αρνήσου. Φόβον δεν έχεις παντελώς· να ιδώ καλά το πόσον Μέσα εις όλους είμ' εγώ θεά ατιμασμένη.

Κι' ο συννεφοσυνάχτης Ζευς καταπειράχθη, κ' είπεν Ω 'ς τα κακά! Θα κάμεις δα να μ' εχθρευθή η Ήρα, Οπόταν μ' ονειδιστικαίς 'μιλίαις με συγχίζη. Αυτή ' μπρος τους αθάνατους θεούς με ' βρίζει κ' έτσι Πάντα, και λέει 'ς τον πόλεμον βοηθώ τους Τρωαδίτας. Τώρ' όμως εσύ πήγαινε, να μη σε νοιώσ' η Ήρα· Κ' εγώ αυτά εγνοιάζομαι, για να τα τελειώσω. Κ' έλα με το κεφάλι μου να νεύσω, να πιστεύσης. Γιατί αυτό 'ν' το μέγα μου μες τους θεούς σημείον· Το πώς με το κεφάλι μου εγ' ό,τι και αν νεύσω, Δεν απατά, και δεν γυρνά, κι' ατέλειωτον δεν μένει.

Είπε, και με τα φρύδια του τα μαύρ' ένευσ' ο Δίας· Και χύθηκαν τ' άφθαρτα μαλλιά απ' τ' άφθαρτο κεφάλι Του βασιλέως, κ' έσεισαν τον Όλυμπον τον μέγαν.

Έτσι αυτοί βουλεύθηκαν, και χώρισαν· κ' η Θέτη Πήδησ' απ' τον λαμπρόλυμπον 'ς της θάλασσας τα βάθη Κι' ο Δίας εις το δώμα του. Κ' οι θεοί μαζί όλοι Απ' τα θρονιά σηκώθηκαν έμπροσθεν του πατρός τους. Ούτε κανένας τόλμησε να μείνη, όταν ήρθεν, Αλλά ορθοί εστάθηκαν όλοι τους απαντίκρυ. Έτσι αυτός μεν κάθησεν εκεί απάν' 'ς τον θρόνο Η Ήρα όμως έμαθε, και είδε ότ' η Θέτη, Η κόρ' η ασημόποδη του θαλασσένιου γέρου, Βουλαίς εσυμβουλεύθηκεν αντάμα μετ' εκείνον· Κι' αγκιχτικά 'μίλησ' ευθύς τον Δία τον Κρονίδην.

Ποιος πάλε, δόλιε μου, θεός μ' εσέν' είχε συμβούλιο Πάντα σ' αρέζει χωριστά να είσ' απότ' εμένα, Κρυφά να συλλογίζεσαι, και να αποφασίζης. Ποτέ σου δεν υπόφερες, να με ειπής κ' εμένα, Κανέναν λόγον πρόθυμα, οπού 'ς τον νουν σου έχεις. Ύστερα είπε των θεών κι' ανθρώπων ο πατέρας·

Ήρα, όλους τους λόγους μου μη έλπιζε να μάθης· Αυτό σε είναι δύσκολον, κι' αν είσαι σύζυγός μου. Αλλ' όποιον πρέπει να ακούς, αυτόν δεν θέλει μάθει Ούτε θεός, ούτ' άνθρωπος ποτέ προτήτερά σου. Όσα δε δίχως τους θεούς να στοχασθώ θελήσω, Εσύ αυτά μην ερωτάς, μήτε να εξετάζης.

Τον είπε πάλ' η δοξαστή και βοϊδομμάτα Ήρα· Πώς τέτοιον λόγον λάλησες, σκληρότατε Κρονίδη. Μάλιστα πρώτ' ούτ' ερωτώ, και ούτε σ' εξετάζω· Στοχάζου ησυχότατα οπόσα κι' αν θελήσης. Τώρα φοβούμαι δυνατά, μη σε πλανέσ' η Θέτη, Η κόρ' η ασημόποδη του θαλασσένιου γέρου. Ταχύ σιμά σου κάθησε, κ' έπιασ' τα γόνατά σου. Θαρρ' ότι συγκατάνευσες πιστά για να τιμήσης Τον Αχιλλέα, κι' Αχαιούς πολλούς να αφανίσης.

Την αποκρίθηκεν ο Ζευς ο συννεφοσυνάχτης· Πανούργα, πάντοτε θαρρείς, και ούτε σε λαθεύω· Πλην τίποτε δεν δύνασαι να κάμης· αλλά πλέον θα σε μισήσω· και αυτό θα 'ν' τρομερώτερό σου. Ειδέκε έτσι είν' αυτό, έτσι μ' αρέζ' εμένα. Και κάθου, και σιώπαινε· 'ς τον λόγον μ' υποτάξου· Μήπως και όλοι οι θεοί, όσοι 'ς τον Όλυμπό 'ναι, Δεν σ' ωφελήσουν παντελώς, σιμά ανίσως έρθουν, Οπόταν βάλ' επάνω σου τ ανίκητά μου χέρια.

Έτσ' είπε· κ' εφοβήθηκεν η δοξασμένη Ήρα. Και σιωπώντας κάθησε, σφίγγοντας την καρδιά της. Πικράθκαν οι ουράνιοι θεοί 'ς του Διός το δώμα· Κι' ο καλλιτέχνης Ήφαιστος αρχίνησε να λέγη Προς χάριν της μητέρας του ασπραγκαλιάρας Ήρας·

Ω τι καμώματα πικρά, κι' αβάστακτα 'ναι τούτα, Οπού μαλώνετ' 'έτσ' εσείς διά θνητούς ανθρώπους, Κι' αχλοβοήτε 'ς τους θεούς· ούτ' ηδονή θα είναι Της καλής τράπεζας, γιατί νικούν τα τιποτένια. Τη φρόνιμη μητέρα μου εγώ τη συμβουλεύω, Να τρέχ' εις τα θελήματα τ' αγαπητού πατρός μου, Οπού και ο πατέρας μας να μη μαλώνη πάλε, Και όλον το συμπόσιον μας το καταταράξη. Γιατί αν ο Ολύμπιος αστράφτης και θελήση, Μας ρίχν' απ' τα καθίσματα, ότ' είν' καλλίτερος μας Όμως εσύ με μαλακούς καλόπιανε τον λόγους· Κ' έπειτα ο Ολύμπιος ίλεος θα μας είναι.

Έτσ' είπε· κ' έτρεξ' κ' έβαλε το δίκουπο ποτήρι 'Σ το χέρι της αγαπητής μητέρας, και την λέγει·

Υπόφερε, μητέρα μου, και βάστα λυπημένη· Μη σε ιδώ, σ' αγαπώ, 'ς τα μάτια μου δαρμένη. Και δεν 'μπορώ, κι' αν λυπηθώ να χρησιμεύσω τότε. Βαρ' είναι τον Ολύμπιον να τον αντιφερθούμεν. Ότι ζητώντας κι' άλλοτε διά να σ' απαντήσω, Μ' έρριξ' απ' το θεϊκόν κατόφλοιον απ' το πόδι. Ολημερίς επήγαινα, και 'ς του ήλιου τη δύσι 'Σ τη Λήμνο κάτω έπεσα, ψυχήν με πολλά 'λίγην. Κ' ευθύς εκεί σαν έπεσα μ' εσήκωσαν οι Σίντες.

Έτσ' είπε· κ' η ασπράγκαλη εχαμογέλασ' Ήρα. Κι' απ' τον υιόν της δέχθηκε γελώντας το ποτήρι. Κέρασ' αυτός και τους θεούς τους άλλους επιδέξια, Απ' τον κρατήρα χύνοντας νέκταρ γλυκόν εις όλους. Μεγάλα χάχαν' έγιναν εις τους θεούς, σαν είδαν Τον Ήφαιστον, που δούλευε 'ς τα δώματα με γνώσιν

Έτσι δα τότ' ολημερίς ως του ηλιού τη δύσι Έτρωγαν· τίποτ' η καρδιά φαγ' ίσιο δεν στερηούνταν· Ούτε την λύραν την καλήν, 'πού είχεν ο Απόλλων, Ούτε ταις Μούσαις, π' έψαλλαν καλόφωνα με τάξιν.

Κι' όταν βασίλευσε το φως το λαμπερό του ήλιου, Πήγε 'ς την κατοικίαν του καθένας να πλαγιάση, Οπού καθέν' ο Ήφαιστος, ο τίμιος διπλοκούτζης, Το δώμα τους το έκτισε με την σοφήν του γνώσιν. Κι' ο Δίας ο Ολύμπιος αστραπητής επήγε 'Σ την εδικήν του κλίνην του, όπου κοιμούνταν πρώτα, Όταν ο ύπνος ο γλυκός τον έρχουνταν· κι' ανέβη, Κ· εκεί κοιμήθκε· και σιμά η χρυσοθρόνα Ήρα.

ΤΟ [?????} ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΤΥ[????] ΕΝ ΠΑΡΙΣΙΟΙΣ ΠΑΡΑ ΙΟΥΛΙΩ ΒΟΝΑΒΕΝΤΟΥΡΑ εν τω παραποταμίω των μεγάλων Αυγουστίνων, αριθ. 55.