Διηγήματα του Γυλιού

Part 8

Chapter 8 14 words Public domain Markdown

— Θάρθη. Έστειλα το Λάμπρο τον Μποντέ να το πάρη από το σπίτι.

— Μην τον πιάσουνε στο δρόμο;

— Μπα. Του είπα να έρθη από τη Λάκκα.

— Και δε θα γνωρίσουν το τσουκάλι;

— Καλά! Έχουσι τον νουν οι φύλακες. Του είπα να βάλη το τσουκάλι μέσα στην καρδάρα και να το σκεπάση με το τυροπάνι. Όποιος τον ιδή, θα ειπή πως φέρνει γάλα να πουλήση.

— Ωραία! Μπράβο! Μα του είπες νάρθη από την πίσω πόρτα;

— Του είπα. Κάτσε τόρα και θα κρυώση το φαγί.

— Δε θα περιμένουμε;

— Τι να περιμένουμε; Το θαλασσινό βλέπεις τρώγεται και κρύο. Μα το τζουβέκι...

— Έχεις δίκιο...

Εκάθισε· αλλ' ο Λινάρδος δεν έτρωγε με τόση προθυμία όπως ο σύντροφος του. Δεν ήθελε να χορτάση. Κρέας θα εύρισκε και αύριο· ήθελε ν' απολαύση το θαλασσινό.

— Εβίβα! εχαιρέτισε με το ποτήρι στο χέρι ο Γαρίπης.

— Εβίβα· πάντα με το καλό· ευχήθηκε ο Λινάρδος.

— Πάντα τέτοια.

— Αμήν, Παναγία μου!

Έξαφνα ακούστηκαν πατήματα εις τον δρόμον.

— Κάποιος έρχεται· είπε με συγκίνηση ο Λινάρδος.

— Ο Μποντές θα είνε. Την φέρνει...

Αλλ' αντί να φανή ο Μποντές με την πίννα εφάνη ένας εύελπις, ένα παιδί με το καμουτσί στο χέρι, με την τρίτσα ανάρριχτα στο κεφάλι, καταϊδρωμένο.

— Μπάρμπα Λινάρδο είπε λαχανιάζοντας· τρέχα στο σπίτι· σε θέλ' η κυρά. —

— Ποια κυρά, μωρέ;

— Η γυναίκα σου. Τόρα τους έφερα με το κάρρο. Να τρέξης, λέει, στο σπίτι. Να πας και το γιατρό.

— Το γιατρό; η γυναίκα μου;

— Ναι· αρρώστησε το παιδί. Προφτάνεις — δεν προφτάνεις.

— Συφορά μου!

— Δεν θα είνε τίποτα... Μην κάνης έτσι· είπε ο Γαρίπης.

Αλλά ο Λινάρδος είχε τιναχθή ορθός και όπως ήταν ξεσκούφωτος και ακατάστατος πετάχτηκε από την πόρτα, ρίχνοντας μόνον δυο λόγια στο σύντροφό του.

— Έχε ένοια το μαγαζί...

*

Ενώ από τη μια πόρτα έβγαινε ο Λινάρδος στην άλλη εφάνηκαν γελαστές οι μορφές των τριών φίλων.

— Του την κατάφερες μια χαρά! είπε ο Άου στο Γαρίπη.

— Νέφτη τούβαλες! πρόσθεσε ο Ίκκινης.

— Ας λείπουν τα σχόλια· είπε ο Μπαλαρής παίρνοντας τη θέση του στο τραπέζι, θα κρυώση το γκιουβέτσι.

— Και θα πλακώση ο Λινάρδος.

— Δεν είνε φόβος· είπε ο Γαρίπης· το σπίτι του είνε μακρυά. Ώστε να πάη και νάρθη τελειώνουμε.

— Ο εύελπης τα κατάφερε καλά;

— Περίφημα!

Εκάθισαν και άρχισαν με τη συνηθισμένη τους όρεξη το φαγί. Ό τι έλειπε από το τραπέζι, έστελναν το παιδί του μαγαζιού να παίρνη λεφτά από τον μπεζαχτά και να ψωνίζη ψωμί, τυρί, φρούτα· να γεμίζη και την κανάτα κρασί. Η διαφορά από άλλοτε ήταν ότι όλα τα έκαναν βιαστικά, Όταν ετελείωσαν, έστειλαν τον υπηρετάκο κάπου για δουλειά, έκλεισαν την πίσω πόρτα του μαγαζιού, έκλεισαν και την μπροστινή και εύθυμοι σαν παιδιά του σχολείου επήγαν στον καφενέ για τον καφέ τους. Πριν όμως ο Γαρίπης έγραψε με κιμωλία στην πόρτα:

&Κλειστόν ένεκα πένθους.&

Π Ο Λ Ι Ο Ρ Κ Ι Α Τ Η Σ Τ Ρ Ι Π Ο Λ Ι Τ Σ Α Σ 1821

Κολοκοτρώνης και Νταγρές στον πόλεμο κάνουν χαρές όλη 'μέρα πολεμάνε και το βράδυ τραγουδάνε. Τους Τούρκους βάνουνε μπροστά. τους βάζουν σαν τα πρόβατα, άλλους κόβουν κι' άλλους σφάζουν, στην Τριπολιτσά τους μπάζουν. — Τούρκοι για δόστε τ' άρματα, για να γλυτώστε τα παιδιά. — Τούρκοι για παραδοθήτε γιατί όλοι θα χαθήτε. — Τ' άρματα δεν τα δίνουμε, το αίμα μας το χύνουμε. — Θαν τα δόστε θαν τα δόστε και ζωή δε θα γλυτώστε!

Π Α Σ Χ Α Σ Τ Α Π Ε Λ Α Γ Α

Το πλοίο ολοσκότεινο έσχιζε τα νερά ζητώντας ανυπόμονα το λιμάνι του. Δεν είχε άλλο φως παρά τα δυο χρωματιστά φανάρια της γέφυρας ζερβόδεξα· ένα άλλο φανάρι άσπρο ακτινοβόλο ψηλά εις το πλωριό κατάρτι και άλλο ένα μικρό πίσω εις την πρύμη του. Τίποτε άλλο. Οι επιβάτες ήσαν όλοι ξαπλωμένοι στις κοκκέτες τους, άλλοι παραδομένοι στον ύπνο και άλλοι στους συλλογισμούς. Οι ναύτες και θερμαστές, όσοι δεν είχαν υπηρεσία ερροχάλιζαν εις τα γιατάκια τους. Ο καπετάνιος με τον τιμονιέρη ορθοί στη γέφυρα, μαύροι ίσκιοι, σχεδόν εναέριοι, έλεγες πως ήσαν πνεύματα καλόγνωμα, που εκυβερνούσαν στο χάος την τύχη του τυφλού σκάφους και των κοιμωμένων ανθρώπων.

Έξαφνα η καμπάνα της γέφυρας εσήμανε μεσάνυχτα. Μεσάνυχτα εσήμανε και η καμπάνα της πλώρης. Το καμπανοχτύπημα γοργό, χαρούμενο, επίμενε να ρίχνη τόνους μεταλλικούς περίγυρα, κάτω στη σκοτεινή θάλασσα και ψηλά στον αστροφώτιστο ουρανό και να κράζη όλους εις το κατάστρωμα. Και με μιας το σκοτεινό πλοίο επλημμύρισεν από φως, από θόρυβο, από ζωή. Άφησε το πλήρωμα τα γιατάκια του και οι επιβάτες τις κοκκέτες τους.

Εμπρός εις την πλώρη και εις την πρύμη πίσω ανυπόμονες έφευγαν από τα χέρια του ναύκληρου οι σαΐτες, έφθαναν λες τ' αστέρια κι έπειτα έσβυναν στην άβυσσο, πρασινοκόκκινα πεφτάστερα.

Τα ξάρτια, τα σχοινιά, οι κουπαστές έλαμπαν σαν επιτάφιοι από τα κεριά. Και δεν ήταν εκείνη τη στιγμή το καράβι παρά ένα μεγάλο πολυκάντηλο, που έφευγε απάνω στα νερά σαν πυροτέχνημα.

Η γέφυρα στρωμένη με μια μεγάλη σημαία έμοιαζε αγιατράπεζα. Ένα κανίστρι με κόκκινα αβγά και άλλο με λαμπροκούλουρα ήταν απάνω. Ο πλοίαρχος σοβαρός με ένα κερί αναμμένο στο χέρι άρχισε να ψέλνη το Χριστός Ανέστη. Το πλήρωμα κ' οι επιβάτες γύρω του, ξεσκούφωτοι και με τα κεριά στα χέρια, ξανάλεγαν το τροπάρι ρυθμικά και με κατάνυξη.

— Χρόνια πολλά, — κύριοι!... Χρόνια πολλά, παιδιά μου!.. ευχήθηκε άμα ετέλειωσε τον ψαλμό, γυρίζοντας πρώτα στους επιβάτες κι έπειτα στο πλήρωμα ο πλοίαρχος.

— Χρόνια πολλά καπετάνιε! χρόνια πολλά!... απάντησαν εκείνοι ομόφωνοι.

— Και του χρόνου στα σπίτια σας, κύριοι! Και του χρόνου στα σπίτια μας παιδιά! εξαναείπε ο πλοίαρχος, ενώ ένα μαργαριτάρι εφάνη στην άκρη των ματιών του.

— Και του χρόνου στα σπίτια μας, καπετάνιε!

Έπειτα επέρασε ένας — ένας, πρώτα οι επιβάτες έπειτα το πλήρωμα, επήραν από το χέρι του το κόκκινο αυγό και το λαμπροκούλουρο και άρχισαν πάλι οι ευχές και τα φιλήματα:

— Χριστός Ανέστη.

— Αληθινός ο Κύριος.

— Και του χρόνου σπίτια μας...

Οι επιβάτες ετράβηξαν στας θέσεις τους να φάνε τη μαγερίτσα. Οι ναύτες ζευγαρωτά στους διαδρόμους, εφίριραν τ' αυγά τους, εγελούσαν, εσπρώχνοντο συναμεταξύ τους, έτρωγαν λαίμαργα, εκαλοχρονίζοντο σοβαρά και κοροϊδευτικά.

Έπαψε το καμπανοχτύπημα· ένα ένα έσβυσαν τα κεριά. Το καράβι εβυθίστηκε πάλι στην ησυχία του. Ο καπετάνιος και ο τιμονιέρης καταμόναχοι επάνω στη γέφυρα, πνεύματα θαρρείς εναέρια, εξακολουθούσαν τη δουλειά τους σιωπηλοί και άγρυπνοι:

— Ένα κάρτο μαΐστρο!

— Μαΐστρο!

— Γραμμή!

— Γραμμή!

Και το πλοίο ολοσκότεινο πάλι εξακολούθησε να σχίζη τα νερά, ζητώντας ανυπόμονα το λιμάνι του.

1 8 2 2

Τριάντα Νοεμβρίου Ανδρέα του Αγίου Στάικος με τα παληκάρια πήδησαν σαν τα λιοντάρια Πήρανε το Παλαμήδι κι είν' στους Έλληνας παιγνίδι.

Ο Κ Α Π Ε Τ Α Ν Ο Σ

Εβγήκ' ο Νάνος στα βουνά ψηλά στα κορφοβούνια Και παληκάρια μάζωνε όλο λεβεντοπαίδια. Τα μάζωξε, τα σύναξε τα έκαμε χιλιάδες Κι ολημερίς τους έλεγε κάθεται κι ορμηνεύει: — Δε θέλω κλέφτες για τραγιά και κλέφτες για κριάρια Μόν' θέλω άντρες για σπαθί, άντρες για το ντουφέκι Εννιά μερών περπατησιά να πάρουμε μια νύχτα Να πάμε να πατήσουμε της Πόλης τα Μπουγάζια. Ν' ανοίξουμε τις εκκλησιές, να σηκωθούνε τ' Άγια Ν' ανοίξη κ' η Άγια Σοφιά το μέγα μοναστήρι Εκεί να κοινωνίσουμε και να λειτουργηθούμε. Χριστός ανέστη! βρε παιδιά. . . — η Ελλάδα μας ανέστη!..

End of Project Gutenberg's Haversack Stories, by Andreas Karkavitsas