Part 15
Κάθουμουν και λυπούμουν τον καιρό που πέρασα παιδί στο σκολειό και στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Χαμένος κόπος! Σπούδαξα στο Παρίσι, και για τούτο δεν ξέρω, σαν που τόγραφε μια μέρα ένας φίλος μου, μήτε ταρχαία μήτε τα μεσαιωνικά μήτε τη δημοτική. Γιατί δε μ' έβαλε ο πατέρας μου να σπουδάξω ή στην Πόλη ή στην Αθήνα; Θα μάθαινα τουλάχιστο δυο ελληνικά και θα με φαίνουνταν η καθαρέβουσα μάλαμα. Δεν κάθισα στην Πόλη κ' η τιμωρία μου σήμερα είταν που δεν μπορούσα να καταλάβω τι έγραφε για μένα η φημερίδα. Για την καλή μου τύχη βρίσκουνταν πλάγι μου στο βαγόνι ο φίλος μου ο Ω και με τα ξήγησε όλα πολύ καθαρά• (ο Ω είχε σπουδάξει στην Αθήνα). — « Το εδήχθη γράφεται με _η_• είναι παθητικός αόριστος α'• ο ενεστώς της ενεργητικής φωνής είναι _δάκνω_• σημαίνει το αυτό και το βάρβαρον _δαγκάνω_ και κλίνεται _δάκνω, δάκνεις, δάκνει_• μέσος μέλλων _δήξομαι, δήξη• έδακον, έδηξα, δεδηχώς, δέδηγμαι, εδήχθην_, όθεν και το _δηχθείς_.» — «Τι λωλό ρήμα, πετώ και του λέω! σα να τόπιασε τρέλλα με μιας. Το _δάκνω_ πάει και γίνεται _δήξομαι_ κι από το _δήξομαι_ το ίδια ρήμα πηδά στο _εδήχθην_! Έχουν το λόγο τους τέτοιοι τύποι; Η γραμματική πώς τους ξηγά;» — «Τους εξηγείται άριστα• είναι ανώμαλοι.» — «Τι με λέτε; Έχει λοιπό κ' η αρχαία γλώσσα ανωμαλίες;» — Ο φίλος μου Ω δε μ' άκουγε• — « Το εδείχθη γράφεται με _ει_• είναι παθητικός αόριστος α'• ο ενεστώς της ενεργητικής φωνής είναι _δείκνυμι_ — παρατηρήσατε δε, παρακαλώ, την κατάληξιν _μι_• είναι αρχαιοτάτη• το _μι_ είναι συναίρεσις του _εγώ_. Οι λέγοντες ουν _δείκνυμι_ αρχαιότατοι τυγχάνουσιν όντες και την σήμερον —. Το δε _δείκνυμι_ σημαίνει το αυτό και το βάρβαρον _δείχνω ή δείχτω_• κλίνεται _δείκνυμι, δείκνυς, δείκνυσι, ενεργητικός μέλλων δείξω, έδειξα, δειχθήσομαι, εδείχθην_, όθεν και το _δειχθείς_.» — «Και πώς θα διακρίνουμε, τόλμησα να ρωτήξω, αφτά τα δυο ρήματα, εδείχθην και δειχθείς, δηχθείς κ' εδήχθην;» Ο Ω• — «Λίαν αγράμματος τυγχάνετε ων• δια του _η_ και του _ει_ κατέστη η διαφορά πασίδηλος• οι αρχαίοι, σοφοί όντες και φρόνιμοι, ίνα διακρίνωσι το μεν από του δε, έγραφον πότε διά του _ει_, πότε δια του _η_.» — «Ένα πράμα με βασανίζει. Όταν έγραφαν, πάει καλά! μα όταν είταν και μιλούσαν, πώς έκαμναν; Παραδείματος χάρη, όταν έλεγε ένας αρχαίος• έδειξα του δείνα τον... τη ράχη μου (ή κάτι άλλο), φοβούμαι να μη φαίνουνταν πως λέει ανοησία, γιατί είναι κάτι πράματα, — με συμπάθειο! — που μπορεί πολύ έφκολα ο καθένας να δείξη με _ει_, και που φαίνεται αδύνατο να δήξη με _η_.»
Χωρίς να με δώση απάντηση, ξακουλούθησε ο λογιώτατος. — « Ο παθητικός αόριστος α' εδήχθην, _εν χρήσει νυν παρ' ιμίν_, (με γιώτα τάκουγα κείνη την ώρα, με γιώτα το γράφω) και παρ' _ιμίν_ θα ήτο εν χρήσει, εάν και _ιμείς_ είχετε _σπουδάσειν_ εν τοις _ιμετέροις_ γυμνασίοις και ούτως εμανθάνετε ελληνικά• (στα δυο τα _ιμίν_ έβαζε ο φίλος μου ένα χυδαιότατο _ι_ μα τώρα καταλάβαινα τη νοστιμάδα• το πρώτο είταν _ημίν_ κ' _υμίν_ το δέφτερο• μόνο για τα γυμνάσια, με φάνηκε σα σκοτεινούτσικο το _ιμετέροις_). Οι δε _ηροστρατούντες και ζωιλεύοντες_ (αφτό το _ζωιλεύοντες_ τόλεγε με κάποιο τόνο και σα να το καμάρωνε) αγνοούσιν τα τοιαύτα• αιώνια μυστήρια μενεί αυτοίς το τε εδείχθην και το εδήχθην, χαίρουσιν γαρ μόνον καθυβρίζοντες το έθνος.» Όνειρο δεν είταν• αλήθεια με δάγκαναν τα σκυλιά.
Κατέβηκα στον Περαιά κι απορούσα μ' όσα έβλεπαν τα μάτια μου. Τι ακάματος λαός! Τι ενέργεια που την έχει! Με τι πόθο πιάνει τη δουλειά. Είναι τώρα πενήντα χρόνια, μόλις είταν η Αθήνα! κοντέβουν τριάντα χρόνια που πήγα πρώτη φορά παιδί στον Περαιά, και μόλις είταν ο Περαιάς. Σήμερα βλέπεις παντού δρόμους, μαγαζιά, μηχανές, φάμπρικες, βιομηχανία, κίνηση κ' εμπόριο. Οι φάμπρικες αφτές πόσο μ' αρέσουν! Η λέξη μπορεί να είναι ξένης παραγωγής• οι φάμπρικες όμως είναι δικές σας — κι αφτό μας φτάνει, παιδιά. Πρέπει νάρθη κανείς από την Τουρκιά, για να καταλάβη τη διαφορά, για να διή τι θα πη έθνος, τι είναι λαός, τι γίνεται με της ψυχής την ενέργεια, με την αγάπη της πατρίδας, τι μπορεί να κατορθώση η λεφτεριά. Σας βεβαιώνω που ο Παρθενώνας δε μ' αρέσει όσο μ' αρέσει τόνομά της• η Ακρόπολη τόσο ωραία δεν είναι. Μια φορά μόνο είδα την Ακρόπολη και δε θέλησα να την ξαναδιώ. Μ' έφτανε που πατούσα λέφτερο χώμα. Από την Τουρκιά κατεβαίνω και ξανοίγει η καρδιά μου. Ο Φειδίας δεν μπορεί να με δείξη ωραιότητες πιο μεγάλες από τη χαρά που φαίνεται σ' όλα τα μάτια, από τη λεφτεριά που καθαρίζει τον ουρανό, που σ' ολωνών την όψη φέγγει κι ολωνών τα πρόσωπα φωτίζει. Εδώ βλέπω έθνος! Εδώ βλέπω ζωή!
Βλέπω κάπου κάπου και κάτι άνοστα γραψίματα στα μαγαζιά• — « Τη καλαισθησία» ή « Αποθήκη οίνων και πνευματωδών ποτών». Μα δεν πειράζει. Σα να μην είτανε γραμμένα! Ο καλός μας ο λαός κορακίστικα δεν ξέρει• το κρασί πάντα κρασί το λέει. Αφίνει τις ψεφτιές στους άλλους• ας πα να γελά ο δάσκαλος και τον εμαφτό του και τον κόσμο, γράφοντας _οίνος_, εκεί που πίνει _κρασί_. Εμάς, αδέρφια, δε μας μέλει! Για πήτε μου, παιδιά, είναι πουθενά καμιά λέξη που ναξίζη το κρασάκι το δικό μας, το κρασάκι που πίνουμε και που μας βάζει στην καρδιά πόθο για τη δουλειά και στα κεφάλι τη ζωηρή του φλόγα; Με τα λαό πάντα τα συφωνούμε. Ξέρει που τον αγαπώ και δεν πιστέβει τους δασκάλους, όσο κι αν του φωνάζουν πως δεν έχω πατριωτισμό. Ας με δαγκάσουν και βλέπουν! Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε σηκώνει τέτοιους χωρατάδες. Για τούτο και γω τρελλαίνουμαι για τον καλό μας το γραικικό λαό. Έχω μάλιστα μια ιδέα• η νέα μας φιλολογία θα βγη καμιά μέρα μέσα από τα σπλάχνα του λαού. Στα νησιά, όσο τραγουδούν τα τραγούδια τους, άξαφνα ξεφυτρώνει κανένας Όμηρος και βάζει κάτω τους δασκάλους. Στα πρόστυχα θέατρα που μαζώνεται ο λαός, που συνάζουνται νάφτες, μπακάληδες και δουλεφτάδες, άξαφνα φαίνεται κανένας Σαικσπείρος, χυδαίος σαν το Σαικσπείρο. Είναι καιρός που θα τον είχαμε, α δεν είταν τόσα σκολειά κι αν ολημέρα δε μας χαλνούσαν και γλώσσα και μυαλό. Ας παν άλλοι να παραστήνουν το Φιλοχτήτη στα θέατρα, και να νομίζουν οι δύστυχοι πως τον καταλαβαίνουν. Όταν είμουν παιδί δεκαπέντε χρονώ στο λύκειο, θυμούμαι που μας έβαλε ο δάσκαλος μας να μάθουμε απ' όξω και να παραστήσουμε το Φιλοχτήτη. Ό τι στα Παρίσι κάμνουν τα παιδιά, στην Αθήνα το κάμνουν οι μεγάλοι. Απ' αφτούς τους μεγάλους δε θα βγη όμως, σας το λέω γω, κανένας Σοφοκλής. Ώςπου να διούμε και μεις τον ποιητή που προσμένω, μια συβουλή να δώσουμε στους νέους. Τραβάτε, παιδιά, ίσια στον Πειραιά, να μάθετε τη γλώσσα.
Καλήτερα θα τη μάθετε στον Περαιά παρά στο σκολειό. Από την καθαρέβουσα τίποτις δε βγαίνει• δεν είναι άξια να σας δείξη τι θα πη αληθινή τέχνη. Οι δασκάλοι νομίζουν πως φτάνει κανείς να βάλη δοτικές, νακουλουθή τη γραμματική της αρχαίας και να λέη _ήκουσα_ αντίς _άκουσα_ και _παιδίον_ αντίς _παιδί_, για να _γράφη_ καλά. Είναι όμως ώρα να διούμε το κάτω κάτω τι τρέχει. Αλήθεια το παρακάμαμε με τα κορακίστικα κι ο κόσμος αρχίζει να το λέη. Μας χαλνούν τη γλώσσα, καταντούν και κωμωδία, γιατί να διήτε τι γίνεται. Ένας δάσκαλος ακούει άλλο δασκάλο που βγάζει λόγο και ρητορέβει• « Μάσι ράσι κάσι οίεν φλοίεν κουκουροίεν πατραμητραφρυγακακαούσας περιώρισται.» Αρπάζει το _περιώρισται_ ο δάσκαλος (τάλλα ο δύστυχος δεν μπόρεσε να τα καταλάβη) — « Μπα; λέει μέσα του• αφτός που μιλεί ξέρει το λοιπό που ο παθητικός παρακείμενος είναι _περιώρισται_!» Χαίρεται. Έπειτα γυρίζει και σου λέει — « Ο τάδε γράφει _καλά_!» Τι θα πη αφτό το γράφει καλά; θα πη που ξέρει να βάλη _περιώρισται_. Μόνο αφτό θα πη; Όχι! Θα πη κ' ένα άλλο• — «Το ξέρει του λόγου του, μα τα ξέρω και γω, αφού τα κατάλαβα. Σοφοί κ' οι δυο μας.» Για να γράψη κανείς καλά, δεν είναι ανάγκη νάχη μήτε τέχνη, μήτε πνέμα, μήτε φαντασία, μήτε νου• πρέπει να βάζη φάσι μάσι ράσι και περιώρισται.
Το _έθνος των Ελλήνων_ είναι έξυπνο έθνος• μόνο στο ζήτημα της γλώσσης είναι που τα μπερδέβει. Με τέτοια φάσι μάσι ράσι πιάνεται ο κόσμος. Είναι μια αηδία που πάει να φρίξη κανείς μόνο που το συλλογιέται. Οι νέοι μας τουλάχιστο δεν πρέπει νακούν αφτά τα _φάσια μάσια_ και μήτε να τα θέλουν πια. Βλέπω που κοντέβουν και κείνοι να βαρεθούν τους δασκάλους κι αλήθεια ταξίζουν οι δασκάλοι. Χάρηκα που είδα έναν ή δυο νάχουν αφτή τη γνώμη• φοβούνται όμως να μιλήσουν και ντρέπουνται τους σοφολογιώτατους. Κάπου κάπου, μέσα σε χίλιους αθρώπους βρίσκεις μισό άθρωπο που συχάθηκε τα δασκαλικά, που διψά νακούση γλώσσα δική του. Αφτός ο μισός θα γίνη ένας σωστός και δε θα τα θέλη μισά• αφτός ο ένας ο σωστός θα γίνη πάλε χιλιάδα, κι αφτή η χιλιάδα θα γίνη χιλιάδες και χιλιάδες. Έτσι λίγο λίγο προχωρούμε και στο τέλος μας φωτίζει η αλήθεια. Σταθήτε μόνο να βγη ένας που να νοιώθη από τέχνη, που νάχη φαντασία και ποίηση• να διήτε πώς βάζει κάτω τον κακόμοιρο το δασκάλο που γράφει καλά• αφτός ο ένας — ακούτε με και μένα — από τον Περαιά θα μας βγη καμιά μέρα.
Πολλή ώρα όμως δεν είχα να κάτσω στον Περαιά μήτε να προσέξω σ' όσα κοίταζα. Είχα άλλες ιδέες στο κεφάλι. Δεν είναι μόνο το ζήτημα της γλώσσης που μας βασανίζει• είναι και το ζήτημα της προφοράς. Όλο συλλογιούμουν τα λόγια του φίλου μου του Ω. Τι καλά που μ' είχε διδάξει! Αφτό το ζήτημα της προφοράς, τώρα πρώτα το καταλάβαινα. Με τα λίγα που μ' είπε, φωτίζουνταν ο νους μου. Είδα πόση σοφία είχαν τόντις οι αρχαίοι• δεν τη φαντάζουνται στην Εβρώπη. Πριν πη λέξη ο πρώτος Έλληνας που άρχισε να μιλήση τη γλώσσα του, ήξερε να γράφη. Πριν ανοίξη το στόμα του, είχε μάθει ταρφαβήτα. Και βέβαια! Στην αρχή, — καθώς το κατάλαβαν όλοι σήμερα στην Ελλάδα, — η γλώσσα είταν ολογεμάτη _ι_• με τον ίδιο τρόπο πρόφερναν το ι, η, υ, ει, υι, και το οι. Τι έκαμε τότες ο Γραικός; Από τότες είταν ξύπνος και πήρε απόφαση, για ναποφύγη τη μονοτονία, να βάζη κάπου ι, κάπου η, υ, ει, υι, ή οι. Βλέπεις όμως, που για να καταφέρη τέτοιο πράμα, έπρεπε να γράφη πριν ακόμη να μάθη να μιλή, γιατί αλλιώς απαρχής όλα θα τα μπέρδεβε. Δε θα μπορούσε να διακρίνη τη μια λέξη από την άλλη• η γλώσσα μας θα είχε τρομερή μονοτονία• ο πρώτος Γραικός που άρχισε να γράφη, δε θα μπορούσε να ξέρη με τι τρόπο έπρεπε να γράψη όσα άκουγε, αφού όλα είχαν την ίδια προφορά. Ύπαρχε λοιπό αρφάβητο, πρι γίνη γλώσσα.
Μάλιστα, για πιώτερη ασφάλεια, άμα ο ένας έλεγε μια λέξη, τη συλλάβιζε κι όλας• έτσι καταλάβαινε ο άλλος πώς έπρεπε να τη γράψη. Αν είτανε να πη _ειδοποίησις_, δεν τόλεγε απλά σαν που το λέμε τώρα• πρώτα πρόφερνε τη λέξη, ύστερα με την ίδια φράση και με μια αναπνοή περνούσε ξεχωριστά κάθε ψηφί• — « Ειδοποίησις, τούτ' έστι ε ψιλόν ιώτα ψιλή δέλτα ο μικρόν πι ο μικρόν ιώτα οξεία ήτα σίγμα ιώτα σίγμα». — Το σύστημα τούτο καταντούσε αναγκαίο. Στου Περικλή τα χρόνια, όταν τόφερνε ο λόγος να πη ένας αθηναίος ταλλουνού ισέρχετε, έπρεπε να το συλλαβίση στην ίδια στιγμή, για να διή ο άλλος αθηναίος τι πράμα έρχεται; γουρούνι (υς έρχεται); πρόβατο (οις έρχεται); καμιά ουράνια δύναμη (ις έρχεται); ή απλά αν μπαίνει κανείς μέσα (εισέρχεται). Δεν έφτανε ταφτί• η προφορά δεν αρκούσε• ορθογραφούσαν και μιλούσαν. Έτσι δεν έκαμναν ποτές λάθος.
Αφτό το σύστημα πολύ το συστήνω στους δικούς μας• πρέπει να συλλαβίζουν. Αλλιώς δε θα ξέρουμε τι γλώσσα μιλούν. Όταν τη γράφουν, από την ορθογραφία μπορούμε τουλάχιστο να καταλάβουμε που ο σκοπός τους είναι να γράψουν την αρχαία. Μα όταν τους ακούμε και μιλούν, πώς θα κάμουμε για να καταλάβουμε αν τόντις αρχαίους τύπους μεταχερίζουνται ή όχι; Όσο τους διαβάζεις, σε φαίνεται που η γλώσσα τους είναι αρχαία• μα σε παρακαλώ μια στιγμή να ξεχάσης, αν είναι δυνατό, που έχεις μπροστά σου τυπωμένο βιβλίο, και να το διαβάσης, όχι με τα μάτια, αλλά με ταφτιά. Άκουσε τι λέει, γιατί ας είναι δάσκαλος ή μπακάλης, πλούσιος ή φτωχός, όλος ο κόσμος θα προφέρη όπως τα σημειώνω τώρα•
«Ενdίς νεοτέρις χρόνις σπουδέαν κε, ούτος ιπίν, απότομον μετάβασιν ιπέστι ι ελινικί γλόσα, εξού ο Κοραίς μετά δινάμεος κε τόλμις ανdεπεξελθόν κατά του παρελθόνdος, ιπέθετο τα θεμέλια εφόν στιριζομένι προέβι ι νέα ελινικί. (Μην απορής που βλέπεις μια γλώσσα νάχη θεμέλια, να στηρίζεται σ' αφτά τα θεμέλια, κι ως τόσο να προβαίνη. Αφτά είναι που σε δείχτουν την σπουδαίαν και, ούτως ειπείν, απότομον μετάβασιν κτλ.) Αλά του αιδίμου ανδρός ι εργασία, ος ικός, δεν ιδίνατο να ίνε επί πολί επαρκίς. I επελθούσα ελεφθερία, ο σιμbαρακολουθόν αφτί πολιτιζμός, δεν ιδίνανdο να αρκεσθόσιν ιζ γλόσαν διμιουργιθίσαν εν δουλία κε βαρβαρότιτι. (Τέτοια λεν, τέτοια διδάσκουν ακόμη και σήμερα οι δεινοί μας γλωσσολόγοι• η γλώσσα μας μορφώθηκε εν δουλεία, και βαρβαρότητι• φαίνεται όμως, για να το λεν, πως η γλωσσολογική τους επιστήμη δεν προέβη ακόμη αρκετά• για τούτο νομίζω και γω που η εργασία τους δεν δύναται, να είναι επί πολύ επαρκής). Ούτο δε ι καθιμάς γλόσα ιπο τις ανάγκις οθουμένι ιπερεπίδισε τα πριν στενά όρια• αλ επίισε τούτο άνεφ τινός χαλινού, κε δια τούτο παρατιρούμεν εν αφτί παρισιγμένας κε φράσις κε ρίσις ξενικάς κε ατόπους (πρβλ. Κεφ. Θ') κε ίφος παράχορδον κε καθόλου έλιψιν αρμονίας κε ομαλότιτος. Τιν bαρεκτροπίν δε τάφτην τιζ γλόσις, από πολού ίδι καταφανί γενομένιν, πολίμεν επεχίρισαν να αναστίλοσιν, αλά τΟ κ. Κόντο προέκιτο να αναλάβι τον δινόν αγόνα τιζ διορθόσεος αφτίς κε καθάρσεος διά τιζ διμοσιέφσεος τον Γλοσικόν αφτού Παρατιρίσεον. (Ησύχασα τώρα! Καλά που βρέθηκε ένας άθρωπος να διορθώση μοναχός του όσα έκαμαν τόσοι αιώνες και να δώση καθάρσιο στην ιστορία!)
Δισχερούς δε, ανμί αδινάτου, ούσις τις περίσιναγογίς τον φιλαδίον, εν ις σποράδιν ίνε κατάκεχοριζμένε ε Γλοσικέ Παρατιρίσις, παρακαλέσαμεν τον επιφανί καθιγιτίν, όστις (το όστις είναι βέβαια αττικισμός) προθίμος παρέσχε τιν ίλιν του σίμερον εκδιδομένου τόμου, όν κε παραδίδομεν ις του κινού τιν χρίσιν (Σπολλάτη και να μας ζήση!).
Εν Αθίνες τι 30 οκτοβρίου 1882
Εκ τον Καταστιμάτον Ανδρέου Κορομιλά.»
Έτσι λεν τα Καταστήματα. Έτσι μιλούν οι δασκάλοι. Πολύ πολύ παρακαλώ τον αναγνώστη μου να μη νομίση πως χωρατέβω. Ας βάλη το παιδί του ή κανένα του φίλο να του διαβάση αφτό το κατεβατό, σαν που τόχω γραμμένο• έπειτα ας τορθογραφίση όπως θέλει κι ας το διαβάση ο ίδιος δυνατά του φίλου του ή του παιδιού του• δε θάχη καμιά διαφορά. Ο ένας κι ο άλλος θα προφέρουν κάθε λέξη απαράλλαχτα με τον τρόπο που σημειώσαμε την καθεμιά. Μήτε _οι_, μήτε _ω_ θα πη στην πρώτη φράση• εν τοις νεωτέροις χρόνοις• θα το πη σα να είτανε γραμμένο εν τις νεοτέρις χρόνις• μάλιστα αντίς _τ_ θα βάλη _d_ γαλλικό ύστερα από το _ν_. Λέξις και λέξεις έχουν την ίδια προφορά• _ι_ βάζεις και στα δυο. Μ' άλλα λόγια, όταν ο δάσκαλος μιλεί, δεν τα λέει όμορφα και παστρικά όπως τα γράφει• τα λέει ίσια ίσια με την ορθογραφία που βάλαμε σ' όλο κείνο το κατεβατό. Τι θα πουν όμως οι ξένοι άμα το διούν και καταλάβουν πως έτσι μιλούμε; Βέβαια θα τους φανή γλώσσα «δημιουργηθείσα εν δουλεία και βαρβαρότητι.» Πολύ πιο φρόνιμο λοιπό να συλλαβίζουμε από τώρα κι ομπρός. Χωρίς το συλλαβισμό, κ' η ορθογραφία δεν έχει πια το λόγο της. Γιατί πάντα μπορεί να μας πη κανείς• από που ήξεραν οι αρχαίοι την ορθογραφία τους, αν τόντις μιλούσανε σαν που μιλούν κ' οι δασκάλοι σήμερα; Ή είχαν άλλη προφορά ή έγραφαν πολύ ανόητα _ύλη, εν τοις νεωτέροις, γλώσσα_, αντίς να γράψουν _ίλι, εν τις νεοτέρις, γλόσα_, όπως μπορούμε και γράφουμε τώρα, χωρίς ναλλάξη η προφορά μας με την ορθογραφία.
Φανταστήτε σήμερα στη Γαλλία να μην ήξερε να γράφη κανένας, να μην είταν πούπετις αρφάβητο στον κόσμο. Μ' άλλα λόγια, ας συλλογιστούμε πως βρίσκεται η Γαλλία στην ίδια θέση που βρέθηκαν όλοι οι λαοί στην αρχή, γιατί στην αρχή, πρώτα μίλησαν οι αθρώποι, ύστερα έγραψαν (τους Έλληνες, εννοείται, δεν τους λογαριάζουμε μαζί με τους άλλους• είταν ξεχωριστοί σε κάθε πράμα). Στην αγράμματη Γαλλία έρχεται άξαφνα ένας ξένος. Ακούει τη γλώσσα και του αρέσει• θέλει να τη βάλη στο χαρτί θέλει να τη γράψη. Πώς να κάμη; Ο ξένος αρφάβητο δεν έχει• ετυμολογίες δεν ξέρει• από λατινικά, από συγκριτική γραμματολογία δεν άκουσε στη ζωή του• είναι αγράμματος σαν τους άλλους. Άξαφνα του περνά μια ιδέα από το κεφάλι• βρίσκει σημεία για κάθε προφορά• βρίσκει το γαλλικό αρφάβητο. Τώρα που βρήκε ταρφάβητο, με τι τρόπο θα γράψη τις λέξες που θακούση; Όπως τις ακούση κι όχι αλλιώς. Θα σημειώση την προφορά• το beau θα το κάμη σήμερα bo και το aimer θα το κάμη émé. Ο ίδιος άθρωπος, να πάη στην Ελλάδα, πώς θα γράψη τη λέξη ειδοποίησις; θα τη γράψη ιδοπίισις, αφού έτσι τη λεν οι δασκάλοι. Πρώτα, γράφουν οι αθρώποι όπως μιλούν• έπειτα, με τα χρόνια, αλλάζει η προφορά, μα στέκεται πάντοτες η ίδια ορθογραφία, γιατί έτσι συνήθισαν το aimer, δεν είναι ακόμη πολύς καιρός που λέγουνταν aimer, με αϊ και ρ, αϊμέρ• κατάντησε όμως να είναι σήμερα εμέ• κι ως τόσο το γράφουν πάντοτες aimer, πάει να πη αϊμέρ.
Στην Ελλάδα, πήραν τα πράματα άλλο δρόμο κι απαρχής έγραφαν όσα κανένα στόμα δεν πρόφερε ποτές• ήξεραν από τότες που δεν είναι πατριωτισμός ναλλάξη. η προφορά ενός λαού. Για τούτο σκόρπιζαν εδώ και κει πνέματα, τόνους που δεν είχαν αξία καμιά, αφού σήμερα δε λέμε μήτε ψιλή, μήτε δασεία, μήτε οξεία, μήτε βαρεία, μήτε περισπωμένη. Μη με πης πως για τους τόνους και τα πνέματα μπορεί να υπάρχη διαφορά. Ο θεός να σε φυλάξη να με κάμης τέτοια παραχώρηση! Άμα το λες, παραδέχεσαι που άλλαξε η προφορά, κι άμα άλλαξε, είναι τάχατις μεγαλήτερη ντροπή, το αι νάγινε ε, παρά να μην έχουμε πια την περισπωμένη και την οξεία, αφού σήμερα μήτε νοιώθει ο κόσμος τι μπορεί να είταν περισπωμένη κι οξεία; Ο τονισμός είναι ως τόσο η πιο σημαντική διαφορά που μπορεί να διακρίνη μια γλώσσα από την άλλη• ο τονισμός της αρχαίας είναι που την ξεχωρίζει, που τη διακρίνει από τη νέα. Αφτή η περισπωμένη που δε σε φαίνεται τίποτις, αφτή η οξεία που τη λες μικρό πράμα, είναι τα χαραχτηριστικά σημάδια της αρχαίας. Είναι βουνά και μας χωρίζουν από τους αρχαίους. Μάλιστα, αν προσέξης καλά, θα διής που η αλλαγή του τονισμού έφερε στη νέα μας τη γλώσσα, στη δημοτική, όλες τις άλλες αλλαγές. Μόνο και μόνο γι αφτό το λόγο, μορφώθηκαν τόσοι καινούριοι τύποι. Μπροστά στον τονισμό, το _ε_ αντίς _αι_, το _β_ αντίς &β& κι όλα τάλλα είναι παιχνίδια. Μην πης το λοιπό που είχαν οι αρχαίοι περισπωμένη κι οξεία• να λες πως έβαζαν τους τόνους, γιατί φάνταζαν καλά στο χαρτί, γιατί τους φαίνουνταν οι τόνοι σα μια νόστιμη ζουγραφιά που στόλιζε τα βιβλία τους, και για τούτο τους έφτειαξαν οι γραμματολόγοι• να λες πως οι αρχαίοι ήξεραν τη γραμματική, πρι να ξέρουν τη γλώσσα.
Αμέ ο Όμηρος, ο Σοφοκλής, ο Εβριπίδης πώς το κατάφερναν, όταν έκαμναν τους στίχους των; Πώς μπορούσαν, ας πούμε, να διακρίνουν το α υ ι [μακρά] από το α υ ι [βραχέα]; Πώς γνώριζαν τι διαφορά είχαν αναμεταξύ τους το _ι_ και το _ει_; Θέλεις να στο πω; Έπαιρναν το λεξικό και σκάλιζαν κάθε λέξη. Η προφορά, δηλαδής η ζωντανή γλώσσα του λαού, δεν μπορούσε να τους δείξη την προσωδία... Αφτά λεν οι δασκάλοι, χωρίς να το βλέπουν κ' οι ίδιοι. Πρέπει κανείς να μη σπούδαξε στη ζωή του κι αφτή την αρχαία, για να κάθεται να μας λέη πως δεν άλλαξε η προφορά• ωστόσο τέτοια παιδιακήσια ζητήματα έχουν οι δικοί μας στο στόμα• γίνουνται περιγέλοιο στον κόσμο• ο κόσμος φωνάζει που δεν μπορούμε να βάλουμε στο νου μας τι είναι επιστήμη — κ' οι δασκάλοι το λεν πατριωτισμό.
ΚΖ'•
Ελληνικός στρατός.
Χαίρουμαι να βλέπω ελληνικό στρατό! Είδα στην Αθήνα αξιωματικούς και στρατιώτες. Στην Αθήνα, όλος ο κόσμος δεν τους αγαπά• λεν πως κάμνουν τον περήφανο, το φαντασμένο, που καμαρώνουν, που έχουν ύφος. Εμένα μ' αρέσουνε. Θέλω το στρατιώτη με περηφάνεια• θέλω νάχη το φιλότιμό του. Τι θαρρείτε; Θα είμαι ωραίο παλληκάρι, θα φορώ λαμπρή στολή, θα γυαλίζουν τα κουμπιά μου, θα σέρνω σπαθί και δε θάχω λίγο ύφος και λίγη περηφάνεια; Μήπως μ' έχετε για δασκάλο, που δε σηκώνει τη μύτη του μέσα από τα βιβλία; Τέτοιος δεν είμαι! Θέλω μάλιστα να με καμαρώνουν. Τι σας πειράζει να βαστώ ίσια το κεφάλι μου; Στον πόλεμο να με διήτε! ξέρω και κει ίσια να το βαστώ. Και κει περήφανος είμαι• μπροστά στον Τούρκο δε φέβγω. Μη με βλέπετε που κοιτάζω τις όμορφες γυναίκες, που το μάτι μου νίκη γυρέβει. Η νίκη σ' όλα μ' αρέσει• φτάνει να είναι πόλεμος, και τότες, σαν που το συνηθίζω τώρα με τις κοπέλλες, παίρνω κάστρο και πόλη κυριέβω!
Έναν κουρελλιασμένο στρατιώτη δεν είδα στην Ελλάδα. Η φορεσιά τους πάντα σωστή, το φέρσιμό τους απλό και καλό, οι τρόποι τους γενναίοι. Από πολεμικά πράματα δε γνωρίζω, μα αξιωματικούς σα δυο τρεις που απάντησα στην Αθήνα, δεν πιστέβω και στην Εβρώπη καλήτερους να βρης. Ξέρουν τι θα πη τάξη και πειθαρχία — ή τουλάχιστο είναι άξιοι να το μάθουν. Ο λόγος δεν είναι, άμα γεννηθή κανείς, να είναι σ' όλα τέλειος και προτέρημα να μην του λείπη• φτάνει νάχη μέσα του την πρώτη αρχή, την πρώτη βάση. Ας είναι το χώμα καλό, ας αξίζη ο σπόρος και γρήγορα ο κάμπος λουλουδιάζει.
Οι στρατιωτικοί και γω σε πολλά συφωνούμε. Και κείνοι παραπονιούνται με τη βάρβαρη γλώσσα που τους έφτειαξαν οι δασκάλοι. Για να την καταλάβη ο απλός στρατιώτης, για να τη μάθη ο χωρικός, χρειάζουνται χρόνια σπουδή και με τα γλωσσικά μαθήματα περνά ο πολύτιμος καιρός που έπρεπε να είναι όλος για μαθήματα πολεμικά. Πρώτα ξέρει ο στρατιώτης πώς παίζει το _σπαθί_ κ' ύστερα βλέπει πώς πρέπει να το πη. Ώςπου να πάη σπίτι του, τα ξεχνά. Οι δασκάλοι φουσκώνουν που προστάζει ο αξιωματικός το στρατιώτη του _πυρ_ αντίς _φωτιά_• νομίζουν τάχατις που έτσι θα _εισάξωσιν την αρχαίαν_. Τα καημένα τα δασκάλικα κεφάλια! Μόνο, μ' αφτό βλέπεις πόσο κοντόμυαλοι είναι. Ας το μάθουν καλά, για να το ξέρουν πια• δεν _είσαξαν_ τίποτις! Το παραμικρό πυρ δεν είσαξαν ίσια με τώρα. Είσαξαν ένα ξερό _πιρ_, γιατί έτσι το λέει ο στρατιώτης κ' έτσι το νοιώθει. Το _πυρ_ κατάντησε ένα είδος επίρρημα, ή για να το πούμε πιο σωστά, έγινε, σαν που λέει η γραμματική, επιφώνημα. Βάλε το στρατιώτη να λέη _πρι, πρου ή πρρ_! και το ίδιο κατώρθωσες. Δεν έχει κανένα άλλο νόημα για το στρατιώτη, και πρέπει να του πουν τι σημαίνει, για να καταλάβη τι είναι. Το πυρ μοναχό του δεν έχει καμιά σημασία για το λαό• αν ο λαός δεν έλεγε _φωτιά_, δε θα μπορούσε να μάθη ποτές τι έννοια έχει το _πυρ_. Αν το κλίνη, θα το κάμη _του πυρ_. Άμα γυρίση σπίτι του, τη _φωτιά_ του θανάψη, όχι το _πυρ_ του. Για να λεν οι δασκάλοι που θα _εισάξωσιν τοιουτοτρόπως την αρχαίαν_ και που τόντις _εισήχθη_, χρειάζουνται άλλα πολλά που μήτε τα συλλογιούνται. Πρέπει πρώτα το _πυρ_ να είναι αλήθεια _πυρ_ και να λέμε περισπωμένη με _υ_. Ας μην είναι κι αφτό, πρέπει τουλάχιστο, σ' όλη την Ελλάδα, κανένας πια να μην πη στη ζωή του φωτιά• πρέπει ο καθένας να κλίνη στα τρεχάτα και στα καθημερνά, σα να το είχε μάθει από παιδί το πυρ, του πυρός, τω πυρί, μάλιστα να κάμη δοτική πληθυντική τοις πυροίς. Τέτοιο πράμα θα γίνη ποτές; Όχι! Τότες του κάκου τα πολλά λόγια.
Οι δασκάλοι μας πολεμούνε ναλλάξουν την αθρώπινη φύση. Λογαριάζουν πως _βαθμηδόν_ όλος ο λαός σ' όλη την Ελλάδα θα ξέρη λαμπρά τη γραμματική, που φτάνει να πάη στο σκολειό κι ο καθένας μια μέρα (ποια μέρα;) θα μάθη το τυπικό της αρχαίας, θα λέη όλους τους τύπους σαν που τους διδάσκουν τα βιβλία, θα τους έχη και θα τους βαστά στους αιώνες, χωρίς ναλλάξη ένα γιώτα. Έτσι μας έβαλαν και λέμε ζωμός αντίς ζουμί κι άλλα τέτοια πολλά. Τι κατώρθωσαν; Ο λαός μπερδέβει τα δυο μαζί, μήτε ζουμί ξέρει πια να σε πη, μήτε μπορεί να καταπιή ένα _ζωμός_, που είναι ανώμαλο στη γλώσσα μας σήμερα, και στο βγάζει _ζουμός_, κάπου και _ζωμί_. Η καθαρέβουσα είναι καταστροφή και χαμός της αρχαίας και της νέας. Καταστρέφεται η γλώσσα και πάει• ό τι κι αν πουν οι δασκάλοι, καμιά δύναμη στον κόσμο δε θα κάμη το λαό να μην είναι λαός. Θα μας χαλάσουν την εθνική μας γλώσσα και δε θα εισάξουν την αρχαία. Θα κατορθώσουν ένα μόνο, να φορτώσουν την καθαρή μας γλώσσα με βάρβαρους τύπους σαν το ζουμός και το ζωμί. Τέτοιους τύπους θα φτειάνη ο λαός κάθε μέρα, γιατί όσο κι αν πολεμήσης, ας είσαι και θεός, δε θα κάμης τους αθρώπους βιβλία. Την αρχαία τη γλώσσα δεν την ξέρει κανένας φυσικά• χρειάζεται γραμματική για να τη μάθη. Δε βρέθηκε όμως ίσια με τώρα και δε θα βρεθή, μήτε σ' αφτή την Ελλάδα, ένα έθνος αλάκαιρο, που να μη βγάζη άλλο παρά γραμματισμένους και γραμματολόγους. Μας έπνιξαν τα καλαμαράδικα. Μας έφαγαν τη ζωή μας. Αφήστε τα πια και μην ακούτε τους δασκάλους. Θέλετε γραψίματα; τότες κάμτε πέννα το σπαθί και με το σπαθί — σαν τον Μπότσαρη — γράψτε τίποτις που να σας διαβάση ο κόσμος.