Part 9
Τι να σε πω που να σ' αξίζη; Τι τραγούδι να βρω που να σ' αρέση; Σαν το πουλί που τραβά ίσια με τα σύνεφα και στέκεται στον αγέρα με τα φτερά ανοιχτά, ανεβαίνουν οι λογισμοί σου και τον ουρανό με ξεσκεπάζουν. Τι θέλεις να κάμω για σένα; Η αγάπη σου με βάζει φτερά στην ψυχή. Για μια κόρη μοναδική σαν και σένα πρέπει να κάμη κανείς κανένα έργο μοναδικό. Τι βιβλίο, τι ποίημα να σε δώσω που να το χαρής; Θέλω κάτι να είμαι! Δε θέλω να φανώ μπροστά σου σαν τους άλλους. Σ' αγαπώ και στα μάτια σου μέσα, στα γαλανά σου τα μάτια προσπαθώ να διώ καμιά μέρα που κατάλαβες ώσπου μπόρεσε η αγάπη σου να με φέρη.
Τα γαλανά σου τα μάτια! Αχ! δεν πρέπει ποτές ο θάνατος να τα κλείση. Δε γίνεται με μιας να χαθή τόσο κάλλος. Ποτές δε φοβήθηκα τόσο το Χάρο, ποτές με τόση λύπη, με τόσο καημό δε συλλογίστηκα το θάνατο, όσο τώρα που κοιτάζω τα μάτια σου και λέω που μια μέρα ο Χάρος θα τα σφαλήξη. Στα μάτια σου φαίνεται όλη σου η ψυχή. Είναι βαθιά σαν τη θάλασσα, ήσυχα σα μια λίμνη, γλυκά σαν την αβγή. Τα βλέπω και μέσα τους βλέπω τον καθαρό σου το νου, την εβγένεια σου όλη, τα φρονήματά σου τα γενναία, τις ιδέες, τους λογισμούς σου, των ιδεών το σιγανό σου το φως. Είναι σαν αντηλιά της ζωής σου. Και τι; όταν τα σκεπάση αιώνια νύχτα, μαζί τους θα χαθή κ' η ζωή σου, κι ο κόσμος θα σε ξεχάση, άμα πια δεν τα διή; Αφού είδαν οι αθρώποι τόση χάρη, τόση καλοσύνη και τέτοια ψυχή, δε γίνεται να ξεχάσουν που φάνηκες μια μέρα μπροστά τους. Είναι χαρά για τη γις, όταν το πόδι σου την πατεί, χαρά για τον κόσμο όταν έρχεσαι και σε βλέπει που προβαίνεις. Εσένα σε χαίρεται η φύση• σε θωρεί, και το πλάσμα της καμαρώνει. Θέλεις ο κόσμος να φανή αχάριστος και να μη σε θυμηθή; Η μνήμη σου πρέπει να μείνη παντοτινή. Αχ! κάμε να βρω για σένα αθάνατα λόγια, κάμε να σε δώσω αθάνατη ζωή.
Ξέρω τι θα με πης, εσύ που ποτές δε φρόντισες για τον εμαφτό σου. — « Τι θα την κάμουμε τη δόξα; Να ζήσουμε στη μνήμη των αθρώπων ή να μη ζήσουμε, τι μας μέλει; Κάλλια την αγάπη μας να χαρούμε, αφού σ' αγαπώ και μ' αγαπάς. Μην το πιστέψης, φως μου, ποτές, που για την αγάπη την πολλή η ζωή μας είναι λίγη, που για να μάθουμε τι θα πη εφτυχία, δε μας φτάνουν τα χρόνια που μας χάρισε η τύχη. Μια ώρα στον κόσμο ναγαπήσης, έβαλες αιώνες στην καρδιά σου. Μήπως δεν τις γνωρίσαμε, μήπως δεν τις ξέρουμε τις αιώνιες χαρές της ψυχής; Άμα με λες που μ' αγαπάς, με φαίνεται αθάνατη η ζωή. Και τι πειράζει να ξέρουμε μέσα στο νου μας που ο Χάρος μια μέρα θα μας θερίση, αφού την ώρα που με το λες, νοιώθω μέσα στην καρδιά μου που είναι απέραντη η αγάπη;»
Αχ! δεν ξέρεις εσύ, που χαίρεσαι τα λαμπρά σου τα νιάτα, τα πικρά βάσανα που μας βασανίζουν. Όταν περπατούμε στους κάμπους κ' οι δυο μας μαζί, δεν είμαστε μονάχοι. Μια συντρόφισσα μάς ακουλουθεί και μόλις μπορείς το βήμα της νακούσης. Είναι η καθημερνή συντρόφισσα της ζωής, η μελαχολία, που όλο στο πλάγι μας βαδίζει. Εκείνη μας κάμνει να καταλάβουμε πρώτα πρώτα τη ζωή, να γνωρίσουμε τον εμαφτό μας. Εκείνη μας δείχτει που τίποτις δεν είμαστε στον κόσμο. Εκείνη ποτίζει φαρμάκι τις χαρές μας. Πόσες φορές άκουσαν οι ποιητάδες τα λόγια που τους λέει! Σιγά σιγά ψιθυρίζει σταφτιά τους, με μια φωνή που μοιάζει δάκρια γεμάτη, παράπονα λυπητερά. Ένας μάλιστα μας τα είπε μια μέρα που πήγαινε με την αγάπη του μαζί• του κάκου χαίρουνταν η καρδιά του• κρυφά κρυφά η Μελαχολία του μιλούσε•
— « Το χώμα που σήμερα πατείτε, άλλος άβριο θα το πατήση• άλλο ταίρι αγαπημένο, σαν και σας αγκαλιαστά, θα περάση από κάτω από τον ίσκιο του πλάτανου που σας σκεπάζει. Τα δέντρα που στέκουνται γύρω γύρω, τα λουλούδια που σκύφτουν το κεφαλάκι τους να σας χαιρετήσουν, το χόρτο που χαίρεται να σας βλέπη κι ο αγέρας αφτός που γλυκαναστενάζει στα κλαδιά, θακούσουν άλλο στόμα να λέη και θα διούν άλλη γυναίκα νακούη τις ίδιες λέξες της αγάπης που λέτε σήμερα και σεις. Και σε κείνους η φύση θα κάμη τα ίδια χάδια που σας έκαμε. Οι βρύσες θα ξαναπούν το τρέμουλό τους το τραγούδι, θα κελαδήσουν τα πουλιά με την ίδια χάρη• ο άνεμος θα χαδέψη τα μαλλιά τους• η πρασινάδα του κάμπου δε θαλλάξη. Μόνοι σας εσείς οι δυο, ώςπου να πάτε στην άλλη άκρη της πεδιάδας, θα βρήτε το Χάρο που σας προσμένει κι ο κόσμος θα σας ξεχάση• μήτε θα ξέρη το χόρτο αν είχετε μια μέρα και σεις αγάπη στην καρδιά σας.»
Αχ! άσπλαχνη φύση που δεν αλλάζεις! Δεν μπορούμε τάχατις μια μέρα να γίνουμε σαν και σένα; Αφού είναι αιώνιος ο ουρανός σου, αφού είναι η πρασινάδα σου παντοτινή, άραγες δεν είναι δυνατό, εμείς που καταλάβαμε στα γεμάτα την ομορφιά σου, δεν είναι δυνατό να πάρουμε τίποτις από σένα, να βάλουμε λίγο γαλάζι τουρανού σου στην ψυχή μας, να κρύψουμε λίγη πρασινάδα του κάμπου στην καρδιά μας, να κλέψουμε, να φυλάξουμε μέσα μας τίποτις δικό σου, που να μας μείνη για πάντα και να είναι αθάνατο σαν και σένα; Είναι αλήθεια που θα μας ξεχάσης; Δε φοβάσαι οι πεθαμμένοι να δακρίσουν εκεί κάτω στον τάφο και να πουν — « Τώρα που μας κάλυψε το χώμα, γιατί δε μας θυμάσαι πια; Δείξε μας, μόνο μια στιγμή, που λυπάσαι τους πεθαμμένους. Δε σε λέμε να μας κλάψης• λίγο να κιτρινίση το χόρτο στην πέτρα που μας κρατεί, και μας φτάνει. Ρίξε μάννα, κάτω στο μνήμα μια ματιά στα παιδιά σου, για να μην είναι παραπονεμένα• κοίταξε λίγο τους πεθαμμένους, για να φυτρώσουν, καθώς φυτρώνουν τα λουλούδια απάνω στη γις που τους σκεπάζει, γλυκοί λογισμοί στην καρδιά τους.»
Ο Χάρος είναι παντού• σ' όλα μέσα κάθεται κρυμμένος κι όλα λίγο λίγο τα τρώει. Ο κόσμος είναι δικός του. Τη φύση, εκείνος την έχει και την κυβερνά. Το Χάρο θα βρης μέσα και στο πράσινο φύλλο που κιτρινίζει και στάστρο που σήμερα φέγγει στον ουρανό κι άβριο μπορεί να σκοτινιάση. Είναι μυστήριο η ζωή πρώτα για μας που τη ζούμε. Πώς θα γλυτώσουμε από το Χάρο, αφού πράμα δεν αφίνει που σιγά σιγά να μην το σπρώξη στον τάφο; Όλα παίρνουν το δρόμο που τα παγαίνει. Ό τι έχει ζωή, την έχει μόνο και μόνο για να τη δώση μια μέρα στο Χάρο• α δεν είταν ο Χάρος, δε θάβλεπες πράμα στον κόσμο ζωντανό• α δεν είτανε γραφτό να πεθάνουμε, μήτε θα γεννιούμαστε! Η φύση αλάκαιρη, ο κόσμος με τα χίλια φαινόμενά του, είναι σαν τα στάχια που κάθε ώρα τα βλέπεις και γίνουνται πιο ώριμα με τον ήλιο• ο ήλιος είναι η ζωή κι ως τόσο όλα προσμένουν ο Χάρος να τα θερίση.
Πού θα καταντήσουμε; πού πάμε; Δε μας τόμαθε κανείς. Από το βουνό που κάθουμαι βλέπω κάτω κάτω στη θάλασσα ένα καράβι που περνά με φουσκωμένα παννιά. Ρώτα τους ταξιδιώτες πού παν και θα στο πούνε στην Αθήνα, στην Πόλη, στην Σμύρνη ή στην Εβρώπη. Ξέρει κάθε διαβάτης για πού είναι. Ρώτηξε όμως του κόσμου τους διαβάτες που τρέχουν, πού πάει του καθενός η ζωή, πού πάει ο άθρωπος απάνω στη γις κ' η γις πού πάει μέσα στον ουρανό; Πού παν τάστρα που φέγγουν κάθε νύχτα; Ποιος δαίμονας, καλός ή κακός, κυβερνά τους πλανήτες που κάμνουν τον ίδιο γύρο κάθε χρόνο; Ποιος είναι ο σκοπός τους; θα σταθούν ή πάντα θα τρέχουν; Όλος αφτός ο απέραντος κόσμος πότε και πώς θα τελειώση; Σε τέτοιο ρώτημα ψυχή δε θαπαντήση. Δεν ξέρουμε μήτε πού πάμε μήτε ποιος μας έκαμε μήτε γιατί μας έκαμε. Μας έκαμε για το Χάρο. Αφτό βλέπουμε μόνο κι ώςπου να το διούμε, ο θάνατος μας τραβά.
Του κάκου ο πόνος κι ο κόπος, ο ίδρος κ' η παντοτινή δουλειά. Τι θα μας χρησιμέψη; Ό τι γεννήθηκε πρέπει να πεθάνη. Ό τι άρχισε μια μέρα πρέπει μια μέρα να τελειώση. Θα χαλάση κ' η γις αφτή που σήμερα μας σηκώνει. Ο πλανήτης μας πάντα δεν είταν αιώνιος λοιπό δε θα μείνη• θάρθη η ώρα του και κεινού. Έτσι θα χαθούμε και μεις. Τι το λοιπό; μήπως δεν είναι το ίδιο να πεθάνουμε σήμερα ή να μας πάρη ο θάνατος μόνο σε πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια; Φαντάσου που τάζησες, αγάπη μου, τα τόσα χρόνια, κι αφού τάζησες που τέλος έφταξε η ώρα που πρέπει και συ να καταστραφής κ' η γις που πατείς κι ο ήλιος ο λαμπρός που σε φωτίζει. Σε κείνη την ώρα, εσύ που έζησες τόσους αιώνες κ' ένας που σήμερα πεθνίσκει, θάχετε την ίδια τύχη• όσο ζγιάζεις εσύ, θα ζγιάζη και κείνος. Την αιωνιότητα πού θα τη βρούμε; Ποιος θεός θα μας τη δώση; Ποιος θα σε χαρίση αθάνατη ζωή; Πώς θα μπορέσουν τα γαλανά σου τα μάτια να γλυτώσουν από το μάβρο το Χάρο; Αφού όλα χάνουνται και περνούν, πώς θα μείνη η μνήμη σου για πάντα; Είναι αδύνατο να μείνη και του κάκου το θέλω! Θάνατο βλέπω παντού, και να πάλε, σαν το φυτό που βγαίνει κρυφά κάτω στον πάτο της λίμνης κι ανεβαίνει, να που ξεφυτρώνει στην καρδιά μου η πικρή, η αγαπημένη, η γλυκειά μελαχολία που έμαθα κάτω στη Δύση• να που πάλε μέσα μου νοιώθω τον καημό που υψώνει το νου κι όμως καίει την ψυχή. Κοιτάζω το καράβι που τρέχει στα κύματα και λέω• — «Καράβι του κόσμου που τρέχεις μέσα στον ουρανό, στο θάνατο πας.»
Έλα, έλα κοντά μου, γιατί βλέπεις πόσο τυραννιέται η ψυχή μου όσο δε σ' έχω. Λύπες εδώ δεν ταιριάζουν• είμαστε στην Ελλάδα. Εδώ μόλις αρχίζει να φαίνεται η ζωή. Νέος ο λαός, νέες οι ελπίδες. Δεν είναι καιρός για τους καημούς και τα βάσανα του λογισμού. Ο καθένας γυρέβει δουλειά και θέλει να δείξη ενέργεια. Το παλληκάρι που ζώννει το σπαθί του, που παίρνει το τουφέκι στον ώμο και βάζει το φέσι του στραβά, δεν κάθεται στο βουνό να δέρνεται και να κλαίη που είναι λίγη η ζωή. Πολλά δε συλλογιέται. Φτάνει νακούση το τουφέκι και χαίρεται τη ζωή. Αφτά τα ξέρεις εσύ• εσύ ξέρεις και πιο σωστά, πιο ήσυχα, πιο ψηλά να κρίνης και να μιλής για τα πράματα του κόσμου. Τεντώνω ταφτιά μου και σ' ακούω• απάνω στο βουνό μ’ έρχεται η ουράνια, η χαριτωμένη σου η φωνή• σε θυμούμαι και με φαίνεται πως τέτοια λόγια με λες•
— « Ο άθρωπος δεν πεθαίνει• τάτομα μόνα πεθνίσκουν. Οι αθρώποι χάνουνται και παν• άλλοι παίρνουν τη θέση τους. Σαν τα φύλλα που πέφτουν κι άλλα πάλε την άνοιξη βλασταίνουν, έτσι πάμε και μεις• το δέντρο όμως στέκεται πάντα και το γένος μας δεν περνά. Οι πατέρες μας, που τώρα κείτουνται στον τάφο, δεν είναι πεθαμμένοι• μας έδωσαν πρι να φύγουν τη ζωή τους• εμείς την έχουμε σήμερα και τη βαστούμε. Η σειρά δεν τελειώνει, η αλυσίδα δε σπάνει• θάρθουν άλλοι κατόπι που θα πάρουν, που θα βαστάξουν και κείνοι μια ώρα την αιώνια ζωή που τους δώσαμε μεις. Από τον ένα στον άλλο τρέχει του αθρώπου η ψυχή και μεταβαίνει. Με την ίδια καρδιά, με τον ίδιο πόθο που αγαπήσαμε μια μέρα, θαγαπήσουν και τα παιδιά μας. Εμείς βάλαμε στο στήθος τους μέσα τον πόθο που τα κάμνει και ζουν• ο πόθος τους είναι ο δικός μας ο πόθος. Έτσι κ' η αγάπη μας δε χάνεται ποτές. Όταν το στόμα σου με λέει• _σ' αγαπώ_, δεν το λες εσύ• το λένε μέσα σου χίλιες γενεές που σ' έμαθαν την αγάπη. Όταν το πουν τα παιδιά μας κατόπι, σε χρόνια και χρόνια, εμείς πάλε μέσα τους θα το λέμε.
Ο κόσμος που βλέπεις είναι αιώνιος και κείνος. Τάστρα τουρανού είναι σαν τα λουλούδια• ο ουρανός είναι το μεγάλο το περιβόλι! Φυτρώνουν και ξανοίγουν τα λουλούδια, ύστερα μαραίνουνται και παν. Οι πλανήτες μπορεί να χάσουν το φως και τη θωριά τους• αδιάφορο είναι! Άλλα λουλούδια θα ξανοίξουν, άλλα αστέρια θα φέξουν το περιβόλι δεν αλλάζει• στέκεται πάντα και δε χαλνά. Η γις μας και κείνη άλλο δεν είναι παρά άτομο στον κόσμο, σαν τους αθρώπους στη γις. Μπορεί να τελειώση και να σβήση• μπορεί καμιά μέρα να μην της μείνη ζωή. Η ζωή αλλού πάλε θα ξαναρχίση, σ' άλλους πλανήτες, σ' άλλη, γις, — και πάντα, μέσα σταπέραντο, το αιώνιο το περιβόλι, κάπου σε κάποιο πλανήτη θα πρασινίζουν οι κάμποι, θάχουν τα δέντρα πανηγύρι, θα τραγουδούν τα στάχια όταν ο άνεμος τα χαδέβει, θανατέλνουν τα ρόδα με τον ήλιο, θα τρέμη και θαγαπά η καρδιά του αθρώπου.
Το βάσανο που σε βασανίζει καίει ολωνών την ψυχή• ο καημός σου είναι ο παντοτινός μας ο καημός. Δεν κλαις για τα γαλανά μου τα μάτια• την τύχη του κόσμου λυπάσαι. Μην τη λυπάσαι• μην ακούς τι λεν οι άλλοι και μη βλέπης τι γράφουν• τάτομό τους μόνο προσέχουν και δε συλλογιούνται τον απέραντο κόσμο. Εσύ να κρίνης με το δικό σου το νου και να νοιώθης με την καρδιά τη δική σου. Ο Χάρος, λες, είναι παντού κι όλα τα τρώει λίγο λίγο. Ξέχασες την αγάπη! Η αγάπη είναι παντού• όπου είναι ο Χάρος, μαζί του, στο πλάγι του, κοντά του, μέσα του θα βρης την αγάπη. Ό τι χαλάση ο Χάρος, η αγάπη το διορθώνει, κι ό τι ξεκάμη, τα ξαναφτειάνει. Όλα τα τραβά λίγο λίγο απάνω στο φως, τα σηκώνει και τα φέρνει στα λαμπρά παράλια της ζωής. Ό τι πεθάνη, η αγάπη θα ταναστήση• αλλιώς δε θα ζούσε κανένα πράμα στον κόσμο. Ο θάνατος έχει μέσα του ζωή, σαν τα θερισμένα τα στάχια που μας θρέφουν, ώςπου να θρέψουμε το χώμα και μεις κι άλλα στάχια να φυτρώσουν. Α δεν είταν πεπρωμένο όλα να ξαναζήσουν, πούπετις δε θάβλεπες το Χάρο, και για να πεθάνουν οι άλλοι πρέπει πρώτα εμείς να γεννηθούμε. Χωρίς την αγάπη μήτε θα φαίνουνταν ο Χάρος• ζη και κείνος χάρη στην αγάπη, γιατί ό τι δεν άρχισε δεν μπορεί και να τελειώση. Η αγάπη κι ο Χάρος μαζί πολεμούν. Η αγάπη πάντα θα νικήση, σαν που νίκησε ίσια με τώρα• δεν μπορεί τίποτις να μην υπάρχη• πάντα πρέπει κάτι να είναι, κι ό τι είναι, στην αγάπη το χρωστούμε. Εκείνη βάζει πράσινο φύλλο στον τόπο του φύλλου που κιτρινίζει• εκείνη στολίζει κάθε χρόνο τα κλαδιά• εκείνη ανάφτει άστρα καινούρια, για ένα άστρο που θα σβήση. Φτειάνει κόσμους κι αθρώπους γεννά. Η πνοή της παντού φυσά, παντού περεχιέται• σαν τον αρχαίο τον Έρο, τον Ουρανό βαστά στην αγκαλιά της, ζωντανέβει το Χάος και θρέφει την ύπαρξη και τη φύση.
Τους ζωντανούς με τους πεθαμμένους η αγάπη τους ενώνει. Εκείνη θα μας ενώση με τους καινούριους πλανήτες, αν τύχη ο δικός μας να χαλάση. Τίποτις δε χάνεται στον κόσμο. Το φιλί που σήμερα σε δίνω είναι αιώνιο φιλί. Όπου βρεθούν αθρώποι, όπου αγαπήσουν, τον πόθο μας, την αγάπη μας μέσα τους θάχουν, κ' έτσι στην ψυχή τους μέσα θα σωθή, αιώνια θα μείνη κ' η ψυχή μας. Ένας είναι ο τρόπος της αγάπης και το καρδιοχτύπι είναι το ίδιο παντού• όπου τρέμει αθρώπου καρδιά, ολωνώ μας η καρδιά τρέμει. Ένας παλμός στο στήθος μας μέσα γίνεται με τους χίλιους παλμούς της αθρωπότητας όλης• ο καθένας μας μέσα του θρέφει μια σπίθα παρμένη από το παγκόσμιο κέντρο, που κέντρο δεν έχει και που σκορπίζει, που μοιράζει τις αχτίδες του σ' ό τι ζη. Η φωτιά παντού καίει• τάστρο γεννιέται σαν και μας, γίνεται με την ίδια φλόγα που άναψε όλα τάστρα κ' έχει μέσα του ό τι έχουν και κείνα. Αφού όλος μας ο ουρανός είναι καμωμένος με την ίδια ζωή, αφού είναι η ίδια ύλη παντού, παντού θα είναι κ' η ίδια ψυχή. Όλα, στην αιώνια φύση, βαστιούνται σφιχτά ανάμεσά τους• μια και μόνη αρχή, ένα νόμο έχουν όλα. Όλα, όλα είναι ένα. Όπως νοιώθουν τα παιδιά που στα στήθια τους οι προγόνοι τους ζουν, έτσι και στου κόσμου τη ζωή που δεν τελειώνει, τάστρα που θα λάμπουν, αφού χαθούμε, μέσα τους θάχουν τη φλόγα και την πνοή άλλων άστρων που έζησαν πρώτα. Μέσα σε κείνη τη φλόγα θα βρεθή κ' η καρδιά μας• μέσα σε κείνη την πνοή θα βρεθή κ' η πνοή μας. Ο ίδιος άθρωπος πάντοτες ζη στους απέραντους κάμπους τουρανού, σ' όποιο πλανήτη κι αν τύχη να γεννηθή• όλο αλλάζει, όλο προδέβει και πάει, κι ως τόσο είναι πάντοτες ο ίδιος και με την ίδια καρδιά αγαπά.»
ΙΘ'.
Κατάρα.
Ο άθρωπος αλλάζει κι ο κόσμος αιώνια μεταμορφώνεται. Ξεχάσαμε όμως να πούμε που ο δάσκαλος δεν αλλάζει ποτές. Έχει κι αφτό το λόγο του• μπορεί ο δάσκαλος να μην είναι άθρωπος. Ο δάσκαλος λέει που η γλώσσα του δεν άλλαξε• το πιστέβω και γω, γιατί κ' η ανοησία στον κόσμο είναι πάντοτες η ίδια.
Όσο για την αγάπη που έχω στους δασκάλους, και κείνη ποτές δε θαλλάξη. Μην το ξεχάσης, πουλάκι μου που με μιλούσες τόσο νόστιμα, τόσο φρόνιμα στη Χώρα και γω σ' άκουγα στο Πυργί. Άλλη φορά το βάζεις κι αφτό μέσα στα λόγια που θα με πης. Καιρός τώρα ναφήσουμε πια και το Πυργί και τους δασκάλους, γιατί δε θυμούμαι κανένας δάσκαλος να μίλησε ποτές για την αγάπη μήτε να πάτησε στο Πυργί.
Την κατάρα μου νάχη το χωριό, το πρώτο χωριό που απαντήσαμε πηγαίνοντας στα Μεστά. Άμα βγήκαμε όξω από το Πυργί, μόλις κάμαμε με το Σιορ Κωστή πενήντα βήματα δρόμο, κι ακούσαμε κρότο φοβερό που μας ξέσκιζε ταφτιά. Είταν κάτι φωνές που ανέβαιναν ίσια με τον ουρανό και δόντια που έτριζαν έτριζαν, έλεγες θα σπάσουν. Όταν μπήκαμε στο χωριό που λέω, κατάλαβα τι είταν το κακό• είταν οι κάτοικοι που μάλλωναν αναμεταξύ τους και τσάκιζαν τζίκουδα όλη μέρα. Καβγάδες και φαγί, τόσο ξέρουν οι αθρώποι σε κείνο το χωριό. Δε θα πω τόνομά του• τόνομά του από το στόμα μου δεν το βγάζω. Την κατάρα μου νάχη! Η μνήμη του να χαθή. Να πέση κάτω στον γκρεμνό ή στη θάλασσα να βουλήξη. Γραικικό χωριό δεν είναι• δε σέβεται τον ξένο. Κι ο θεός να μην το λυπηθή. Να σβήσουμε τόνομά του από το χάρτη της Χιος, γιατί λερώνει τα χάρτη. Αχ! να είταν εδώ ο αδερφός μου ο Γιάννης! Μαζί κ' οι δυο μας θα χαλνούσαμε το χωριό, θα ρίχταμε κάτω τους πύργους, θα γκρεμνούσαμε τα σπίτια. Είναι μέσα κακούργοι, κλέφτηδες και ψέφτες• γλυκογελούν όσο τους μιλείς, και σε γελούν, άμα μπορέσουν. Έχουνε μέλι στο στόμα και φαρμάκι στην καρδιά. Το χώμα τους, στη ζωή του άθρωπος να μην το πατήση• ξένο σκυλί στο χωριό τους να μην πάη.
Τα κορίτσια τους αγάπη να μη χαρούν• άντρα να μη βρουν. Τα μάτια τους να μη δακρίζουν κι ο πόνος μέσα να πνίγη την καρδιά τους. Να ξεραθούν τα νιάτα τους, πρι να κατεβούν κάτω στον τάφο που θα σαπίσουν τα κορμιά τους. Να μη διούν οι πατέρες των παιδιών τους το χαμογέλοιο, αφού βρίζει η κόρη τη μάννα, όταν τη βλέπει και μιλεί με τον ξένο. Να μη χαρούν οι μαννάδες τα μωρά τους, να μην ακούσουν τη φωνή τους στην κούνια, αφού μαθαίνουν τα κορίτσια τους απάτη και ψεφτιά. Η γλώσσα τους να στέκεται στο στόμα και να μη σαλέβη — ή κάλλια να σαλέβη και να μην μπορή να βγάλη λέξη. Καβγά να γυρέβουν και να μη βρίσκουν ο ένας ταλλουνού• να θέλη να πη βρισιές και να μην μπορή. Βουβοί να γεννιούνται. Με τα χέρια, με τα μάτια, με τα ποδάρια να πολεμά ο ένας να καταλάβη τον άλλο κι όλα στραβά να τα πέρνουν, κρασί να ζητούν και ξύδι να τους ποτίζουν, αγάπη να διψούν και μίσος να πίνουν. Οι γυναίκες να προσπαθούν του κάκου να μαλλώνουν τα παιδιά τους, τα παιδιά τους πατέρες, οι πατέρες τις μαννάδες• να τρώγουνται, να δέρνουνται, να χτυπιούνται, τα κόκκαλά τους να βγάζουν — και τσίκουδο να μη φαν.
Κ'.
Τα παλληκάρια στο περιγιάλι.
Εμείς οι Γραικοί μαλλώνουμε συχνά μεταξύ μας. Μάλιστα στη Χιο είναι πατροπαράδοτο, αντίς να πολεμούν τον Τούρκο, να πιάνουνται οι Γραικοί ο ένας με τον άλλο. Για τούτο θύμωσα και γω και τόβαλα στο βιβλίο μου. Αγάπη και μίσος ζουν πλάγι πλάγι στην καρδιά μας. Με την ίδια δύναμη μισούμε κι αγαπούμε, και κάποτες από τη μια ώρα στην άλλη αγαπούμε ή μισούμε. Εμείς οι Γραικοί έχουμε κ' ένα άλλο• ξέρουμε τι μας λείπει και κάμνουμε πως δεν το βλέπουμε. Τα λαττώματά μας τα γνωρίζουμε, μα θέλουμε να τα βαστούμε κρυφά• δε μας αρέσει να τα λέμε. Για τούτο και γω δεν είπα τόνομα του αφιλόξενου του χωριού. Μπορεί πάλε να ταδίκησα• εμάς τους Γραικούς μας τυχαίνει και τούτο• όταν κορώση το κεφάλι μας, όταν κανείς μας πειράξη, τέλειωσε, πάει! Όλα τα κακά τα ρίχτουμε στο συχαμένο, τον καταραμένο που μας χάλασε το κέφι. Έφκολα το παρακάμνουμε. Έτσι τόπαθα τώρα. Αμέσως είπα στο νου μου που τίποτις καλό δε βρίσκεται στο κακορίζικο το χωριό που μ’ έκαμε να θυμώσω. Κι ως τόσο ίσια ίσια σ' αφτό το χωριό απάντησα έναν περίεργο γέρο.
Είταν ο πρώτος του χωριού, ο προύχοντας, ο προεστός, σαν που λεν εκεί, ένας από τους αρχόντους, γιατί τέτοιο όνομα έβγαλαν τους πλούσιους. Μια μέρα με πήγε σε μια γριά κ' έβαζε τα δυνατά του για να την κάμη να με μιλήση και να με πη κανένα παραμύθι. Τραβιούνταν η γριά και δεν ήθελε. Άρχισε τότες ο γέρος να της λέη τι ζητούσα, για ποιο σκοπό είχα κάμει τόσο μεγάλο ταξίδι, και που γύρεβα να μάθω την προφορά κάθε χωριού, να συγκρίνω τη μια χώρα με την άλλη, να διώ πώς μεταμορφώνεται η γλώσσα μας και πώς έγινε, πώς άρχισαν οι αθρώποι να μιλούν πρώτα μέσα στα μικρά τα χωριά, και πώς από τα πρόστυχα τα χωριά βγήκε λίγο λίγο, προχώρησε και σκορπίστηκε σ' όλη τη γις η αθρώπινη γλώσσα.
Ο αγράμματος αφτός ο χωρικός, που στα νιάτα του μόλις είχε κάμει πέντε έξη μήνες στο σκολειό, αν και μεγάλωνε τα πράματα με τη φαντασία του, τα ξηγούσε όμως με τόση ρητορική, με τόσο σωστά και παστρικά λόγια, που κατάλαβα και γω για πρώτη φορά γιατί βγήκα στο ταξίδι. Άμποτες να το καταλάβαινα σαν και κείνονα! Τα λόγια του γέρου μ' έδειχταν τόντις με τι τρόπο έπρεπε κανείς να πιάση τη δουλειά και να σπουδάξη γλώσσα. Είχα λάθος να νομίζω που ήξερα γράμματα• μ’ έπιασε απελπισία, γιατί έβλεπα που δε θα το κατορθώσω στη ζωή μου να μιλήσω τόσο καλά. Πού τάμαθε; από πού τα πήρε; πού τα φαντάστηκε; Μόλις είχα προφτάξει να του πω ένα λόγο κι αμέσως τον άρπαξε ο νους του! Ο καημένος ο γέρος! Ένα παράπονο είχε• — «Δεν μπορώ, μ' έλεγε, να διαβάσω τίποτις απ’ όσα σήμερα γράφουν. Τις φημερίδες δεν τις καταλαβαίνω κ’ έτσι δεν ξέρω και τι γίνεται στον κόσμο. Ας μας κάμουν και μας ένα βιβλίο, που να νοιώθουμε λίγο τι λέει!»
Στα Μεστά πάλε έκαμα φίλο έναν άλλο γλωσσολόγο, το Μιχάλη. Μ' έβλεπε να γράφω κι όλο να σημειώνω λέξες. Μ' είπε και κείνος μια λέξη κι αμέσως έτρεξε να διή με τι τρόπο την έγραφα. — «Άδικα, λέει, χάνεις τον κόπο σου• η δουλειά σου δεν αξίζει• γράφεις τη λέξη που σ' είπα, με γραικικά γράμματα και δε βγαίνει τίποτις. Δεν μπορείς να πάρης καλά την προφορά, αφού ίσια ίσια σε λέω γράμματα που δεν τάχει ταρφάβητό μας.» Ο Μιχάλης κι όλοι οι Μεστούσοι, αντίς απλό _σ_, έχουν ένα _σ_, σαν το _sch_ το γερμανικό• και το λεν κάθε φορά που το _σ_ είναι αρχικό κ' έρχεται κατόπι _ε_ ή _ι_, ή που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο φωνήεντα, φτάνει το δέφτερο φωνήεντο να είναι _ε_ ή _ι_• στις λέξες που η κοινή βάζει _σ_ και λέει _σήμερα_ ή _ασήμι_, βάζουν εκείνοι αφτό το _sch_ γιατί λέγοντας το _σ_ στρογγυλώνουν το στόμα και πάει ναγγίξη η γλώσσα τους τον ουρανίσκο, αντίς να στέκεται ίσια, με τρόπο που το _σ_ τους είναι υγρό, όχι ξερό σαν το δικό μας• έτσι και το _ν, μ, λ, ζ_ στα μεστούσικα (άλλου και το _τ_) βρέχουνται με το ίδιο σύστημα στον ουρανίσκο, μπροστά σε _ε_ ή _ι_. Ο Μιχάλης ήθελε λοιπό να με πη που αν το _σιορ_ το γράψω με _σ_ δικό μας, τίποτις δεν κατώρθωσα. Ησύχασα τον καλό το Μιχάλη• του έδειξα που είταν τρόπος να σημειώνη κανείς ό τι θέλει με κάτι σημεία ξεχωριστά, βάζοντας ή περισπωμένη στο _σ, λ, ν_, ή μια τελεία απάνω στα γράμματα που δεν έχουν τη συνηθισμένη προφορά. Του άρεσε πολύ η ιδέα και με ζήτηξε να του μάθω τον τρόπο. Του τον έμαθα όσο μπόρεσα, για να μην τον πειράξω λέγοντας όχι. Συλλογιούμουν και γω μέσα μου σαν το Μιχάλη• — « Άδικα χάνω τον κόπο μου.» Αφού πέρασαν οχτώ μέρες, χωρίς να πη τίποτις, μ' έφερε ο Μιχάλης ένα χαρτί γεμάτο λέξες σημειωμένες με τα γράμματα που του είχα δείξει και πολύ καλά σημειωμένες.
Ο Μιχάλης από το χωριό του δεν είχε βγη στη ζωή του• ήξερε μόνο να διαβάζη και να γράφη. Πώς το κατώρθωνε να μπη στο νόημα τόσο έφκολα; Πώς καταλάβαινε με μιας πράματα που σπουδάζουμε χρόνια στην Εβρώπη και που πολλοί δεν τα καταλαβαίνουν, όσο κι αν τα σπουδάξουν; Και σ' αφτό φαίνεται ο Γραικός. Είναι ξυπνός ο λαός μας. Μια λέξη του φτάνει, για να γεμίση ο νους του. Πόσοι σαν τα Μιχάλη! Πόσοι που, α μάθαιναν ποτές δυο γράμματα μ' ένα καλά δασκάλο, θα μπορούσαν ίσως και κείνοι κάτι να γίνουν. Παρατήρησα μάλιστα συχνά που η ψέφτικη μάθηση του σκολειού χαλνά τα πιο γερά κεφάλια. Αντίς να τους λεν που η γλώσσα μας είναι βάρβαρη, αντίς να τους διαβάζουν την καθαρέβουσα, αν τους μιλούσαν πιο σωστά, πιο φρόνιμα, αν τους δίδασκαν επιστήμη κι αλήθεια, πόσους προκομμένους θα είχαμε σήμερα! Πνέμα είναι, μα είναι κοιμισμένο, θέλει ξύπνηση. Στο καλό χώμα φτάνει να σπείρης, και μόνο του φυτρώνει. Πόσοι πήγαν του κάκου, γιατί τους στάθηκε αδύνατο να προκόψουν. Ποιος ξέρει, απάνω στα βουνά, στα λαγκάδια, στα χωριά, μέσα στην Ελλάδα και σ' όλη την Ανατολή, μέσα στους κάμπους που σκάφτουν, που βωλοσηκώνουν, που χτίζουν, που δουλέβουν, ποιος ξέρει πόσα μεγάλα, πόσα έξοχα κεφάλια πήγανε χαμένα, και τα στερήθηκε η επιστήμη, η ζωή! Τον πόθο τον έχει ο καθένας, ο τρόπος του λείπει. Δεν έχει τη σωστή μέθοδο• δεν έχει τα μέσα. Με φαίνεται που τους βλέπω μαζωμένους όλους τους νιους στο περιγιάλι, γύρω γύρω στα νησιά. Δεν έχουν παρά στην τζέπη• μόλις δυο γράμματα ξέρουν, πήρε ο νους τους φωτιά. Άλλο δε θέλουν παρά να φύγουν, την πατρίδα ναφήσουνε, να χωριστούν από τη μάννα που σκύφτει το λαιμό και μέρα νύχτα στον κάμπο δουλέβει.