Part 7
Σηκώθηκα τότες, ήσυχος και φοβερός. Φύσηξα κι άρχισε ο Μαχμούτης να τρέμη σαν το ψάρι. Του κάκου προσπαθούσε, του κάκου πολεμούσαν οι δικοί του να με σπρώξουν, ο ένας με το σπαθί, ο άλλος με το κοντάρι. Έπρεπε, έπρεπε όλοι τους να φύγουν από μπρος μου• έτσι είτανε στον ουρανό γραμμένο. Δε χωράτεβα πια. Κοντά κοντά πήγαινα στους Τούρκους, κι όσο προχωρούσα, πίσω πίσω τραβιούνταν οι καταραμένοι.
Άξαφνα ακούστηκε μια φωνή — τρομάρα! — σαν το θάνατο φοβερή. Ταράχτηκε η γις, σείστηκε ο κουλάς, κλωνίζουνταν η Εβρώπη. Άρχισα να τρέμω. Σαν το λιοντάρι που ξαφνικά προβάλλει στην άκρη του βουνού και κατεβαίνει, φάνηκε ο αδερφός μου ο Γιάννης απάνω στο λόφο. Στάθηκε μια στιγμή, και μ' όλη του την ορμή τον είδα να κατεβή, να πεταχτή, να πέση απάνω στα σκυλιά. Τρέχαμε κ' οι δυο μας, εκείνος μπροστά, εγώ πίσω. Κατρακυλούσαν οι Τούρκοι ο ένας απάνω στον άλλο, με το Μαχμούτη μαζί. Ίσια με κάτω στο γιαλό τους σπρώχταμε, για να πνιγούνε στη θάλασσα μέσα. «Δρόμο, δρόμο», φώναζε δυνατά το λαμπρό μου το παλληκάρι• « Έρχεται και νάτος! ταφεντικό σας φτάνει!» Έβραζε ο θυμός του• σειούνταν το κορμί του σαν το δέντρο που άνεμος το περεχύνει• εμένα έδειχτε στους Τούρκους με φοβέρες και γίνουνταν όλεθρος η φωνή του• — «Δρόμο, δρόμο τα σκυλιά. _Καπιτάν μπονρντά γκελίορ!_»
ΙΕ'.
Μάθημα.
Με τους σουλτάνους δεν είναι φρόνιμο να μαλλώνη κανείς, ας είναι και πεθαμμένοι. Τέτοιοι καβγάδες έχουν κάτι συνέπειες δυσάρεστες. Συλλογίστηκα πως θα είταν καλό να φύγω γρήγορα από την Πόλη. Έπειτα, να πούμε την αλήθεια, αφτοί οι καβγάδες δε φελούν και πολύ. Σας είπα που έσπρωξα το Σουλτάνο ίσια με κάτω στο γιαλό• καλά! μα μπορούσα να τον πιάσω; Όχι βέβαια, αφού είτανε σκιά. Και ποια είναι η δύναμη του Τούρκου; ίσια ίσια που είναι σκιά. Γι' αφτό κ' η Εβρώπη δεν τον πιάνει.
Για να μη με πιάση και κείνος στα ξημερώματα, αποφάσισα να φύγω πρωί πρωί. Είχε βαπόρι την ίδια μέρα. Μπαρκαρίστηκα και πήρα δρόμο για τη Χιο.
Η θάλασσα είταν καλή• είχαμε και καλή συντροφιά. Στο ταξίδι κάμνει κανείς γρήγορα φίλους• τελειώνει το ταξίδι, τέλειωσε κ' η φιλία. Απάντησα έναν ταξιδιώτη στο κατάστρωμα κι αρχίσαμε τις κουβέντες. Μ' είπε που είτανε δάσκαλος, δε θυμούμαι πού• είχα όμως ξεχάσει όλους διόλου να του πω τι γύρεβα κι από που έρχουμουν, και δε με ρώτηξε ο ίδιος. Μιλούσαμε για το ένα και για τάλλο, για το λαμπρό τον καιρό, για τα κύματα που είναι μαβιά και για τα σύννεφα που είναι άσπρα, κι ως τόσο κάπου μαβρίζουν. Εκεί που μιλούσαμε, δεν ξέρω πια τώρα καλά καλά τι έλεγα, μα θυμούμαι που πήγαινα ναρχίσω μια φράση με τη λέξη• «Νόμισα...»
— Με διακόφτει αμέσως ο δάσκαλος — το συνηθίζουν κάποτες μαζί μου — και με λέει• «Ενόμισα.» — Αθώα κι απλά του κάμνω γω• — «Γιατί τάχατις ενόμισα;»
— « Διότι, μ' απαντά, η αρχαία είναι ευγενεστέρα και δια του _ε_ καταντά _ευγενικώτερος_ ο τύπος.»
Δεν ξέρω αν είδες ποτές σου στους κάμπους μαραμένα λουλουδάκια να γέρνουν τα κεφαλάκι τους λυπημένα κατά γης; Στάσου να πέση στη στεφάνη τους μέσα μια σταλαματιά νερό• τα βλέπεις αμέσως χαρούμενα και γελαστά. Έτσι τόπαθα και γω• για το διψασμένο, για το καταξερό μου το μυαλό, δροσιά είταν τα λόγια του δασκάλου. Με φάνηκε που με μιας φωτίζουνταν ο νους μου, που τέλος ποτίζουνταν αλήθεια. Τώρα καταλάβαινα ξαφνικά τι θα πη ορθή κρίση. Ζούσα στο σκότος και να που θωρούσα τον ήλιο για πρώτη φορά. Τόσο μεγάλος, τόσο φρόνιμος μ' ήρθε ο λόγος του δασκάλου, που κατέβηκα αμέσως να κλειδωθώ στο καμεράκι μου κάτω, για να μπορέσω πιο ήσυχα να μετρήσω, σαν το φιλάργερο, πόσους θησαβρούς είχα μαζώξει στο κεφάλι μου μέσα σε διάστημα μιας στιγμής, σε μια μόνη λέξη.
Θαρρούσα πρώτα που όλη η εβγένεια του αθρώπου είναι μέσα στην ψυχή του• νόμιζα που ένα πράμα, ό τι όνομα κι αν του δώσης, δεν αλλάζει τη φύση του. Έλεγα• — «Να μεθήσω με κρασί ή με _οίνον_, το ίδιο μεθώ. Κι αν πω _μεθύω_, με φαίνεται που πολύ δεν πρόκοψα.» Ο ποιητής, που θα κάμη στίχους, πρώτα θα κοιτάξη να διή αν είναι τόντις ποιητής• τότες βάζει ποίηση και στη γλώσσα που θα γράψη. Αν του έρχουνται πού και πού δυο ιδέες, αν έχει κεφάλι, καρδιά και λίγη τέχνη, ανάγκη καμιά δεν είναι να κάμνη τον Κινέζο• θέλω να πω, δε θα πιστέβη που ένα ψώφιο πράμα — σαν το ψηφί —, έχει μέσα του καμιά εβγένεια ξεχωριστή, καμιά αξία δική του• το ψηφί, για να ζωντανέψη, πρέπει το πνέμα να φυσήξη και να του δώση έννοια κ' εβγένεια. Για να φανή κανείς μεγάλος, δε θα προσέξη μόνο στους τύπους• θάχη το νου του στο νόημα που βγαίνει από τα λόγια του. Ο Όμηρος, που μιλούσε χυδαία στην εποχή του, στάθηκε βέβαια μεγαλήτερος ποιητής από τους σημερνούς μας τους δασκάλους που γράφουν την καθαρέβουσα. Έτσι θαρρούσα• μα βλέπω που το σύστημά μου τούτο είναι κακορίζικο• το παραιτώ και τώρα πιάνω άλλο.
Ναι! δασκαλάκι μου, κατάλαβα και μη σε μέλη! Όλο σαν και σένα θα λέω. Με το σύστημα το δικό σου, όλα πιο σωστά μ' έρχουνται σήμερα. Πού να το συλλογιστώ, πρι να με το πης, που ένα μικρούτσικο _ε_ έχει τόση αξία; Τούτο το _ε_ δε φαίνεται, κι όμως από ζώο που είμουν, άθρωπο με κάμνει. Με ξεβγενίζει. Δεν το παρατηρούσα πριν κ' έλεγα μέσα μου• — « Οι παλιοί μας οι προγόνοι έβαζαν εκεί ένα _ε_• εμείς δεν το βάζουμε. Ας λέω λοιπό νόμισα αφού δεν πάλιωσα ακόμη.» Εσύ τώρα μ' έδειξες την τύφλα που είχα. Το _ε_ τούτο, που το είχα για τίποτις, βγαίνει πριγκιπάτο. Με πλουτίζει• με δίνει εβγένεια, τιμή, δόξα, μπορεί να με φέρη και παράδες. Ποιος ξέρει; καμιά ώρα, όταν το μάθουν πως λέω « ενόμισα» κι όχι « νόμισα», αφτό το _ε_ θα με κάμη να διοριστώ καθηγητής στο Παρίσι, αργότερα να γίνω της Ακαδημίας, άξαφνα και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Σήμερα έννοιωσα για πρώτη φορά τι θα πη_» αύξησις»• αφξάνει_, μεγαλώνει τον άθρωπο. Οι γλωσσολόγοι σπάνουν το κεφάλι τους για να καταλάβουν τι νόημα είχε τούτο το _ε_ και γιατί το κάθιζαν οι Έλληνες στον παρατατικό και στον αόριστο, γιατί μόνο στην οριστική, και γιατί στην αρχή δεν τόβαζαν κάπου διόλου. Εγώ τώρα ξέρω καλήτερα και βλέπω τη σημασία του _ε_, Οι Έλληνες είταν ξυπνοί αθρώποι• συνήθισαν το _ε_ οι μαριόλοι, μόνο και μόνο για να δείξουν εβγένεια μεγαλήτερη. Η εβγένεια, τι θαρρείτε πως είναι; Είναι πάντοτες εκεί που πρέπει να βάζης εκείνο που πρέπει. Και διές! όχι μόνο στο « ενόμισα» έχωσαν το _ε_, αλλά τόβαλαν και στο «_εμέ_», χωρίς λόγο κανένα, γιατί και το «_με_» είταν αρχαίο κ' έμοιαζε πως φτάνει. Οι Έλληνες ως τόσο, μοναχοί τους μέσα στους άλλους λαούς της εβρωπαϊκής φυλλής, έφτειαξαν ένα «_εμέ_». Του κάκου βασανίζουνται οι καημένοι οι γλωσσολόγοι, για να βρουν την αιτία αφτουνού του _ε_. Ποιος δε βλέπει τώρα την αιτία; Οι αρχαίοι κοίταζαν πώς να δείξουνε στους ξένους την εβγένεια της ψυχής των• όπου μπορούσαν το λοιπό, γλυστρούσαν ένα _ε_. Έτσι τόκαμαν και με την αντωνυμία• είταν ανάγκη να το βάλουν άδικα και παράλογα και στην αιτιατική, αφού το είχε πια η ονομαστική _εγώ_. Έφτανε να κάμη λόγο ένας αρχαίος για τον εμαφτό του και να πη _εγώ ή εμέ_• από το _ε_ καταλάβαινε αμέσως ο ξένος πόσο τόντις εβγενής είταν ο αρχαίος.
Διέστε όμως πώς το ένα φέρνει τάλλο, πως μ' ένα λόγο σωστό μπορεί κανείς να βάλη πράματα στο νου του που μήτε τα στοχάζουνταν πριν. Έπιασε ποτές σας κανένας να ξετάση γιατί τάχατις οι αρχαίοι είχαν τόσο κεφάλι, έγραφαν τόσο καλά, έκαμναν τέτοιους στίχους, και σε πετούσανε μια φαντασία, κάτι ιδέες που σήμερα ακόμη ο κόσμος απορεί; Γιατί βγήκε Πλάτωνας, Όμηρος, Σοφοκλής; Γιατί; το ρωτάς; Γιατί μιλούσαν αρχαία. Άμα μιλήσης, αρχαία, όχι μόνο μιλείς καλά, μιλείς και μ' εβγένεια. Κοίταξε τώρα τους δικούς μας και θα τα καταλάβης καλήτερα. Είναι πράμα γνωστό που οι δασκάλοι δεν έχουνε μήτε φαντασία, μήτε ιδέες, μήτε νου, μήτε καρδιά, μήτε κεφάλι. Τα μυαλό τους δε γέννησε ποτές μισή ιδεΐτσα. Τι είναι τέχνη, τι θα πη ποίηση ή φιλολογία, μήτε το ξέρουν. Ως τόσο δε με λες πώς το κατωρθώσαμε κ' έχουμε σήμερα τη μεγαλήτερη, την ωραιότερη φιλολογία της Εβρώπης; Γιατί μας δοξάζει ο κόσμος; γιατί μας ζούλεψαν κ' οι αρχαίοι; Για ποιο λόγο η Θεοδώρα του Κλέωνος Ραγκαβή ακούστηκε στα Παρίσι, μεταφράστηκε σ' όλες τις γλώσσες, και κατάντησε σήμερα στην Εβρώπη πολύ πιο γνωστή από την Ιλιάδα; Γιατί τάχατις, σ' ό τι μελάνι κι α βουτήξη ο δάσκαλος την πέννα του, λες πως στάζουν από την πέννα του χρυσές σταλαματιές; Τα κατάλαβες γιατί; Γιατί γράφουμε την αρχαία!
Και δεν είναι μόνο που γράφουμε την αρχαία• κάμνουμε μάλιστα και τις καινούριες μας τις λέξες να φαίνουνται σαν αρχαίες. Τώρα θα διής τι συνέπειες μπορεί νάχη το σύστημα του δασκάλου μου, πόσο πατριωτισμό είναι γεμάτο, πόση τιμή θα φέρη σ' όλο το έθνος. Τι δουλειά θα πιάσης με τα ξένα ονόματα, για να μη φαίνουνται ξένα; Τη χανούμισσα πώς θα την πης; Τους μπέηδες που θα τους βάλης; Το βεζίρη πώς θα τον κλίνης; Το κονάκι με τι τρόπο θα το σιάξης; Μήπως θα γράψης «οι χανούμισσες, ο μπέης, του βεζίρη, το κονάκι»; Ο θεός να σε φυλάξη! Αν το πης έτσι, θα φανής πρόστυχος, χυδαίος, βάρβαρος, _ρωμιός_. Πες το καλήτερα « αι χανούμισσαι, της χανουμίσσης, ο βέης, του βέου, οι βέοι, του βεζίρου, τοις βεζίραις, ίσως και βεζίρσι, το κονάκιον, τω κονακίω». Αμέσως γίνεσαι Περικλής.
Έχουμε κάτι άλλους λεκέδες στη νέα μας την ιστορία, που μπορούμε να τους ξεπλύνουμε με το σύστημα του δασκάλου. Κάτι ονόματα είναι τόντις ντροπή για το έθνος και για τον ελληνισμό. Γίνεται ένας άθρωπος να λέγεται Μπότσαρης; Γίνεται να λέμε Χατζηπέτρος, Μισολόγγι; Μπορεί ο Μαρκομπότσαρης να είταν ήρωας σαν το Λεωνίδα, μα δεν έννοιωθε τίποτις για τη γλώσσα• με τέτοιο χυδαίο όνομα μας έκαμε να ντροπιαστούμε στην Εβρώπη. Αμέ ο Αντρούτσος! Τι άλλο κακό είναι πάλε τούτο; Έχουμε άραγες στη γλώσσα μας τους βάρβαρους αφτούς τους φράγκικους φτόγγους και θαρχίσουμε τώρα σαν τους Γάλλους να λέμε _b d_ και _g_; Θα το καταδεχτούμε να μιλούμε με _μπ_ και _τσ_; Μήπως θα κάμουμε μια γενική «Μπότσαρη», με την ελεεινή κατάληξη _η_; Μας ταιριάζει ένας Χατζής, εμάς που είμαστε γνήσια παιδιά του Θεμιστοκλή; Δόξα σοι ο Θεός, που μπορούμε τουλάχιστο να λιγοστέψουμε το κακό. Δεν είναι πια δυνατό — και πολύ λυπούμαι — να ξεχάσουμε τέτοια ονόματα, να τα βγάλουμε από τη μέση. Μπορούμε όμως να λέμε «Μεσολόγγιον, Μεσολογγίου». Και τι; χρειάζεται άραγες νάχουμε σέβας για τέτοια κακορίζικα ονόματα; Ας κλίνουμε ο Βόσσαρις, του Βοσσάρεως• ας γράφουμε [Άζη] Πέτρος, μισοσκεπάζοντας τον Αζή. Τον Αντρούτσο, ας τον κάμουμε Ανδρούσσο. Έτσι δεν είναι πια ανάγκη να ντραπούμε για τον Μπότσαρη. Έχουμε μάλιστα στην καλή μας την ελληνίζουσα γλώσσα μια λέξη που δεν την έχει η χυδαία, και που ταιριάζει όλους διόλου για τέτοια δουλειά. Ιεροσυλία.
Καθαρέβουσα για ποιο λόγο λεν τη γλώσσα τους οι δασκάλοι; Γιατί όλα τα κάμνει άσπρα σαν το χιόνι, παστρικά σαν τα νερό. Με την καθαρέβουσα λες ό τι θέλεις, φτάνει να το πης ελληνικά. Άμα ο τύπος είναι αρχαίος, βλέπεις κ' έχουν τα λόγια σου κάτι που αμέσως αρέσει• αμέσως φαντάζουν. Οι πιο μπόσικες ιδέες σα διαμάντι γυαλίζουν τα πιο παρακατιανά φρονήματα, με την καθαρέβουσα, σε φαίνουνται μαργαριτάρια. Η καθαρέβουσα σε παστρέβει την ψυχή• στην ξεπλύνει• είναι σα νάπαιρνες καθάρσιο. Αφτή την αρχή μην την ξεχάσης ποτές• για να κυβερνηθή κανείς στη ζωή, για να προκόψη, πρέπει νάχη μια βάση καλή. Καλήτερη μη γυρέβης. Πρόσεχε στον τύπο• όλη η εβγένεια της ψυχής είναι στον τύπο μέσα. Μ' αφτό το σύστημα μπορείς να πης κακοήθειες• μπορείς να βρίσης τον κόσμο δίχως ο κόσμος να θυμώση, δίχως και συ να φανής χυδαίος. Το δάσκαλο, αν τον πης γαϊδούρι, θα πειραχτή και θάχη δίκιο. Αν τον πης όμως «όνον», τον κολακέβεις.
Τα πιο πρόστυχα πράματα, φτάνει να τα πης αρχαία, και τα βγάζεις όλη τους την προστυχιά. Μπορεί στη γλώσσα που μιλείς, — στου μπαμπά σου τη γλώσσα — να βρεθούν κάτι πράματα που ντρέπεσαι να τα πης με τόνομά τους. Όσο για μένα, το μολογώ, δεν κατώρθωσα ποτές να μιλήσω για ένα κάποιο πολύ χρήσιμο στρογγυλό πραματάκι, που βάζω κάθε νύχτα από κάτω από το κρεββάτι μου. Είναι μόνο και μόνο γιατί δεν ξέρω την αρχαία. Ένας δάσκαλος φίλος μου, που με φιλοξένησε σπίτι του μια βραδιά, με πολλή εβγένεια μ' έδωσε να καταλάβω τι ήθελε να με πη. Αφού με πήγε στην κάμερή μου, ήρθε πλάγι μου, με κοίταξε στο πρόσωπο και με πολύ σοβαρό ύφος μ' είπε τέτοια λόγια. — « Εντιμότατε κύριε καθηγητά, υπό της κλίνης ευρήσετε ευκόλως τα αγγείον, εν ω θέλετε δυνηθήν ίνα ουρήσητε νύκτωρ.»
Τι κάθουμαι και λέω; Η καθαρέβουσα μπορεί θάματα να καταφέρη. Τα πρόστυχα αντικείμενα, που είναι πρόστυχα φυσικά, μ' ένα λόγο μπορείς να τα ξεβγενίσης. Τη φύση τους αλλάζεις• γίνεσαι θεός• τα μεταμορφώνεις. Το γουρούνι, αν το πης νέτα σκέτα γουρούνι, δεν ταιριάζει• αν το πης χοίρος, από γουρούνι που είταν, αμέσως το κάμνεις λιοντάρι• η λέξη ναλλάξη, αλλάζει και το πράμα. Το _κουρέλλι_ δεν είναι τρόπος να το βάλης στη γλώσσα σου, γιατί βρωμά• πες το τουλάχιστο _κουρέλλιον_ κι αμέσως μοσκοβολά• δεν είναι πια κουρέλλι, είναι κουρέλλιον. Τα μούσμουλα είναι κάτι φρούττα σάπια, ολόμαβρα κι ο καθένας μπορεί ναγοράση. Εσύ μούσμουλα μην τα λες• βάφτιστα _μέσπιλα_ και βγαίνουνε ρόδα.
Ξεναντίας ένα πράμα, όσο ωραίο κι αν είναι, ξεπέφτει άμα του δώσης ταληθινό του τόνομα. Το λιοντάρι, αν το πης λιοντάρι, το κάμνεις και μοιάζει κατσίκι. Το λουλούδι, αν ταφήσης λουλούδι και δεν το βγάλης _άνθος_, χάνει όλη του τη μυρωδιά. Λεφτεριά να φωνάζης, με ξεσκίζεις ταφτιά• πολύ πιο νόστιμο είναι, αγάλια και με τρόπο να ψιθυρίζης• «ελευθερίαν». Είναι τώρα δυνατό να λες τη μητέρα σου _μάννα ή νενέ_; Τι σ' έκαμε να τη βρίζης; Λέγε της «μήτερ» και πάντα προσπάθιζε να ελληνίζης.
Τώρα που το συλλογιούμαι, λυπούμαι τους καημένους τους Εβρωπαίους, Γάλλους, Ιταλούς, Γερμανούς και τους άλλους. Ελάτε να τους μάθουμε πώς πρέπει να φέρνουνται. Δε βλέπουν οι δύστυχοι πόσο βάρβαροι, πόσο πρόστυχοι είναι. Για τούτο δεν το κατώρθωσαν κι όλας νάχουν και μια φιλολογία της αθρωπιάς. Μιλούν τη γλώσσα του λαού και δεν τόχουν ντροπή. Ο λαός λέει _padre_• κάθεται ο Ιταλός και γράφει _padre_. Φωνάζει ο λαός κάθε ώρα _liberté_• να κι ο Γάλλος που τυπώνει _liberté_. Ως τόσο έφκολο τους είναι να ξεβγενίσουν τη γλώσσα τους. Τι τους κοστίζει; Ο Γάλλος δεν έχει παρά ναλλάξη δυο γράμματα για να το κάμη _libertas_, που είναι αρχαίο. Ο Ιταλός φτάνει λιγάκι να το σιάξη, και γίνεται το _padre pater_ ή τουλάχιστο _pader_. Ο Γερμανός πάλε δεν έχει παρά να βάλη ένα _ο_, ένα _s_ και λέει Άrtztος το γιατρό. Ποια είναι τάχατις η δυσκολία; ο καθένας θα τους καταλάβη, αν πουν _pader, libertas_, ή _Άrtztος_. Να τους μάθουμε το σύστημά μας, για να μην κυλιούνται στη λάσπη που κυλιούνται, να τους υψώσουμε το νου, να τους δείξουμε που είναι πολύ πιο σωστό να γράφουν και να λένε _Chiffonium, Handschuhon, Asinos_. Για τον κόπο, ίσως μας δώσουν και μας καμιά μέρα, όχι ένα _brevet du gouvernement_, αλλά κανένα βρεβέτιον του γοβερναμεντίου.
Όσο προχωρούσε το βαποράκι και κοντέβαμε να φτάξουμε στη Χιο, είχα στο νου μου τα λόγια του δασκάλου. Πόσο χαίρουμαι που μ' έδωσε ο λογιώτατος τέτοιο μάθημα. Τώρα βλέπω που πήραμε καλήτερο δρόμο από τους Εβρωπαίους• μπήκαμε σε πιο ψηλή σειρά. Εγώ λέω μάλιστα να ξεπεράσουμε τους αρχαίους. Γιατί τάχατις θέλουμε μόνο τους αρχαίους τους τύπους και δε σκορπίζουμε τα _ε_ και κει που δεν τα είχαν οι αρχαίοι; Ξέρω που και χωρίς αφτό βάζουμε κάτω τους προγόνους, αφού στο μεσαιώνα αντίς « τοίος» λέγαμε συχνά «ετοίος», και σήμερα βγάλαμε ένα «εσύ» και κάπου ένα «ετούτος». Έτσι δείξαμε που και μεις έχουμε κάποια εβγένεια δική μας• κάμαμε δυο τύπους καινούριους εκεί που οι αρχαίοι είχαν έναν τύπο μόνο με το παράλογο το _ε_, την αιτιατική _εμέ_. Αλλά μπορούμε να φανούμε πολύ πιο άξιοι. Το «ετούτος» και το «εσύ» τάφτειαξε ο πρόστυχος λαός, ο ίδιος ο λαός που και πρώτα είχε φτειάξει το «εμέ». Εμείς οι γραμματισμένοι μπορούμε να ταιριάξουμε τύπους της φαντασίας μας. Φτάνει κανείς μια φορά στη ζωή του να καταλάβη με τι τρόπο πρέπει να φέρνεται στον κόσμο• ο καλός ο τρόπος για κάθε περίσταση θα του είναι χρήσιμος. Να διήτε τι αναγκαίο που μπορεί να μας έρθη καμιά μέρα το σύστημα του δασκάλου. Άβριο βγαίνω στο δρόμο, περνώ μπροστά από ένα μαγαζί, βλέπω μέσα διαμάντια, ρολόγια, πετράδια, μαργαριτάρια. Μπαίνω γρήγορα γρήγορα, αρπάζω τα διαμάντια και τρέχω. Τρέχει πίσω μου ο χρυσοχός και με πιάνει. Φωνάζει τον αστυνόμο κι ο αστυνόμος θέλει να με βάλη στη φυλακή. Με την καθαρέβουσα δε φοβούμαι τον αστυνόμο, γιατί του μιλώ αρχαία κι αμέσως βλέπει την εβγένεια της ψυχής μου. Άμα μ' αρπάξη και με πη• — «Εσύ είσαι ο κλέφτης;», τον κοιτάζω με περήφανο μάτι και για να καταλάβη τι άθρωπος είμαι, του λέω σοβαρά• — «Κύριε αστυνόμε, ουκ ενομίζω. Άπιθι εούν• κλωψ γαρ ειμί, ουχί δε κλέφτης.»
ΙΣΤ'.
Πόνοι κι αναστενασμοί.
Μήπως είναι πουλάκι που κελαδεί στην καρδιά μου; Μήπως είναι τα φτερά του που τρέμουν; Όχι! Είναι μόνο και μόνο που ο Χιώτης, όπου κι αν πάη, ποτές δεν ξεχνά την πατρίδα και πάντα γλυκαίνεται να τη βλέπη. Από μακριά την είδαμε τη Χιο κι αμέσως, σαν τα σύννεφα στον άνεμο, σκορπίστηκαν από το νου μου όλα τα λόγια του δασκάλου. Από μακριά την είδαμε τη Χιο, και μας φάνηκε, στα κύματα μέσα, σα χρυσολούλουδο του πελάγου. Από μακριά μυροβολούσε, ίσως για να μας χαιρετήση. Την καημένη τη Χιο! Ποιος θα τη διή και δε θα λυπηθή η ψυχή του; ποιος θα πατήση το χώμα της και δε θα κλάψη; Πόσα δεν έπαθε το δυστυχισμένο το νησί! Τι να τα λέμε; Έβγα στους δρόμους της όξω, ανέβα στα βουνά της και θα το καταλάβης. Φτάνει να κοιτάξης τους αθρώπους που είναι μέσα και δίχως να μιλήσουνε, θα στο πουν.
Όσο πήγαινε το βαπόρι, τόσο και κείνη προχωρούσε να μας απαντήση. Έρχουνταν η Χιο με τα βουνά της, με τους κάμπους της, με τις παντοτινές της πρασινάδες. Έρχουνταν κι όλο μυροβολούσε. Ο ήλιος κόντεβε να βασιλέψη• οι αχτίδες του είταν ακόμη σαν πλαγιασμένες απάνω στους λόφους και στις πεδιάδες• έλεγες πως κοιμούνταν. Κι ως τόσο σιγά σιγά παραπονιούνταν η Χιο. Μέσα από τα λαγκάδια, από τους βράχους κι από τα λιβάδια, μέσα από τους κάμπους κι από τα βουνά, μαζί με τω δέντρων τις μυρωδιές και ταρώματα τω λουλουδιών, έβγαιναν κρυφοί, μυριάδες αναστενασμοί. Τα λαγκάδια, οι βράχοι και τα λιβάδια, οι κάμποι και τα βουνά, οι πέτρες, το χώμα, τα λουλούδια, έμοιαζε πως είχανε φωνή κι όλο τα δύστυχο τα νησί αγάλια αγάλια μοιρολογούσε• — « Πότε, αχ! πότε θα φύγουν οι Τούρτσοι;»
Αναστέναζε η Χιο κι άλλα νησιά της απαντούσαν. Κ' η Κρήτη, κ' η Μυτιλήνη, κ' η Ρόδο, κ' η Σάμο κ' η θάλασσα όλη παραπονιούνταν. Η Χιο μοιρολογούσε πιώτερα από τάλλα τα νησιά• πια χαμηλή, κάτι πιο ντροπαλή μ’ έρχουνταν η φωνή της. Έλεγαν το ίδιο όλα τα νησιά κι από τον πόνο πήγαινε η καρδιά μας να ραγίση. Όλα λεφτεριά ζητούσαν. Έτριζε τα δόντια ο Κρητικός, θύμωνε το παλληκάρι στον πόνο του απάνω• — « Πότε θα τα διώξουμε τα σκυλιά;» Δεν είτανε νησί που να μην κλαίη. Από τον τόσο καημό έμοιαζε κ' η ατμόσφαιρα σαν πιο βαρειά, — σαν παραπονεμένη και κείνη.
Είχε γεμίσει ο ουρανός με τω νησιών τους αναστενασμούς. Με φάνηκε που τα παράπονά τους και τα κλάματα τα πικρά μισοσκέπαζαν τον ήλιο με το φως του• έμοιαζε σα να είταν ψιλός ψιλός αχνός, σα λεφτούτσικος καπνός που θόλωνε το γαλάζι. Κι ως τόσο δεν πήγαινε στον ουρανό η φωνή τους, δεν ανέβαινε στα ψηλά, μα σα συννεφάκι στέκουνταν πρώτα πρώτα στον αγέρα κ' έπειτα τραβούσαν οι αναστενασμοί ίσια ίσια στην Ελλάδα, ίσια ίσια στην Εβρώπη. Έλεγαν της Εβρώπης τα νησιά• — « Έλα! μη μας αφήσης μονάχα στων Τούρκων τα χέρια. Λυπήσου τα ορφανά, τα έρημα τα παιδιά.» Έλεγαν της Ελλάδας τα νησιά• «Μη μας ξεχνάς! Παραίτα τις μακρινές, τις δύσκολες ελπίδες. Μην κυνηγάς την Πόλη. Τους Σλάβους μην τους κυνηγάς. Μην έχης όλο στο νου σου μεγάλες ιδέες• ύστερα βλέπουμε. Έλα πρώτα σε μας• θα σε δώσουμε παλληκάρια να πολεμήσης• θα σε δώσουμε φόρους για να πλουτίσης. Με στρατιώτη και με παρά, ό τι θέλεις κατορθώνεις.
« Μη μας περιφρονής, μη λες• « Τα νησιά πάντα δικά μας.» Από μας πρέπει ναρχίσης. Διές μας και μας. Τι προσμένουμε; Λίγη βοήθεια να μας δώσης. Κάτι μπορούμε και μεις, γιατί πάντα, αγαπημένη μητέρα, εσένα ποθούμε, η λατρεία μας είσαι συ. Τη σημαία σου να διούμε και μας κάμνεις ό τι θέλεις. Τι φοβάσαι την Εβρώπη; Τι θα πη; μάννα μας δεν είσαι; Αμά πατήσης τούτο το χώμα, ποιος θα σε πη να φύγης; Έλα, έλα, γιατί μας βάραινε η σκλαβειά• στον κόρφο σου μέσα να μας πάρης• τα παιδιά σου σε ζητούν. Την πατρίδα μας θέλουμε όλα, και δε θέλουμε τίποτις άλλο.» —
Έτσι δέρνουνταν τα νησιά, τέτοιες κουβέντες είχαν ανάμεσά τους και σα σωστά με φάνηκαν τα λόγια τους. Την πονεμένη τη Χιο λυπήθηκα πιώτερα από τάλλα. Η τύχη της είναι ξεχωριστή. Βάσανα από πάνω κι από κάτω. Μέσα της έχει φωτιά που την τρώει. Βαθιά βαθιά στη θάλασσα κρυμμένο καίει το καμίνι, και κει που τη βλέπεις χαρούμενη, στα σωθικά της θρέφει το χαλασμό της. Από κάτω είναι κούφιο το χώμα κι ως τον πάτο της γης όλο βράζει το καζάνι. Κάπου κάπου ξεσπάνει και κλωνίζουνται τα βουνά, γκρεμνούν τα σπίτια και σκοτώνουν τους αθρώπους. Από πάνω άλλη φωτιά, άλλο καμίνι• ο Τούρκος κάθεται σαν την πλάκα στο κεφάλι της απάνω. Ο Τούρκος ξεσπάνει κάπου κάπου και κείνος• τότες πέφτουν τα κεφάλια. Αχ! πάλε κάλλια, παιδιά, ο σεισμός παρά το γιουρούσι. Κάλλια το καμίνι που βράζει παρά ο Τούρκος που σας πατεί. Τη φωτιά τουλάχιστο δεν τη βλέπετε• τον Τούρκο τον έχετε μπροστά σας κάθε μέρα, Η φλόγα που καίει στάντερα μέσα της Χιος σας πήρε μόνο το χώμα που ζήτε• ο Τούρκος σας έκλεψε τον ουρανό, σας σκεπάζει τον ήλιο που λάμπει για όλους, σας αρπάζει τον αγέρα που αναπνέουν όλα τα στήθια• σας σκλάβωσε και την ψυχή. Μια λέξη να πήτε δυνατά, λέφτερα να κοιτάξετε τον ουρανό δε σας αφίνει. Ανάθεμάν τον κι ανάθεμάν τον!
Είναι πούπετις νησί που νάπαθε τόσα; Ο Τούρκος αίμα δεν άφησε που να μη χύση. Όσους δεν έσφαξε, τους έκαμε δούλους. Πήρε παιδιά και μαννάδες, πήρε τα κορίτσια. Πόσους άκουσα να με τα λεν! Ποιος δεν τα θυμάται; Και να μη νομίζουμε που αφτά έγιναν και δε γίνουνται πια. Δεν τέλειωσαν τα βάσανα της Χιος. Με το σπαθί στο χέρι, στέκεται ο Τούρκος από πάνω της και τη φοβερίζει. Ας πάμε στη Χιο να τα διούμε. Κ' οι σεισμοί δεν τρομάζουν τον Τούρκο. Στο χαλασμό που έγινε είναι τώρα πέντε χρόνια, δεν ντράπηκε να μαζώξη φόρους. Πού να ξέρη ο Τούρκος τι έκαμε η Εβρώπη στο Μπερλίνο κι αν έφτειαξε συθήκες ή όχι; Η Εβρώπη είναι μακριά και δεν τη φοβάται; Τον παρά σου πρέπει να δώσης ή να σε πάρη τη ζωή σου. Διακόσιους στρατιώτες έστειλαν απάνω στα βουνά, για να κάμουν τι πράμα; Ένα χωριό να πολεμήσουν και να σκοτώσουν άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι πεινασμένοι, οι κουρελλιασμένοι πρέπει τώρα διπλούς φόρους να πλερώσουν και για ποιο λόγο; Για να χτίση στρατώνα η αφεντειά του, που με τους δικούς του παράδες δεν μπορεί μήτε στρατώνα να χτίση.
Οι γέροντες στα χωριά, όσο κι αν πονεί η καρδιά τους, πρέπει να κλειδώνουν τις πόρτες, άμα είναι να σηκώσουν τους φόρους, για να μη βγη χωρικός στη δουλειά, δίχως να δώση πρώτα τον παρά του. Άλλοι πάλε, που δεν έχουν ψωμί να φαν, προτιμούν από το παράθυρο όξω στα δρόμο να πέσουν, κι ας σπάσουν το κεφάλι τους. Ένας ζητιάνος είπε μια μέρα που φόρο να πλερώση δεν έχει, που όσο κι αν το θέλει δεν μπορεί. Ήρθε ένας ζαφτιές, να τον πάη κάτω στη χώρα• πήγαινε μπροστά ο ζητιάνος και πίσω του ο ζαφτιές. Κάθε ώρα τον έσπρωχτε, του σκουντούσε τη μέση με το κοντάκι, τον έκαμνε όλο αίμα και πληγή και του φώναζε τέτοια λόγια• — « Ο αφέντης μου σε προστάζει να του δώσης φόρο και τολμάς να μην τον ακούσης! Εσύ βγήκες, ψωρογκιαούρη, να βρίσης το βασιλιά μου και δεν ξέρεις που όλοι οι βασιλιάδες της Εβρώπης τόσο τον τρέμουν, που κανείς τους δεν τολμά να τον πειράξη.»
Οι δικοί μας στην Ελλάδα, τι κάμνουν, όσο μιλούν οι ζαφτιέδες με τέτοιο τρόπο; Λογαριάζουν πότε θα πάρουν την Πόλη, μετρούν πόσες δοτικές κατορθώνουν κάθε μέρα να πουν ή να γράψουν, πόσες είπαν τη δεφτέρα και πόσες την τρίτη. Καθαρίζουν τη γλώσσα. Ως τόσο κλαιν τα νησιά και δε βαστά η καρδιά σου να τακούς.