Part 11
Αφού λοιπό, καθώς είπαμε, ταιριάζει το _ν_ και με &β δ γ& και με _πτκ_, είταν ανάγκη, πρώτο• το &β& να μη γίνη _β_, όταν είχε μπροστά του _ν_, δέφτερο• το &β& ταρχαίο να μείνη και σήμερα, σ' όποια λέξη το &β& έχει ένα _ν_ μπροστά του. Το ίδιο και με το &δ& και &γ&. Έτσι λέμε σήμερα _μπαίνω κουμπί γαμπρός μπάλλωμα, άντρας έντεκα ντύνουμαι σεντόνι, εγγόνι αγγίξω_ και τέτοια πολλά που σώζουν την αρχαία προφορά εμ&β&αίνω κόμ&β&ος (κομ&β&ίον• τάτονο _ο_ γίνεται στη γλώσσα μας _ου_) γαμ&β&ρός εμ&β&άλλωμα, άν&δ&ρα, έν&δ&εκα εν&δ&ύνω σιν&δ&ών (σιν&δ&όνιον), έν&γ&ονος (εν&γ&όνιον) εν&γ&ίζω. Έχουμε τώρα, μ' αφτά που είπαμε, και νέους όρους• σ' όποια λέξη κανείς ακούση την προφορά _νπ ντ νκ_, αντίς &μβ νδ νγ (γγ)& που γράφουν οι αρχαίοι, αμέσως μπορεί να πη, δίχως να κάμη λάθος, που η λέξη είναι αρχαία, δηλαδής που την άκουσε και την έχει ο λαός από τα παλιά τα χρόνια και που δεν του τη χάλασαν ακόμη οι δασκάλοι. Δε σημαίνει τίποτις να βρίσκεται ή να μη βρίσκεται η λέξη στα λεξικά και στους λεξικογράφους• οι αρχαίοι δεν έγραψαν όσες λέξες έλεγαν, και πολλές που συνήθιζαν μπορεί να μη γράφηκαν ποτές. Φτάνει να είναι το &β& το &δ& ή το &γ& με το ν, και βλέπουμε αμέσως που για να λέμε σήμερα μ&β&, ν&δ&, ν&γ& αντίς _μβ νδ νγ_ έπρεπε μια τέτοια λέξη να υπάρχη τουλάχιστο στον τέταρτο αιώνα μ. Χ., στου Χρυσόστομου τον καιρό. Με τη νέα μας τη γλώσσα έτσι πλουτίζει κ' η σπουδή της αρχαίας. Το νόστιμο είναι που οι καλοί μας οι δασκάλοι κάμνουν τον περήφανο σηκώνουν τη μύτη και καταφρονούν το πρόστυχο και χυδαίο μπάλλωμα. Να όμως που η επιστήμη τους δείχτει που αφτό το χυδαίο το _μπάλλωμα_ είναι πολύ πιο αρχαίο και πιο σωστό από το _καταλαμβάνω_ το δικό τους!
Πρέπει όμως, για να μείνη η αρχαία προφορά, το &μβ νδ νγ& να είναι μέσα στην ίδια λέξη. Ά δεν είναι μέσα στην ίδια λέξη, τότες αλλάζει το ζήτημα. Μπορείς να το καταλάβης από του αρσενικού άρθρου το _ν_, από το _ν_ του θηλυκού κι απ’ όλα τα τελικά τα _ν_ που βρίσκουνται μπροστά σ' αρχικό &β δ γ& της ακόλουθης λέξης, ή μπροστά σ' ό τι άλλο ημίφωνο κι αν είναι. Δε λέμε _τομπασιλιά_, λέμε το _βασιλιά_. Γιατί τούτο; Γιατί το κοινό όνομα &βασιλεύς& δεν είχε μόνο αιτιατική• ταρχικό &β& μπορούσε λοιπό νακουστή χωριστά από τον της αιτιατικής, αφού έκλιναν &ο βασιλεύς, του βασιλέως, τω βασιλεί, οι βασιλείς& κτλ. Άμα δεν είταν κανένα _ν_ στο &β& μπροστά, γίνουνταν το &β& _β_, γιατί το &β& είναι φυσικό να γίνη _β_, το _β_ όμως δε γίνεται &β&. Αφού όμως το &β& έγινε _β_, βρίσκουνταν κάθε φορά που έκλιναν τόνομα το _ν_ της αιτιατικής του άρθρου μπροστά στο _β_ της αιτιατικής _βασιλέα_. Μα είδαμε που αφτή η πλοκή _μβ_ δεν μπορούσε να _μείνη_• ο τύπος τον _βασιλιά_ έπρεπε αμέσως να κατασταλάξη στον τύπο το _ββασιλιά_, με δυο _β_, κι αφτός ο τύπος είναι που μας έδωσε την αιτιατική της κοινής _το βασιλιά_, γιατί σαν που το είπαμε αρχήτερα, ο αναδιπλασιασμός δεν ακούγεται πια στην κοινή γλώσσα. Όπου βρέθηκε τελικό _ν_ και κατόπι του ημίφωνο, συνέβηκε το ίδιο. Γι' αφτό το λόγο χάθηκε σήμερα στη γλώσσα μας το _ν_ της αιτιατικής του θηλυκού κι αρσενικού άρθρου• μνίσκει μόνο όπου είναι _κπτ_, ίσια ίσια γιατί το _κ_, το _π_ και _τ_ είναι άφωνα κι όχι ημίφωνα. Μ' όλα τάλλα _(χ γ φ β θ δ σ ζ μ ν ρ λ)_ αναδιπλασιάζουνταν το _ν_• με το _κπτ_ δεν μπορούσε ναναδιπλασιαστή, αφού το _ν_ με _κπτ_ παριστάνει δυο φτόγγους διαφορετικούς. Το ίδιο έπαθαν και τα μόρια _δεν_ και _αν_. Τα μόρια και τάρθρο δε λέγουνται ποτές ξεχωριστά• μοναχά τους δεν μπορείς να τα πης• πρέπει νάχης κατόπι άλλη λέξη. Για τούτο τα μόρια _δεν, αν,_ οι αιτιατιακές _την_ και _τον_ του ενικού άρθρου ενώνουνται τόσο σφιχτά με την ακόλουθη λέξη, που μοιάζει σα να είταν τόνομα και τάρθρο μια μόνη λέξη. Χάρη σ' αφτό, έμεινε το _ν_ μπροστά στο _κ_, το _π_ και το _τ_ και στα φωνήεντα σαν που έμεινε μέσα στην ίδια λέξη. Μπροστά σ' όλα τάλλα, έπρεπε πρώτα ναναδιπλασιαστή κ' ύστερα να βγη. Με τα επίθετα, με τις αντωνυμίες και με τα ρήματα έπρεπε φυσικά να παν τα πράματα διαφορετικά, αφού οι αντωνυμίες, τα επίθετα και τα ρήματα έχουν ύπαρξη ανεξάρτητη και μπορείς να τα πης ξεχωριστά. Έχει μια σημασία το καθένα, κι αν το φέρης και μοναχό του. Μ' αφτό το σύστημα, αντίς να λέμε τον _καλόν φίλον_ ή _είχεν φίλον_, όλοι θα πούμε σήμερα _τον καλό φίλο, είχε φίλο_. Έναν καιρό έλεγαν, _καλό φφίλο, είχε φφίλο_, και το βλέπουμε από χωριανές γλώσσες που ακόμη σήμερα έτσι μιλούν. Και τόντις πολλά χωριά έσωσαν αφτή την προφορά, γιατί τα χωριά βρίσκουνται συχνά σ' ένα γλωσσικό στάδιο που η κοινή γλώσσα ξεπέρασε και για τούτο θακούσης σε κάμποσα νησιά να σε πουν _τοχχορό, τοφφίλο, τοθθεό, τογγάμο, τηγγυναίκα, τοββασιλέ, τοδδούλο, τησσούβλα, τηζζωή, τημμάννα, τοννόμο, τηρράχη, τολλόγο, ή άθθος, νύφφη, ρουχχαλίζω, πεθθερός, συγγυρίζω_• κ' έτσι θα στα πουν όλα, κάθε φορά που βρίσκεται το _ν_ μπροστά σε κάθε άλλο σύφωνο παρά _κπτ_• δεν έχει καμιά εξαίρεση και δε θα κάμη ποτές λάθος ο χωρικός. Επειδής όμως τα επίθετα κλίνουνται και δεν έχουν αιτιατική μοναχά, έγινε απάνω κάτω το ίδιο που έγινε με το &β& του &βασιλεύς&. Οι αντωνυμίες, τα ονόματα και τα επίθετα δεν κράτησαν το _ν_ μήτε όταν έρχουνταν κατόπι _κ π τ_ ή φωνήεντο. Άμα χάθηκε ο αναδιπλασιασμός, άμα είπαν _καλό φίλο_ αντίς _καλό φφίλο_, δεν είταν πια κανένας λόγος το _ν_ της αιτιατικής να ξαναφανή πουθενά, γιατί μπορεί το επίθετο να μπη κατόπι και να πούμε _φίλο καλό_• έτσι δε φαίνεται πια το _ν_ μήτε στόνομα μήτε στο επίθετο. Ο τύπος της αιτιατικής είχε καταντήσει _καλό_ για τα επίθετα, και φίλο για τα ονόματα, χωρίς _ν_. Όσο για τα ρήματα, ο νόμος είναι ο ίδιος_ μόνο στην κοινή γλώσσα, που δεν έχει πια τον αναδιπλασιασμό, δεν μπορείς να διακρίνης το πρώτο πρόσωπο του ενικού αόριστου _είχα φίλο_ και το τρίτο του πληθυντικού _είχα φίλο_, α δε βάλης το _ν_. Τα χωριανά διακρίνουν τα δυο πρόσωπα χωρίς _ν_, γιατί λένε, για το πρώτο, _είχα φίλο_ και για το τρίτο, _είχαφφίλο_. Η κοινή αναγκάστηκε λοιπό, για λόγους ψυχολογικούς κι όχι φυσιολογικούς, να φυλάξη το _ν_ μπροστά στα φωνήεντα και στάφωνα, μα έπρεπε να βάλη μπροστά στα ημίφωνα τους τύπους _έχουνε, είχανε, λένε_ ή _γράφανε κάμανε_ αντίς _έγραφαν έκαμαν_. Αφτούς τους τύπους τους πήρε από άλλα γλωσσικά συστήματα, από άλλα χωριά• κ' έπρεπε τόντις να τους πάρη, γιατί θάκαμνε λάθος αν έλεγε είχαν φίλο, κι ως τόσο δεν μπορούσε να πη είχα φίλο. Να παρατηρήσης όμως που μόνο στα τρίτα πληθυντικά πρόσωπα βάζει το _ε_ και το _ν•_ δεν τόχει ποτές στο πρώτο _έχουμε_ κι αφτό σε δείχτει που λέει _είχανε_ (και χάρη στην αναλογία _έχουνε_) μόνο και μόνο για ναποφύγη τη δυσκολία. Έτσι βγαίνει στη γλώσσα μας κι άλλος όρος. Το τελικό _ν_ (το _ν_ του άρθρου, του _αν_ και του _δεν_, τελικό δεν είναι) χάθηκε με τον αναδιπλασιασμό. Μέσα στην ίδια λέξη (φυσικά και στα μόρια και στάρθρο), έμεινε το _ν_ μόνο μπροστά στάφωνα και στα φωνήεντα.
Τι θα πούμε τώρα, όταν απαντήσουμαι στη γλώσσα του λαού τους τύπους _συβουλή, κίδυνος, σύδεσμος_, κι άλλους τέτοιους τύπους; Αρχαίοι τύποι δεν είναι• αν τους είχε μάθει ο λαός από τους αρχαίους, αν τους είχε κλερονομήσει κατεφτείας από τους προγόνους, θάλεγε _συμ&β&ουλή, κίν&δ&υνος, σύν&δ&εσμος_. Πρέπει λοιπό να συμπεραίνουμε που τους έμαθε μόνο σε μια εποχή που ταρχαίο το &β& είχε γίνη _β_, κι αφτό είναι το σωστό συμπέρασμα. Αφτούς τους τύπους τους βρήκαν οι λόγιοι στα βιβλία, ή στους μεσαιωνικούς χρόνους ή και στους δικούς μας. Είδαν που τα βιβλία έγραφαν παντού _β_, δεν ήξεραν που το &β&, όταν έρχεται _μ_ κατόπι, είναι αρχαία προφορά, νόμισαν που το λεν πάντοτες &β&• το είπαν έτσι και σ' αφτές τις λέξες. Από το στόμα τους τις πήρε τότες ο λαός και τις κανόνισε• φύλαξε τον αρχαίο το νόμο κ' είπε _συβουλή, κίδυνος, σύδεσμος_, γιατί είδαμε που δεν ταιριάζει με τα ημίφωνα το _ν_, κι άμα είναι νόμος, ό τι κάμουν οι λόγιοι, δεν μπορεί να τον αλλάξουν• ο λαός τον έχει πάντα και τον προσέχει. Τέτοιες λέξες είναι λοιπό μισοδημοτικές μισοδασκάλικες και μπορούμε να τις γράφουμε, αφού τις διόρθωσε τουλάχιστο ο λαός. Μισοδημοτικούς μισοδασκάλικους τύπους έχει κάθε γλώσσα κι αναγκάζεται να τους έχη. Έτσι το θέλει ο καθαφτό συβιβασμός κι όλος ο κόσμος στην Εβρώπη έτσι εννοεί τον αληθινό συβιβασμό. Το μόνο που μπορείς να πης είναι που τόντις αρχαίος και σωστός τύπος είναι ο δημοτικός, και που πιώτερο αξίζει και πολύ πιο κανονικός είναι ο τύπος _&β&άλλωμα ή άν&δ&ρας_ παρά ο τύπος _κίδυνος ή συβουλή_.
Όταν όμως ακούσης σε μια λέξη να λεν όλο _μβ νδ_ κι ο λαός μήτε να γνωρίζη τη λέξη, τότες βλέπεις τι τρέχει• φτάνει οι λόγιοι να σε πουν τους τύπους _άμβων, καταλαμβάνω_ με _β_, σαν που τους λεν, κι αμέσως καταλαβαίνεις εσύ που η προφορά αφτή του _β_ είναι πλάσμα καινούριο• ο λαός τέτοια λέξη δεν ξέρει, γιατί δεν είναι ορθή• αρχαία δεν είναι, αφού δε λεν _άμβωνας_, μήτε άμ&β&ων κ' έτσι καταπατούν τους φωνολογικούς νόμους της αρχαίας, που δε θέλει πλάγι πλάγι _ν_ κ' ημίφωνα• είναι τέρας. Ποιος βγαίνει βάρβαρος; ο δάσκαλος. Και ποιος λέει βάρβαρο το λαό; Ο δάσκαλος που πρώτος βαρβαρίζει. Κατάλαβες, ελπίζω, τώρα τι θα πη _συμβιβασμός_• είναι λάθος στην αρχαία γλώσσα και στη νέα. Τέτοιος είναι κι ο _συμβιβασμός_. Δεν είναι μισό λάθος• είναι λάθος σωστό.
Για να τελειώσουμε, ας κάμουμε τώρα μια στιγμή και το λεξικολόγο. _&Β&ιβάζω_ σημαίνει _κάμνω κανέναν ή κανένα πράμα να πηγαίνει, να βαδίζη, το βάζω στο δρόμο του_. Η πρόθεση _συν_, όλος ο κόσμος το ξέρει, θα πη μαζί. Έτσι βλέπουμε τουλάχιστο τι νόημα έχει ο _συμβιβασμός_• κάμνει δυο πράματα να ταιριάζουν το ένα με τάλλο, μαζί να πηγαίνουν, τον ίδιο δρόμο να πάρουν. Ποια είναι αφτά τα δυο; ο _συμβιβασμός_ δε μας το λέει, μα πιστέβω που θέλει να πη την αρχαία και τη νέα. Με τι τρόπο _συμβιβάζει_ και τις δυο; Τώρα να το διούμε. Ο _συμβιβασμός_ ντρέπεται να πη _ήπια_, που είναι πάρα πολύ χυδαίος τύπος• δε θέλει πάλε και να πη _έπιον_, που είναι πάρα πολύ αρχαίος. Τι κάμνει; Παίρνει λίγο από το _έπιον_ και λιγάκι από το _ήπια_, μισό μισό το καθένα, τα ταιριάζει μαζί, τανακατώνει και σε βγάζει έναν αόριστο _έπια_. — «Καλά! λες εσύ, μα γιατί τάχατις _έπια_ κι όχι _ήπιον;_ Κάλλια μ' άρεζε εμένα ένας αόριστος _ήπιον_.» Κι αφτό γίνεται, παιδί μου, μη χολοσκάνης! Μπορείς κ' _ήπιον_ να το πης• φτάνει να πάρης μισά μισά την αρχαία και τη νέα• άλλο νόμο δεν έχεις να φυλάξης. Όσο μισό είναι το _έπια_, τόσο μισό είναι και το _ήπιον_. Καλά λοιπό και τα δυο.
Βλέπεις τι πονηριά που την έχει ο _συμβιβασμός_, τι φρόνιμα που οικονομιέται, τι _συμβιβαστικά_ που τα _συμβιβάζει_ όλα ο _συμβιβασμός_. Σε λέει που κάμνει δυο πράματα να πηγαίνουν πλάγι πλάγι, να πάρουν τον ίδιο δρόμο• μα αν είναι να μάθης αφτός ο δρόμος πού αρχίζει και πού τελειώνει, ο _συμβιβασμός_ αφτό δε στο λέει, κι από κει μπορείς να καταλάβης όλη του τη φρονιμάδα και την τέχνη. Ίσως ο ίδιος δεν το ξέρει να στο πη. Κάθε δρόμος έχει δυο άκρες, κάθε πράμα μια αρχή κ' ένα τέλος. Ο καημένος ο _συμβιβασμός_ προσπαθεί να βρη τη μέση του δρόμου. Το κακό είναι που δεν ξέρει μήτε πού αρχίζει ο δρόμος, μήτε πού τελειώνει. Πώς θέλεις εσύ τώρα να βρη τη μέση; Του κάκου πολεμά. Πόσοι είναι σήμερα στην Ελλάδα που συμβιβάζουν ή συμβιβάζουσιν_, και σ' αφτούς μέσα πόσοι είναι που γράφουν την ίδια γλώσσα• Δεν μπορεί να συφωνήση ο ένας με τον άλλο. Ο καθένας με τη φαντασία του κυβερνιέται. Πάρε δυο απ’ αφτούς που _συμβιβάζουν ή συμβιβάζουσιν_ και θα διής που κ' οι δυο τους έχουν άλλη γραμματική, γράφουν άλλη γλώσσα. Ο πρώτος σε λέει που παραδέχεται την ονομαστική _πατέρας και μητέρα_. Χωρίς ο ίδιος να το καταλάβη, είναι σα να σ' έλεγε που παραδέχεται _ισοσύλλαβα_ αντίς περιττοσύλλαβα_. Κι ως τόσο σε λίγο θα σε πη• — «Όσο για την ονομαστική _πόλις, βρύσις_, με φαίνεται πιο σωστό να τα γράφουμε με το _σ_» — και νάσου περιττοσύλλαβα κ' ισοσύλλαβα πλάγι πλάγι. Μην του ρωτάς να στο ξηγήση• έτσι του _φαίνεται_. Ο δέφτερος πάλε βγάζει κι αποφασίζει που για τα ρήματα θα βάλη τη δημοτική κατάληξη της κοινής — _ουν_• όσο για τα ονόματα, λέει, θα κάμη την κατάληξη αρχαία και _νομίζει_ πιο καλό να γράφη _αι ώραι, αι ημέραι_. Μ' αφτό, κάτι θαρρεί πως είπε. Γιατί το ένα αρχαίο κι όχι τάλλο; μη βασανίζεσαι να το βρης. Μη γυρέβης να μάθης τους λόγους. Έτσι τώρισε το κεφαλάκι του, και του φτάνει Ένας τρίτος πάλε σε φτειάνει άλλο κανόνα, _συμβιβάζει_ και του λόγου του• με πολύ φρόνιμο τρόπο, μ' ήσυχο και συγκαταβατικό ύφος σε κάμνει _παραχωρήσεις_ — και ποιος τον είπε να παραχωρήση τίποτις; — «Ναι βέβαια, λέει, παραιτώ τον απαρέφατο• παραδέχουμαι το _να_, μα μπορούμε τουλάχιστο να βάζουμε _η_ στην υποταχτική και να γράφουμε _να νομίζητε_ αντίς _να νομίζετε_» Έτσι το νομοθετεί και τόσο χωρεί το καημένο του το μυαλό. Μη ζητής να σε πη γιατί έχει _η_ η αρχαία και για ποιο λόγο συνηθίζει η νέα το _ε_. Εδώ τα μπερδέβει. Ως τόσο περνά για σοφός κι ο ίδιος χαίρεται με τη γνώση του, και καμαρώνει τη φρόνησή του.
Έτσι πηγαίνουν και λεν. Άλλα μη γυρέβης. Πού τέχνη; πού σύστημα; πού μάθηση; Σύστημα δε θέλουν — και χωρίς σύστημα πότε γράφηκε γλώσσα; Ο _συμβιβασμός_ δε βασίζεται πούπετις, μήτε στην αρχαία μήτε στη νέα. Δεν έχει χώμα πού να πατήση• όπου τύχη τρέχει• πετά με τον άνεμο σαν το λωλό το φύλλο. Για τούτο κ' οι _συμβιβασμοί_ δε συμβιβάζονται αναμεταξύ τους. Τι σας φαίνεται; Εγώ λέω, πρώτα να _συμβιβασθώσιν, να συμβιβασθώσι, να συμβιβαστώσι_, να συμβιβαστούν ή να συβιβαστούν οι _συμβιβασμοί_ ο ένας με τον άλλο κ' ύστερα να μας κατηχίσουν. Το κάτω κάτω όμως τι είναι; Καταντήσαμε να μην ξέρουμε τη γλώσσα μας. Βάλε έναν απ’ αφτούς που μιλούν όλο για μάθηση, για γραμματική και που λεν τη γλώσσα του λαού ακανόνιστη, να σε γράψη σ' αφτή τη γλώσσα, που καταφρονεί τόσο, μια μόνη σελίδα χωρίς να κάμη λάθος. Δε θα μπορέση! Θανακατώση μαζί τύπους κάθε λογής.
Δε συλλογίστηκε μήτε πώς μήτε πότε πρέπει να δανειστή λέξες από την αρχαία και με τι τρόπο θα τις συγυρίση για να φαίνουνται δημοτικές, για να μπορέση, μια μέρα να τις παραδεχτή ο λαός. Δε διακρίνει την κοινή, την πανελλήνια, τη γενική γλώσσα από τη γλώσσα που συνηθίζουνε μόνο σε μερικά μέρη. Μήτε βλέπει που υπάρχει μια γραμματική της κοινής. Καταφρονεί τους άλλους, θέλει να τους κυβερνήση, να τους μάθη, κάμνει το σοφό και δε γνωρίζει τους πιο απλούς νόμους της γλώσσας του λαού. Σήμερα θα πη _εκείνος_ άβριο _κείνος_, το πρωί απάνω κάτω το βράδυ _απάνου κάτου_, κάπου δεν και κάπου δε• μα πότε χρειάζεται το ένα και πού ταιριάζει τάλλο μήτε τωνειρέφτηκε στη ζωή του κι αφτή του την αμάθεια τη βάφτισε σωφροσύνη. Για τούτο κάμνει τον περήφανο, φωνάζει που όρια δεν αρέσει. Θέλει λεφτεριά. Δεν το λέγαμε και πριν; Η αριθμητική φέρνει σταναχώρια. Τα δυο και δυο πάντα τέσσερα τα θέλει. Είναι σα να φώναζε στα καημένα τα δυο, ξεχωριστά στο καθένα• — «Έχετε δεν έχετε, θα συβιβαστήτε όπως σας το προστάζω γω, και πέντε δε θα γίνετε ποτές σας.» — Δεν είναι τυραννία; — « Και ποια είσαι συ, κερά Αριθμητική, έτσι δούλους σου να μας έχης; Πρέπει να κάμουμε τάχατις όπως θέλεις εσύ, κι όχι όπως εμείς θέλουμε; Εγώ να σε δείξω!» — Τέτοια λόγια της λέει ο _συμβιβασμός_ κ' έχει δίκιο• πρέπει να φανούμε ανεξάρτητοι, να βαστάξουμε το φιλότιμό μας. Πλήξη πιάνει τον άθρωπο όσο βλέπει τη φύση να κυβερνά τον κόσμο με τόση τυραννία. Η θάλασσα ως ένα μέρος θα πάη και θα σταθή. Οι πλανήτες τον ίδιο γύρο θα κάμουν κάθε χρόνο, κι από τον κύκλο τους δε θα βγουν — ή πρέπει να χαθούν. Τα τριαντάφυλλα μόνο το καλοκαίρι θανοίξουν, κι όχι το χειμώνα. Κάθε πράμα έχει όρια δικά του, και δεν μπορεί παρέκει να προχωρήση. Όταν έλεγαν οι αρχαίοι για σωφροσύνη, για μέτρο και για γνώση, υποθέτω που ήθελαν τέτοια να πουν• εννοούσαν, ο καθένας και το κάθε πράμα να σέβουνται και να μην ξεπεράσουν τα φυσικά τους όρια. Σ' αφτή την αρχή είταν η φρονιμάδα τους όλη.
Ο συμβιβασμός νομίζει πως έχει τέτοια αρχή και πως μιλεί σαν τους αρχαίους, μα δίχως ο ίδιος να το ξέρη, λέει άλλα. Κάμνει όπως του φανή, κ' οι αρχαίοι, έλεγαν ίσια ίσια να μην κάμνη κανείς όπως του φαίνεται, αλλά όπως το θέλει η ορθή κρίση. Το _μέτρον_ των αρχαίων ο συμβιβασμός το γυρέβει μέσα του, στο νου του, στη μικρή του τη γνώση, όχι στης γλώσσας μας τους νόμους μήτε στην ιστορική της σειρά. Δεν μπορούν όμως οι αθρώποι να φτειάξουν όρια του κεφαλιού τους• τα όρια τα βάζει η φύση, και τη φύση πρέπει νακούμε, όχι τη σοφία τη δική μας. Ο _συμβιβασμός_ δεν παραδέχεται τέτοιο σύστημα• δε λογαριάζει για τίποτις μήτε τη φύση, που είναι η γλώσσα του λαού, μήτε τους φυσικούς της τους όρους, μήτε την επιστήμη που μας μαθαίνει να βρούμε τους όρους αφτούς και να καταλάβουμε τη φύση. Έπρεπε να φανή ο _συμβιβασμός_, για να διούμε ταξιοπερίεργο αφτό το κατόρθωμα, οι φυσικοί νόμοι ναλλάξουν και τα ποτάμια πίσω να γυρίσουν.
Ο Σωκράτης είχε άδικο να λέη που το _Γνώθι σαυτόν είναι η αρχή της σοφίας. Η αρχή της σοφίας είναι ο _συμβιβασμός_. Ο _συμβιβασμός_ το ξέρει και για τούτο έχει τόση ιδέα για τη φρόνησή του και τόση πέραση στον κόσμο. Ίσως η σοφία του, αν κοιτάξης καλά, κρυφτεί μέσα της κατιτίς άλλο παρά σοφία. Το παρατήρησαν και στην Εβρώπη• ο σπουδαστής ο γραικός που έρχεται στο Παρίσι, που πάει στη Γερμανία ή στην Αγγλία, έφκολα μαθαίνει και θα καταλάβει ό τι του πης. Μα γρήγορα σταματά• ίσια μ’ ένα βαθμό θα προκόψη κι όχι παρέκει. — ή γιατί νομίζει πως όλα τα ξέρει ή γιατί κουράζεται και δεν μπορεί. Τέτοιος είναι ο Γραικός• όλα ταρχινούμε, μπαίνουμε στη δουλειά με πόθο και με καρδιά, ο κόπος δε μας τρομάζει. Να μας ακούσης, τον κόσμο θα τον κάμουμε δικό μας. Κι αλήθεια θα τον κάμναμε δικό μας, γιατί μέσα μας έχουμε κάτι και μεις. Μα.... είναι και το μα. Άλλο κάτι μας λείπει. Όλα ταρχινούμε, τίποτις δεν τελειώνουμε. Τίποτις δεν μπορούμε να τελειωποίσουμε. Η συνέχεια μας σκοτίζει το νου, η αδιάκοπη προσοχή μας ζαλίζει, η ίδια δουλειά μέρα νύχτα μας κουράζει. Στην επιστήμη, στα πολιτικά, στη μάθηση, στη φιλολογία δεν έχουμε μήτε πομονή, μήτε, — για να πούμε μια αρχαία λέξη που εδώ ταιριάζει — μήτε _επιμονή_. Πάντοτες μνίσκουμε στη μέση του δρόμου. Δεν τολμούμε, δεν μπορούμε να πιάσουμε μια ιδέα και να τη βαστάξουμε ίσια με την άκρη, ίσια με το τέλος. Έχουμε μισή μάθηση, μισή τέχνη, μισή γνώση και μισή φιλολογία. Το ζήτημα δεν είναι μόνο φιλολογικό κι ο _συμβιβασμός_ δεν έχει να πη μόνο για τη γλώσσα• έχει πιο γενική, έχει εθνική σημασία και σ' όλα _συμβιβάζομεν_, όλα τα κάμνουμε μισά, γιατί και το κεφάλι μας είναι μισό και δεν έχουμε μήτε δύναμη μήτε σωστή ενέργεια. Έτσι βγάλαμε και μισή γλώσσα. Καταντούμε όμως λίγο λίγο να πιστέβουμε που το μισό που κατορθώνουμε να κάμουμε, είναι το μόνο σωστό. Παρηγοριούμαστε λέγοντας που τέτοιο είταν των αρχαίων το σύστημα, που αφτό θα πη _παν μέτρον άριστον και μηδέν άγαν_. Τα κάτω κάτω, ο _συμβιβασμός_ άλλο τίποτις δεν είναι παρά η παντοτινή μας αφτή η ανημποριά σε κάθε πράμα και σε κάθε εργασία.
Εμένα πάλε τι με μέλει; Τον κόσμο βέβαια δε θα τον αλλάξω. Μάλιστα χαίρουμαι που είναι ο κόσμος όπως είναι• χαίρουμαι που είναι στον κόσμο κι ο _συμβιβασμός_. Αφτός θα φανή ο σωτήρας μου. Δίχως φόβο τρέχω μέσα στα κύματα που με πάνε στην Ελλάδα. Ο Μέντοράς μου δε θα μ' αφήση να ποντιστώ σαν το Μυρτίλο. Τώρα που ξέρω και γω να συμβιβάζω, θα χαρούν όλοι οι Αθηναίοι άμα με διούν. Όλοι μαζί μου θα _γοητευθώσιν_. Ο Μέντοράς μου μάλιστα μ’ έμαθε να _συμβιβάζω_ τον ένα με τον άλλο τους χίλιους _συμβιβασμούς_ που λουλουδιάζουν την ώρα που μιλούμε στωραίο χώμα της πατρίδας. — « Να σε δείξω τι σύστημα έχουμε όλοι σήμερα στην Ελλάδα. Μήτε _γράφουσιν_ όλο να κλίνης, μήτε _γράφουν_. Άμα βάλης ένα _γράφουν_ εδώ, ένα _γράφουσιν_ εκεί, κάμνεις του καθενός το χατίρι. Μη λες μόνον η _μητέρα_• κάπου κάπου κοίταξε να χώσης και μια ονομαστική _μήτηρ._ Πες αι _ώραι κ' οι ώρες, πες η πόλις κ' η ράχη, μη νομίζητε_, αλλά και _μη νομίζετε_. Για να μη σε λείψη κι απαρέφατος, μπορείς όταν τύχη να γλυστρήσης πούπετις ένα ουδέτερο το _φαγείν_. Οι λόγιοι θα σε πουν που πρέπει να το κάμης _φαγείον_. Εσύ βγαίνεις τότες πιο δάσκαλος από τους δασκάλους, πιο σοφός από τους σοφούς και τους λες• — « Όχι! γιατί είναι απαρέφατος το _φαγείν_.» Έτσι χαίρεσαι που είπες το λόγο σου και συ• κολακέβεσαι με τη μάθησή σου κι ο κόσμος απορεί με την παιδεία σου. Όμως και τούτο μην το παρακάμης. Πρόσεχε νάχης μόνο μισή παιδεία. Παν μέτρον άριστον. Μηδέν άγαν. Η σωφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή. Να σε πω μάλιστα το κάτω κάτω, με γραμματική δε φτειάνεις γλώσσα, δε φτειάνεις φιλολογία. Τέτοια ιδέα έχουμε σήμερα όλοι στην Ελλάδα. Καλό να την έχης και συ και να φαίνεσαι φρόνιμος σ' ό τι κάμης και σ' ό τι πης. Θυμήσου τι λέει ο ποιητής• πρέπει να ζη κανείς senza infamia e senza lode.
Όσο φέρνεσαι με τέτοιο τρόπο, θα σ' αγαπήσουν όλοι οι _ομογενείς_. Φτάνει να μην πιάσης και γράψης τίποτις. Ποιος είσαι συ; Νομίζεις τάχατις πως μπορείς να γράφης σαν και μας, να βγης άξαφνα ποιητής και να μάθης τι θα πη τέχνη και φιλολογία; Για συλλογίσου το καλά. Είναι δική μας δουλειά να κανονίσουμε τη γλώσσα και να συμβιβάσωμεν τους συμβιβασμούς, γιατί όποιος γράφει, τι κάμνει; κανονίζει, και να διής που μια μέρα όλοι θα παραδεχτούν την ιδέα μου. Εσύ για τέτοια δουλειά δεν είσαι γεννημένος. Κάτσε, παιδί μου, στη γωνιά σου και μη βάζης στο νου σου _letteratura_ (ο φίλος μου κάπου κάπου ωμή ξερή κι αχώνεφτη σε τίναζε καμιά ξένη λέξη). Ψύλλους στάχερα να γυρέβης. Φαντασία, ιδέες, κοντύλι, ποίηση δεν είναι για σένα. Να περιορίζεσαι στη γραμματική σου. Δε μας βλέπεις εμάς; Στη γραμματική δεν ανακατώνεται κανένας από μας και μήτε θέλουμε να την ξέρουμε. Μην ανακατώνεσαι και συ στα δικά μας. Είσαι καλός μόνο για γραμματική και γλωσσολογία.»
Για νακούσω το Μέντορά μου, έκαμα και γω σήμερα το γλωσσολόγο.
ΚΒ'.
Οι αρχαίοι.
Δε με μέλει τώρα να πεθάνω! Με φτάνει η ζωή, αφού είδα την Αθήνα. Εδώ γεννήθηκε ο κόσμος. Εδώ και στη Ρώμη μορφώθηκε η Εβρώπη. Μικρός τόπος και γέμισε τη γις. Από δω μας ήρθαν και νους και σκέψη κ’ ιδέες. Αφτή μας έκαμε αθρώπους. Αθήνα τη λεν και ποτές όνομα στον κόσμο, με τόσο λίγες συλλαβές, δε σήμανε τόσα. Φτάνει τόνομά της να πης και τα λες όλα. Με σέβας το χώμα της να πατήσης, εσύ που έρχεσαι σε τέτοια χώρα• τον ουρανό που βλέπεις, τον έβλεπαν και τότες οι μεγάλοι• τον ορίζοντα που κοιτάζεις με τόση χαρά, τον κοίταζαν τα μάτια τους κάθε μέρα. Μέσα σ' αφτή την ατμοσφαίρα γεννιούνταν οι φωτερές ιδέες, έβγαιναν ποίηση και φιλοσοφία. Όταν ανέβαιναν οι γενναίοι στην Ακρόπολη απάνω, την ίδια θάλασσα θωρούσαν που θωρείς τώρα και συ.
Με πόση χάρη, με πόση νοστιμάδα αράδιασε η φύση τους λόφους και τα βουνάκια που βλέπεις γύρω γύρω στην Αθήνα. Τι ωραία, τι χαδεφτική μορφή κατώρθωσε να τους δώση! Με τι γλύκα, με πόση αγάπη ζουγράφισε κάθε γραμμή. Με πόσο ρυθμό και μέτρο, με πόση αρμονία έγλυψε τη γις, έστρωσε τα περιγιάλια και στρογγύλωσε τους γιαλούς! Στόλισε την Αθήνα με της πιο χαριτωμένες, με της πιο απαλές της ομορφιές. Την έκαμε με πόθο και χαρά, τη συγύρισε σαν παιδί της. Τάχει όλα ταιριασμένα,• εδώ ταριστουργήματα της τέχνης φαίνουνται σα να βγήκαν από το χώμα, σα να είναι του τόπου γεννήματα, αφού και τα πλάσματα της φύσης έχουν τόση φαιδρότητα και τέχνη.
Αιώνια χώρα θα μείνης — και μη σε μέλη! Μπορεί να σε καταπατήσουν οι βάρβαροι, μπορεί τα σκυλιά στον Παρθενώνα σου να χυθούν. Ήσυχη να είσαι! Θα καταστραφούν τα σκυλιά και θα χαθούν οι βάρβαροι• μια μέρα θα δέρνουνται και θα κλαιν την τόση τους τόλμη. Εσύ πάντα θα βασιλέβης• εσύ θα στέκεσαι παντοτινά, γιατί εσένα πάντα σε κοιτάζει η γλαφκομάτα μεγάλη θεά, γιατί εσένα πάντα σε προσέχει το πελώριο μάτι του Δία!