Το Ταξείδι μου

Part 12

Chapter 12 2 words Public domain Markdown

Εδώ ζούσε λαός μοναδικός στην ιστορία. Άλλος δε θα βρεθή που να του μοιάξη• μπορούμε να τόχουμε κάφκημα και δόξα, μόλον ό τι και μεις δε θα του μοιάξουμε ποτές. Ο πιο πρόστυχος άθρωπος έννοιωθε μέσα του τι θα πη τέχνη και ποίηση, ήξερε, χωρίς να του το μάθη κανείς, ποιο είναι το καλό και τωραίο. Δεν είχε δασκάλο παρά τη φύση. Για να γίνουν έργα μεγάλα, δε φτάνει ένας μόνο να τα κάμη• χρειάζεται η συνέργεια ολωνών πρέπει να τα καταλάβουν όλοι κι όλοι να ταρέσουν. Καλλιτέχνης είταν ο λαός όλος. Σε κάθε πέτρα χάραξε την ιδέα του• ο νους του μπήκε σα βούλλα μέσα σε κάθε μάρμαρο, σε κάθε στίχο. Στους ναούς και στα βιβλία, στου Παρθενώνα το μέτωπο και τις κολώνες, μας άφησε την καλήτερή του διδαχή. Μας έμαθε τι θα πη ειλικρίνεια και τέχνη. Ψεφτιές εδώ δεν έχει• δεν έχει πολύπλοκες τεχνουργίες• βάλε μια πέτρα απάνω στην άλλη και βγήκε ο Παρθενός. Πιο απλά μέσα, πιο απονήρεφτοι τρόποι δε γίνουνται. Ο Αθηναίος δε γύρεβε να θαμπώση τον κόσμο, να μας γελάση με τέχνες, με σοφίες και με γύρους. Δεν είταν ο σκοπός τους να φαντάξουν. Ένα μόνο κυνηγούσαν, πώς να πουν την ιδέα τους, πώς να την παραστήσουν απλά και φυσικά, για να την καταλάβη ο καθένας• δεν τους έμελε για τίποτις άλλο, κ' ίσια ίσια γιατί δεν είχαν άλλο σκοπό κατώρθωσαν κ' είχαν τόση τέχνη.

Την Ακρόπολη την είδα όπως βέβαια δεν την είδε κανένας ξένος• για τούτο σας μιλώ με τόση ζωηρότητα. Να μάθετε τι τρέχει• ίσως δεν ταποδείχτω, μα πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι. Τα πήγαμε πάντα καλά μαζί. Οι αρχαίοι περήφανοι δεν είναι. Όταν είμουν παιδί στα σκολειό, δε μ' έρχουνταν τα λόγια τους• με φαίνουνταν όλο πως οι αρχαίοι άλλο τίποτις δεν είταν παρά ένα σωρό δασκάλοι• έτσι το θαρρούσα, ίσως γιατί δασκάλοι με τους παράδιδαν• τους είχα για κατσούφηδες, μαχμούρηδες, σκολαστικούς αθρώπους, και να πω το κάτω κάτω, βαρετούς με τα παραπάνω. Λαχταρούσα πότε να φέξουν οι διακοπές. Όταν πήρα μοναχός μου να τους σπουδάξω, άλλαξα γνώμη με μιας. Κατάλαβα που πιο γελαστοί, πιο καλής ψυχής αθρώποι δε γίνουνται. Τους έβαλα μέσα στην καρδιά μου — κι από τότες τα πάμε λαμπρά. Άμα αδειάσω λίγη ώρα το χειμώνα, — όταν πέφτουν όξω τα χιόνια πηχτά πηχτά και κάθουμαι ήσυχα κοντά στη φωτιά μου, — πολύ μ' αρέσει να κουβεντιάζω με τους αρχαίους! Πιάνω ένα βιβλίο και τα λέμε. Πόσα γέλοια κάμνουμε μαζί! Πόση χαρά με περεχύνουν τα λόγια τους! Πόσο θυμώνω, άμα θυμώσουν• πόσο κλαίω, άμα δακρίσουν• πόσο με διασκεδάζουν τα παραμύθια τους και πόσο με γλυκαίνει την ψυχή η καλή τους, η ψηλή τους φιλοσοφία και ποίηση. Τάχουμε πολύ καλά μαζί. Δεν κάμνουν τον περήφανο• φτάνει να τους αγαπάς με την καρδιά σου, να μην τους έχης για σοφολογιότατους και με πολλή καλοσύνη σε ξεσκεπάζουν τις ιδέες τους, σε φανερώνουν τις ομορφιές τους και πιάνουν τα λόγια. Πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι! Όλο πιθυμούσα νανταμωθούμε καμιά μέρα.

Ταξιώθηκα κι αφτό, ό τι πάτησα στην Αθήνα. Κόντεβε μεσημέρι• γρήγορα γρήγορα έτρεχε ο καθένας από τη ζέστη να χωθή μέσα στα κελλάρια. Έτσι κρύφτηκαν όλοι και στους δρόμους δε φαίνουνταν πια ψυχή. Ο ήλιος φωτοβολούσε, που σε θάμπωνε τα μάτια. Όλα τάβλεπες κάτασπρα, η Αθήνα γυάλιζε σαν τη ζάχαρη• έλεγες που είχε χλωμιάσει κι ο ουρανός από την αντηλιά. Ησυχία δεν έχω στο ταξίδι• πρέπει να είμαι πάντα στο ποδάρι. Σηκώθηκα λοιπό να πάω στην Ακρόπολη. Προτού νανεβώ, στάθηκα κάτω μια στιγμή και κοίταξα απάνω, να διώ. Τι βλέπω; όλους τους αρχαίους μαζωμένους στην Ακρόπολη, ξυπόλυτους κι ασπροντυμένους, με τους μακριούς χιτώνες. Τα πρόσωπά τους είταν κάπως χλωμά, μα πάντοτες ωραία. Προχώρησα και τους είδα από πιο κοντά. Περπατούσαν και μιλούσαν αναμεταξύ τους. Άλλοι ανεβοκατέβαιναν τη σκάλα του Beulé• άλλοι πάλε έρχουνταν ίσια με κάτω, στου Διόνυσου το θέατρο, καθούντανε γύρω γύρω στα σκαμνιά και πρόσμεναν — ποιος ξέρει τι; ίσως καμιά παράσταση που δε θα γίνη ποτές. Άλλοι είταν καθισμένοι με την αράδα στα σκαλοπάτια του Παρθενώνα, κοίταζαν το χόρτο που είχε φυτρώσει στις πέτρες ή θωρούσαν τη θάλασσα μπροστά τους. Είχαν ομιλίες κ' έσκυφτε ο ένας να πη κάτι ταλλουνού. Ο Σωκράτης έτριβε τα γόνατά του• θυμούνταν που τρίβοντας τα γόνατά του είχε πεθάνει και γλυκά χαμογελούσε. Τι καλός εκείνος ο Σωκράτης! Χαίρουνταν όλοι τους να τον ακούν. Είταν ένα γλέντι για τον κόσμο. Έπρεπε να διής τον ήσυχο το γέρο, όταν είχε στο νου του να πη καμιά νοστιμάδα ή να κάμη κανένα χωρατά• τότες είταν που έβγαζε από το στόμα του λόγια γεμάτα ιδέες μεγάλες και πανάγιες αλήθειες. Παίζοντας και σα να μην προσέχη έλεγε τα πιο σοβαρά πράματα. Σε τέτοιες ώρες είχε μάλιστα το συνήθειο να κατεβάζη τα φρύδια και να πετά στραβά μια ματιά, τάχατις σα νάκαμνε το σπουδαίο ή το θυμωμένο. Ο Πλάτωνας τον πείραζε λέγοντας πως μοιάζει τάβρος.

Ο Ηρόδοτος, με χάρη μοναδική, διγούνταν παρέκει κάτι ιστορίες που τελειωμό δεν είχαν. Κάθουνταν τα ελληνόπαιδα τριγύρω και τον άκουγαν όλοι σαν παππού τους. Σκυθρωπός σαν το λιοντάρι, ο Θουκυδίδης μελετούσε. Γύρεβε θεμέλια για να στηλώση την αλήθεια. Μάζωνε πληροφορίες εδώ και κει, ρωτούσε τους στρατιώτες, μιλούσε με τους γέρους, πολεμούσε να διαβάση τις επιγραφές και τα μνημεία. Κάποτες χαμογελούσε το λιοντάρι• έβλεπε που το έργο του είχε μείνει στους αιώνες και που μοναχός του, πριν ακόμη μάθη ο κόσμος τι θα πη επιστήμη και κριτική τέχνη, είχε δείξει την αληθινή, τη μόνη μέθοδο της επιστήμης και της ιστορίας.

Ένας γέρος, με τα μαλλιά σαν το χιόνι, ήμερα και γλυκά τραγουδούσε κάπου κάπου της άνοιξης την καλοσύνη, του αηδονιού τη λαλιά, του Κολωνού την ωραιότητα και την ασπράδα. Είταν ο Σοφοκλής, ο μεγαλήτερος απ' όλους, ο Σοφοκλής που άναφτε η καρδιά του και που έβγαζαν οι στίχοι του φωτιά, κάθε φορά που μιλούσε για την ουράνια Δίκη, για τις Ερινύες που τους φονιάδες φονέβουν• κρύφτουνται οι Ερινύες μέσα στα λαγκάδια και στους βράχους — κ' οι βράχοι θα καταντήσουν τρομάρα για όσους δεν είδαν που πίσω από τους βράχους είναι κρυμμένες οι χαλκόποδες θεές. Ο καλός ο Αισκύλος μονολογούσε• πότε τον έβλεπες σαν ιερέας να λητουργά, πότε να πολεμά σα στρατιώτης. Συνήθιζε πού και πού να βάζη στις τραγωδίες του μέσα και δυο τρεις ξένες λέξες• τις είχε μάθει στους περσικούς πολέμους. Από μακριά, ο Εβριπίδης τους κοίταζε και τους δυο. Γελούσε σαν το μαριόλο. Όταν έκλαιγε, έκλαιγε σατυρικά. Κανείς όμως δεν είχε τη φωνή του, κανείς δεν είχε το πάθος του, άμα έψαλνε την αγάπη. Έγραφε κείνη την ώρα μια στροφή κι αντιστροφή για μια του τραγωδία• μόλον τούτο δεν έμοιαζε λυπημένος. Είταν όλος χαρά και με φάνηκε πως τα έξυπνα του τα μάτια μιλούσαν κ' έλεγαν κρυφά κρυφά• — «Στάσου, να τους πιάσουμε τους Αθηναίους με τους δωρισμούς που όλο γυρέβουν. Κανένα χορό να τους φτειάξω, που τίποτις να μην καταλάβουν ούτε κείνοι ούτε οι σοφοί Εβρωπαίοι κατόπι.» Ο Αριστοφάνης δεν του τα μασούσε• τον έκαμνε κουρέλλι. Τάλεγε χοντρά κι ως τόσο πάντα με χάρη• ήξερε που είταν αρχαίος, και που του το συχωρνούσαν οι δασκάλοι να μιλή χυδαία. Οι Αθηναίοι έσκαναν από τα γέλοια.

Ο Περικλής, ο αληθινός πατέρας της δημηγορικής τέχνης, μ' ένα του λόγο κόρωνε το λαό ή τον ησύχαζε πάλε• γίνουνταν αστραπή και βροντή, αναποδογύριζε την Ελλάδα — κ' έμοιαζε θεός. Ο Δημοστένης, άλλο θεριό. Αχ! τι φωνή είταν εκείνη! Σαν τις φλόγες πετούσαν τα λόγια του κι άναφταν τις καρδιές• είταν πυρκαϊά. Λες να είταν ο Φίλιππος κανένας Σλάβος, για να τα βάλη μαζί του ο Δημοστένης με τέτοιο θυμό; Ας έχουν τη Μακεδονία τους, έλεγε, κι ας μας αφήσουν εμάς την Ελλάδα. Και δόστου και δόστου! Χτυπούσε κι όλο χτυπούσε, σαν τον Ήφαιστο με το σφυρί. Θα ξανακούσουμε καμιά μέρα τέτοιο κακό; Ας το δώσουν οι θεοί! να χαρούμε και μεις, αφού είδαμε τόσα. Τι δύναμη που την είχε! Τι καλά που μιλούσε τη γλώσσα του δήμου! έβαζε στους λόγους του μέσα τις πιο γνωστές, τις πιο συνηθισμένες λέξες, τις κοινές φράσες του λαού. Φανταστήτε το Δημοστένη να μιλή την καθαρέβουσα! Δεν είναι πια Δημοστένης• είναι δάσκαλος. Όχι! με τους χωρατάδες, με τα γέλοια, με την ειρωνεία που καίει, με το πάθος που μπαίνει ίσια μέσα στη ψυχή, με την τρομερή λογική που θέλεις δε θέλεις σε καταπείθει, το σκοπό του όλο κυνηγούσε• έρριχτε το Φίλιππο στη λάσπη• τον έκαμνε μασκαρά!

Ο φίλος ο Αριστοτέλης είχε άλλες φροντίδες. Κοίταζε πώς να πλουτίση τον αθρώπινο νου, πώς να χωρέση το κεφάλι του αθρώπου πιώτερη μάθηση, πιώτερες γνώσες, πώς να καταλογήση όσα ξέρει, πώς να κάμη την επιστήμη να προδέψη• στάθηκε ο πρώτος δάσκαλος της Εβρώπης. Περπατούσε με τους μαθητάδες του κ' έλεγε λόγια που μπορούσε κι ο Πλάτωνας να τακούση. Τα σημείωναν οι μαθητάδες γρήγορα γρήγορα και στα πεταχτά• έτσι σώθηκαν πολλά του Αριστοτέλη. Όταν τα βλέπουμε τυπωμένα, μας έρχουνται κάπως ξερά και ψυχρούτσικα• μα τώρα που τον άκουγα, που τον είχα μπροστά μου, έννοιωθα την καλοσύνη του όλη, την τρυφερή του ψυχή, της καρδιάς του τη γλυκήτητα και τη χάρη. Ποιος μπόρεσε ποτές και ποιος θα μπορέση να μιλήση με τόση αγάπη και με τόσο ύψος για το θεό; Ποιανού μάτια είδαν τόσο καθαρά και χάρηκαν τόσο πολύ να διούν τη Δικιοσύνη; Την όψη της, λέει, μήτε ο εσπερινός την αξίζει μήτε ο αβγερινός• η φύση τόσο ωραία δεν είναι! Ποιος εννόησε καλήτερα που η ενέργεια είναι ο γενικός νόμος του κόσμου; Κι όταν κλαις κι όταν έχεις κανέναν καημό και λυπάσαι, έλεγε την ώρα που τον άκουγα στην Ακρόπολη, μπορεί μόλον τούτο να μην είσαι δυστυχισμένος, αφού μέσα σου νοιώθεις την ψυχή σου κ' ενεργή. Κανένας καρδιογνώστης δεν ανάλυσε με τέτοια δύναμη κι αλήθεια κάθε πάθος της καρδιάς μας. Δε βρέθηκε άλλος σαν το Σταγειρίτη, για να ξεδιαλύση τα μυστικά της αθρωπότητας και της ζωής. Κανείς δεν είχε κρίση πιο σωστή και νου πιο γενναίο. Τόσο λαμπρά δε μίλησε κανείς για τη φιλία, που δεν αρέσει τη μοναξιά και που χαίρεται περισσότερο με την αγάπη που χαρίζει παρά με την αγάπη που παίρνει. Άνοιγε η καρδιά μου να τον ακούω. Μ' έρχουνταν όλο να πάω να του φιλήσω το χέρι.

Ο Ξενοφώντας κι ο Πλάτωνας φιλοτιμιούνταν ποιος θα μιλήση πιο καλά για το Σωκράτη. Ο Ξενοφώντας τάλεγε στρατιωτικά κι απλά. Ο Πλάτωνας έβαζε και τον Πλάτωνα μέσα. Φαιδραίνουνταν η ψυχή με τη μιλιά του. Όλα του τα λόγια είταν ένα χαμογέλοιο. Δεν κοίταζαν τα μάτια του κατά γης• έλεγες μάλιστα πως μόλις πατούσε το χώμα. Κοίταζε ψηλά ψηλά στον ουρανό, σα να γέμιζε φως ο μεγάλος του νους. Σε φαίνουνταν που θωρούσε, μέσα μέσα στα γαλάζια τουρανού, ολωνών των πραμάτων τη μορφή και τις ιδέες, και τον περεχούσε εξαίσια χαρά που τέλος ξεσκεπάζουνταν μπροστά του η αλήθεια.

Πίσω στον Παρθενώνα είταν ίσκιος και στον ίσκιο μέσα κάθουνταν οι αρχαίοι φιλόσοφοι, ο Παρμενίδης ο Ελαιάτης, ο Εμπεδοκλής, ο Ξενοφάνης. Λίγο λίγο προχωρούσαν• ο ήλιος όξω είχε τόση δύναμη, τόσο φως, που το μέρος εκείνο φαίνουνταν ακόμη πιο μάβρο• έμοιαζε σα να είταν κανένα βαθύ βαθύ σκοτάδι• έλεγες πως έβγαιναν οι φιλόσοφοι μέσα από κανένα χάος και πως πίσω τους είχανε νύχτα και καταχνιά. Όσο πρόβαιναν όμως, τόσο πιώτερο έλαμπε, τόσο πιώτερο γέμιζε αχτίδες το πρόσωπό τους. Ο Ηράκλειτος μιλούσε για τα ποτάμια που τρέχουν και για τον κόσμο που σαν ποτάμι περνά. Ο Δημόκριτος βαστούσε στα δάχτυλά του κάτι άτομα μικρά μικρά, γύρεβε να τα κόψη και δίδασκε πως όλα ξαναγεννιούνται. Για τούτο χαίρουνταν και γελούσε. Ο Αναξαγόρας τους κοίταζε κ' έλεγε πως χρειάζεται Νους για να στρώση τον κόσμο, για να συγυρίση τη φύση, για να ξεχωρίση τάτομα και να ζωντανέψη την ύλη. Με πόση διάνοια, με πόση κρίση και γνώση, πρώτοι τους εκείνοι, όταν ακόμη σώπαιναν οι γλώσσες και τα κεφάλια, κατάλαβαν την ύπαρξη και τη φύση, είδαν πως μια και μόνη αρχή, ένας γενικός νόμος κυβερνά τον Κόσμο, πως ο ουρανός κ' η γις, πως όλα τα φαινόμενα που βλέπεις είναι το ίδιο πράμα και μέσα τους έχουν ένα σύστημα μοναδικό που ενώνει το καθετίς το ένα με τάλλο. Πολύ πιο σοφοί, πολύ πιο μεγάλοι στάθηκαν εκείνοι κι από το Σωκράτη κι από τους άλλους. Κουβέντιαζαν κρυφά κρυφά αναμεταξύ τους και δεν μπορούσες ν’ ακούσης τι έλεγαν. Κοντά στους φιλοσόφους και λίγο πιο πίσω, γιατί έμοιαζαν ακόμη πιο παλιοί, στέκουνταν ένα σωρό τραγουδιστάδες. Ανέβαιναν και κείνοι στην Ακρόπολη. Έρχουνταν από την Αιολίδα κ' είχαν περάσει κάμποσα χρόνια στην Ιωνία. Διγούνταν παραμύθια του λαού κι αθάνατες ιστορίες. Είχαν όλοι τους στο μέτωπο γραμμένο το ίδιο όνομα, Όμηρος. Ένας όμως που έμοιαζε σα λοχαγός, περπατούσε μπροστά, έκρυφτε τους άλλους με τη μεγάλη του ράχη, με τωραίο του το κεφάλι και τους περιμάζωνε πίσω του με τρόπο που δεν τους έβλεπες πια και που φαίνουνταν ο μόνος Όμηρος εκείνος να είναι. Οι φιλόσοφοι κ' οι τραγουδιστάδες είχαν ομιλίες. Έλεγαν οι φιλόσοφοι• — « Ο νους του αθρώπου είταν κοιμισμένος• πρώτοι του δώσαμε ζωή. Φιλοσοφία δεν ήξερε και του μάθαμε φιλοσοφία.» — Έλεγαν οι τραγουδιστάδες• — « Η φαντασία του αθρώπου είταν κοιμισμένη• πρώτοι της δώσαμε ζωή. Ποίηση δεν ήξερε και του μάθαμε ποίηση.» Αθάνατα λόγια! Αθάνατος ο λαός που μπόρεσε μια μέρα να τα πη!

Τι να σας τα πολυλογώ; Τι να περάσω έναν έναν όσους απάντησα στην Ακρόπολη; Όλες οι δόξες της Ελλάδας βρίσκουνταν εκειπέρα• άκουσα και τον Ησίοδο να παραπονιέται γλυκά για τον αδερφό του, και να βάζη μέσα στον κατάλογό του τους ολύμπιους θεούς και τους ηρώους• τον Ιππώναχτα, τον Αρχίλοχο που σκότωναν άθρωπο μ' ένα τους στίχο• τον Αλκαίο, τον καλό σοβαρό και φρόνιμο Ανακρέοντα, την αθάνατη Σαφώ που έμοιαζε φλόγα• τον Αλκμάνα, τον Ίβυκο, το Στησίχορο το γενναίο, το θρήσκο Σιμωνίδη τον Κείο. Κάπου κάπου έβλεπα και κάτι σκιές, κατάχλωμες και σα μισοσβισμένες που περπατούσαν κάτω μακριά, τον Ορφέα, το Λίνο, το Μουσαίο• μέσα σ' αφτές τις σκιές βρίσκουνταν κι άλλες δυο• ίσως είταν ο Πυθαγόρας η μια κι ο Λυκούργος της Σπάρτης η άλλη. Όσοι στέκουνταν μπροστά στον Παρθενώνα φαίνουνταν πολύ καλήτερα. Είδα τον Ισοκράτη, που όλο διώρθωνε τα γραψίματά του, το Λυσία, τον Υπερίδη, το Λυκούργο, τους δέκα ρητόρους, τους σοφιστάδες, το Μέναντρο και τους κωμικούς, το σοφό τον Επίκουρο, τον Παναίτιο, τον Ποσειδώνιο, το Ζήνωνα και τους άλλους φιλοσόφους. Είταν κι ο Πλούταρχος εκεί, με πρόσωπο γελαστό, κοντούτσικος, με παχούτσικα μάγουλα και γενναία όψη• είταν κι ο Λουκιανός ο παιχνιδιάρης• πολεμούσαν του κάκου κ' οι δυο τους νανεβούν ίσια με τον Παρθενώνα. Είταν άλλοι πολλοί, μα πού να τους θυμηθώ; Μόνο το Θεόκριτο δεν είδα• οι αρχαίοι δεν τον ήθελαν πλάγι τους και του έλεγαν πως είναι μαϊμού. Μαζί με τους Αλεξαντρινούς τον είχανε μέσα στο Μουσείο.

Οι αρχαίοι περπατούσαν, κάθουνταν, πήγαιναν εδώ και κει, έπιαναν κουβέντες, γελούσαν και φιλοσοφούσαν. Παρατήρησα όμως που πάντα γύριζαν τη ράχη τους στο Πανεπιστήμιο. Αλήθεια, πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι! Παρατήρησα κι άλλο ένα• οι αρχαίοι δε μιλούσαν αρχαία, μιλούσαν τα ρωμαίικα. Οι αρχαίοι πήραν τον ίδιο δρόμο που πήρε κ' η γλώσσα τους• κάθε χρόνο, κάθε δέκα, κάθε πενήντα χρόνια και κάθε αιώνα λίγο λίγο μεταμορφώνουνταν η γλώσσα τους• όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιώτερο έμοιαζε με τη δική μας σήμερα. Οι αρχαίοι, που έζησαν και κείνοι μαζί με τη γλώσσα, αφού και τώρα τους έβλεπα ακόμη στην Ακρόπολη, λίγο λίγο, χωρίς να το καταλάβουν οι ίδιοι, μίλησαν τη δημοτική• — «Άλλαξαν οι καιροί, μ' έλεγαν, αλλάξαμε και μεις. Μοναχό του έγινε το πράμα, απλά και φυσικά. Χίλιες φορές αλλάξαμε γλώσσα κι άλλη δουλειά δεν κάμναμε. Ο Πλάτωνας δε μιλούσε την ίδια γλώσσα που μιλούσε ο Όμηρος μήτε που μίλησε ο Μέναντρος κατόπι. Ο σκοπός μας είταν πάντα να μη δυσκολέβεται ο κόσμος με τα λόγια μας και για τούτο είχαμε πάντα τη γλώσσα της εποχής μας. Αν έπρεπε να μιλούμε σήμερα απαράλλαχτα και σωστά σαν που μιλούσαμε τότες, ποιος θα μας καταλάβαινε; ίσως δυο τρεις φιλόλογοι στην Εβρώπη• στην Ελλάδα βέβαια μήτε μισός φιλόλογος δε θάννοιωθε τι λέμε. Τα ξεχάσαμε κι όλας. Βλέπουμε μάλιστα που σήμερα ξέρουν τη γλώσσα μας στην Εβρώπη πολύ πιο καλά παρά που την ξέραμε στα χρόνια μας. Βρίσκουν ένα σωρό πράματα που μήτε είχαμε ιδέα• ετυμολογούν τις λέξες που συνηθίζαμε καθημερνά, χωρίς να φανταστούμε που είχαν καμιά συγγένεια μ' άλλες γλώσσες και που τις ίδιες ρίζες μπορείς ναπαντήσης στα σασκρίτικα και σε πολλές άλλες γλώσσες. (Είταν τόντις προκομμένοι οι αρχαίοι• να που ήξεραν και σασκρίτικα!). Μόλον τούτο δεν είπαμε ποτές τη γλώσσα μας βάρβαρη. Σήμερα στην Ελλάδα, όσο μπορέσαμε να καταλάβουμε, όποιος δεν ξέρει να ετυμολογήση μια λέξη ή να ξηγήση έναν τύπο, δεν πάει να μάθη στο σκολειό, μόνο θα πη τη λέξη βάρβαρη και βάρβαρο τον τύπο, γιατί νομίζει πως ό τι εκείνος δεν ξέρει, δεν μπορεί και να είναι σωστό.» Αναστέναζαν οι αρχαίοι και παραπονιούνταν• — «Αχ! παιδί μου, να ήξερες τι σκοτούρες που μας έδωσε η γλώσσα μας! Όταν αρχίσαμε να γράφουμε, είχαμε κάμποσες δυσκολίες. Η γλώσσα μας μορφωμένη δεν είταν ακόμη. Ρώτα τον Πλάτωνα να στο πη• για να φτάξη η γλώσσα του ομηρικού στίχου στην αττική φράση, για να γίνη η ομηρική γλώσσα ό τι έγινε κατόπι στον καιρό της χρυσής μας εποχής, χρειάστηκε δουλειά και κόπος. Είδαμε και πάθαμε ώσπου να κάμουμε τη γλώσσα μας κάτι να είναι και να φαίνεται. Τώρα που το κατωρθώσαμε, μας βγήκε άλλος μπελάς στο κεφάλι• μας έβαλαν την καθαρέβουσα στη ράχη. Πρέπει να τη φορτωθούμε, σα να είταν τάχατις γλώσσα δική μας, σα να είταν παιδί μας και σα να την είχαμε κάμει ποτές.»

Κάποτες θύμωναν οι αρχαίοι• — « Η καθαρέβουσα! Είναι άξιοι να κάμουν τον κόσμο να πιστέψη πως τόντις μπορέσαμε να μιλήσουμε τέτοια βάρβαρη γλώσσα! Πάντα μιλήσαμε τη γλώσσα του καιρού που ζούσαμε. Αλλιώς πώς θα είτανε δυνατό να σωθούν οι ραψωδίες αφτωνών που βλέπεις εκειπέρα, πίσω στον Παρθενώνα; Α δεν είταν του λαού γλώσσα, πώς θα τη μάθαινε ο λαός; πώς θα την ήξερε; Πώς θα πήγαιναν οι Αθηναίοι στα θέατρα νακούσουν Εβριπίδη, Σοφοκλή, Αισκύλο; Πώς θα το κατώρθωνε ο Δημοστένης να βάλη φωτιά σ' όλη την Ελλάδα; Ποιος θάδινε προσοχή στα λόγια του Δημοστένη, αν ο καθένας δεν είταν άξιος να τα καταλάβη;»

Αλήθεια, πολύ μ’ αρέσουν οι αρχαίοι! φρόνιμα μιλούσαν. Οι αρχαίοι κάπου κάπου άνοιγαν το στόμα κι απορούσανε σαν τα παιδιά. Έβλεπαν κάθε μέρα στην Ακρόπολη Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς και δεν ήξεραν καλά καλά τι λογής αθρώποι είταν. Άξαφνα με ρώτηξαν• — « Τι πράματα είναι τούτοι με τα ψηλά καπέλλα και τα κοντά τα ρούχα; Τώρα που σ’ ήβραμε, για πες μας λιγάκι.» — « Αφτοί, τους κάμνω γω, είναι ξένοι. Λέγουνται Γκέτες, Σαικσπείρος και Βολταίρος. Καλοί μου προγόνοι, βλέπετε που δεν έχουν ελληνικά ονόματα• σαν που συνηθίζατε να λέτε στον καιρό σας, είναι βάρβαροι.» — «Βάρβαροι! σώπα, παιδί! Αν είναι αφτοί που λες, τους ξέρουμε γιατί κουβεντιάζουμε συχνά μαζί στους ηλύσιους κάμπους• εκεί κάτω, φορούνε χιτώνα σαν και μας• για τούτο δεν τους γνωρίσαμε τώρα με τα φωκόλα. Μη λες βαρβάρους τέτοιους άντρες• είναι δικοί μας. Ό τι κάμαμε στα χρόνια μας, τόκαμαν εκείνοι στα δικά τους. Είναι ίσια με μας και μη σε μέλη.» — « Έλεγα μόνο..., προσπάθησα να το διορθώσω, γιατί δεν έγραψαν τη γλώσσα σας και μόνο με τη γλώσσα την αρχαία νόμιζα που μπορούσε κανείς να γράψη αθρωπινά. Ο Σαικσπείρος τουλάχιστο μεταφράστηκε.» Είδα που ο λόγος μου δεν τους άρεσε. Σιγά σιγά μουρμούριζαν• — « Την αλήθεια, την αλήθεια, παιδί μου!» Δεν είπα πια γρυ• μόνο, για να μην τα χαλάσουμε, που τα πηγαίναμε τόσο καλά, έπιασα τα γόνατά τους σαν τον ικέτη• έπειτα πήγα να κάτσω χαμηλά χαμηλά κατά γης, να τους κοιτάζω.

Τους έβλεπα τώρα συλλογισμένους• δεν περπατούσαν πια. Είχαν τα μάτια τους κάτω στην πόλη και πρόσμεναν. Άλλο στην Ακρόπολη δεν ακούγουνταν παρά σιωπή. Μ' έπαιρνε ύπνος και κόντεβα να κοιμηθώ. Με ξύπνησε άξαφνα η φωνή τους• — « Για να σου πω! Οι _ομογενείς_ τι φτειάνουν εκεί κάτω;» — Έκαμνα τον πεθαμμένο και μιλιά δεν έβγαζα από το στόμα μου•― « Μπας και βουβάθηκες, που δε λες τίποτις» με κάμνει ο Αριστοφάνης. — «Μπαμπάκα μου, του λέω, οι απόγονοι σας, όταν πολεμούν, είναι θεριά και δεν είναι άθρωπος στον κόσμο να βγη μ' αφτούς• όταν πιάσουν κοντύλι να γράψουν,... τότες... τότες... είναι και τότες θεριά.» Χαμωγέλασαν οι αρχαίοι με πολλή καλοσύνη•

— «Είσαι ακόμη παιδί και δεν έμαθες να φαίνεσαι μεγαλόκαρδος με τους αθρώπους. Το παραμικρό λάθος, δεν το συχωρνάς και κανένα δε σε ξεφέβγει. Ίσως πάλε γνωρίζεις τόσο καλά τα λαττώματα του Γραικού, γιατί τάχεις εσύ ο ίδιος• αφού κατατρέχεις τόσο πολύ μερικές του ιδέες, θα πη που τις είχες πρώτα και συ. Εμείς, είμαστε γέροι• κρίνουμε πιο ήσυχα, πιο σωστά. Με μιας η Ρώμη δεν έγινε Ρώμη, έλεγαν οι γειτόνοι μας. Κάθε πράμα θέλει καιρό. Μη φοβάσαι• οι δασκάλοι αιώνιοι δεν είναι και θα τελειώση μια μέρα το κακό. Να τους λες _περαστικά!_ όταν τους ακούς. Τι τάχατις; Νομίζεις που και μεις δεν έχουμε την έννοια σας; Όλα θα τα σιάξη ο καιρός. Εδώ που μας βλέπεις, ερχούμαστε συχνά και κοιτάζουμε κάτω να διούμε αν άξαφνα δε φανή κανένας που να μοιάζη τους ξένους εκείνους, που να μοιάζη και μας. Κάπου κλαίμε που δεν έρχεται κανείς. Ο Εβριπίδης, με τη μελαχολική του ψυχή παρηγοριά δεν έχει. Ποιος θα μας μιμηθή μια μέρα; Ό τι κάμαμε στον καιρό μας, ποιος θα το ξανακάμη στο δικό σας; Ποιος θα μιλήση γλώσσα ζωντανή σαν τη γλώσσα που μιλούμε σήμερα και μεις οι ίδιοι, για να μη φαίνεται πως κόπηκε η σειρά και που δεν υπάρχει πια ελληνική φιλολογία;

Ίσως πάλε φταίμε μεις, που δεν έγινε τίποτις ίσια με τώρα. Ξέρεις τι θα πη, ένας λαός να μας έχη προγόνους; Ξέρεις τι βάρος είμαστε; Για κοίταξε την Ακρόπολη καλά• στέκεται ίσια ίσια απάνω στην Αθήνα, σα να είναι έτοιμη να πέση απάνω της να την πλακώση. Τέτοια τύχη έχουν κ' οι δικοί μας• η αρχαία δόξα όλο πάει να τους πλακώση. Τα καημένα μας τα παιδιά! Να τα λυπάσαι και να ταγαπάς! Ό τι μπορούν το κάμνουν. Όλο γράφουνε μέρα νύχτα. Διές ο Θανάσης πόσο κοπιάζει! Διές το Μαστρογιάννη πόσο ιδρώνει! μούσκεψε και το χαρτί που γράφει. Είναι φυσικό να μας μιμούνται και να θαρρούν πως το κατορθώνουν, κλέφτοντας τη μια λέξη και την άλλη. Είναι αλήθεια που δεν κλέφταμε τίποτις εμείς κ' έτσι δε μας μιμούνται σωστά. Τι να γίνη; Κάμνουν τους άντρες, σαν τα παιδάκια που παίζουν και τους διασκεδάζει το παιχνίδι.

Μας διασκεδάζει και μας. Όλο να χολοσκάνη κανείς δεν αξίζει! Θα το μάθης και συ κατόπι, άμα γεράσης. Βάλε που είμαστε και πεθαμμένοι. Δεν έχεις ιδέα τι βαρετό, τι μονότονο πράμα που είναι ο θάνατος! Όσο μπορεί κανείς, πρέπει να παίρνη το θάνατο λαφριά. Η καθαρέβουσα έχει τα καλά της• να διής που κάπου κάπου, όταν τύχη και μας πιάση σταναχώρια, τη φέρνουμε απάνω στην Ακρόπολη και περνούμε λαμπρά.»

Αλήθεια, μόλις το είπαν κ' ήρθε τρεχάτα ίσια με το μέρος που κάθουνταν οι αρχαίοι, ένα παιδί ασπροντυμένο• έφερνε μέσα στην ποδιά του ένα σωρό φημερίδες και βιβλία• από πίσω του έρχουνταν όσοι είχανε γράψει τα βιβλία κι όσοι γέμιζαν κάθε μέρα τα δημόσια φύλλα. Βρέθηκα και γω μέσα σ' αφτούς. Τότες είδα μια ομηρική σκηνή. Αμέσως κατέβηκαν από τον Παρθενώνα τους οι αρχαίοι κ' έκατσαν όλοι με την αράδα στου Διόνυσου το θέατρο. Με φάνηκαν πιο μεγάλοι, πιο αρχαίοι παρά ποτές• έλεγα πως έβλεπα τους τρομερούς θεούς στον Όλυμπο καθισμένους. Έβαζαν τον καθένα να διαβάση όσα είχε γραμμένα ή σε βιβλίο ή μέσα σε καμιά φημερίδα. Φαίνεται πως τέτοια συνήθεια είχαν οι αρχαίοι και πως μια φορά το χρόνο έφερναν τους ομογενείς στο Διονύσιο που δε βρίσκεται τόσο ψηλά και που δε μοιάζει να είναι τόσο αρχαίο σαν τον Παρθενώνα. Έβγαινε στη μέση ο καθένας με το βιβλίο στο χέρι, κι αρχινούσε να διαβάζη• τι να κάμης όταν τέτοιοι αθρώποι σε προστάζουν; Άμα πέρασε το πρώτο του κατεβατό ο πρώτος που έπρεπε να διαβάση, τους άκουσα και πάτησαν ένα γέλοιο, που κόντεψε τόντις η Ακρόπολη να πλακώση την Αθήνα. Τα χρειάστηκα κ' έφυγα μάνη μάνη, να μη με βάλουν και μένα στη μέση• είναι ώρες που πολύ πολύ δε μ’ αρέσουν οι αρχαίοι! Νόμιζα πως έβλεπα, στον Όλυμπο απάνω, τους αθάνατους θεούς να ξεκαρδίζουνται από τα γέλοια, όσο τους κερνούσε κουτσαίνοντας ο Ήφαιστος.

ΚΓ'.

Λόγος.