Το Ταξείδι μου

Part 5

Chapter 5 8 words Public domain Markdown

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δεν είταν περήφανος• με τους μικρούς μικρός και με τους μεγάλους μεγάλος. Άμα έβλεπε κανέναν πρόστυχο, κανέναν ψωριάρη με τα κουρέλλια, αμέσως του πετούσε κ' ένα — «_Δούλος σας ταπεινότατος_», που δεν ήξερε ο άλλος σε ποια τρύπα να χωθή. Πρόσταζε καφέδες, γλυκό, ρακί, ελιές κι ό τι θέλεις κάθε φορά που κανένας φτωχός έρχουνταν κάτι να του ζητήξη• ο φτωχός πια έτρεμε μπροστά του. Έκαμνε το σπίτι άνω κάτω, να τον καλοδεχτή, να μη δείξη τάχατις πως τον καταφρονεί για τη φτώχια. Και τεμενάδες, ένα σωρό! Καλό μάθημα για πολλούς από μας και μπορούμε να το σημειώσουμε.

Του άρεζε όμως και να παίζη. Έσερνε πάντοτες κατόπι του έναν καραγκιόζη δικό του, ένα χατζή με συμπάθειο, και τον είχε παιχνίδι. Του έδινε τσάι, κρασί, ρούχα, παπούτσια, κάπου κάπου και κλωτσιές. «Μιαρέ!», φώναζε μ' ένα έ σαράντα πήχες μακρί• « μιαρέ—έ — έ — έ» και κρύφτουνταν ο χατζής. Παρασίτους έχουμε ακόμη και σήμερα• νταλκαβούκης είταν κι ο χατζής. Ο χατζής άρπαζε τα ρούχα, άρπαζε και τις κλωτσιές. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, όταν είχε κέφι, του έλεγε• «Πρόσταξον αυθέντα», με μια φωνή που βουλιούνταν ο χατζής. Και μ' αφτό διασκέδαζε.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης είτανε σοβαρός στη δουλειά και κανείς δεν τον περνούσε σ' εμπόριο, αριθμητική, λογαριασμούς και λογαρίθμους. Μα ήθελε κάπου κάπου και λίγη διασκέδαση. Πολύ προκομμένος δεν είταν και γράμματα πολλά δεν είχε μάθει• είταν από τους παλιούς, είχε όμως νου και κρίση και, δίχως να ξέρη πολλά, έκοφτε το κεφάλι του• πάντοτες έβρισκε το σωστό. Τους δασκάλους δεν τους αγαπούσε• τους βαριούνταν και χολόσκανε• είταν του λαού. Κάποτες έρχουνταν ένας δάσκαλος να του μιλήση, και το κάτω κάτω να του χτυπήση παράδες για καμιά συντρομή. Αράδιαζε ο δάσκαλος τα ελληνικά του• — «Του μπαμπά σου τη γλώσσα να μιλής και μη με σκοτίζης• εγώ τα τέτοια δεν τα θέλω.» Κι ο δάσκαλος τον άκουγε αμέσως. Τι να κάμη;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τίποτις ψέφτικο δεν είχε• όλα του φυσικά, είταν όπως τον έκαμε ο Θεός κι απόξω τίποτις δεν είχε• δεν είχε τίποτις φτειαστό, τεχνητό. Είτανε σαν το φρούττο, πρι να γίνη ακόμη και το τσιμπήσουν τα πουλιά• έχει όλο του το ζουμί και μια ξεχωριστή νοστιμάδα. Στην Εβρώπη κακομάθαμε. Όλος ο κόσμος είναι ένα• ο Πέτρος μοιάζει τον Πάβλο. Κλάδεψε ο ίδιος μπαχτσεβάνης τα κλωνιά, κ' έρχουνται όλα ίσια ίσια. Δε βλέπεις το μέσα του καθενός. Εκεινού η ψυχή του γυάλιζε σαν τον καθρέφτη, σαν την κρύα βρύση. Πολλές φιλοσοφίες δε γύρεβε. Και δε φτάνει άραγες νάχη κανείς καλό στομάχι και κρίση ορθή; Τι θέλουμε και τι ζητούμε παραπάνω;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τα ήθελε όλα μπόλικα και φανταχτερά. Είχε τις παραξενιές του. Του άρεζε ή να τάχη όλα μεγάλα και καλά — ή κάλλια τίποτις να μην έχη. Μισά τα πράματα δεν τα χωρούσε ο νους του. Για να πάρη με καλό μάτι κανέναν ξένο, έπρεπε να του πουν πως είταν πρώτος στον τόπο του• τους άλλους τους είχε για σκουπίδια. Για να σε πη πλούσιο, έπρεπε νάχης μιλλιούνια• αν είχες ένα και μισό, δε σε κοίταζε. Χοντρά τα πράματα και παστρικά. Ή τόντις να φανούμε κατιτίς ή να μην κάμνουμε μισοδουλειές. Τώρα κατάλαβες γιατί δεν κατορθώνουμε τίποτις. Τι σωστός Γραικός που είταν, αλήθεια, ο αδερφός μου ο Γιάννης!

Ο αδερφός μου ο Γιάννης με πήγε σ' όλους του τους φίλους. Γνώρισα και τον πρωτοψάλτη που του έδινε μαθήματα μουσικής, γιατί ο αδερφός μου ο Γιάννης ήξερε να ψάλλη περίφημα κι όταν καθούντανε στην κάμερή του, αρχινούσε μοναχός του κ' έψαλνε ώρες. Έτσι είναι στην Πόλη. Με τα θρησκεφτικά περνά τουλάχιστο ο καιρός. Κάτι πρέπει να κάμη κανείς, κι άλλο από θρησκεφτικά δεν έχουν άδεια να κάμουν οι πολίτες. Εκεί πάει όλη τους η ενέργεια.

Γνώρισα σε κείνο τον καιρό και το δυστυχισμένο τον «Τελαμών». Τον είχαν οι γονιοί του βαφτισμένο Κωστή• για να το ξεβγενίση, έβγαλε μοναχός του όνομα Τελαμών. Ο δύστυχος! Ένα μόνο κατώρθωσε, που όλος ο κόσμος τον έκλινε• «τον Τελαμών, του Τελαμών.» Έκλαιγε ο Κωστής για την αμάθεια. Ίσια με κει το πήγαν οι δασκάλοι• δεν ξέρουν τους νόμους της γλώσσας μας και με τους ψεφτοκανόνες τους, με τις ελληνικούρες, μας φόρτωσαν και μια κλίση που δεν κλίνεται. Μόνο δε φταίει ο λαός• φταιν εκείνοι. Βαριούμουν και γω τόνομά του, γιατί και γω είμαι του λαού• δεν ήξερα πώς να τον πω, Τέλαμον, Τελαμών ή τουλούμι. Σώπαινα λοιπό κιαπόφεβγα τη συντροφιά του.

Εμένα μ' άρεζε ο Πλατανίσσης μέσα σ' όλους τους φίλους του αδερφού μου του Γιάννη. Φάγαμε μια μέρα μαζί στα Ψωμμαθιά και ποτές τόσο δε γέλασα. Ο Πλατανίσσης είταν άλλο βουνό. Πώς να σας τον παραστήσω; Με τι να συγκρίνω τον Πλατανίσση, που να μοιάζη; με τι παλάτι, με τι κάστρο, με τι νησί; Βρήτε με καμιά κατάλληλη σύγκριση για τον Πλατανίσση• πρέπει να τον πούμε νησί! Το νησί ταιριάζει καλά και βρήκαμε την εικόνα που θέλαμε. Ο Πλατανίσσης, ίσια ίσια, είταν όλο φάρδος και πάχος• ανάστημα πολύ δεν είχε, μα τι πλάτες, μα τι μέση, μα τι κεφάλι! — σα μυλόπετρα! Κι ο ίδιος καμάρωνε. Πλούσιος δεν είταν ο κακόμοιρος, μα τον έβλεπες πάντοτες χαρούμενο• δεν παραπονιούνταν ποτές• του άρεζε η ζωή και του άρεζε μάλιστα ο τρόπος που ζούσε. Το κέφι του κοίταζε και τίποτις άλλο! Ό τι είχε δικό του ο Πλατανίσσης, αμέσως έπρεπε να σε πη που κανένας άλλος δεν το είχε. Κάθε ώρα, έβγαζε κατιτίς από τη φαρδειά του την τζέπη, — (η τσέπη του είταν πια μαγαζί!) —, ή κουτί σπίρτα ή σουγιά ή μολύβι ή κουμπί και μας τόδειχτε. — « Διέστετο, δεν έχει τέτοιο κανένας!» Στα Ψωμμαθιά που κάτσαμε να φάμε, μας έβαλε δυο σκαμνιά, ένα πιάτο και λίγη μουστάρδα• — « Τέτοια μουστάρδα, παιδιά, μας κάμνει, κ' η βασίλισσα της Ιγγιλτέρας δεν την τρώει.»

Δε σ' αρέσει να καφκιέσαι, καλέ μου φίλε που με διαβάζεις; Όχι; Τότες δεν είσαι Γραικός και να πετάξης το βιβλίο μου. Ποιος από μας δε διψά για έναν έπαινο; Εγώ πεθαίνω! Πεθαίνεις και συ άλλο τόσο, μα δεν το λες. Όσα έχει ο Γραικός — κι ας μην έχη τίποτις — είναι καλά, και μόνο εκείνα καλά• τάλλα δεν αξίζουν. Ο Πλατανίσσης όμως είχε κάπου κάπου έναν έπαινο και για τους άλλους. Έπιανε μάλιστα γρήγορα φιλία• το φίλο του στον ανέβαζε ίσια με τον ουρανό• — « Δεν ξέρεις τι παιδί! διαμάντι!» Μα... έρχουνταν και το μα. Το διαμάντι ξαναγίνουνταν κάρβουνο. Μαζί τα πηγαίναμε λαμπρά. Την πρώτη φορά που τον είδα, βαστούσε στο χέρι ένα μπαστούνι που με φάνηκε πλάτανος. Πρι να με πη τίποτις, του λέω• — « Τέτοιο ραβδί δεν είδα στη ζωή μου!» Δε φαντάζεσαι τη χαρά του. Πήγε να με φιλήση κι από τότες μ' εγκορφώθηκε. Είπε όμως και κείνος μερικά για το μπαστούνι, γιατί όσο κι αν παινέσης το Γραικό, ποτές σου δεν τον παίνεσες όσο θέλει.

Τους έκαμνα χάζι και τους δυο μαζί. Όταν έπιαναν τις κουβέντες, τελειωμό δεν είχαν. Ο Πλατανίσσης έφτειανε κάτι φράσες δικές του• τα λόγια του είτανε γεμάτα νοστιμάδες. Κάθε τόσο, σ' έβγαζε κ' ένα• — « Μας γίνεται λόγος!» Αφτό το «_μας γίνεται λόγος_» έπαιρνε κ' έδινε όσο τον άκουγες. Άμα σ' έλεγε τίποτις για κανένα μεγάλο ή σημαντικό πρόσωπο, συνήθιζε να λέη και το «κάποιος». Όταν του ρωτούσαν τόνομά του ή όταν ο ίδιος σε μιλούσε για λόγου του, αμέσως σε πετούσε κ' ένα• — «Κάποιος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος.» Μάλιστα, γιατί του άρεζε να φαίνεται πως είναι κάτι, τόκαμνε κι όλας• — « Κάποιος τρομερώτατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος». Αφτός όμως ο «_κάποιος τρομερώτατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος_», παίζοντας μια μέρα με τα μπαστούνι του, μοναχός του και δίχως βοήθεια, σκόρπισε σα μύγες δεκάξι ζαφτιέδες. Μπράβο το παλληκάρι!

Δεν έπρεπε να πέσης στα χέρια του. Δεν έπρεπε να πέσης στα χέρια του αδερφού μου του Γιάννη, γιατί και τον Πλατανίσση τον έβαζε κάτω. Τους γιγάντους τους σέβουνται και τα νησιά. Κατάλαβα μάλιστα που δεν έπρεπε να πολυμιλώ για τον Πλατανίσση, δεν έπρεπε να τον πολυδοξάζω, μήτε να τον κάμνω χάδια• ο αδερφός μου α Γιάννης τόπαιρνε ανάποδα• — «Γιατί τάχατις τον Πλατανίσση, κι όχι εμένα;»

Για την ώρα, είταν όλο γαλήνη ο αδερφός μου ο Γιάννης. Διασκεδάζαμε με τους συντρόφους και κάμναμε ένα βιος που δεν είταν άλλο. Με τα λόγια, με τους χωρατάδες, με τα γέλοια περνούσε περίφημα ο καιρός — ήσυχα και πολιτικά. Με τον αδερφό μου το Γιάννη έφκολα καλοπερνούσες, αν ήξερες να τον πιάσης• θύμωνε μόνο όταν έπρεπε να θυμώση. Κι αφτό μπορεί κατόπι να το διούμε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είταν αρνί είταν όμως και λιοντάρι.

ΙΑ'.

Πατριαρχικά.

Δεν μπορεί κανείς όλο να χωρατέβη. Τον αδερφό μου το Γιάννη ίσως τον ξαναδιούμε και πιο ύστερα. Για την ώρα είχα άλλες δουλειές. Σηκώθηκα ένα πρωί να πάω στο Πατριαρχείο. Με καρδιοχτύπι πάτησα το χώμα του Φαναριού. Προσκυνούσα και τις πέτρες του δρόμου. Μ' έδειξαν την πόρτα που είχαν κρεμάσει τον πατριάρχη. Μάλιστα μ' είπαν που αφού τον κρέμασαν και βγήκε η ψυχή του, τον ξεκρέμασαν και τον έρριξαν κάτω στη θάλασσα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω κι' ακόμη δεν το πιστέβω. Βέβαια δε μ' έλεγαν την αλήθεια και δε θα είταν έτσι το περιστατικό. Τον πατριάρχη δεν τον ξεκρέμασαν• τον έβλεπα πάντοτες απάνω στην πόρτα, σα να κρέμουνταν και τώρα, με το ράσο του το μάβρο και με τ' άσπρα του τα μαλλιά. Στο πρόσωπό του είτανε γραμμένα όλα μας τα βάσανα, γραμμένες όλες μας οι δυστυχίες. Για να μη βλέπω πια τον πατριάρχη, πρέπει καμιά μέρα να διώ στην ίδια θέση το Σουλτάνο.

Τρέμοντας και μ' άφατο σέβας, ανέβηκα τις σκάλες, και μπήκα μέσα σ' ένα μικρό καμεράκι. Εκεί μας δέχτηκε ο πατριάρχης. Ήσυχα κι αγάλια, με τρόπο γλυκό, με χαμηλή φωνή, με πολλή κρίση και καλοσύνη, με μιλούσε ο Παναγιώτατος για τη θρησκεία, για το έθνος, για τους δικούς μου, γιατά μένα. Εγώ στέκουμουν εκεί σα βουβός. Δεν μπορούσα, νανοίξω το στόμα, δεν μπορούσα λέξη να βγάλω για να τον απαντήσω. Φαντάζουμαι πως θα του φάνηκα σα χαμένος. Η αλήθεια είναι που η καρδιά μου πάλεβε κ' έτρεμε, σαν κανένα χέρι να την έσφιγγε δυνατά και σα να γύρεβε η καρδιά μου να γλυτώση από το σφίξιμο το φοβερό. Προσπάθησα κάτι να πω, τα μπέρδεψα, προσκύνησα κ' έφυγα.

Ας αφήσουμε τα παιχνίδια• εδώ πολλά λόγια δε χρειάζουνται. Θρήσκος με το παραπάνω δεν είμαι. Μα ποιος μπορεί να διή Πατριαρχείο και Πατριάρχη, δίχως να ταραχτή; Τετρακόσια χρόνια στάθηκε τούτος ο μικρούτσικος τόπος, — ένα ξύλινο σπίτι, ένα παλιόσπιτο, — το μόνο μας καταφύγιο, η μόνη πατρίδα. Εδώ βαστιούνταν το έθνος.

Ξέρω τι θα με πήτε, γιατί εμείς αγαπούμε να τα ξεσκαλίζουμε όλα. Θα με δείξετε που όλοι οι πατριάρχηδες δεν είταν άγιοι• θα ξετάσετε την ιστορία τους• θα βρήτε μέσα λεκέδες ένα σωρό. Ο ένας έγδερνε το λαό και σήκωνε άδικα φόρους• ο άλλος έπαιρνε χρήματα• ένας τρίτος δε ζούσε σαν καλόγερος που είταν. Αφήστε τα τέτοια και δε με μέλει• δε θέλω να τακούσω, δε θέλω να τα ξέρω. Τους γνωρίζω τους λεκέδες• μα σφαλνώ τα μάτια και δεν τους βλέπω. Τι να τους διώ; Αν τους αθρώπους τους θέλετε όλους αγγέλους, από τώρα λέω να σηκώσουμε την τέντα μας και να πάμε να τη στήσουμε στα σύννεφα. Μην κοιτάζουμε όλο τάτομα• ας διούμε μια φορά και την ιδέα. Όταν πούμε τίποτις για το Φανάρι, ας έχουμε στο νου μας όχι τους πατριάρχηδες έναν έναν, άλλα το Πατριαρχείο μοναχά. Το Πατριαρχείο τόντις κάτι σημαίνει.

Οι καλοί μας οι πολίτες κάθε δυο χρόνια πρέπει να κάμουν άλλο πατριάρχη. Άμα τον κάμουν, τους βλέπεις και περπατούνε στους δρόμους με χαρούμενο πρόσωπο, σα να είχαν πριν κανένα βάρος στο στομάχι και τώρα τόβγαλαν αποπάνω τους. Τους ακούς να λεν• — « Καλά που τον ξεφορτωθήκαμε! Όλα τάφταιγε αφτός ο πατριάρχης! Όλα τα κακά τα είχε. Ο καινούριος ο πατριάρχης είναι φρόνιμος, άξιος άθρωπος — και με νου• όλα τα καλά τάχει. Τώρα θα πηγαίνουν τα πράματα περίφημα.»

Οι καλοί μας οι πολίτες έτσι μιλούν — κάθε δυο χρόνια• για κάθε καινούριο πατριάρχη, λεν τα ίδια. Πού είναι ο σιδερένιος διοργανισμός, πού τα γερά θεμέλια και πού το χέρι της Ρώμης τω Λατίνων, της Ρώμης που κατώρθωσε στα βασίλεια να βασιλέψη και την Εβρώπη να κυβερνήση; Εμείς, τίποτις απ' αφτά δεν ξέρουμε. Οι κοσμικοί κάμνουν και ξεκάμνουν τους παπάδες• οι ιδιώτες κυβερνούν Εκκλησία και Πατριάρχη. Έναν είδα μάλιστα να τα ψάλη, σαν που λεν, ενός δεσπότη. Ο καθένας ανακατώνεται στα θρησκεφτικά, γιατί άλλη δουλειά δεν έχει. Ξέρετε που κι ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε μάθει την ψαλτική. Όταν τα συγκρίνεις τα δικά μας με τη Ρώμη, σε φαίνουνται κωμωδία. Κι ως τόσο ποιος ακόμη και σήμερα βαστιέται και μνίσκει, κ' είναι αντίπαλος της Ρώμης; Ο πατριάρχης αφτός που αλλάζει κάθε δυο χρόνια. Ήρθε μια μέρα — είναι καιρός κ' αιώνες — που ο πατριάρχης κι ο πάπας χωρίστηκαν ο ένας από τον άλλο• έτσι τόφερνε, όχι η θρησκεία, όχι το « Πιστεύω», όχι ένα « και», σαν που το νομίζει ο κόσμος• έτσι τόφερνε η ιστορία και κάτι λόγοι της γεωγραφίας. Άμα μεγάλωσε η Δύση, έγινε ανάγκη να μην ακούση κανέναν και να μην έχη στο κεφάλι της αφέντη ξένο, τον αφτοκράτορα της Ανατολής, που κι ο πάπας έπρεπε να τον ακούση. Ο Καρλομάγνος δεν ήθελε άλλο νοικοκύρη παρά τον Καρλομάγνο• οι άρχοντες της Δύσης είχαν την υλική εξουσία, θέλησαν όμως νάχουν και την πνεματική. Έκαμαν το δικό τους τον Πατριάρχη, τον πάπα, ανεξάρτητο από το βασιλέα της νέας Ρώμης.

Ο πατριάρχης κι ο πάπας μοιράστηκαν τότες τον κόσμο. Πήρε ο ένας τη Δύση κι ο άλλος την Ανατολή. Σε λίγο καιρό, η ορθοδοξία έκαμε το Ρούσσο δικό της. Έτσι πιάνει τον τόπο της στην Εβρώπη, και σήμερα έχει κάποια σημασία και δύναμη. Τίποτις περισσότερο όμως δε θα κατορθώση• εκεί θα σταθή• άλλους από τους Ρούσσους δε θα κάμη δικούς της. Το κακό — ή το καλό — είναι που ο Γραικός δεν έχει μέσα του μεγάλη θέρμη για τα μυστήρια της θρησκείας και για την πίστη, δεν έχει φανατισμό. Είναι θεολόγος καλός, θρήσκος καθαφτό δεν είναι• έχει εβλάβεια, φωτιά του λείπει. Η θρησκεία δεν του κόφτει την όρεξη, δεν του χαλνά τον ύπνο, δεν του ανάφτει τη φαντασία ή την καρδιά• κάθεται όλη μέσα στο νου του. Οι άγιες Τερέζες, οι Φραγκίσκοι της Ασίζας σε μας δε γεννιούνται. Ο Γραικός δε φροντίζει να καταπείση τους άλλους, να τους κάμη ορθόδοξους• θρησκεία για το Γραικό άλλο τίποτις δε θα πη παρά πατρίδα — και την πατρίδα του δεν τη θέλει για τους άλλους• τη θέλει για λόγου του μόνο.

Για τούτο κι ο πατριάρχης δεν μπόρεσε ποτές να γίνη σαν τον πάπα, δυνατός και μεγάλος. Στο μεσαίωνα είταν από κάτω από το βασιλιά• τον έλεγαν _πρόβληση αφτοκρατορική_. Μια φορά μόνο μπόρεσε νακουστή η φωνή του• πρώτο πρόσωπο δεν έγινε ποτές ο πατριάρχης στο Βυζάντιο. Το σύστημά μας έχει τα καλά του• δεν του λείπουν όμως και τα κακά. Έχει μάλιστα για την ώρα ο Πατριάρχης δύσκολη θέση. Ή το Ρούσσο πρέπει νακούση ή τον Τούρκο. Κι ο ένας θυμώνει όταν ακούση τον άλλο. Κοντέβει πάλε να χωριστή καμιά μέρα η Εκκλησία μας. Γρήγορα θα μας ξεφύγουν οι Ρούσσοι. Πού ο Ρούσσος να το βαστάξη ποτές, — ο Ρούσσος που θέλει να είναι παντοδύναμος στον τόπο του, — που να το βαστάξη, άλλος στα ξένα νάχη πνεματική εξουσία, μεγαλήτερη από τη δική του και να μπορή να τον προστάζη; Ό τι έγινε με τη Δύση, θα ξαναγίνη πάλε με τη Ρουσσία. Θα βρεθή τότες κανένα καινούριο «και», καμιά δυσκολία για το «Πιστεύω». Πολλούς άκουσα να με λεν « Ο πατριάρχης είναι πατριάρχης στους ραγιάδες. Ας πα να βασιλέβη στην Πόλη, όχι σε μας. Τι μπορεί στην Ελλάδα, στη Ρουσσία, που είναι βασίλεια ανεξάρτητα;»

Αφτά τα λόγια θα μας βγάλουν καμιά καινούρια ετεροδοξία. Δε θα το φταίξη η θρησκεία• έτσι πάλε θα το φέρη κανένας λόγος της ιστορίας, έτσι θα το θελήση καμιά πολιτική ανάγκη. Όσο κάθουνται οι Τούρκοι στην Πόλη, όλα τα κακά θα τα πάθουμε. Κ' οι δικοί μας πάλε, άλλο τόσο πολεμούν τον πατριάρχη• ό τι θέλουν πρέπει να το κάμη. Οι Ρούσσοι κ' οι Γραικοί μαζί του φιλούν το χέρι, μα του έχουν το χέρι δεμένο. Του το φίλησα και γω κ' έλεγα μέσα μου• — «Πρέπει, πρέπει να γκρεμιστούν οι Τούρκοι!»

Όπου πάω, ό τι κάμω, ό τι απαντήσω, παντού βλέπω, παντού βρίσκω τον Τούρκο. Φτάνει νανοίξω τα μάτια, φτάνει να γυρίσω να διώ, όλα με θυμίζουν τη σκλαβιά. Πήγα στην Αγιά-Σοφιά κ’ έπρεπε να φορέσω τουρκικά παπούτσια, για να μπω σ' ορθόδοξη εκκλησιά. Πού να κοιτάξω να διώ τα μεγαλεία της τέχνης; Τα παπούτσια που φορούσα μ' έκαιγαν τις πατούνες και κάθε ώρα έβραζα μέσα μου• μ' έρχουνταν όλο να τα πετάξω στου πορτάρη το μούτρο.

Πήγα στο Σελαμλίκι κι από μακριά που στέκουμουν είδα έναν αφανισμένο, άρρωστο και κατάχλωμο άθρωπο, που περνούσε βιαστικά• είταν ο Σουλτάνος. Είδα στρατιώτες, αξιωματικούς, στρατηγούς στην παράταξη κ' έλεγα μέσα μου• — « Να κ' η βαρβαριά που ροβολάει». Κι όσο τους έβλεπα, σήκωνα τα μάτια, για να διώ τάχατις α δεν πέσουν ξαφνικά φλογερές αστραπές από τον ήσυχο, τον ολόφαιδρο ουρανό.

Πήγα με τον καλό μας τον Ω, να σεργιανίσω τη Βλαχέρνα και ταρχαίο το Βυζάντιο. Ο σοφός μας ο αρχαιολόγος μ' έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι• — « Εδώ είταν εκκλησιά και την έκαμαν τζαμί• εδώ είταν παλάτι κ' έγινε αχούρι. Το ξέρω, γιατί διάβασα την τούρκικη επιγραφή, απάνω στην πόρτα της εκκλησιάς, που το γράφει, και γιατί πέρασα τρεις φορές όλους τους Βυζαντινούς της Μπόννας». Εγώ, όσο τον άκουγα, μ' έπιανε μια φοβερή σταναχώρια. Μ’ έτρωγαν τα λόγια του σα σκουλήκι. Έβραζε το αίμα μου και θυμούμουν την πρώτη νύχτα που είχα πλαγιάσει στην Πόλη• έσκανα. Έπρεπε κάπου να ξεσπάσω.

ΙΒ'.

« Καπιτάν μπουρντά γκελίορ»

Αφότου είμουνα στην Πόλη, δεν είχα πάει ακόμη στο Μπογάζι. Οι δασκάλοι το λένε Βόσπορο κ' έχουν άδικο οι δασκάλοι. Ο λαός Κατάστενο το ξέρει• κάπου κάπου μπορεί και Βόσφορο να στο πη. Οι δασκάλοι θαρρούν πως τάμαθαν όλα• δεν έμαθαν όμως ακόμη που πρέπει κανείς να σέβεται τις δημοτικές ονομασίες κάθε τόπου. Η μάθησή τους δε φτάνει ίσια με την επιστήμη. Επιστήμη νομίζουν όσα χωρεί το στενούτσικό τους το κεφαλάκι. Φωνάζουν όλοι οι σοφοί του κόσμου, γράφουν, πολεμούν, παρακαλούνε να τους δώσουμε τους τύπους που συνηθίζει ο λαός. Τίποτις! Οι δασκάλοι μήτε τάκουσαν. Οι σοφοί κ' οι γλωσσολόγοι θυμώνουν που δεν είμαστε άξιοι να καταλάβουμε τι γυρέβουν από μας, κ' οι δασκάλοι τι κάμνουν; Ίσια ίσια για να μην έχουν οι Εβρωπαίοι κακή ιδέα για την Ελλάδα, κόφτουν, κλαδέβουν, ξεπαστρέβουν, καθαρίζουν τα γεωγραφικά ονόματα, τα στρώννουν, τα φέρνουνε στο ελληνικό — και προσμένουν ήσυχα να τους καμαρώσουμε στην Εβρώπη! Πως καταστρέφουν την ιστορία με την ψεφτογραμματική τους, μήτε τους πέρασε από το νου. Τι θα κάμης λοιπό με τέτοια... κεφάλια;

Εγώ λέω να μην κάμης τίποτις και να σείρουμε το δρόμο μας, γιατί βαρέθηκα τους δασκάλους. Τους βαρέθηκες βέβαια και συ που με διαβάζεις. Όσο για το Βόσφορο, μ' αρέσει Κατάστενο να το λέω• έτσι το συνήθιζε η γιανούλα και τούτο με φτάνει. Μ' αρέσει και Μπογάζι να τακούω• όσο είναι οι Τούρκοι στην Πόλη, με φαίνεται καλό νάχουμε κι αφτό τόνομα — για να μην ξεχνούμε.

Ένα πρωί θέλησα λοιπό να σεργιανίσω το Μπογάζι και να διώ κάτι φίλους στην εξοχή. Κατέβηκα στο γεφύρι, το βαπόρι σφύριζε, πήρα μπιλλιέτο, και μπήκα μέσα να πάω στο Μπουγιούχντερε. Μ' αφτό τόνομα οι καημένοι μας οι δασκάλοι τα μπερδέβουν. Τις δοτικές τις σκορπίζουν όπου μπορούν• _εν Ταταούλοις_ θα σε πουν, _εν Βλαχέρναις_ κι άλλες τέτοιες νοστιμάδες. Με το Μπουγιούχντερε αδύνατο να χώσουν και μια κατάληξη αρχαία• τόνομα τούτο δεν κλίνεται. Το Μπουγιούχντερε τους το κάμνει πείσμα. Το Μπουγιούχντερε μοναχό του ρίχτει κάτω όλα τους τα σοφά τα συστήματα, τη γραμματική τους και τη γλώσσα τους. Ας κατεβάσουν πενήντα χιλιάδες απαρεφάτους, μιλλιούνια πληθυντικές δοτικές• φτάνει το Μπουγιούχντερε να δείξη τη μυτίτσα του, να ξετρυπώση ξαφνικά και να βγη στη μέση. Αμέσως βλέπουμε τι τρέχει, καταλαβαίνουμε που ζούμε στα χίλια οχτακόσια τόσα κι όχι στης πρώτης ολυμπιάδας τον καιρό. Το λαμπρό τους το παλάτι γκρεμνά και πέφτει, και φαίνεται με μιας, από κάτω από τις πέτρες του παλατιού, το σημερνό μας, ταληθινό μας το γραικικό χώμα.

Πόσο ταγαπώ αφτό το Μπουγιούχντερε! Δαιμονίζει τους δασκάλους. Να το κάμουν άξαφνα Βαθυρρύαξ, κ' οι ίδιοι δε θα καταλάβουν τι λεν. Πρέπει να το πουν Μπουγιούχντερε, έχει δεν έχει. Έπειτα, ας μας κόψουν όσες ελληνικούρες έχουν όρεξη. Δε μας μέλει πια! Για να χάση το γάλα την κάτασπρη του θωριά, φτάνει να πέση μέσα μια σταλιά καφές. Έτσι και με τη γλώσσα• άμα βάλης μέσα έναν τύπο μόνο που δεν είναι αρχαίος, τέλειωσε! Δεν είναι πια η γλώσσα σου αρχαία• τίποτις δεν είναι. Του κάκου πολεμούν οι δασκάλοι, του κάκου πασκίζουν! Η γλώσσα τους μοιάζει με λίμνη• τη γεμίζουν καθαρό νερό και την καμαρώνουν οι ίδιοι. Για να θολώση το νερό, άλλο δε χρειάζεται παρά να ρίξης μέσα ένα μικρούτσικο Μπουγιούχντερε, ας είναι κ' ένα άφαντο _να_. Με μιας χάνεται όλη η ψέφτικη ομορφιά της λίμνης κ' η καθαρέβουσα λασπώνεται.

Οι δασκάλοι δε βλέπουν και ποτές δε θα διούν που, για όποιονα τόντις ξέρει, αγαπά και σέβεται την αρχαία, φτάνει ένας μόνος τύπος να μην είναι αρχαίος και καταστρέφει όλους τους άλλους. Ένα _εμπόδισε_ κάπου να βάλουν, ένα_έγινε_ να τους ξεφύγη, ένα _ηξεύρω_ να πουν, ένα _τίποτε_ να γράψουν, παν όλα! Μεγαλήτερο το κακό παρά αν είταν όλα _βάρβαρα_, σαν που τα λεν• αν είταν όλα βάρβαρα, θα φαίνουνταν τουλάχιστο μια σειρά, μια αλήθεια. Με τον τρόπο το δικό τους, φαίνεται η αρχαία τόντις βάρβαρη κι ανώμαλη. Ένα όνομα καινούριο, ένας δημοτικός τύπος, μια λέξη νέα χαλνά την αρχαία — κι αφανίζει όλες τις δοτικές.

Εγώ που δεν ξέρω δοτικές, δεν ντράπηκα να μπω στο _βαπόρι_, και να πάω στο _Μπουγιούχντερε_. Ο καμαρώτος, άμα μ' είδε, μυρίστηκε ξένο. Αμέσως ήρθε να με χαιρετήση, να με δώση την καλήτερη θέση του βαποριού. Ο καμαρώτος είταν Αρμένης. Πού να μιλήση γραικικά, αφού οι Αρμένηδες και τη γλώσσα τους δε θέλουν πια να μάθουν, και λεν πως είναι Τούρκοι; Κατάλαβα όμως τι μ' ήθελε. Δεν είχε και πολλά να με πη. Μ' έδειξε μόνο σε τι θέση έπρεπε να κάτσω. Με πήγε απάνω στο γεφυράκι με τα σίδερα, που συνηθίζει ο καπετάνιος και στέκεται. Κείνη την ώρα ο καπετάνιος — ένας Τούρκος — είχε δουλειά από τάλλο το μέρος. Κάθισα το λοιπό με την ησυχία μου από την άλλη μεριά. Η καρέγλα μου βρίσκουνταν από πάνω από τα ταμπούρλα κι άκουγα τις ρόδες που γύριζαν. Έβλεπα δεξιά τον καπετάνιο που κοίταζε μπροστά του και πρόσταζε. Ο καμαρώτος μ' έφερε ένα σκαμνί για τα ρούχα, ένα σκαμνί να ξαπλώσω τα ποδάρια μου, ένα σκαμνί να με βάλη καφέ και λουκούμι. Του έδωσα μερικούς παράδες, και με γελαστό πρόσωπο, με ζαχαρένιο χαμογέλοιο, στάθηκε μια στιγμή κι άπλωσε το χέρι, τάχατις για να με δώση να καταλάβω που θα βλέπω λαμπρά στη θέση που κάθουμουν και να με δείξη το θέαμα. Έκαμε δυο τρεις τεμενάδες κ' έφυγε.

Είταν η θέα τόντις μοναδική. Όσο προχωρούσαμε, ξεσκέπαζε το Μπογάζι τις ομορφιές του. Όλο μ' έδειχτε καινούρια μεγαλεία. Πιώτερο από κάθετίς άλλο μ' άρεζαν τα νερά του• στα νερά πρόσεχα, στα νερά είχα το νου μου. Τη θάλασσα δεν μπορούσα να τη χορτάσω. Απορούσα με το πολύ το νερό. Το Μπογάζι έχει νερό όσο θέλεις. Τι καλό μέρος για να πνίξη κανείς όλα τα σκυλιά που κυλιούνται στα σοκάκια! Τα σκυλιά να τα φοβάστε• μην τα βλέπετε τώρα που σέρνουνται μισοκοιμισμένα στους δρόμους. Μάθαμε που μπορούν καμιά μέρα να λυσσιάξουν, και τότες αλλοίμονο! Ο Παστέρ, όσο άξιος κι αν είναι, ίσως δεν μπορέση να μας γιατρέψη. Πάλε πιο ήσυχοι θα είμαστε, όταν τα ρίξουμε στο νερό. Εκείνο το νερό του Κατάστενου, δεν ξέρετε τι θάματα που τα κάμνει. Έχει κάτι μέσα του, εκείνο το νερό. Όλη αφτή η θάλασσα που λούζει την Πόλη έχει κρυμμένη βαθιά κάτω στον πάτο της μια μυστική δύναμη. Όποιος περάση αφτή τη θάλασσα για νάρθη στην Πόλη, είναι χαμένος άθρωπος. Για να μη χαθή κανείς, πρέπει να βρεθή στην Πόλη, δίχως νάχη περασμένη τη θάλασσα. Διέστε τόντις τι παράξενη δουλειά!