Το Ταξείδι μου

Part 14

Chapter 14 49 words Public domain Markdown

Οι Αθηναίοι έχουν καλό σύστημα το καλοκαίρι• την ημέρα κρύφτουνται στα σπίτια τους, το βράδυ κάθουνται στους καφενέδες — με συμπάθειο! στα καφεΐα, ή μάλιστα εν τοις καφείοις, ή κάλλια εντός των καφείων. Είναι γελαστός, χαρούμενος λαός κι αγαπά να διασκεδάζη• η Αθήνα κατάντησε Παρισάκι. Ένα βράδυ πήγα και γω στον καφενέ. Στην Αθήνα, ακόμη και σήμερα, γίνουνται πολλά σαν που είτανε συνήθειο να γίνουνται στα παλιά χρόνια, στους βαγγελικούς καιρούς• βγάζει λόγο κανένας και λέει την ιδέα του. Οι άλλοι κάπου ρωτούν τι γνώμη έχει ο ρήτορας για το τάδε ή το τάδε• πρέπει ο ρήτορας να δώση απάντηση. Ο Αθηναίος είναι περίεργος και του αρέσει να ρωτά• είναι φιλόμαθος λαός. Διάβασα μια μέρα σε μια φημερίδα για ένα γλωσσολόγο που μιλούσε για τη γλώσσα. Αφού τα είχε πει όλα — έτσι έλεγε το φύλλο — βγήκε ένας να του ρωτήξη κατιτίς ακόμη• με τον ίδιο τρόπο ρωτούσαν οι Φαρισαίοι το Χριστό, « Ερωτηθείς δε ο κ. Χ.», έγραφε η γαζέττα, «απεκρίθη» Τόντις _απεκρίθη_ ο κ. Χ. με μεγάλη προθυμία και χτύπησε όλο τον κόσμο, εμένα μέσα στους άλλους• η γαζέττα τύπωνε το λόγο του. Χωρίς να χτυπήσω άθρωπο, και χωρίς να τυπώση τα λόγια μου καμιά γαζέττα, τόπαθα και γω σαν τον κ. Χ. Στον καφενέ που κάθουμουν, είταν κάμποσοι φίλοι μου μαζωμένοι και με ρώτηξαν — « Κύριε καθηγητά, τι ιδέαν έχετε περί ξένων λέξεων;» Τώρα είμουν και γω _ερωτηθείς_. Τους είπα απάνω κάτω τέτοια λόγια•

«Άνδρες Αθηναίοι, άνδρες Κορίνθιοι, άνδρες Αρκάδες, άνδρες Μωραΐται και επίλοιποι άνδρες, — πολύ να προσέχετε τους τενεκέδες! Δεν ξέρετε τι μπορεί άξαφνα να βγη ένας τενεκές. Βλέπω τι θα με πήτε — « Έφκολα γνωρίζεις τον τενεκέ. Ο τενεκές είναι μέταλλο κι αμέσως φαίνεται. Δεν μπορεί τίποτις να βγη.» Μην το νομίζετε. Δε σημαίνει που ένας τενεκές δεν έχει μάτια, αφτιά, κεφάλι και νου. Κάποτες τυχαίνει να μην είναι τενεκές ο τενεκές και να είναι άθρωπος. Βάλτε λοιπό την προσοχή σας• μην κάμετε ποτές σας κανέναν τενεκέ πρωθυπουργό.

Άμα κάμετε καλό πρωθυπουργό, αμέσως πιάνετε άλλη δουλειά. Πρώτα μαζώξτε χρήματα όσα μπορείτε• ας δώση παράδες ο καθένας. Τότες έχετε στρατό• ο στρατός ποτές να μην ξαρματωθή γιατί χαθήκετε, να στέκεται πάντοτες στο ποδάρι, να είναι έτοιμος για κάθε περίσταση. Μα για να στέκεται ο στρατός πάντοτες στο ποδάρι, για να είναι έτοιμος για κάθε περίσταση, χρειάζουνται πεκούνια. Κοιτάξτε με κάθε τρόπο ναγοράσετε κανόνια, τουφέκια, μπαγιοννέττες, μπαρούτι, μπάλλες, σπαθιά. Τους αθρώπους τους έχετε. Θέλετε μόνο λίρες. Μην ξεχνάτε την αρμάδα• παραγγείλτε φρεγάδες θαρακωτές, καράβια και βαπόρια ντουζίνες• άμα πλερώσετε, έφκολα σας φτειάνουν και φρεγάδες και βαπόρια στις καλήτερες φάμπρικες; Ποιο είναι το προτιμότερο, καβαλλαρία, πεζικό ή ναφτικό; Απ' αφτά τα τρία ποιο συφέρει περισσότερο. Μπορεί να σκεφτούμε ξεχωριστά για το καθένα. Να σας πω την ιδέα μου• το προτιμότερο με φαίνεται, νάχη κανείς και τα τρία μαζί. Με το πεζικό φυλάγουνται λαμπρά τα σύνορα• με την καβαλλαρία πηδάτε και πάτε παρέκει• με το στόλο, φτάνει να τύχη κατάλληλη ώρα, κι αμέσως αρπάζετε κανένα νησί• το νησί σας δίνει φόρους και σας βάζει ένα σωρό παράδες στην κάσσα.

Μπορεί τώρα να πάρουμε κι άλλα μέτρα. Για νάχετε πιώτερους παράδες, σηκώνετε μερικά σκολειά κ' ένα δυο Πανεπιστήμια. Τι θα τα κάμετε τα τόσα; Μήτε γρόσια, μήτε δόξα, μήτε κομμάτι χώμα δε σας έδωσαν ίσια με τώρα. Κατάλαβα τι σας βαστά να τα σηκώσετε. — « Καλά! λέτε• αμέ τα βιβλία κ' οι οκάδες χαρτί που είναι μέσα; Τι θα γίνουν; Άλλος μπελάς πάλε τούτος.» — Σωστός ο λόγος. Κι αφτό θέλει σκέψη. Ελάτε λιγάκι να το συλλογιστούμε μαζί. Ίσως κάτι βγη. Για σταθήτε! Με φαίνεται που το χαρτί κάθε πράμα μπορεί να το κάμετε. Το χαρτί πάντοτες είναι χρήσιμο. Πρώτα πρώτα, τόχετε στουπί για τα τουφέκια. Όταν πάτε στον πόλεμο, μπορείτε να τυλίξετε μέσα τα παπούτσια σας, δε λέω το φαγί σας, μάλιστα αν είναι λαδερό, γιατί λιγδώνει και γίνεται γρήγορα μούσκεμα το χαρτί. Μα και για φαγί ταιριάζει, φτάνει να είναι σταφίδες, τσίροι, ψωμί ή τυρί ξερό. Βλέπετε που το βολέψαμε κι αφτό. Το κάτω κάτω, και για κάτι άλλες δουλειές είναι καλό το χαρτί. Είναι ανάγκη να κάθουμαι τώρα να σας λέω για τι δουλειές;

Θα σας πω ακόμη κι άλλο. Όταν οι Αουστριακοί κρατούσαν τη Βενετία, είταν αδύνατο να διής τσιγάρο σε βενετσιάνικο στόμα. Οι Βενετσιάνοι, που κάπνιζαν πρώτα σαν το καμίνι, έπαψαν άξαφνα να καπνίζουν. Οι Αουστριακοί είχαν τα καπνά και κάλλια βασανίζουνταν ο Βενετσιάνος ολημέρα, παρά να κάμη τον Αουστριακό να κερδίση μισό παρά. Κάτι θα πη ηρωισμός, ομόνοια, ζωντανό μίσος, έχτρα που μάτι δε σφαλνά, που μέρα νύχτα βιγλίζει. Πολύ σας τα συστήνω κι αφτά.

Τόσα είχα απάνω κάτω να σας πω για τις ξένες λέξες. Όταν κάμετε καλό στρατό, όταν αφήσουν το τσιγάρο στην Ανατολή, όταν άλλο δε βάλετε στα νου σας παρά μπαρούτι και φωτιά, τότες πάλε βρίσκουμε καιρό και φιλολογούμε. Οι ξένες λέξες κανένα κακό δε μ' έκαμαν• τις έχω μάλιστα ανάγκη για να πω πολλά πράματα που δε μ' έρχεται και δε γίνεται να τα πω αλλιώς• έτσι τις έκαμα δικές μου• τις έβαλα να δουλέβουν την ιδέα μου. Δεν ταιριάζει να κάμνουμε τους περήφανους με τις λέξες κι όχι με τους αθρώπους, να μη θέλουμε τούρκικα και να καλοπιάνουμε τους Τούρκους. Είναι περιττό να καθαρίζουμε τη γλώσσα που δεν τόχει ανάγκη και δε βρωμά• κάλλια να καθαρίσουμε την Ανατολή. Το τουφέκι από τη γλώσσα μας να το βγάλουμε, δε γίνεται, γιατί σκοτώνει Τούρκο• πολύ πιο φρόνιμο να βγάλετε τον Τούρκο από τα νησιά κι από τις επαρχίες, γιατί ο Τούρκος μπορεί να σκοτώση χριστιανούς. Σκοτώνει τους χριστιανούς ο καταραμένος και τι βγαίνει τότες; Ας λέμε όσο θέλουμε _πυροβόλον_ κι άλλες τέτοιες νοστιμάδες. Αχ! τάπιστα τα σκυλιά, τους συχαμένους τους βαρβάρους! Ποιος είναι Γραικός και μπορεί άλλο να γυρέβη, άλλο να ποθή μέρα και νύχτα παρά να πάρη την ψυχή τους; Ποιος μπορεί σήμερα να λέγεται άθρωπος, ποιος μιλεί για πολιτισμό κι αφίνει τέτοια ζώα στον κόσμο; Ομπρός λοιπό, τα παιδιά• ορμήστε, παλληκάρια, στο κριάς, στο πετσί! Χτυπάτε, όσο μπορείτε, — κι όταν μπορείτε. Αν έχετε τουφέκια, πάρτε τα τουφέκια• αν τα τουφέκια σας λείψουν, πάρτε πέτρες• αν και πέτρες δε βρεθούν, πολεμήστε με τα νύχια• αν τα νύχια σπάσουν και κείνα, με το στόμα, με τη γλώσσα, με τα δόντια, ρουφήξτε αίμα, δαγκάστε πρόσωπο, φάτε κόκκαλα. Όξω, όξω πρώτα τους ξένους. Για τις ξένες λέξες βλέπουμε κατόπι.»

ΚΔ'.

Ξένη γλώσσα.

Τα σπίτια στην Αθήνα είναι ωραία. Με πολύ γούστο τα κάμνουν και δεν είταν έφκολο πράμα, κοντά στην Ακρόπολη, να φτειάξουν παλάτια και να χτίσουν πόλη που να φαντάζη, που νάχη τόση χάρη. Οι πέτρες είναι πέτρες σωστές, κι όχι μουκαβάς. Το μάρμαρο ψέφτικο δεν είναι• είναι μάρμαρο αληθινό. Το κακό είναι όμως που το σπίτι το λεν _οικία_ και _οίκος_• μ' αφτό τελειώνει η αλήθεια κι αρχίζει —... πώς να το φέρουμε; ας πούμε κ' ένα δυσάρεστο... — αρχίζει η ψεφτιά. Να μη θυμώσης και θα με καταλάβης• μάλιστα θα διής που άλλη λέξη δεν έχει. Μιλούμε για το καλό κι όχι για να βρίσουμε. Αν είναι πάλε και θυμώση ο αναγνώστης μου, ας το ρίξη στους δασκάλους• γιατί κοιτάξτε τι τρέχει. Όταν ο Γραικός είναι μοναχός του και μιλεί για λόγου του, μέσα στο νου του λέει σπίτι. Άμα ανοίξη το στόμα μπροστά σε κανέναν ξένο ή και σ' ένα δικό του, θυμάται που πρέπει να το πη αλλιώς• το μεταφράζει στη στιγμή και στο βγάζει _οικία_. Ο άλλος ο Γραικός που τον ακούει, σπίτι ξέρει και κείνος — να μην πη πως δεν το ξέρει έτσι, γιατί τότες εμείς του λέμε που ξέχασε τη γλώσσα του. Ως τόσο, τι κάμνει; όταν ακούση οικία, γρήγορα γρήγορα μέσα του λέει• « Για σπίτι μιλεί.» Το μεταφράζει την ίδια ώρα κ' έτσι τρέχουν τα λόγια. Και για κάθε λέξη, για το _ψωμί, το τυρί, το κρασί, για το νερό, τη φωτιά, για τα μάτια, τα δόντια, τα φρύδια, τα ποδάρια, τα χέρια, τα μπράτσα, τα παιδιά, ταγώρια και τα κορίτσια_, γίνεται η ίδια εργασία μέσα στο νου του• μεταφράζει. Άλλα έχει μέσα του ο Γραικός κι άλλα λέει. Δεν είναι μόνο το στόμα που λέει μάθημα, μα και ταφτιά δεν κάμνουν άλλη δουλειά στην Αθήνα και σ' όλη την Ανατολή παρά αιώνια να μεταφράζουν. Τώρα μπορεί να με ρωτήξης σε τι χρησιμέβουν όλα αφτά τα μεταφράσματα και τι βγαίνει από την κωμωδία; Ανόητος που δεν το βλέπεις! Δεν το κατάλαβες ακόμη; Με τη μετάφραση πρώτα θα δείξουμε στους ξένους που η γλώσσα μας δεν άλλαξε συλλαβή και που έμεινε αιώνες η ίδια. Ο Περικλής, όταν αποχαιρετούσε την Ασπασία, βέβαια θα της έλεγε• — «Φιλτάτη, υπάγω εις την οικίαν.» — Έτσι το λέμε και μεις σήμερα. — Δέφτερο, λέγοντας οικία αντίς σπίτι, ανεβαίνουμε κομμάτι• φαντάζει ο ένας μπροστά στον άλλο• ο Γραικός καμαρώνει το Γραικό. Βλέπει αμέσως ο ένας που έμαθε ο άλλος δυο τρία ελληνικά και για να μη μείνη πίσω και κείνος, κάμνει πως τον καταλαβαίνει. Δεν είπαμε και πριν που μόνο οι αρχαίες λέξες έχουν εβγένεια; Έτσι και μεις με μια μόνη λέξη φανερώνουμε την εβγένεια της ψυχής μας. Όλη μας η εβγένεια είναι στα λεξικά. Ίσως δεν έχουμε κι άλλη να δείξουμε• συφέρει λοιπό να λέμε _οικία_ κι όχι _σπίτι_. — Είναι κ' ένα τρίτο. Όσο κι αν πολέμησαν οι δασκάλοι, όσο κι αν αναποδογύρισαν το κάθε πράμα, δεν κατόρθωσαν όμως να βγάλουν από τη γλώσσα μας μερικούς τύπους δημοτικούς• δεν έδιωξαν ακόμη το καημένο, το σακατεμένο το _θα_• δεν ξερρίζωσαν το βάρβαρο _να_. Δεν ξωλόθρεψαν όλους τους ξενισμούς• κάθε φορά που λέμε _Μάρτης, Μάης_ και τους άλλους μήνες, ακόμη και σήμερα μιλούμε λατινικά, γιατί ο Μάρτης, ο Μάης κ' οι άλλοι μήνες ελληνικές λέξες δεν είναι• λατινικά μιλούμε, άμα πούμε τον _Κωσταντίνο_ κι άλλα τέτοια. Τι να κάμουμε; Να μη λέμε _Μάρτης, Μάης και Κωσταντίνος_; Να μη γράφουμε το _θα_ και το _να_; Το συλλογιούνται κ' οι δασκάλοι. Τουλάχιστο το διορθώνουνε. Βάζοντας στην ίδια φράση το _θα_ ή το _να_ μαζί με το _σπίτι_, έχεις δυο βάρβαρους τύπους αντίς έναν• όταν όμως πης ένα _θα_ και πιο κάτω χώσης έναν _οίκον_, τότες μοιάζει σα να μην άλλαξε η γλώσσα. Πες• «θα υπάγω εις τον οίκον» ή «Θα υπάγω εις το σπίτι.» Σύγκρινε τα και τα δυο. Ποιο σε φαίνεται πιο ελληνικό; Ποιο λες από τα δυο να συνήθιζε ο Περικλής; Βέβαια το πρώτο. Κατάλαβες; Εκεί που το _θα_ μπορεί να σε προδώση αν το βάλης με ξένη λέξη και να δείξη που η γλώσσα σου άλλαξε, άμα ταιριάξης, το _θα_ με μια λέξη αρχαία, γίνεται αρχαίο και το _θα_. Έτσι έσιαξες τις ανωμαλίες• έτσι ξελληνίζεις τους ξενισμούς. Φτάνει να κάμης το _Μάρτη Μάρτιον, τον Κωσταντίνο Κωνσταντίνον_• αμέσως πάστρεψες, ξέπλυνες τη γλώσσα. Τώρα βλέπεις που με τη μετάφραση κάμποσα κατάφερες.

Ας είναι πάλε καλά οι Ρωμαίοι! Χωρίς τους Ρωμαίους, θα μνίσκαμε στα κρύα του λουτρού. Δε θα ξέραμε τι μήνα έχουμε• τα χρόνια θα περνούσαν και δε θα το νοιώθαμε• δε θα μπορούσαν οι δασκάλοι να προδέψουν• πάντα θα κοπάνιζαν τα ίδια. Με το μηνολόγι που μας έδωσε η Ρώμη, ξέρουμε τουλάχιστο τι μας γίνεται. Οι Ρωμαίοι μας έμαθαν πολλά χρήσιμα πράματα• χάρη στους Ρωμαίους έχουμε _σπίτι_ και καθούμαστε• χάρη στους Ρωμαίους ανοίγουμε και σφαλνούμε _πόρτες_. Ας ήναι καλά κ' οι αρχαίοι! Κάμποσα τους χρωστούμε. Α δεν είταν οι αρχαίοι, δε θα ξέραμε πώς να πούμε τον _άθρωπο_. Χωρίς τους αρχαίους, κι αφτή η Αθήνα όνομα δε θα είχε. Είναι τόντις κρίμα που αφτές οι δυο λέξες _άνθρωπος_ και _Αθήναι_ είταν ξένες στην αρχαία γλώσσα. Ελληνική ρίζα δεν έχουν κι από κάπου θα τις έκλεψαν οι προγόνοι μας. Οι δασκάλοι τούτο δεν το ξετάζουν• οι δασκάλοι δεν ξετάζουν που η λέξη _πόρτα_ βρέθηκε στη γλώσσα μας από του Ιουστινιανού τα χρόνια. Ακούν τους Ιταλούς να λεν _πόρτα_• νομίζουν αμέσως που μας τόμαθαν οι Ιταλοί. Γράμματα δεν ξέρουν οι καημένοι• για τούτο βρίζουν και κατατρέχουν αφτή τη λέξη• το _Μάρτη και το Μάη_ τους αφίνουν ήσυχους. Μόλον τούτο, όσο αρχαίος είναι ο _Μάρτης_, τόσο αρχαία είναι κ' η _πόρτα_, μάλιστα πιο αρχαία. Οι δασκάλοι δε λεν τίποτις μήτε για τη λέξη _άνθρωπος_ μήτε για τόνομα _Αθήναι_ — κι ως τόσο θα σε πουν πολύ σοβαρά που ξένες λέξες δε θέλουν. Όρος• «ξένες λέξες είναι όσες θαρρούν ξένες οι δασκάλοι. Άμα δεν ξέρουν οι δασκάλοι, ξένες λέξες δεν υπάρχουν.»

Όπως κι αν το γυρίσουν οι δασκάλοι, δε θαλλάξουν την ιστορία• ό τι έγινε, έγινε. Η γλώσσα μας άλλαξε, γιατί όλες οι γλώσσες αλλάζουν. Αφτό η Εβρώπη το ξέρει, κι από μας δε θα πάρη μαθήματα. Εβγένεια δεν είναι να λέη κανείς άλλα άντ' άλλα. Ας είταν όμως και μεγαλήτερη εβγένεια να λέμε _οικία_ αντίς _σπίτι, άρτος_ αντίς _ψωμί_, πάντα θα είταν εβγένεια ψέφτικη να το λέμε έτσι. Τι θα πη ψεφτιά; να σε κάμω να πιστέψης ένα πράμα που δεν είναι. Τι κάμνουμε όμως τώρα; Θέλουμε ο κόσμος να πιστέψη που η γλώσσα μας δεν άλλαξε• θέλουμε να το πιστέψουμε κ' οι ίδιοι• προσπαθούμε να δείξουμε εβγένειες που δεν έχουμε. Η αλήθεια μέσα σ' αφτά τι γίνεται; Χάνεται, κ' η ψεφτιά βασιλέβει. Είναι έτσι ή δεν είναι; Όποιος θύμωσε πρέπει τώρα να ξεθυμώση. Άδικος θυμός! Νομίζουμε τάχατις πως κάτι κατωρθώσαμε με τα δασκαλικά μας και δε βλέπουμε πολύ πιο σοβαρά πράματα. Με τη μετάφραση και με το σύστημά μας αφτό νάχουμε άλλη γλώσσα στο νου κι άλλη στο στόμα, το κάτω κάτω τι δουλειά κάμνουμε; Την ίδια δουλειά που κάμνουν όσοι μιλούν ξένη γλώσσα. Ξένη γλώσσα είναι μια γλώσσα που δεν την ξέρει κανείς φυσικά και που πρέπει να τη μάθη με το δασκάλο, για να τη μιλήση. Έτσι το παθαίνουμε με τα κορακίστικα που μιλούμε. Και δεν ντρεπούμαστε. Μάλιστα προσμένουν οι δασκάλοι να τους καμαρώσουν οι Εβρωπαίοι! Οι Εβρωπαίοι ως τόσο τι λεν; που δεν ξέρουμε τη γλώσσα μας και που μας τη χάλασαν οι δασκάλοι. Το φραγκόπαιδο δεν έχει ανάγκη να του πουν πώς πρέπει να λέη σπίτι και ψωμί• τακούτε και θα τα πη όπως τα λέει όλος ο κόσμος. Ξέρει τη γλώσσα του φυσικά. Εμείς θα τη μάθουμε πρώτα στο σκολειό, και το μάθημα τούτο τολμούν οι δασκάλοι και το λεν εθνική γλώσσα! Ένα μόνο ξεχνούν οι δασκάλοι• οι ξένες λέξες δεν είναι το σπίτι, το τουφέκι και το παπούτσι, γιατί τις λέξες αφτές τις έκαμε δικές του ο λαός κ' έγιναν τώρα γραικικές. Άμα τις πης, θα τις καταλάβη ο καθένας κι από κει μπορείς να κρίνης• μόνο τη δική του τη γλώσσα καταλαβαίνει ένας άθρωπος, χωρίς νάχη ανάγκη δασκάλο. Γλώσσα μας το λοιπό κατάντησαν κι αφτές οι λέξες. Άλλη είναι η ξένη γλώσσα.

Μια μέρα περνούσα από ένα σπίτι μπροστά. Στην πόρτα στέκουνταν ένα παιδί δώδεκα χρονώ, με χαρούμενο πρόσωπο και μάτια γελαστά. Φορούσε στιβάλια ψηλά, φτερνίστρες, και βαστούσε καμτζίκι στο χέρι. Είταν έτοιμο να φύγη. Έλεγε της μάννας του που είτανε μέσα στο σπίτι• — « Μάννα, θα πάω καβάλλα.» — «Να μη σ' ακούσω, να μη σ' ακούσω! μάνιζε η μητέρα του. Τέτοιες λέξες να μη λες και θα σε δείρω! Να πης• θα υπάγω να ιππεύσω.» Σάστιζε το παιδί σα να μην καταλάβαινε. Η μάννα του και κείνη δεν έβλεπε και δεν έννοιωθε τι βάρβαρη γλώσσα πολεμούσε να μάθη του παιδιού της, όταν τόβαζε να λέη ταναλυτικό μας το _θα_ με ταρχαίο το _ιππεύσω_• και το μεσαιωνικό το _υπάγω_. Νόμιζε πως τόντις κάτι κατάφερνε και δεν καταλάβαινε η ίδια το τρομερό λάθος που έκαμνε. Κατάλαβα τότες όμως εγώ που η μόνη ξένη γλώσσα στην Ελλάδα είναι η καθαρέβουσα• το παιδί δεν μπορεί να την καταλάβη κ' η μάννα η ίδια δεν την ξέρει. Έφυγα με τον καημό στην καρδιά. Τι θα γίνη ένα έθνος, που μαθαίνει τέτοια γλώσσα η μάννα του παιδιού της!

ΚΕ'.

Χαμένα λόγια.

Κάποτες μ' έρχεται να φωνάξω δυνατά, που όλος ο κόσμος να μ' ακούση• — « Μη! Μη! Μη! Μη χαλνάτε τη γλώσσα! Καταστρέφετε την αρχαία και τη νέα μαζί. Θέλετε γλώσσα που να μοιάζη τόντις με την αρχαία, που να είναι η ίδια γλώσσα; Πάρτε τη γλώσσα του λαού. Θέλετε ξένη γλώσσα; Πάρτε την καθαρέβουσα• θα δείξη σ' όλο τον κόσμο, που τόντις χάθηκε η αρχαία. Θέλετε να παίξετε; Θέλετε νοστιμάδες, χωρατάδες και κωμωδίες; Τότες να γράφετε την καθαρέβουσα! Θέλετε επιστήμη, κόπο και μάθηση; Θέλετε να πιάσετε σοβαρή δουλειά; Να γράφετε την εθνική σας γλώσσα. Από την απόφαση σας, θα φανή αν είστε ή άντρες ή παιδιά.

Αφήστε την ψεφτομάθηση, την ψεφτοσοφία, τους _συμβιβασμούς_ και τους δασκάλους. Μην πιστέβετε όσα λεν, που _βαθμηδόν_ η γλώσσα θα καλητερέψη και που θα γράφουμε μια μέρα σαν τον Ξενοφώντα. Μόνο που σας λέει κανείς τέτοιο λόγο, σας δείχτει που δεν κατάλαβε ακόμη μήτε τι είναι Ξενοφώντας μήτε τι θα πη γλώσσα. Βαθμηδόν ξέρετε τι θα γίνη; Θα χαθή η εθνική μας γλώσσα και θαφανίσετε την αρχαία. Τι με μέλει που θυμώνετε τώρα μ' όσους σας μιλούν έτσι; Μια μέρα θα καταλάβετε οι ίδιοι το κακό που μας κάμνετε όλους• θα κλαίτε και θα λυπάστε και δε θα μπορήτε πια να διορθώσετε το λάθος σας. Αχ! τι βάσανο που είναι να βλέπη κανείς την αλήθεια και να μην μπορή να τη δείξη στους άλλους!

Μην τα θέλετε όλα μισά. Αμάθεια και περηφάνεια σας έφεραν τέτοιο κακό• περηφάνεια, γιατί θέλει ο καθένας να φαντάξη και να μην είναι σαν το λαό• αμάθεια, γιατί καταντήσαμε να μην ξέρουμε τη γλώσσα του λαού, γιατί τόλμησαν οι δασκάλοι να βρίσουν όλο το έθνος και να πούνε βάρβαρη μια γλώσσα, που δεν τη σπούδαξαν ακόμη. Αφτή η γλώσσα όμως υπάρχει• μπορείτε να την κάμετε κομμάτια• κανείς δε θα μας τη σηκώση. Με κανέναν τρόπο δε θα γυρίση πίσω η αρχαία. Οι ιστορικοί νόμοι για σας δε θαλλάξουν. Του κάκου βρίζετε την εθνική μας γλώσσα και τη λέτε πρόστυχη, και καμώνεστε πως μήτε ξέρετε τι είναι, και πολεμάτε να μας δείξετε που μιλείτε την αρχαία, που η αρχαία ακόμη ζη.

Ποτές, όχι! ποτές δε θα κάμετε τον κόσμο να σας πιστέψη. Του κάκου γράφετε γραμματικές της _καθωμιλημένης_ και βάζετε μέσα όλη την αρχαία γραμματική, περιττοσύλλαβα, υπερσυντελικούς και μετοχές, ύστερα μάλιστα χαρίζετε τα βιβλία σας στους ξένους, τάχατις για να σας καμαρώσουν. Πάντα θα σας καταδικάση η επιστήμη κ' η ορθή κρίση. Πάντα κάπου θα βρεθή ένας να σας το πη — κι αν πάλε δε βρεθή, δεν πειράζει! Η αλήθεια θα μείνη αλήθεια. Η αλήθεια, για να υπάρχη, δεν έχει ανάγκη μήτε να τη διούμε, μήτε μάλιστα να ξέρουμε την ύπαρξή της. Η αλήθεια μοιάζει με τα μακρινά τάστρα που δε φαίνουνται μέσα στον ουρανό, κι ως τόσο λάμπουν ολομόναχα, κι ας μην τα βλέπη κανένας!

Η καρδιά μου πονεί να σας ακούω! Το χαμό σας θέλετε• το κακό σας γυρέβετε μόνο. Αν ήξεραν οι δασκάλοι την αρχαία με τα σωστά τους, δε θα πολεμούσαν κάθε ώρα να μας δείξουν πως την ξέρουν και θάγραφαν τη δημοτική, αφού κ' οι αρχαίοι οι ίδιοι έγραφαν τη δημοτική τους γλώσσα. Με την ψεφτογραμματική δε φτειάνεται γλώσσα, δε φτειάνεται φιλολογία. Τι λόγια να βρω για να με πιστέψετε; Χαλνάτε μια γλώσσα που είναι θησαβρός για την επιστήμη, που θα σας δοξάση στον κόσμο. Χαλνάτε μια γλώσσα που μόνη της μπορεί να σας δώση μια μέρα εθνική φιλολογία, ποίηση και φήμη, μια γλώσσα που θα σας κάμη να μοιάξετε ίσως και σεις τους αρχαίους. Μη! Μη! Μη!»

Αχ! Να είμουν κάτι και γω! Να μπορούσε κανείς να μ' ακούση! Αφτό το κεφάλαιο να μπορούσαν όλοι να το διαβάσουν — και να με πιστέψουν! Τι ζητούμε; το καλό. Τι πολεμούμε; να προκόψη, να μεγαλώση το έθνος. Έπρεπε κ' οι δασκάλοι να είναι μαζί μας. Αφτό θέλουν και κείνοι• ας διούν το λοιπό με τι τρόπο θα το κατορθώσουν. Ας πάρουν καλήτερο δρόμο. Αχ! να μας έκαμναν τουλάχιστο μια _παραχώρηση_• να μη λεν πρόστυχη τη γλώσσα του λαού, να μάθουν τέλος πάντα που ο λαός και μόνος ο λαός έκαμε και κάμνει όλες τις γλώσσες του κόσμου. Τόσο μ' έφτανε κι άλλο δε θα ζητούσα. Τότες δε θα μ' έμελε για τίποτις πια και θα πρόσμενα το θάνατο με χαρά.

ΚΣΤ'•

Οικιακά κυνάρια.

Όσα είπα τα παίρνω πίσω• δε μιλούν πούπετις σα στην Αθήνα (εννοείται, δε μιλούν τόσο καλά). Θυμήθηκα τις γαζίες της Πόλης. Στην Πόλη, όταν κόψη ο μπαχτσεβάνης τις γαζίες, τις δένει με μια ψιλή κλωστή σε κάτι μικρά ξυλάκια• τρυπά ένα κολοκύθι και βάζει τα ξυλάκια• το κολοκύθι, όλο τρυπημένο με τα ξυλάκια και γεμάτο γαζίες, σε φαίνεται πως λουλουδιάζει και μοσκοβολά. Μια μια πουλεί ο μπαχτσεβάνης τις γαζίες κι απομνίσκει το κολοκύθι ολόξερο, χωρίς καμιά μυρωδιά. Σαν τις γαζίες, ψες το βράδυ σε μια βεγγέρα που βρίσκουμουν, _τα μεν, τα δε, τα γαρ, τα μέντοι, τα δη_ κι όλες οι άλλες ελληνικούρες στόλιζαν και κεντούσαν την ομιλία. Πόσες φορές έπρεπε νακούσω _θυγατράσι και πατράσι_! Πόσα _κοχλιάρια_ να καταπιώ! Πόσα _τέια_ να χορτάσω! Πόσα _λίαν γοητεύομαι_ να φάω! Πόσα _ώστε_ να χωνέψω!

Τη νύχτα, που πήγα να πέσω στο κρεββάτι, δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Έκαμνα όλο το ίδιο όνειρο• όλο το ίδιο φάντασμα με κυνηγούσε. Σφαλνούσα τα μάτια και με φαίνουνταν πως ένα σωρό γαϊδουράκια, — νόστιμα γαϊδουράκια, καλοσιασμένα και καλοστολισμένα — στέκουνταν τριγύρω μου, άνοιγαν το στόμα τους μεγάλο μεγάλο και γκάριζαν όσο μπορούσαν. Ξυπνούσα και ξανάπεφτα. Τα γαϊδουράκια με μιας γίνουνταν ονάρια, τα ονάρια όνοι, οι όνοι πάλε σκυλιά και το κάθε σκυλί έβγαινε κύων• οι κύνες γάβγιζαν που κόντεβε να σκάσουν. Πηδούσαν απάνω μου τα ζώα, σα λυσσιασμένα, και δάγκαναν τις χυδαιότατες μου γάμπες.

Το πρωί, είχα δουλειά στον Περαιά και πήρα το σιδερόδρομο. Αγόρασα μια φημερίδα να διαβάσω. Στην Αθήνα, γρήγορα διαδίδουνται τα νέα• ξέρουν το κάθε πράμα άμα γίνη, κάποτες πρι γίνη, και πολλές φορές χωρίς να γίνη διόλου. Η γαζέττα έλεγε• — « Λύσσα λύσσην πέφυκε. Τα μεν, ο εν Παρισίοις άμουσος τε και βάρβαρος έλλην καθηγητής, κ. Ι. Ν. Ψυχάρης, ο μυρίαις μανίαις οιστρηλατούμενος, ο καταστροφεύς της ημετέρας γλώσσης, ο υβριστής έθνους ολοκλήρου, ο λίαν καταλλήλως επικληθείς Ηρόστρατος ο Β', ο Ζωίλος του ημετέρου Ομήρου, η ξένως φθεγγομένη χελιδών (το χελιδόνι με κολάκεβε), ο την _αθώον_ ψυχήν και τον των των Αθηνών γλωσσολόγων ηρέμα ρέοντα βίον καταταράξας, ο τον εν ειρήνη διάγοντα Χατσιδάκιον καταξυγκυκήσας, ο της απείρου και παγκοσμίου αυτών δόξης ζηλώσας τους δασκάλους, ο εν γερμανικαίς εφημερίσι δικαίως υπό των ημετέρων λογίων διαβληθείς και σφόδρα επικριθείς (βαριούμαι και δεν αντιγράφω τους άλλους μου τίτλους), ο κύριος ούτος, άτε λυσσητικός, ε δ ή χ θ η _τη παρελθόντι νυκτί_ υπό τινος οικιακού κυναρίου. _Μικρού γε και δει_, ο κ. καθηγητής τα ετσίτωσεν. _Τα δε_ (καιρός είταν!), αποβήσεται (άλλα φύλλα έβαζαν αποβήσει, άλλα θέλει αποβή ή απεβή, άλλα πάλε ίνα αποβή• κάθε γαζέττα είχε τον τύπο της) _εν Παρισίοις_ (δεν έγραφε κανένας _εις Παρισίους_• είναι χυδαίο το _εις_)• λύσσα γαρ εάλω το κυνάριον. Αναγκασθήσεται ουν ο βάρβαρος ομογενής ίνα επιζητήση θεραπείαν παρά τω περιφήμω της Γαλατίας Ποιμένι. Ίνα επάρη αυτόν ο υπερίδρομος!»

Πρέπει να πω την αλήθεια• δυσκολέβουμαι να διαβάζω φημερίδες και συχνά δεν μπορώ να καταλάβω τι γράφουν• έχουν πάρα πολύ σοφία. Μια μέρα παραπονιούμουν που πολλές φορές με ξεφέβγει το νόημα μιας λέξης, και πολύ φρόνιμα μ' είπε μια νόστιμη κυρία• — «Φαίνεται ό τι δεν εμάθετε ικανά ελληνικά εις το σχολείον.» Καλά που τάκουσα κι αφτό! Είχε δίκιο η νόστιμη κυρία. Για τούτο βασανίζουμουν και τώρα• δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε και καλά να με _δείξη_ το σκυλί. Γιατί έλεγε η γαζέττα _εδήχθη_; Σα να μισοκαταλάβαινα που το σπιτόσκυλο μ' είχε δαγκάσει, αφού διάβαζα για λύσσα. Μα έπρεπε κι όλας να με _δείξη;_ Τι μ' _έδειχτε_; τάχατις για να με βγάλη μασκαρά ή να πη τον Παστέρ• — « Εδώ σε θέλω! Διές πώς στον έκαμα. Γιάτρεψτον τώρα, αν μπορείς!»