Part 10
Στέκουνται όλα τα παλληκάρια στο γιαλό, με την καρδιά ελπίδες γεμάτη, με το κεφάλι ψηλά, με περήφανο μάτι και προσμένουν. Περνά το καράβι και τους βλέπει. Φωνάζουν του καραβοκύρη• — «Να χαρής τη ζωή σου, στάσου καπετάνιο, πάρε με και μένα.» — «Πού θέλεις να πας;» — « Θέλω να πάω στην Εβρώπη, θέλω γράμματα να μάθω.» — « Και τι θα τα κάμης;» — «Θα γίνω μεγάλος. Θα τιμήσω την πατρίδα.» — « Αμέ συ; λέει ο καπετάνιος.» — « Και γω θέλω νάρθω μαζί σου. Να με πας στον τόπο που σπουδάζουν. Εκεί κάτι θα κάμω.» — « Έρχουμαι και γω. Επιστήμη θέλω να μάθω, θέλω νανεβάσω το νου μου ίσια με τάστρα, θέλω να διώ ποια δύναμη βαστά καρφωμένα στη διαμαντένια τέντα τουρανού τα χρυσά καρφιά που βλέπω και λάμπουν κάθε νύχτα. Θα μετρήσω τους γύρους που κάμνουν οι πλανήτες. Ο μεγαλήτερος αστρονόμος του κόσμου θα γίνω μια μέρα.» — «Μη με ξεχάσης και μένα, καλέ μου καπετάνιο! Θα χτίσω παλάτια, το μέτωπο του Παρθενώνα θα σιάξω. Φειδία θα με πουν.» — « Και μένα μη μ' αφήσης. Κάτι νοιώθω μέσα μου που με σπρώχτει. Η θάλασσα με τραβά. Πρέπει να μελετήσω, να προκόψω. Θέλω να γίνω ποιητής, αθάνατος ποιητής της πατρίδας.»
Έναν έναν τους παίρνει ο καπετάνιος και παν. Έρχουνται στο Παρίσι και με βρίσκουν. — « Παράδες να μας δώσης για να μάθουμε αστρονομία, αρχιτεχτονική, γλωσσολογία και ποίηση.» — « Παράδες, παιδιά, δε με χάρισε ο Θεός. Αλλιώς να το πιάσουμε το πράμα. Να συνάζουμε, αν μπορούμε. Πάμε στους πλούσιους μαζί, κάτι να σας βοηθήσουν.» Οι πλούσιοι Γραικοί είναι κάποτες και καλοί αθρώποι. Μπορεί μάλιστα καμιά φορά νάχουν και καλούς τρόπους. Ανοίγουν το πουγγί τους, βγάζουν πέντε παράδες, αν είναι κρυφά, και δέκα, αν το γράψουν οι γαζέττες. Βάζουν τους παράδες στων παλληκαριώ μας το χέρι• κάπου κάπου τους βάζουν και δυο λόγια σταφτί. Οι φρόνιμοι γέροι τους λεν — «Τι σηκωθήκετε κ' ήρθετε στο Παρίσι; Ξιππαστήκετε; Να μάθετε τουλάχιστο καμιά τέχνη που να είναι τέχνη. Μάθτε γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, ας είναι και δασκάλοι. Αφτά κάτι χρησιμέβουν και μ' αφτά πάντα θα βγάλετε το ψωμί σας. Να γυρέβετε _πόρο_ ζωής. Μα ποίηση, αστρονομία, φιλολογία, τι παραμύθια είναι τούτα; Και πού θα σας παν; Αστρονομία; Να γίνετε μηχανικοί, που δεν έχουμε μηχανικούς! Βγάλετε και κάτι λέξες καινούριες που δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε• όλο μιλείτε για παλαιογραφία, γλωσσολογία, ιστορία της τέχνης. Παιδιακήσιες ανοησίες! Τρελλαθήκετε; Καιρός να βάλετε γνώση.» Έτσι μιλούν οι γέροι• αν τύχη κ' είναι ο νιος μας λιγάκι περήφανος, αν τύχη και τους αποκριθή, τότες κι άλλο του λεν « Καλή η περηφάνεια, μα όταν κανένας είναι φτωχός, περηφάνεια δε χρειάζεται.»
Να περηφανέβεστε, παιδιά μου, και ψηλά να βαστάτε το κεφάλι σας. Μην ακούτε τι λεν οι γέροι. Αμέ, πού ταιριάζει καλήτερα περηφάνεια παρά στη φτώχεια; Να περηφανέβεστε, παιδιά μου, και να μη βάλετε γνώση. Να μείνετε πάντα τρελλοί. Την τρέλλα σας την αγάπησα. Οι φιλόσοφοι που σας τα ψάλνουν ένα μόνο δε βλέπουν, που η τρέλλα σας τιμά την πατρίδα. Εσείς είστε το στολίδι της Γραικίας. Η τρέλλα σας μας δείχτει τι έχει μέσα του το γραικικό αίμα. Από κει φαίνεται της μάθησης ο γενναίος ο πόθος, η αγάπη της μεγάλης της μελέτης. Εσείς έχετε θάρρος, πίστη κ' ελπίδα που θα μεγαλώση το γένος, που θα μεγαλώσετε και σεις. Φωτερές κι ολόχρυσες ελπίδες! Πολεμάτε για το μέλλο της Ελλάδας, και σε σας θα το χρωστούμε μια μέρα. Κι αφτό κάτι θα πη. Ο μέλλοντας είναι ό τι θα είστε και σεις• μέσα σας τον έχετε κ' η ιστορία μας θα γίνη ό τι την κάμετε να γίνη. Αφτό πρέπει να συλλογιούμαστε. Καλά κάμνετε, παιδιά. Μη γυρέβετε όλο τα χρήσιμα πράματα• χρήσιμα είναι όσα δε χρησιμέβουν. Οι φρόνιμοι γέροι ίσως αφτό δεν το ξέρουν ας με πιστέψουν και μένα. Μη θέλετε_πόρο ζωής!_ Μη μάθετε γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι. Βαρέθηκα τους γιατρούς, τους μηχανικούς και τους δικηγόρους. Μη μάθετε δασκάλοι• συχάθηκα τα γράμματα και βιβλία δεν πιάνω στο χέρι. Μάθτε κάλλια σοβαρή επιστήμη• μάθτε σκληρή δουλειά• κοπιάστε μέρα και νύχτα για να βγάλετε το γράψιμο κανενός άγνωστου χερογράφου• ας λιγνέψη το κορμί σας κι ας κιτρινίση το πρόσωπο σας, ώςπου να καταλάβετε τι λέει. Μελετήστε τις παλιές γλώσσες, σκαλήξτε τους νόμους και τη φιλοσοφία τους• ξετάξτε την ιστορία της τέχνης, να διήτε πόσα έπρεπε να μάθη ο αθρώπινος νους για να βρη το σωστό και τωραίο. Κάμτε αμέτρητους λογαριασμούς για να καταλάβετε πώς γύρω γύρω στον ήλιο χορέβουν οι πλανήτες τον ακάματό τους το χορό. Βρήτε άστρα καινούρια που δεν τα ξέρουν ακόμη, πήτε μας τη χυμική τους κράση, τον οργανισμό τους, τα σώματα που μέσα τους έχουν. Να πέσετε κατακέφαλα στη σπουδή, στη σπουδή που φαίνεται άχρηστη, περιττή, που δεν έχει σκοπό πραχτικό, που δε βγάζει παρά. Μην ακούτε τους φρόνιμους γέρους που σας κυβερνούν. Αφτά είναι που θα σας τιμήσουν. Η πατρίδα τότες μόνο θα λογαριάζη στην Εβρώπη, όταν αποχτίση και κείνη επιστήμη δική της. Ο λόγος δεν είναι όλο στα σκολειά να δίνουμε, για να γίνη το χτίριο πιο λαμπρό ή να τρων τα παιδιά καλήτερο φαγί. Ένας μεγάλος σοφός πιότερο θα σας τιμήση στην Εβρώπη παρά γυμνάσια δυο χιλιάδες. Βγάλτε κανέναν καλό παλαιογράφο, κανέναν αστρονόμο σπουδαίο που να γύρισε την Εβρώπη, κανέναν άξιο μαθηματικό και βλέπετε τότες πώς βάζει κάτω τα χτίρια τα λαμπρά και τα καλά φαγιά. Ένας που ξέρει να διαβάση κωδίκους παλιούς, που γνωρίζει την αξία του καθενός των, που είναι ικανός να τους καταλογήση όπως πρέπει, που δεν τον έχετε για τίποτις εσείς, γιατί δε φαντάζει η δουλειά που κάμνει και που μόνο δέκα αθρώποι στην Εβρώπη έμαθαν τόνομά του, πιο πολλή δόξα θα σας φέρη παρά χίλια μπόσικα βιβλία που φαντάζουν και που δεν έχουν τίποτις μέσα τους. Η σοβαρή, η αληθινή επιστήμη είναι η επιστήμη που δεν ακούγεται• ο μεγαλήτερος σοφός είναι ο σοφός που μόνο δυο τρεις ξέρουν την ύπαρξή του. Ο άγνωστος ο εργάτης που κουβαλεί τις πέτρες κάθε μέρα είναι που χτίζει το σπίτι, όχι ο μάστορης που τον προστάζει. Χωρίς τον εργάτη δε γίνεται το σπίτι. Όσοι μαζώνουν τις πέτρες μια μια, όσοι κάμνουν αδιάκοπη και ταπεινή εργασία, χτίζουν την επιστήμη• όσοι είναι περίφημοι και γνωστοί άλλο δεν έκαμαν παρά να συνάξουν και να στρώσουν των αλλωνών τη δουλειά και τη μάθηση. Πού να το καταλάβουμε ακόμη τέτοιο πράμα; Ο Γραικός όλο θέλει νακουστή, — κι ο έμπορος πάλε όλο θέλει να κερδίζουμε χρήματα. Τα έθνος είναι νέο, άπραχτα τα κεφάλια. Χρειάζεται βασίλειο μεγάλο, ιστορία παλιά για να νοιώση ένας λαός τι χρησιμέβουν οι τέχνες που χρήσιμες δεν είναι, και να κάμη Ακαδημίες να τις στεγάση.
Σας είδα, παλληκάρια, και σας ξέρω. Εσείς είστε ταληθινά γραικόπαιδα. Τρώτε ψωμί με τυρί, κάποτες μάλιστα και κείνο δεν το τρώτε, μα δε σας μέλει. Φτάνει να κάθεστε και να διαβάζετε. Πόσους βλέπω στο Παρίσι χλωμούς, με ρούχα ξεσκισμένα, με πρόσωπο λιγνό που φαίνουνται τα κόκκαλα, — με τη χαρά στα μάτια. Έρχουνται και με λεν που βρήκαν καμιά δουλειά, που βγάζουν το ψωμί τους, που κερδίζουν πενήντα φράγκα το μήνα, και που ζουν τέλος πάντα, και που δεν έχουν κανένα παράπονο, αφού μπορούν και σπουδάζουν. Εσείς που ψωμοζητείτε, νάχετε θάρρος και να μη λυπάστε! εσείς είστε οι πλούσιοι• δική σας είναι η βασιλεία του Πατρός μας.
Με τα λόγια, παιδιά, τίποτις δε γίνεται. Τι να κάμουμε; Μας χρειάζεται πομονή. Περιμέντε να μεγαλώση το παιδί, να γεράση λιγάκι η πατρίδα, να γνωστέψη. Τότες έρχεστε πάλε και με βρίσκετε. Για την ώρα καθίστε στη γωνιά σας. Δεν μπορώ τίποτις να κάμω για σας. Έχω άλλους μπελάδες στο κεφάλι. Πάω στην Αθήνα! Άβριο, άβριο _αναχωρέω_. Πρέπει να προσέξω καλά να μην πω ανοησίες, να λέω _άρτος_ αντίς _ψωμί_, αντίς _κρασί_ να λέω _οίνος_, να μιλώ κορακιστί κ' _ευγενιστί_, να μην πειράξω κανένα δασκάλο, να θυμηθώ τα λόγια της γιανούλας, να μη με ξεφύγη άξαφνα καμιά βάρβαρη λέξη, — να ξεχάσω τη γλώσσα μας και να μάθω την καθαρέβουσα.
ΚΑ'.
« Συμβιβασμός.»
Την τύχη τη δική μου δεν την έχει κανείς! Τι κάθουμαι και συλλογιούμαι να μην κάμω τρέλλες ή να μην πω ανοησίες; Μήτε τρέλλες θα κάμω μήτε ανοησίες θα πω. Δεν μπορώ νάχω τέτοιο φόβο• είμαι γεμάτος νου και γνώση, η σοφία μου ξεχειλίζει, η φρόνηση με πνίγει. Ας παν άλλοι να πέσουν μπρόμυτα στη λάσπη, να περιφέρνουνται στους δρόμους και να μη βλέπουν πού πατούν. Εγώ έχω έναν που με βαστά από το χέρι, έχω το Μέντορά μου. Ο Τελέμαχος δεν μπορούσε να πη λέξη που να μην είναι σωστή• του είταν αδύνατο να στραβοπατήση, μια αλλόκοτη πράξη δεν κατώρθωνε να κάμη• ήθελε δεν ήθελε, έπρεπε όλο τον ίσιο δρόμο να παίρνη. Γιατί τούτο, σας παρακαλώ; Γιατί είχε το Μέντορα πάντα μαζί του. Για τούτο στάθηκε τόσο φρόνιμος νιος και παινέθηκε στον κόσμο. Το ίδιο θα πάθω και γω. Ήσυχος είμαι, τώρα που πάω στην Αθήνα!
Ο Μέντοράς μου με προσέχει σ' ό τι κάμω. Όταν ταξιδέβω και δεν τον έχω πλάγι μου, θυμούμαι τα λόγια του και κυβερνιούμαι καλήτερα. Μπορείς και συ, και κάθε άθρωπος, εκεί που περπατείς και χάσκεις κοιτάζοντας στα σύννεφα, άξαφνα να σκουντάψης σε καμιά πέτρα, να πέσης με τα μούτρα ή και να στραγγουλίσης το πόδι σου. Το πράμα είναι πολύ δυσάρεστο, γιατί πρέπει να σηκωθής, ή κανείς να σε σηκώση, να γυρίσης, σπίτι, να φωνάξης το γιατρό, ίσως να δείρης τη γυναίκα σου. Τότες καταλαβαίνεις τι χρήσιμος που θα σου είταν κανένας καλός οδηγός. Τέτοιονα έχω και χαίρουμαι. Είμαι κομμάτι λωλούτσικος, θέλω χαλινάρι να με σφίγγη το στόμα. Ο σεβαστός μου ο φίλος ξέρει πολλά να με πη για μετριοφροσύνη, για σωφροσύνη, για μετριότητα. Όλα μέτρια ταγαπά. Μια μέρα, στην εξοχή που σεργιανίζαμε κ' οι δυο μας, ανεβήκαμε μαζί σ' ένα ψηλό βουνό• είταν αποκάτω μας βράχοι. Έβλεπα θάλασσα πέρα πέρα και μ’ έπιασε τόση αγάπη για το μαβί της το χρώμα, που πήγα να σταθώ στο βράχο κοντά για να τη χορτάσουν τα μάτια μου πιο καλά. Ο Μέντορας μου με τράβηξε από το ρούχο και μ' είπε• — « Ανάγκη δεν είναι να πέσης στον γκρεμνό. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον. Μετριοφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή.»
Ποιος δεν τόπαθε στη ζωή του ή να λυπηθή πάρα πολύ ή να καταχαρή, να ξεκαρδίζεται από τα γέλοια κάθε λίγο δίχως κανένα λόγο, ή να του περεχύνουν την καρδιά δάκρια πικρά σαν το φαρμάκι; Ποιος καμιά φορά δεν είναι υπερβολικός; Παραδείματος χάρη, είναι βέβαιο που θα πης άγγελο την πρώτη γυναίκα που θαγαπήσης• ίσια με το ταβάνι θα πηδήξης με το πρώτο φιλί που θα σε δώση. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό να της κάμης όρκο που θα την αγαπήσης όλη σου τη ζωή κι ακόμη παραπάνω. Άμα πάλε χάσης την αγάπη σου, κατάντησε γενικό σύστημα να δέρνεσαι, να κλαις σαν το βόδι την ώρα που το σφάζουν και να φωνάζης που ποτές σου πια δε θαγαπήσης, που θα πεθάνης ή τουλάχιστο που θα γίνης καλόγερος. Το κάτω κάτω ντροπιάζεσαι με τέτοια λόγια και πέφτεις μικρός, γιατί ζης, τρως, κοιμάσαι και σ' ένα μήνα ξέχασες όρκους, θάνατο και τον άγγελο μαζί. Ως τόσο την ώρα που τα λες, τα πιστέβεις• μάλιστα νοιώθεις μέσα σου μια ανάγκη να τα πης, κι α δεν τάλεγες θα σε φαίνουνταν πως δεν αγαπάς με τα σωστά σου. Ο Μέντοράς μου μ' έμαθε με τι τρόπο είναι φρόνιμο να φέρνεται κανείς σε τέτοια περίσταση, για να τα ταιριάξη όλα και να μην το παρακάμη• — « Σε τέτοιες ώρες, λέει, χρειάζεται _συμβιβασμός_. Πες της αγάπης σου που θα την αγαπήσης μόνο τη μισή σου τη ζωή. Φώναζε που θα μισοπεθάνης ή που θα γίνης μισοκαλόγερος. Έτσι όλα συμβιβάζονται. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον κτλ.»
Δεν είναι άθρωπος που καμιά φορά να μη θύμωσε, βλέποντας που δυο και δυο κάμνουν πάντα τέσσερα. Με το συβιβασμό κι αφτό το διορθώνεις• τα δυο και δυο τα κάμνεις πέντε, — φτάνει να βρεθής σ' ανάγκη. Η αριθμητική, σαν που την ξέρει ο καθένας, έχει κάτι απόλυτους νόμους που δεν αλλάζουν• της λείπει σωφροσύνη, δεν έχει μέτρο. Με το σύστημα του Μέντορα μου βάζει γνώση και κείνη. Πάρε τώρα τη γεωμετρία. Τι σε λέει; — « Κάθε τρίγωνο έχει τρεις γωνιές, — όχι παραπάνω —, κ' οι τρεις γωνιές κάθε τρίγωνου, αν τις βάλης τη μια με την άλλη, είναι ίσιες με δυο ορθογωνιές, αν τις βάλης τη μια με την άλλη»• ή πάλε• «Το τετράγωνο της υποτείνουσας, για τα ορθογώνια τρίγωνα, είναι ίσιο με τα τετράγωνα που βγάζουν τάλλα δυο πλεβρά, όταν τα πολλαπλασιάσης το ένα με τάλο.» Αμέσως βλέπει ο καθένας που το παρακάμνει η γεωμετρία. Πολύ πιο σωστό και φρόνιμο θα είταν αν έλεγε• — « Είναι τρίγωνα που έχουν τρεις γωνιές, αλλά πάλε μπορεί να μην έχουν και τόσες» ή « οι δυο γωνιές είναι ίσιες με δυο μισογωνιές ή με δυο μισορθογωνιές» ή μάλιστα «είναι ίσιες και δεν είναι». Ο Αριστοτέλης δε θα μπορούσε να το πη καλήτερα, κι όταν έδειχτε και δίδασκε που η αρετή βρίσκεται πάντα στη μέση, τέτοια πράματα θα είχε στο νου του. Η αρχή είναι φρόνιμη και παντού ταιριάζει. Μπορεί να χρησιμέψη και κει που δεν το προσμένει κανείς. Αν τα βάλουμε με τους Τούρκους, βγαίνεις άξαφνα και μας λες• — «Μίσα τον Τούρκο, μα μπορείς κι όλας λιγάκι να τον αγαπάς. Μας αφάνισε, μας έγδειρε, μας σκότωσε, αλήθεια! Μα διές τώρα τι διαφορά! Μας μισογδέρνει, μας μισαφανίζει, μας μισοσκοτώνει• πρέπει και μεις να μισαγαπούμε τους Τούρκους.» Τέτοια λόγια να πης, χαίρεται ο κόσμος που σ' ακούει. Στην Ελλάδα μάλιστα ο πολιτικός αφτός _συμβιβασμός_ κατάντησε νόμος. Στην Τουρκιά είναι γενική συνήθεια. Με τους Τούρκους μπορεί ο χριστιανός να κερδίση παράδες και με παράδες τι δε _συμβιβάζεις_;
Πούπετις όμως δεν ταιριάζει τόσο καλά, πούπετις ο συμβιβασμός δεν έχει τόσο τον τόπο του, όσο στο ζήτημα της γλώσσης. Εκεί βλέπεις στα γεμάτα τι αξίζει το λαμπρό τούτο το σύστημα, εκεί φανερώνεται με μιας όλο το βάθος της καινούριας αφτής φιλοσοφίας. Να ξέρη κανείς τέλεια την αρχαία τη γλώσσα, λέει ο συμβιβασμός, ή να θέλη να μάθη όλους τους κανόνες της νέας, είναι υπερβολή. Βάλε που έχει το πράμα και τη δυσκολία του. Το φρόνιμο είναι να ξέρης μισά τη μια, και μισά την άλλη. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον. Μετριοφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή. Έτσι πέφτουν όλοι σύφωνοι ή να το πούμε καλήτερα, μισοσύφωνοι.»
Ας προσέξουμε τώρα και στη λέξη συμβιβασμός. Θα διής που μονάχη της μπορεί να σε δείξη τι είναι ο συμβιβασμός. Παρακαλώ, λίγη πομονή, να κάμουμε και μεις το φιλόλογο. Ο Ησύχιος κι ο Σουΐδας αναφέρνουν τη λέξη συμβίβασις• δε γνωρίζουν τον τύπο συμβιβασμός. Ο Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός γράφει (βιβλ. Α', παραγρ. 67)• « Πέπονες δε προς μεν φιλίας και συμβιβάσεις εισίν αγαθοί». Ο Αρτεμίδωρος έζησε, καθώς ξέρει ο καθένας, δυο αιώνες μετά Χριστό, άγνωστος ακόμη και τότες ο _συμβιβασμός_. Έτσι λεν και τα σκόλια του Εβριπίδη, στις Φοίν., στ. 375 (συμβιβάσεις) και 587 (ξυμβίβασιν), στην έγδ. του Dindorf. Πρώτη φορά απαντάς τόνομα _συμβιβασμός_ στου Γιώργη Πισίδη το Εξαήμερο, στ. 1409• «και συμβιβασμός γίνεται των σχισμάτων.» Έχουν τη λέξη κ' οι Παντέχτες• « Διάλυσίς έστιν αμφιβαλλομένου χρέους συμβιβασμός.» Ο άγ. Επιφάνιος, (αίρ. Ξς’, ιδ'), κι ο Ιάμπλιχος (Β. Π. παρ. 69, σελ. 50, 2 στην έγδ. του Α. Nauck, 1884) βάζουν, ο πρώτος• « πείσαι αμφοτέρους εις συμβιβασμόν ειρήνης» κι ο δέφτερος « Εναντίων δυνάμεων ειρήνευσιν και συμβιβασμόν». Στους αρχαίους δε βρίσκεται _συμβιβασμός_. Απ' αφτά τι βγαίνει; Βγαίνει που η λέξη δεν είναι αρχαία• δεν είναι και νέα• είναι μεσαιωνική. Τέτοιος κι ο συμβιβασμός. Όλα τα θέλει μισά, ως και τη χρονολογία του.
Ας κάμουμε τώρα και λίγη γλωσσολογία — για τους γλωσσολόγους• θέλω να πω που ο συμβιβασμός δεν έχει ανάγκη να μας διαβάση• δεν έχουμε ανάγκη και μεις να γράφουμε για το συμβιβασμό. Ας τα πούμε μόλον τούτο καθαρά καθαρά, για να μας καταλάβουν, αν τύχη, και τα παιδιά, δε λέω οι δασκάλοι. Η φωνολογία μας σήμερα δεν παραδέχεται την πλοκή_μφ νθ νχ_. Το _ν_ δεν προφέρνεται• ο καθένας θα πη _νύφη πεθερός θυμούμαι_ και _κόχη_, αντίς _νύμφη πενθερός ενθυμούμαι_ (το _θυμούμαι_ το δικό μας δεν έχει να κάμη με το _θυμούμαι_ της αρχαίας, γιατί και το νόημα είναι όλους διόλου διαφορετικό και γιατί σώζεται στην Κύπρο το ρήμα _αθθυμούμαι_), _κόγχη_ κτλ. Ό, τι είναι αλήθεια για το _φ θ χ_, πρέπει να είναι αλήθεια και για το _β δ_ και _γ_. Θα πούμε με τον ίδιο τρόπο το _βασιλιά_ το _διάβολο_ το _γέρο_, αντίς _τον βασιλιά, τον διάβολο, τον γέρο_. (1) Αφού το _φθχ_ και το _β δ και γ_ δε θέλουν το _ν_, φυσικά δεν μπορεί μήτε το _σ_ και _ζ_ νάχη _ν_ μπροστά του. Για τούτο λέμε _Κωσταντίνος, Κωστής, τη ζωή, τη ζήση_, αντίς _Κωνσταντίνος, Κωνστής, την ζωή, την ζήση_. Ποιος είναι ο λόγος; Να το διούμε τώρα. Όλα αφτά τα φωνήματα, _φθχ, βδγ, σζ_ μοιάζουν αναμεταξύ τους κ' έχουν κάτι που τους είναι κοινό• όλα τους είναι ημίφωνα, θα πη που μπορείς να προφέρης ένα _φ_ όση ώρα θέλεις κι όσο δεν πιάνεται η αναπνοή σου• το _π_ όμως, που είναι άφωνο, πρέπει με μιας να το βγάλη το στόμα σου — και τελειώνει. Όλα τάλλα _φθχ, β δ γ, σ ζ_, τα μακραίνεις και τα λες. Αφτό είναι το γνώρισμά τους και δεν έχεις παρά να δοκιμάσης να προφέρης ένα _π_ κ’ ένα _φ_, να το διής. Αφού έχουν τα ημίφωνα συγγένεια αναμεταξύ τους και χαραχτήρα που τα ξεχωρίζει από κάθε άλλο φτόγγο, πρέπει ό τι γίνη με το ένα να γίνη και με τάλλο, ό τι πάθη το ένα και τάλλο να το πάθη, ό τι συνέπειες έχει του ενός η γειτονιά να τις έχη και ταλλουνού. Για τούτο με κανένα ημίφωνο _ν_ δεν προφέρνεται κ' έχουμε νόμο στη γλώσσα μας• « Στα ημίφωνα μπροστά _ν_ δεν ταιριάζει.»
*** 1) Οι τύποι τον βασιλέα, τον διάβολον, τον γενναίον είναι ξένοι. Τους έφτειαξαν οι δασκάλοι• και τους έμαθαν πού και πού στο λαό. Η αρχαία δεν πρόφερε ποτές τον βασιλέα κτλ., σαν που τα προφέρνουν οι δασκάλοι και δεν μπορούσε να τα προφέρη έτσι, γιατί οι αρχαίοι ήξεραν τη γλώσσα τους. ***
Τον ίδιο νόμο έχει κ' η αρχαία• δε λέει _σύνζυγος_, μα _σύζυγος_• δε λέει _συνστέλλω_, μα _συστέλλω_• δε συνηθίζει να λέη _συνσίτιον_, μα αναδιπλασιάζει το _σ_ και το κάμνει _συσσίτιον_. Ο αναδιπλασιασμός έχει και κείνος το νόημά του• σημαίνει που δεν ταιριάζουν πλάγι πλάγι _ν_ και _σ_, αφού γίνουνται ένα. Με τον αναδιπλασιασμό έπαψε και στη γλώσσα μας νακούγεται το _ν_• πρώτα έγινε _νύφφη πεθθερός θθυμούμαι_, κ' έπειτα _νύφη πεθερός θυμούμαι_, καθώς έγινε σήμερα και στην καθαρέβουσα το _άλλος άλος_ και _συσίτιον_ το _συσσιτίον_ που αναφέραμε, γιατί χάθηκε στην κοινή γλώσσα ο αναδιπλασιασμός. Πώς γίνεται όμως τώρα που η αρχαία, αντίς ναναδιπλασιάση το _νθ_, σαν το _νσ_, λέει άνθρωπος με _ν_, και ξεναντίας με το _φθχ_, με το _βδ_ και _γ_ έχει παντού το _ν_. Γιατί τούτο, θα με πης; Γιατί τότες το _φθχ_, το _βδ_ και το _γ_ δεν είταν ημίφωνα• είταν άφωνα κ' έτσι τα ξέρουν και τα λεν οι παλιοί μας γραμματολόγοι. Σήμερα που τάφωνα πλήθαιναν, είταν ανάγκη ο ίδιος νόμος να κυβερνήση και πιώτερες λέξες. Το κάτω κάτω, μπορούμε να πούμε που όποιος λέει _νύφη πεθερός και κόχη_, μιλεί σαν τους αρχαίους, αφού προσέχει τον ίδιο κανόνα και δε βάζει _ν_ με τα ημίφωνα. Όποιος λέει _νύμφη πενθερός τον γείτονα τον χειμώνα_ κι άλλα τέτοια με _ν_, καταπατεί τον κανόνα της αρχαίας, αφού βάζει _ν_ με τα ημίφωνα και μιλεί σαν τους ξένους, γιατί μόνο οι ξένοι φτειάνουν κανόνες του κεφαλιού τους σε μια γλώσσα που δεν ξέρουν. Ο γραικικός μας ο λαός πούπετις και σε κανένα μέρος της Ελλάδας δε βάζει το _ν_, όπου δεν πρέπει. Η αρχαία γλώσσα δε χάθηκε• θα τη βρης στο στόμα του λαού. Η αρχαία θα σε κάμη να καταλάβης τη νέα, και με τη νέα μπαίνεις στο νόημα της αρχαίας. Η γλώσσα μας η ρωμέικη είναι συνέχεια της ελληνικής• για να είναι συνέχεια, έπρεπε ναλλάξη, αλλιώς θα είταν πάντοτες η ίδια — και μήτε η αρχαία, στην ιστορική της σειρά, έμεινε πάντοτες η ίδια, μήτε βρέθηκε στον κόσμο ποτές γλώσσα ζωντανή που να μην αλλάξη. Οι γλώσσες που δεν αλλάζουν είναι οι ξεχασμένες, οι πεθαμμένες οι γλώσσες που άθρωπος πια δεν τις μιλεί.
Ας σημειώσουμε το λοιπό την αρχαία την προφορά με γράμματα πιο μάβρα &φ θ χ β δ γ&, για να τα διακρίνουμε καλήτερα, κ' έτσι να διούμε τι απόγινε με το &φθχ&. Το &φ& το &θ& και το &χ& είταν άφωνα _διπλά_• το &δ β& και το &γ& είταν _απλά_. Όταν έλεγαν το &φθχ&, ακούγουνταν πρώτα ένα &π τ κ&, ύστερα μια δασεία. Λίγο λίγο, με την προφορά, χάνουνταν το _π τ κ_ κ' έπερνε η δασεία πιώτερο τόνο και τόπο, γιατί λέγοντας το &φ&, το &β& ή το &χ&, αντίς νανοίξουν καλά το στόμα, το σφαλνούσαν πιο γρήγορα κ' έτσι είταν ανάγκη να χαθή η δασεία που θέλει στόμα ανοιχτό, και να μείνη στο τέλος μόνο το ημίφωνο &φθχ&, που δε μοιάζει πια με τάφωνο ταρχαίο. Την ίδια σειρά ακουλούθησε το λατινικό Porta, όταν πήρε τη λέξη η γερμανική• έγινε πρώτα φorte (πάει να πη, _π_ με δασεία, σαν ταρχαίο το φ), έπειτα πφorte, και τέλος φorte σε μερικές επαρχίες. Για τούτο μήτε μπόρεσε το _ν_ να μείνη μπροστά σε &φθχ&, άμα δεν είταν πια &φθχ&, μήτε κατώρθωσε να σώση το _πτκ_ του &φβχ&, μόλον ό τι το _ν_ ταιριάζει καλά με τάφωνα. Η δασεία είχε επικρατήσει και μάκραινε την προφορά, με τρόπο που τάφωνα γίνουνταν ημίφωνα κ' έτσι από το &φ& βγήκε το φ, από το &θ& το θ, κι από το &χ& το σημερνό μας το χ.
Όπου είταν όμως _ν_ της αρχαίας μπροστά σε &β δ& και &γ&, σώθηκε και το ν κ' η παλιά προφορά του &β δ& και &γ&, γιατί το &β δ& και &γ& είταν άφωνα _απλά_ κ' έτσι δεν μπορούσε δασεία να τα χαλάση. Οι αρχαίοι, για το &μβ νδ νγ& είχαν την ίδια προφορά που έχουμε σήμερα, άμα λέμε _ομπρός πάντα τον κόπο_. Δεν τα λέμε με _π τ κ_, τα λέμε με &β δ γ&. Μη βλέπης που μιλούμε για το _ν_ κι όμως γράφουμε _μ_, άμα είναι &β& στη μέση. Το _ν_, μόνο που βρίσκεται μπροστά σε &β&, γίνεται &μ&• έτσι και το δικό μας το _άμποτες_, το κάμνουμε με &μ&• κι ως τόσο είναι με _ν_ (αν ποτέ)• το _ν_ γίνεται χειλικό με τα χειλικά (_πφβ_) και λαρυγγικό με τα λαρυγγικά (κχγ&χγ&)• είναι όμως πάντα _ν_, και για τούτο στις αρχαίες επιγραφές μπορείς συχνά να διαβάσης _συνπαρόντων συνβίου συνκλητικός_. Αφτό το _ν_ δεν έπρεπε λοιπό να χαθή, γιατί το _ν_ της αρχαίας, που δεν ήθελε ημίφωνα κατόπι του, ταίριαζε με τάφωνα. Ο ίδιος νόμος βασιλέβει ακόμη και σήμερα, σαν που μπορεί να το διή ο καθένας στους τύπους _πάντα έμπορος τον κόπο_• ποτές ο λαός δεν είπε και δε θα πη _πάτα έπορος το κόπο_. Σε τέτοια περίσταση μάλιστα, το _πτκ_ γίνεται _ηχικό_ (πάει να πη που αντηχεί η γλωσσίδα στο λάρυγγα μέσα άμα προφέρης τα ηχικά, όπως αντηχεί όταν πης _ζ_ δυνατά) από άνηχο που είταν (η γλωσσίδα δε σαλέβει όταν είναι _πτκ_ κι ο λάρυγγας δεν αντηχεί με το _σ_, σα με το _ζ_). Για τούτο λέμε παν&δ&α έμ&β&ορος τον &γ&όπο. Στη γλώσσα μας, ένα ηχικό φέρνει τάλλο, και του _ν_ δεν του φτάνει να βρίσκεται σ' άφωνα μπροστά, θέλει αφτά τάφωνα να είναι κ' ηχικά. Αν είταν το &β& ταρχαίο σαν το δικό μας το _β_, θα είταν αδύνατο νάχη μπροστά του _ν_, γιατί τότες θα είταν το &β& ημίφωνο, και ξέρουμε που τα ημίφωνα, στην αρχαία και στη νέα, _ν_ δε θέλουν.
Είναι φυσιολογικός νόμος το _μ_ να γεννά &β& κι όχι β, για το λόγο που ένα _μ_ έχει πιότερη συγγένεια με το &β& παρά με το _β_ και μπορείς μάλιστα να πης που κάθε _μ_ έχει μέσα του ένα &β&. Η προφορά _μβ_ είναι αδύνατο πράμα, κ' έπρεπε να είταν οι αρχαίοι βάρβαροι για να την έχουν. Οι δασκάλοι μπορεί να κάμουν τους αρχαίους να φαίνουνται βάρβαροι, εμείς όχι.
Γι' αφτή την αιτία είναι μάλιστα πιο σωστό να γράφουμε σήμερα, σαν που το κάμαμε, το κύριο όνομα Ιάμβλιχος με _π_ αντίς _β_. Ο λαός δεν ξέρει ακόμη αφτό τόνομα, κι αν το μάθη, είναι καλήτερο να το μάθη με _π_• αν του το πούμε με _β_, θα το κάμη Ιάβλιχος• με _π_ θα φυλάξη τουλάχιστο την αρχαία την προφορά, που συφωνεί με τη δική του. Τόνομα αφτό είναι αραβικό κι αραβικά δεν έχει μήτε _β_ μήτε _π_• έχει μόνο _μλ_. Οι Έλληνες, όταν το πήραν, έβαλαν το &β&, όπως και πριν είχαν πει αμβροσία αντίς _αμροσία_, που θα είταν ο σωστός τύπος, κι άμ&β&ροτος αντίς _άμροτος_, που είναι το πιο αρχαίο, κ' έτσι, — κατά λάθος, για να μιλήσουμε σαν τους δασκάλους, — βγήκε τόνομα _&β&ροτός_ από το σύθετο _άμ&β&ροτος_. Αφτό το &β&, για νάχη το λόγο του, έπρεπε να είναι άφωνο &β& και με τέτοιο τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ακούστηκε ένα &β& στόνομα _Ιάμ&β&λιχος_. Τόνομα είναι πολύ σημαντικό• μας δείχτει που και στον τέταρτο αιώνα μ Χ. σώζουνταν ακόμη η προφορά του αρχαίου του &β&.