Το Ταξείδι μου

Part 2

Chapter 2 7 words Public domain Markdown

Το κρασί, λέω μάλιστα να ταφήσουμε όλους διόλου• το κρασί μοιάζει σα να είναι το φοβερό εκείνο το γραικικό φιλότιμο, που μας ζαλίζει το κεφάλι και που μας θολώνει την αλήθεια. Κάμαμε γλώσσα καινούρια, αλλάξαμε προφορά, με το δικό μας μαζί πήραμε κάπου κάπου στις φλέβες μας μέσα κι άλλο αίμα. Το πρώτο μας χρέος είναι να το ξέρουμε και να το λέμε. Ένας λαός υψώνεται άμα δείξη που δε φοβάται την αλήθεια. Όταν τη φοβάται, θα πη που δεν τιμά, που δε σέβεται τον εμαφτό του. Στολίζεται με ξένα ρούχα και βάζει ψέφτικες θωριές στο πρόσωπό του, σα να του φαίνουνταν πως δεν του φτάνουν τα φυσικά του στολίδια. Πρέπει νάχουμε συνείδηση καθαρή. Ας έχουμε και καλήτερη ιδέα για την καινούρια μας την Ελλάδα και για το νέο μας το λαό. Ας μην ντραπούμε να φανούμε ό τι είμαστε. Έτσι θα δείξουμε πιώτερη αξιοπρέπεια. Να μη ζητούμε ξένα φτειασίδια και προτερήματα που δεν έχουμε. Όσο μικρά κι αν είναι τα δικά μας, θα προκόψουμε την ημέρα που θάχουμε το θάρρος να περηφανεφτούμε με τα δικά μας μοναχά.»

— «Κάλλια, παιδί μου, νάπιανες νάγραφες κινέζικα, κάλλια να καταγίνουσουν — είναι καιρός ακόμη — με καμιά γλώσσα της Αουστραλίας ή της Αφρικής, παρά να διαβάζης τα γραικικά. Μη σε μέλη• οι δικοί μας ποτές γνώση δε θα βάλουν και συ άδικα θα χολοσκάνης. Ο μπελάς στο κεφάλι σου θα ξεσπάση. Ή θα σε βρίσουν ή θα κάμουν πως δε σε ξέρουν. Τουλάχιστο να με τα λες εμένα• μην τα λες εκείνους.»

— «Το χρέος του πρέπει να κάμη ο καθένας, όσο ζη, και την πεποίθηση που έχει μέσα ριζωμένη στην καρδιά του, σα σκλάβος να την ακούη. Η πεποίθηση μέσα φωνάζει κ' η φωνή της, άμα βροντήση μέσα στο στήθος, πρέπει με κάθε τρόπο όξω να βγη!»

— «Πήγαινε το λοιπό, αφού έτσι το θέλεις! Ποιος σε πιάνει; Μια χάρη μόνο θα σε ζητήξω. Πρόσεχε, παιδί μου, τη θρησκεία να μην την αγγίξης. Θρησκεία σε μας πατριωτισμό σημαίνει και τον πατριωτισμό τον έχουμε ανάγκη για την ώρα.

Άκουσε κ' ένα άλλο, να σε βρίζουν και να μη βρίζης• τράβα ίσια το δρόμο σου και μη σε μέλη. Τρόπους καλούς μπορούμε νάχουμε πάντα• έχε τους και συ. Ό τι κι α σε πουν, πάντοτες να λες _ναι•_ όταν πιάσης την πέννα, τότες αλλάζει• όσο θέλεις, το _όχι_ σου να το γράφης. Οι καβγάδες δε φελούν• οι αθρώποι πιάνουνται με τα καλά λόγια. Για να το θυμηθής ακόμη καλήτερα, βάστα στο νου σου και τούτο μου το λόγο•

Μ' όλους όμορφα, παιδί μου, Να φερθής μη λησμονήσης — Και στον Κόντο να μην κάμης _Γλωσσικάς Παρατηρήσεις._»

Ταξίδι.

Γιούλιο μήνα, στις τριάντα σωστά, μέρα Παρασκεβή, η ώρα ξήμισυ το βράδυ, — αφού αποχαιρετήσαμε τη γιανούλα και κλειδώσαμε το σπίτι, — με τα σεντούκια και με τα σακκιά σηκωθήκαμε να πάμε στο σταθμό, για να πάρουμε το σιδερόδρομο. Είχαμε καλό αμάξι, μα έβρεχε φοβερά.

Άμα φτάξαμε, δώσαμε τα μπαούλα στα φορτώματα, μας έδωσαν την απόδειξη και την έβαλα στην τζέπη μου, για να μην τη χάσω. Τότες είναι που μπήκαμε στο ξενοδοχείο του σταθμού. Πήραμε ένα ζουμί, φάγαμε δύο μπριζόλες, μισό πουλί, τρεις ρόγες σταφύλι, μας έφεραν καφέ, πλερώσαμε οχτώ φράγκα και τριάντα πέντε λεφτά. Είταν και πέντε σολδιά παραπάνω για το γκαρσόνι.

Ανεβήκαμε στο βαγόνι στις εφτά και δέκα. Στις εφτά και τέταρτο σωστά κούνησε το τραίνο. Κάμαμε ταξίδι μοναδικό• δεν έσπασε ρόδα, δε χάλασε αμάξι, άλλο τραίνο δεν απαντήσαμε να μας πλακώση — και δε μας σκότωσε κανείς. Το σάββατο πρωί, στις δέκα και δωδεκάμισυ, φτάξαμε στη Μαρσίλια.

Κάμαμε στου θειου μου πρόγεμα λαμπρό• είχαμε πολύ καλή όρεξη κι όχι λίγη δίψα. Κάτσαμε, φάγαμε, γελάσαμε κ' έτσι ήρθε πια κι ώρα να μπαρκαριστούμε.

Στις τρεις, ανέβηκα στο βαπόρι με τη γυναίκα μου. Φύγαμε στις πέντε. Στο ταξίδι, κάμαμε κάμποσες γνωριμίες• η συντροφιά καλή, οι κυρίες νόστιμες κι ώσπου να φτάξουμε στην Πόλη, περνούσε με τις κουβέντες ο καιρός.

Να μην ξεχάσω να το πω κι αφτό! στο σιδερόδρομο, στη Μαρσίλια, στου θειου μου, στο βαπόρι, μήτε ψύλλους είδαμε μήτε μισό κουνούπι. «Σεντ» είταν τόνομα του βαποριού.

Δ’.

Παρίσι.

Παρίσι μου, να σε ξεχάσω δεν μπορώ! Οι κουβέντες, τα γέλοια και τα παιχνίδια δε με διασκεδάζουν. Πάντα σε σένα πάει ο νους μου. Κι ως τόσο μπορούσα άλλα να συλλογιστώ, μπορούσε να χαρή η καρδιά μου. Προβαίνει το βαπόρι και με δείχτει νέα θάλασσα, νέο κόσμο• σα να περηφανέβεται που βλέπει τόσα κύματα και δεν τα φοβάται• ήσυχο προχωρεί και ξεσκεπάζει στα μάτια μου μπροστά, όταν είναι μέρα, την αιώνια γλυκύτητα τουρανού μας, όταν είναι νύχτα, τις άπειρες λαμπάδες που τρέμουν εκεί απάνω μέσα στο σκοτεινό τους το φως.

Το κορμί μου μοναχά σέρνει μαζί του το βαπόρι, την ψυχή μου πίσω την αφίνει. Του κάκου συλλογιούμαι που σε λίγες μέρες θα πατήσω το ξακουστό της πατρίδας το χώμα, που η ώρα κοντέβει τα μάτια μου να χαρούν την πανώρια θέα της Ελλάδας, που θα πλησιάσω τόσα θάματα της φύσης, τόσα ιερά της ιστορίας μεγαλεία! Του κάκου λέω μέσα μου που γρήγορα θα διώ την Αγιά Σοφιά, μοναδικό κατόρθωμα της τέχνης, τον Παρθενώνα, παντοτινή φαιδρότητα του κόσμου!

Όχι! Παρίσι μου αγαπημένο! Πάντοτες εσένα ποθεί, εσένα σε κλαίει πάντοτες η καρδιά μου. Η πατρίδα μου είσαι συ. Εσύ με γέννησες νου και ψυχή. Πού είναι πόλη να σ' αξίζη; Ποιος σε γνώρισε ποτές

και δε σ’ αγάπησε για πάντα; Με τη βαρειά σου την ατμόσφαιρα, με το συννεφιασμένο σου τον ουρανό, με τον ψυχρό σου τον αγέρα, το γκάζι σου που βρωμά και το κακό σου το κλίμα, μάγεψες τον κόσμο. Τι νόστιμη που είναι η λάσπη σου, τι γλύκα που την έχει η βροχή σου! Η λάσπη σου μιλεί και λέει του διαβάτη• — « Εσύ που λερώνεις τα παπούτσια σου κι αφανίζεις το πανταλόνι σου, μη σε μέλη! Ιδέες γεμίζεις το μυαλό σου. Άγιο χώμα πατείς. Φρονήματα γενναία, σοβαρούς λογισμούς, αγάπη της λεφτεριάς, της πρόοδος και της πατρίδας, φτάνει νανοίξης το στόμα σου κιόλα μαζί ταναπνέεις. Για διές τις, τις ιδέες πώς πετούν τριγύρω σου στον αγέρα, από δω κι από κει κι από κάθε μεριά. Η ατμόσφαιρα που καταπίνεις είναι ιδέες φορτωμένη• από παντού σε τριγερνούν το κεφάλι, ποια να πρωτομπή.»

Κι όλο τρέχει στους δρόμους, κάμνει, κοπιάζει, δουλέβει ο λαός σου. Ξυπνός, εργατικός λαός, ορμητικά παιδιά και γενναία, πρόθυμα για το καλό, φοβερά στο θυμό τους. Δεν πρέπει να τα πειράξης• ξέρεις να τα πιάσης, σαν πρόβατα σ' ακουλουθούν ορμούνε σαν το θεριό, άμα ταγγίξης. Δε θέλουνε σκλαβιά• τους βασιλιάδες δεν τους φοβούνται, κι όταν τους βαρεθούν, απλώνουν το χέρι και σαν παιχνίδια τους σπάνουν. Οι πέτρες στους δρόμους σηκώνουνται μοναχές τους• η μια απάνω στην άλλη ανεβαίνει• ταμάξια που περνούν εφτύς γίνουνται πύργοι• τα κάγκελλα τα κάμνουν κοντάρια, και το φύσημά τους μπαρούτι. Πριν προφτάξης να το διής, βρέθηκαν μπάλλες, πιστόλια και τουφέκια• δεν ξέρεις από πού βγήκαν. Από πάνω από τα σπίτια, από κάτω από τα κελλάρια, μαζώνουνται, πηδούν, ξεφυτρώνουν καρέγλες, ξύλα, γυαλιά, σίδερα και μολύβι. Όλα μαζί στη μέση του δρόμου σωρέβουνται, μεγαλώνουν, άξαφνα γίνουνται βουνό κι αφτό το βουνό — αχ! Πόλη μου καημένη, πού να τα ξέρης εσύ αφτά; — λέει τους τυράννους• — « Ίσια με δω, αρχοντικό μου, κι όχι παρέκει!»

Με τα βουνά σου τα ξαφνικά, Παρίσι μου ποθητό, έσωσες την Εβρώπη κι ακόμη θα τη σώσης. Όλα σε σένα τα χρωστούμε. Εσύ θυσιάστηκες για τον κόσμο. Από σένα πρωτομάθαμε λεφτεριά τι θα πη. Δε σ' έμελε μόνο για σένα• την αθρωπότητα αλάκαιρη συλλογιούσουν. Τους δικούς σου τους τυράννους δε σ' έφταξε όξω να τους πετάξης• είχες στο νου σου την οικουμένη• τη γις θέλησες να γλυτώσης. «Όλοι οι αθρώποι είναι αδέρφια κ' έχουν ένα νόμο». Έτσι μηνούσες της Εβρώπης, όταν και μικροί και μεγάλοι, βασίλεια και δημοκρατίες, έτρεμαν μπροστά σου κ' έσκυφταν το κεφάλι. «Λεφτεριά, ισότη, αδερφοσύνη», τέτοια λόγια μας έλεγες τότες κι ακούστηκε μακριά μακριά η φωνή σου. Θέλει δε θέλει, αργά ή νωρίς, από το δρόμο που μας άνοιξες, πρέπει σήμερα ο κόσμος να περάση. Οι βάρβαροι πολλή ώρα δε θα βαστάξουν. Όποιος δεν ξέρει λεφτεριά, ισότη κι αδερφοσύνη, — όποιος γυναίκες δεν ψηφά και λέει τους άντρες σκυλιά — ας ξολοτρεφτή η βασιλεία του κι ας αφανιστή τόνομά του!

Γίνεται λοιπό, Παρίσι μου, να σε ξεχάσω τώρα που τρέχω στη χώρα της σκλαβιάς, τώρα που πάω στην Πόλη; Τι με μέλει η Αγιά Σοφιά; Την ιστορία σου μελετώ, τη φήμη σου τη ζουλέβω• με πόνο ψυχής, με καρδιοχτύπι και με δάκρια σε θυμούμαι. Άντρα μ' έκαμες εσύ• μ' έμαθες να δοξάζω τη λεφτεριά, να σέβουμαι, ναγαπώ τα μεγάλα τα κεφάλια που γέννησες και που πάντα γεννάς, — να τα σέβουμαι γιατί κυνηγούν το καλό και ξέρουνε να μας δείξουν πού θα το βρούμε και μεις, — να ταγαπώ, γιατί μαζί τους γεμίζει θάρρος η καρδιά και σα να σου φωνάζουν• — «Πρόσεχε, παιδί μου, και συ κάτι να φανής, την πατρίδα σου να δουλέψης.» Εσύ μ' έθρεψες το νου• έφαγα το ψωμί σου, βύζαξα το γάλα σου, και το χώμα σου έγινε χώμα μου.

Για τούτο και τώρα στο ταξίδι, τη νύχτα που βγαίνουν τάστρα στο σεργιάνι, τραβιούμαι μοναχός μου στο κατάστρωμα, ακκουμπώ στο κατάρτι και σε συλλογιούμαι. Όλα με μιας τα θυμούμαι, όλα τα ξαναβλέπω, όσο η φύση κοιμάται κι ο ουρανός ξαπλώνει απάνω στη θάλασσα το μυστικό του σκοτάδι. Ένα δεν μπορώ να ξεχάσω, ένα με δέρνει το νου, σαν το κύμα που δέρνει το βαπόρι. Ποτές σα σε κείνη την ώρα δεν ταράχτηκα στη ζωή μου. Νύχτα είταν και τότες, νύχτα τρομαχτική για μένα. Είχε πεθάνει ο μεγάλος ο γέρος, ο Βιχτώρ Ουγκώ, ο γενναίος ο φίλος της Ελλάδας. Όσο ζούσε, πήγαινα σπίτι του συχνά και τον έβλεπα. Ένα βράδυ, με τη βαρειά του φωνή — σα να μιλούσε μνήμα — μ' είπε δυο του στίχους για την Ελλάδα. Σε λίγες μέρες πέθανε. Και πολύ πιώτερο ακόμη απ' όλα τα λόγια που μ' έλεγε, με τάραξε ο θάνατός του.

Ε'.

Δόξα και μοναξιά.

Προτού να τον πάρη για πάντα η μάβρη γις και το χώμα να σκεπάση το πρόσωπό του, θέλησε το Παρίσι να προσκυνήση τον ποιητή του, να γονατίση στο μνήμα του μπροστά. Ξέρει το Παρίσι να τιμά τα μεγάλα του τα παιδιά. Τον έβαλε να κοιμηθή μια μέρα και μια νύχτα στο κέντρο της Πόλης, από κάτω από τη μεγάλη την τροπαιόφορη καμάρα που είχε χτίσει ο μεγάλος ο Ναπολέοντας με δόξα και με πέτρα. Κοντά στο μέρος που είχε χαράξει ο αφτοκράτορας τις χίλιες νίκες του στρατού του, έβαλαν τους τίτλους του άλλου του νικητή, έγραψαν των έργων του τα ονόματα. Έτυχε κι όλας, το μάβρο σκέπασμα που είχαν κρεμάσει στην αψίδα κείνη την ημέρα και που έπεφτε από πάνω ίσια με τη μέση, πέφτοντας ναγγίξη, με την άκρη του, τον πέτρινο στέφανο που φορεί ο αφτοκράτορας κάτω στο σκάλισμα της πόρτας. Φαίνουνταν και κείνος να λυπάται. Έτσι μια νύχτα αλάκαιρη κοιμήθηκε αδερφικά η μια δόξα κοντά στην άλλη.

Το Μάη, στις τριάντα μια, η ώρα οχτώ το πρωί, μέρα Κεριακή, είτανε να φέρουν το λείψανο για να τακκουμπήσουν από κάτω από τη μεγάλη την Καμάρα. Τριγύρω στέκουνταν πολύς λαός, κόσμος πολύς μαζωμένος να τον προσμένη. Με σέβας, με λύπη, μα και με κάποια περηφάνεια για τέτοιο ποιητή, τον καρτερούσε το πλήθος, κι άμα τον είδαν, ξεσκεπάστηκαν όλα τα κεφάλια. Πρι ναρθή ίσια με κει κάτω, πρωί πρωί είχα πάει στο σπίτι του κι από το σπίτι του με λίγους φίλους, μαζί με την οικογένεια και τα εγγόνια του, ακουλουθούσαμε το λείψανο μοναχοί μας. Δε συλλογιούμαστε το λαό που μας περίμενε• μόνο γέμιζαν τα μάτια μας δάκρια, γιατί ξέραμε που δε θα ξαναδιούμε το καλό του, το σοβαρό του πρόσωπο, που ποτές δε θα ξανακούσουμε πια τη φωνή του. Ναι! είχε δίκιο η μεγάλη πατρίδα να προσκυνά το μεγάλο της τον πατριώτη• είχε δίκιο ο λαός να δοξάζη τόνομά του• βλέπαμε φανερά της ποίησης τη νίκη, την αποθέωση του ποιητή. Μα τι μας φελούσε που το βλέπαμε; Κλαίγαμε τον άντρα, όχι μόνο τον ποιητή. Ότι κι αν τον έκαμνε τώρα το Παρίσι, όσο κι αν τιμούσε τη μνήμη του, τι μ' αφτά; Εμείς που τον είχαμε γνωρίσει, βαριαναστέναζε μέσα η καρδιά μας. Πάει, πάει και μας άφησε για πάντα. Καλές οι πολυτέλειες και τα μεγαλεία, μα τι κατάλαβες τώρα που κείτεται πεθαμμένος, τι θα κάμουμε τώρα που πια τα μάτια μας δε θα τον ξαναδιούν;

Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα! Όσο κείτουνταν έτσι στο κιβούρι, σε τόσο κόσμο μπροστά, με φαίνουνταν πως είταν ολομόναχος και ξενιτεμένος. Έφυγαν οι φίλοι• γύρισαν οι δικοί του καταλυπημένοι στο σπίτι. Μια στιγμή στάθηκε στον τάφο κοντά το δύστυχό του το εγγόνι• γύρεβε καμιά κόχη, καμιά γωνιά για να μπορέση κρυφά να γονατίση, ίσως κάτι να του πη. Του κάκου! Μπορεί τώρα νακκουμπήση πουθενά τορφανό, τώρα που τα χίλια μάτια του λαού τους κοιτάζουν και τους δυο, τώρα που του πήρε το Παρίσι τον παππού του; πού θα πέση, να τον προσκυνήση; σε ποιο μέρος θα τραβηχτή να χύση όσα δάκρια έχει μέσα του η καρδιά του; πώς θαναστενάξη, δίχως να τον ακούση κανείς; πώς θα πάη να πη σιγά σιγά σταφτί του περίφημου γέρου• « Παππού μου, παππού μου, έτσι μ' αφίνεις και φέβγεις και δε με λυπάσαι!» Αχ! το πλήθος που στέκεται τριγύρω στον τάφο, τι μοναξιά που την έχει, μια τέτοια ώρα, για τους πεθαμμένους!

Κι ως τόσο το καλό το γεροντάκι αγαπούσε, λάτρεβε τα παιδιά του. Άλλη φροντίδα στην αρρώστια του δεν είχε, παρά να μη νοιώσουν τα εγγόνια του τα βάσανα που τραβούσε. Πάλεψε με το Χάρο μέρες και νύχτες. Ψυχομαχούσε κ' έκρυφτε τους πόνους του. Το κακό που τον είχε πλακώσει του ράγιζε την καρδιά• πιάνουνταν η αναπνοή του κι αρχινούσε να τρέμη σαν το φύλλο, όταν ο άνεμος δέρνει και ταράζει το δέντρο και πάει να το ρίξη κατά γης. Πρόσεχε όμως να μην το καταλάβη κανένας. Όσο είταν τα παιδιά του μπροστά, στο πλάγι του κοντά, χαμογελούσε γλυκά και τα σπλάχνα του τα θέριζε ο θάνατος. Τη νύχτα, που δεν είταν εκείνα μπροστά, σηκώνουνταν όρθιος, τίναζε χέρια και ποδάρια, χτυπούσε το κεφάλι του στους τοίχους, έτριζε τα δόντια του, και δίχως φόβο να διούν τίποτις τα παιδιά, ήσυχα και στα γεμάτα άφινε τον πόνο να του τρώη κορμί και ψυχή.

Και τώρα κείτεται μόνος. Είταν πεπρωμένο, γραμμένο στον ουρανό. Όποιος θυσιάζεται για την πατρίδα και δουλέβει για το έθνος, όποιος φανή μεγάλος, όποιος υψωθή, μήτε πατέρα, μήτε μάννα, μήτε παιδιά, μήτε φίλους πρέπει νάχη. Αλάκαιρο τον παίρνει η πατρίδα. Τον έχει μοναχή της, με σιδερένιο χέρι τον αρπάζει, και τον κάμνει δικότης — ίσια με τον τάφο και παρέκει..... Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα!

ΣΤ'•

Ο Ποιητής.

Έφυγα και γω τότες από κειπέρα. Γύρεβα μοναξιά νανασάνη η καρδιά μου. Κι ωςτόσο πάντα κάτι με τραβούσε, κάτι μ' έσπρωχτε να γυρίσω πίσω, να ξαναδιώ την Καμάρα και τον τάφο. Όλο στέκουνταν το πλήθος μαζωμένο. Πήγαινα μέσα στον όχλο που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να περάση. Δεν μπορούσα να φύγω. Μια δύναμη με βαστούσε, μ' είχε καρφωμένο σε κείνο το μέρος — σα να πρόσμενα κάτι να διώ, κάτι να καταλάβω που δεν ήξερα ακόμη. Όλη την ημέρα ζαλισμένος, γεμάτο φροντίδες το κεφάλι, σέρνουμουν, κυλιούμουν από δω κι από κει, κουρασμένος, μισοσακατεμένος.

Τέλος πλάκωσε κ' η νύχτα. Δεν το κουνούσα. Έλαμπαν αναμμένα όλα τα φώτα. Τριγύρω στον τάφο, έκαιγαν τέσσερεις λαμπάδες μαβροτυλιμένες. Έλεγε το Παρίσι να ξενυχτίση, να μείνη μπροστά στο μνήμα του ποιητή, ώςπου να σηκώσουν το λείψανο το πρωί. Χώθηκα παράμερα σ' ένα σοκάκι σκοτεινό, με τρόπο ναποφύγω τον τόσο κόσμο κι όμως πάντα να βλέπω την Καμάρα με το μνήμα.

Δεν ξέρω τι με κατέβηκε τότες• από την κούραση είταν, από τη λύπη την πολλή, δεν μπορούσα να σταθώ στα ποδάρια μου. Είτανε σα μουδιασμένη μέσα μου η ψυχή μου. Αναγκάστηκα να κάτσω απάνω σε μια πέτρα, να πάρω την αναπνοή μου. Άμα βρέθηκα μοναχός μου, με φάνηκε σα να μην έβλεπα πια τίποτις απόσα είχα διεί όλη την ημέρα. Ξέχασα τον ποιητή, ξέχασα το λείψανο, ξέχασα το Παρίσι. Ορμητικά πήγε ο νους μου στην πατρίδα — και ποτές στη ζωή μου, ποτές μέσα μου δεν έγινε τόση ταραχή, δεν ξέσπασε τόση φουρτούνα. Κάποτες στέκουμουν ώρες βυθισμένος, αφανισμένος, με μια ταπείνωση που μήτε γίνουνταν πιο μεγάλη, κ' έκαιγε η πίκρα την καρδιά μου. Κάποτες πάλε, ξανάπαιρνα θάρρος, στέκουμουν όρθιος και κοίταζα ψηλά ψηλά στον ουρανό. Τόση πλήξη, τόση σταναχώρια, τόση θλίψη δεν έτυχε νάχω ποτές — και ποτές δεν έβαλα στο νου μου τόσες ελπίδες, ποτές στο στήθος μου τόσες χαρές. Σαν τανήσυχο πουλί που τρέμει και πηδά μέσα στα κλαδιά, λαχταρούσε η καρδιά μου και πετούσε από χαρά σε λύπη κι από λύπη σε χαρά.

Θέμου, Θέμου παντοδύναμε, τι νυχτιά είταν εκείνη! Τι είτανε, Θέμου, το τόσο σκοτάδι! Τρόμαξα και φώναξα μοναχός μου• — « Μήπως σήμερα την πατρίδα μου θάφτουν; Τώρα μόλις γεννήθηκε, τώρα θαποθάνη; Θέμου παντοδύναμε, μην το θελήσης! Αχ! πόσα χρόνια πρέπει να ζήση ένας λαός, για να γίνη έθνος! Αφτά τα φώτα τα μισοσκεπασμένα, που μόλις φαίνουνται κει κάτω, τι σημαίνουν και γιατί καιν; Ίσως είναι για να μας δείξουν τη μικρή μας τη δόξα, μπροστά σε τέτοια μεγαλεία! Θα το κατορθώσουμε ποτές νάχουμε και μεις τέτοιους άντρες; Τούτο το μνήμα παριστάνει έργα περίφημα, παλιά ιστορία, αιώνες κόπο, δουλειά, πόνους, λεφτεριά και δόξα. Πόσα πρέπει να τραβήξη ένας λαός για να φτάξη στο σημείο που έφταξε τούτος ο λαός! Δεν έχει πια σήμερα ανάγκη τους προγόνους του — τους Λατίνους και τη Ρώμη. Ζη δική του ζωή. Πρόγονο μπορεί και κείνονα μια μέρα άλλοι να τον καφκηθούν.

Πού να το διούμε και μεις τέτοιο πράμα; Σαν το παιδί που τη μάννα του δεν μπορεί ναφήση, γιατί νοιώθει πως είναι αδύνατο ακόμη, έτσι και μεις μόλις έχουμε πόδι να πατήσουμε κατά γης• άντρες δε γίναμε ακόμη. Έχουμε ανάγκη, οι προγόνοι να μας βαστούν από το χέρι και να μας πηγαίνουν. Όλο προγόνους φωνάζουμε. Έπαινό μας θαρρούμε ίσια ίσια κείνο που δείχτει τη λίγη μας δύναμη. Έθνος αφτεξούσιο δε γίναμε, κ' ίσως δε θα γίνουμε ποτές. Η δόξα μας η παλιά θα καταντήση ο χαμός μας. Δε μας αφίνει να μεγαλώσουμε, να περπατούμε με τα δικά μας τα ποδάρια, να συλλογιούμαστε με το κεφάλι μας, να βλέπουμε με τα μάτια μας, να μιλούμε δική μας γλώσσα. Όλο προσπαθούμε να κάμουμε σαν και κείνους. Σ' ένα μόνο δεν τους μιμηθήκαμε• προγόνους εκείνοι δεν είχαν! Εμείς, δε θα ταξιωθούμε ποτές και μας μια μέρα προγόνους άλλοι να μας λεν.

Όσο μέσα μου έλεγα τέτοια μοναχός μου, τραβιούμουν, τραβιούμουν όλο πίσω, γιατί ντρέπουμουν τον ποιητή κ' έβλεπα πόσο μικροί, πόσο ασήμαντοι μπροστά σε τέτοιους αθρώπους είμαστε ακόμη. Όσοι στην Εβρώπη είναι μόλις μαθητάδες, εμείς μπορεί να τους πάρουμε για δασκάλους, και τώρα πέρασε ο καιρός που έλεγαν την Αθήνα δασκάλισσα του κόσμου! Τάλλα τα έθνη, όσο περίφημοι κι αν είταν οι πατέρες τους, άφησαν πίσω την παλιά τους ιστορία• ξανάκαμαν καινούρια, δική τους. Η Ιταλία κ' η Γαλλία ξέχασαν τη Ρώμη και της είπαν — « Όσο μεγάλη είσουν εσύ, τόσο και μεις θα γίνουμε μεγάλοι. Μας φτάνει το δικό μας το μυαλό και το αίμα που πήραμε από σένα.»

Βγήκαν τότες από παντού, άπειρα σαν τα λουλούδια που την άνοιξη ορμούν από μέσα από τη γις, βγήκαν έργα κάθε λογής, της τέχνης, τω γραμμάτων, της επιστήμης. Βγήκε και μια γλώσσα καινούρια. Άλλες λέξες, άλλη γραμματική χρειάστηκαν τότες παντού για τις ιδέες, για το νου και για την καρδιά του καθενός. Η μια σπίθα άναψε την άλλη, διαδώθηκαν ιδέες, τέχνες, επιστήμες, ο καθείς έφερνε το μερτικό του και το δάνειζε ταλλουνού. Έτσι μορφώθηκε μια Εβρώπη κι ανάμεσα στους λαούς έπιασε συγκοινωνία διανοητική. Εμείς πίσω, όλο πίσω! Πού η δύστυχη πατρίδα, με των παιδιών της την αμάθεια, την περηφάνεια και την τρέλλα, να μπορέση και κείνη να ζήση, το μεγάλο, το χαρούμενο βίο της ξαναγεννημένης Εβρώπης!

Έτσι με μιλούσε το μνήμα, γιατί η όψη του μονάχη με θύμιζε την ελεεινή μας κατάσταση. Κι ως τόσο ποιος από τους δικούς μας κατάλαβε ποτές του τι μας λείπει; Περηφανέβεται ο Γραικός με τους προγόνους του, νομίζει που τους μοιάζει, κ' επειδής σαν το αγράμματο χάλασε τη φυσική του γλώσσα, θαρρώντας που τη διώρθωσε, προσμένει κάθε μέρα να φανή Σοφοκλής.

Σοφοκλής, Αριστοφάνης, Αισκύλος κ' Εβριπίδης στάθηκε ο άντρας που κείτεται τώρα στο μνήμα. Έγινε μεγάλος, γιατί κανενός δε θέλησε να μοιάξη. Ας του μοιάζουν εκεινού άλλοι κατόπι! Ας του μοιάξη κανένας από μας, αν μπορέση να τα καταφέρη. Αφτός είναι ποιητής και πατέρας! Εκατό χρόνια και παραπάνω, πρι να φανή, κοιμούνταν η ποίηση στη Γαλλία. Σα μούμια την είχαν οι δασκάλοι τυλιμένη στο σεντόνι. Μέσα της, με το σμιλάρι και το ψαλίδι της είχανε βγάλει άντερα και καρδιά, για να τη γεμίσουν άχερα και μυρωδικά κάθε είδος. Της έμνισκε μόνο το πετσί, και για να μη φαίνεται και κείνο, της έβαζαν από πάνω ρούχα μεταξωτά, στολίδια μαργαριτάρια, και φτειασίδι στο μάγουλο. Κείτουνταν η δύστυχη δίχως πνοή, με το στόμα στουμπωμένο, αδειασμένη και συγυρισμένη.

Εκείνοι σαν τους Φαραώνηδες κάθουνταν αψηλά στο θρονί τους. Με περήφανο μάτι κοίταζαν από πάνω το λαό, το χυδαίο τον όχλο. Έφτειαναν ένα σωρό νόμους δικούς τους, έκαμναν κανόνες χιλιάδες του κεφαλιού τους — πάντα μ' εβγένεια μεγάλη. Ζωή καμιά! Είχαν ένα πλήθος νοστιμάδες ανόητες, τσακίσματα και κερατσισιές. Ποιος να καμαρώση τον άλλο; Ποιος να πη τα πράματα με τρόπο που να μην τον καταλάβη κανένας; Ποιος να μη μιλήση σαν που μιλεί όλος ο κόσμος; Το _μαντίλι_ δεν έπρεπε κανείς _μαντίλι_ να το πη, μήτε τη _σκάλα σκάλα_. Τους χρειάζουνταν αρχοντιά τους αφεντάδες. Είχαν κάμει τη γλώσσα να μοιάζη σαν παλάτι ψυχρό και ρημασμένο. Του λόγου τους, κλειδωμένοι στο παλάτι, ζούσαν και βασιλέβανε.

Βγήκες τότες εσύ• με μιας άλλαζες τον κόσμο. Ώρμησες κ' έπεσες μέσα στο παλάτι. Τίναξες όξω τους δασκάλους κι άρχισες να φωνάζης• — « Αλήθεια ζητούμε, διψούμε για ζωή• μούμιες δε μας κάμνουν.» Τι θόρυβος, τι κακό που έγινε τότες! Πέταξες τα παράθυρα, άπλωσες το χέρι κ' έσπασες τις πόρτες• μπήκε μέσα ο ζωντανός αγέρας τουρανού, πλημμύρισε το φως κ' είπες στο λαό που στέκουνταν όξω• — « Όρισε, αφεντικό μου• δικό σου το παλάτι• δάσκαλός μου είσαι συ και συ βασιλιάς μου• δούλος σου είμαι γω κι από σένα τη γλώσσα μου θα μάθω.»

.....Θα το παρατήρησε ο καθένας• αν ποτές διούμε, ή καταλάβουμε, ή μόνο μας έρθη φόβος που μπορεί κανείς να μας κατηγορήση, ή να πάρη κακή ιδέα για μας, — μάλιστα όταν τύχη κανείς να φανή μεγάλος μπροστά μας, να παινεθή ο ίδιος ή άλλοι να τον παινέσουν, — κάτι μέσα μας σπρώχτει να δείξουμε και μεις τι αξίζουμε, κάποτες ίσως να δείξουμε παραπάνω από κείνο που είναι. Φοβήθηκα και γω τον ποιητή. Αφότες μας πλάκωσαν οι σκολαστικοί, τόσες φορές έβρισαν όλο το έθνος, τόσες φορές είπαν τη γλώσσα μας βάρβαρη και πρόστυχη, που κόντεψε ο κόσμος να τους πιστέψη. Έτρεμα, τα λόγια τους να μην τακούση κι ο πεθαμμένος. Βγήκα τότες από μέσα από το σοκάκι που κάθουμουν απάνω σε μια πέτρα, τράβηξα ίσια με την Καμάρα, και με θάρρος μεγάλο, με μάτι γεμάτο φωτιές, φώναξα δυνατά, χωρίς να προσέξω που στέκουνταν κόσμος τριγύρω κ' ίσως μπορούσε να μ' ακούση.

— « Όχι! μην το πιστέψης που γίναμε βάρβαροι• μην το πιστέψης που έχουμε πρόστυχη γλώσσα! Η γλώσσα μας για ρίξιμο δεν ήναι. Πρόστυχη γλώσσα μπορεί νάχη μόνο μια πρόστυχη ψυχή κ' οι ψυχές μας είναι γενναίες, και τα χέρια μας σήκωσαν τουφέκι και διώξαμε τους Τούρκους και μας έψαλες στα νιάτα σου και συ. Μην τους συνορίζεσαι τους δασκάλους που μας κατατρέχουν• είναι οι χερότεροί μας εχτροί, και γυρέβουν τώρα να μας βγάλουν τιποτένιους σ' όλο τον κόσμο μπροστά, για να φανούν εκείνοι κατιτίς. Εσύ που τα ξέρεις, μην ταψηφήσης το προσκύνημά μου. Σέβουμαι τη γλώσσα που μιλώ, γιατί σέβουμαι τον εμαφτό μου. Ίσως είμαι κάτι και γω που σέρνουμαι τώρα στο σκοτάδι, και που με θάρρος προβάλλω ίσια με το μνήμα που σε σκεπάζει. Δεν ντρέπουμαι, και μη σε μέλη. Σε μιλώ μια γλώσσα, που δεν την έχει ο καθένας και που μπορείς και συ να μας τη ζουλέψης, μια γλώσσα που είναι παιδί και μοναχοκόρη της παλιάς της ελληνικής, την καινούρια μας τη γραικική τη γλώσσα, που πρώτος εγώ σήμερα τη γράφω!»

Με τρόμαξαν τα λόγια μου και μένα. Έφεβγα γρήγορα και κρύφτουμουν πάλε στις στενάδες μέσα, μακριά. Ως τόσο μ' όλη μου τη θλίψη, μ' έρχουνταν κάποτες να γελάσω. Άμα ήθελα να σπουγγίσω τα δάκρια που μ' έκαιγαν τα μάτια, δεν ήξερα τι βαστούσα στο χέρι _ρινόμακτρον_ ή _μαντίλι_. Πώς έπρεπε να το πω, την ώρα της λύπης; Αχ! δασκάλοι, δασκάλοι, τι κακό είναι αφτό που μας κάματε! Πρέπει το λοιπό να μας κατατρέχη η γραμματική σας, και στη στιγμή που πονεί η καρδιά μας! Πόσο τον έχουμε ανάγκη ένα _Βίχτωρα_, ένα νικητή να μας γλυτώση από τέτοιο βάσανο, — (το βάσανο μάλιστα καταντά κάπου και μπελάς) —, και να πη το _μαντίλι μαντίλι_. Ας αφήσουμε το _ρινόμακτρον_ για τα ξερά τα μάτια και τις μακριές τις μύτες!