Part 7
Η συντροφιά ήτο με αυτό το όνομα γνωστή. Ο Γιώργης ο Ίκκινης και ο Γιώργης ο Μπαλαρής. Ο Ντίνος ο Γαρίπης και ο Νιόνιος ο Άου. Κάποτε έμπαινε μεταξύ τους και ο Θανάσης ο Παλιαδερφός για να κάνη θελήματα και να λέη τις αφάνταστες παλικαριές του. Αυτός όμως ήτο της προσκολλήσεως. Αχώριστοι ήσαν οι τέσσεροι πρώτοι.
Τα επίθετά τους είχαν λησμονηθή εντελώς και εζούσαν μόνον με τα παρανόμια τους. Βέβαια θα ετελείωναν εις πούλος, αλλά και οι ίδιοι δεν θυμόνταν πως άρχιζαν. Αν τύχαινε να έρθη γράμμα τους, ο γραμματοκομιστής θα εκτυπούσεν όλες τις άλλες πόρτες και ύστερα τη δική τους. Έτυχε κάποτε να ζητηθή επειγόντως εις το τηλεγραφείο ο Γιώργης Αναγνωστακόπουλος, να γίνη τόση κουβέντα εις το καφενείο και έπειτα από μισή ώρα ν' ακουσθή ο Μπαλαρής χτυπόντας το μετωπό του:
— Μωρέ!.. Αναγνωστακόπουλος είμαι 'γω!..
*
Οι δυο πρώτοι εκρατούσαν συντροφικά ένα καφενέ στο Σταυροπάζαρο. Από πότε τον είχαν δεν θυμούνται και οι ίδιοι. Ούτε από τους γεροντοτέρους του χωριού ημπορούσε να μαρτυρήση κανείς. Όλοι θυμούνται και τον καφενέ και τους ενοικιαστάς ίδιους και απαράλλακτους. Το πρώτο με τοίχους γεμάτους αράχνες· με οροφή κατάμαυρη, το πάτωμα άπλητο κι αιωνίως βρεμμένο· τους καθρέφτες και τα κάδρα σκεπασμένα από μιγοκαθίσματα· τους πάγκους με ξεσχισμένους μουσαμάδες και τη τζαμαρία σκεπασμένη μ' ένα ξεβαμμένο μπουγασί. Τους καφετζήδες ούτε καθαρώτερους ούτε χαρωπότερους από τον καφενέ τους. Κοντοί και οι δυο, κακοτράχαλοι, με κεφάλια ωχρά και μακρουλά σαν πεπόνια, όταν δεν εκοιμώντο εις τις καθέκλες τους εβημάτιζαν σαν υπνωτισμένοι. Όταν τους έβλεπες με το δίσκο ή με τον ναργιλέ να πηγαίνουν εις τους πελάτες, ενόμιζες ότι τα πράγματα που κρατούσαν έσυραν αυτούς παρά εκείνοι τα πράγματα
Αλλά σπάνιον ήτο να υπηρετούν και οι δυο ταυτοχρόνως. Πάντα ο ένας θα έπαιζε χαρτιά αν δεν έπαιζαν και οι δύο. Και αν τότε παρουσιάζετο πελάτης και ζητούσε καφέ ή λουκούμι, ένας από τους δυο ενώ εχτυπούσε δυνατά τον φάντε εις το τραπέζι του έλεγε:
— Έμπα φτιάστον μια στιγμή! δε θα κουρασθής.
Και τούτο αν ετύχαινε ξένος. Γιατί οι τακτικοί πελάτες, άμα τους έβλεπαν καθισμένους εις το παιγνίδι, επήγαιναν ίσα στον πάγκον, έκαναν μόνοι τους τον καφέ και εσερβίριζαν μονάχοι τους.
*
Αυτά για τους δύο πρώτους. Ο τρίτος ο Γαρίπης είχε διαδεχθη τον πατέρα του στο μπακάλικο. Αντί όμως να αυξήση την πελατεία του και να πλουτήση τα είδη της μπακαλικής, έδειξε όλη του την δραστηριότητα εις το να το καλλωπίση μόνον. Όποιος το έβλεπε το έπερνε για κουρείο, όχι μπακάλικο. Πρώτη και κυριώτερη φροντίδα του έβαλε πώς να κρύψη από τα μάτια των θεατών κάθε πρόστιχο εμπόρευμα.
Δεν περιορίστηκε μόνον να τυλίξη και τα σαρδελοβάρελα με χρωματιστά χαρτιά, αλλά αφού έβαψε τα ράφια με χτυπητά χρώματα, αφού έστρωσε τους τοίχους με χρυσόχαρτα και άπλωσε χάρτινες χρωματιστές καδένας απ' άκρη σ' άκρη χιαστί στο ταβάνι, άπλωσε εις τους τοίχους αρχαία ρητά: Μηδέν άγαν. Είς οιωνός άριστος. Αμυνεσθε περί Πάτρις. Χρόνου Φείδου.
Εκτός δύο η τριών που ημπορούσαν να τα διαβάσουν και να τα εννοήσουν, οι περισσότεροι τα έπαιρναν και αυτά για κεντήματα. Όλα όμως αυτά δεν ετραβούσαν πελατείαν. Μόνον κατά το κοντόβραδο όταν εσκόλαζαν οι εργάτες, είχε κάποιο νταραβέρι χάρις εις την συνήθειαν που και αυτήν εκληρονόμησε από τον πατέρα του. Εσυνήθιζε δηλαδή να ρίχνη ένα τενεκέ νερό στο πηγάδι και οι εργάτες ήσαν βέβαιοι ότι μαζί με το ρακί θα πιουν και ένα ποτήρι δροσερό νερό. Αλλά τόσο του έφτανε.
Όσο για τον Άου και αυτός είχε κληρονομήσει ένα σπίτι με μεγάλη περιοχή για να κάθεται και λίγα στρέμματα σταφίδα. Το σπίτι είχε μεγάλον κήπον και ημπορούσε με λίγα ημεροδούλια να έχη της χρονιάς του τα λαχανικά και τα οπωρικά· αλλά τον άφηνε ακαλλιέργητον. Την σταφίδα την εκαλλιεργούσε με ξένους εργάτες. Και βέβαια η σταφίδα δεν κατόρθωνε να καλύπτη τα έξοδα της χρονιάς του· αλλά δεν εφρόντιζε να κάμη και τίποτε άλλο. Επίστευε πως δεν ήτο καμωμένος για δουλειά.
Ωστόσο μεταξύ τους οι τέσσερες φίλοι εζούσαν ζωή χαρισάμενη. Το κυριώτερο μέρος που τους απασχολούσε στη ζωή ήταν η κουβεντούλα και το φαγοπότι. Και εις αυτό είχαν ομολογήση αμοιβαία κοινοκτημοσύνη. Άμα επλησίαζε η ώρα του κολατσιού, του φαγητού ή του δείπνου πήγαινε ένας εις τον άλλον και ρωτούσε:
- Έχεις τίποτα για μάσημα;
- Κάτι θα βρεθή . . .
Και το κάτι φανερονότανε σε λιγάκι είτε ως τζουβέκι, είτε ως τσιπούρα Μεσολογγίτικη φτιασμένη με το κρεμμυδάκι, είτε γαρδούμες που κολυμπούσαν στη σάλτσα, είτε κυνήγι κατά την εποχή.
Άλλη φορά χωρίς προσυνενόηση στην ώρα του φαγητού, έφτανε στον καφενέ καμία πιατέλα έτοιμη από το σπίτι ή νταβάς από το φούρνο και εκαλείτο η συντροφιά να τον παστρέψη. Τότε εις το σπίτι εστέλλοντο μερικές δεκάρες για να αντικαταστήσουν το φαγητό με ψωμοτύρι. Ετύχαινε όμως κάποτε ένας από τη συντροφιά να προσκληθή σε δείπνο έξω της παρέας. Η συντροφιά ειδοποιείτο καταλλήλως την ώρα και το μέρος που θα εγίνετο η συγκέντρωσις. Τότε ένας με τον άλλον, δήθεν τυχαίως περνούσαν από κει και
— Μπα! εδώ είσαι κι εγώ σε γύρευα κατακαπινού!
— Με ήθελες τίποτα;
— Κάτι σ' ήθελα...
— Με φώναξε αποδώ ο τάδε να φάμε. Κάτσε να πάρης μεζέ.
— Δεν ψώνισα τίποτα για το σπίτι. Ας είνε...
Τον παίρνω ένα μεζέ στο πόδι...
Και ενώ έλεγε στο πόδι έπαιρνε κάθισμα και κάθιζε στο τραπέζι. Ο νοικοκύρης δεν έλεγε τίποτα. Μάλιστα προσπαθούσε να περιποιηθη τον απρόσκλητο. Με ένα παραπάνω το φαγί δε θα λείψη. Των ενιά νομάτων το φαί δικάει και τους δέκα. Πριν όμως προφτάσει να αποτελειώση το λαϊκό συλλογισμό του, ακουόταν από το δρόμο άλλη φωνή.
— Ρε Μπαλαρή! τι θες εδώ μέσα;
— Να, έχει μεζέ ο τάδε και με φώναξε να του κάμω συντροφιά.
— Ώστε δεν ετοίμασες τίποτα για σήμερα;
— Και μ' άφησε η πρέφα! Από την αυγή τόρα δα τελειώσαμε. Κάτσε να πάρης μεζέ.
— Τι μεζέ που δε σε βλέπω από την πείνα;
Ο νοικοκύρης ξεροκαταπίνει αλλά προσθέτει και κείνος.
— Κάτσε αδερφέ Γιώργη. Είνε αρκετό φαγί.
— Τι αρκετό; είσαστε τόσοι νομάτοι! Α! μωρέ Μπαλαρή· θα μου το πληρώσης!
Και θυμωμένος τάχα κάνει να έβγη από το μαγαζί. Ο Μπαλαρής γελά· ο νοικοκύρης το παίρνει στο φιλότιμο. Πηδάει απάνω, τρέχει στην πόρτα.
Δε σ' αφήνω να περάσης· λέει γελαστά στον Ίκκινη. Κάτσε να φάμε τόρα.
— Άσε με.
— Δε σ' αφήνω, θα κάτσης.
— Όχι. θα πάω να πάρω ψωμοτύρι να φάω!
— Το τρως κι εδώ το ψωμοτύρι...
Τέλος πείθεται ο Ίκκινης, γυρίζει και κάθεται στη συντροφιά, βρίζοντας τον Μπαλαρή. Δεν έχει βάλει τρίτη μπουκιά ο δόλιος νοικοκύρης και ορμά μέσα, αναψοκοκκινισμένος ο Άου.
— Μωρέ μπράβο σας! λέει. Καλά μου την καταφέρατε. Μωρέ Μπαλαρή δε συμφωνήσαμε από χτες να βάλης σήμερα ντζουβεκάδα: Που είνε τη;
— Να τη!
— Εδώ την είχατε κι εγώ περίμενα στον καφενέ! Γυρεύω τον ένα, λείπει γυρεύω τον άλλον, πουθενά. Κι ο καφενές γεμάτος από ευέλπιδες. Άλλοι φτιάνουν καφέδες, άλλοι σουμάδες και νοικοκύρης πουθενά.
— Ωρέ μας αφήνεις με τον καφενέ σου! λέει τάχα θυμωμένος ο Ίκκινης. Πεινάς; κάτσε φάε.
— Τι να φάω μωρέ! Τι να φάω! φωνάζει αγαναχτισμένος ο Άου, δείχνοντας τον νταβά αδειανόν σχεδόν. Κόκκαλα θα φάω; Εγώ άφησα μία συναγρίδα στο σπίτι που ήταν σαν παιδί. Την άφησα για τη συντροφιά.
— Προφτάνεις και τόρα...
— Τόρα! ούτε τα σπάραχνά της δε βρίσκω τόρα. Στο σπίτι τρώνε από τις ένδεκα.
— Ε, μην κάνεις έτσι ετόλμησε να ειπή ο νοικοκύρης. Κάτσε κι ό τι βρεθή.
— Τι να κάτσω; δε βλέπω τίποτα.
— Κάτσε θα πάρουμε και τυρί.
Και χωρίς να περιμένη απάντησι δίνει το κάθισμά του στον Άου, παίρνει λεπτά και βγαίνει να αγοράση τυρί. Πίσω του όλοι και οι τέσσερες με ένα σύνθημα φουσκώνουν τα μάγουλά τους και ξεραίνονται στα γέλοια.
*
Τα γεύματα αυτά η συντροφιά τα έλεγε της προσκολλήσεως. Έτρωγε συχνά εις βάρος άλλων συχνότερα όμως έτρωγαν άλλοι εις βάρος δικό της. Και επειδή τα γεύματά της τα έκανε πάντα μέσα εις τον καφενέ, αδύνατον κάθε φορά να μην τύχουν και άλλοι να τους ειπούν — Κοπιάστε! Και το έκαναν πάντα με ευχαρίστησί τους. Ήσαν καλοφαγάδες αλλ' όχι και λαίμαργοι· κρασοπατέρες αλλ' όχι μπεκρήδες· γλεντζέδες αλλ' όχι θορυβοποιοί.
Το νόστιμο είνε που μοναχός του καθένας έκανε την εντύπωσι κακούργου. Αμίλητος, αγέλαστος, σκυθρωπός, μισάνθρωπος. Αν τον συναντούσες μπροστά σου θ' απόφευγες να του ειπής: καλημέρα. Όταν όμως έσμιγαν μεταξύ τους άλλαζαν αμέσως γίνονταν παιδιά. Δεν ήθελαν τίποτ' άλλο παρά γύρω σ' ένα νταβά, με το ρουμπίνι στο ποτηράκι να κουτσοπίνουν και να φλυαρούν για όλα τα πράγματα της κοινωνίας, για όλα τα ανδρόγυνα, για όλα τα νιτερέσια. Και το έκαναν ελαφρά, χαρωπά, λεπτά, τσουχτερά, γελαστά, άκακα. Ώρες έτσι επερνούσαν. Και όταν ετελείωναν με τους άλλους άρχιζαν και μεταξύ τους. Η μύτη του ενός, το χτένισμα του άλλου, το φόρεμα του τρίτου, το περπάτημα του τέταρτου ήσαν τόσες αφορμές για γέλοια, για παρανόματα, για πειράγματα αφάνταστα. Και στο φαγί τους ακόμη επροσπαθούσαν ο ένας να πειράξη τον άλλον. Έτρωγαν πολλές φορές βιαστικά για να μείνη στον άλλον λιγώτερο ή επροκαλούσαν του ενός μια διήγησι και ενώ εκείνος έλεγε, αυτοί επροσπαθούσαν να σαρώσουν το φαγί. Ή τον έκαναν να κοιτάζη αλλού και του άρπαζαν το φαγί από το πιάτο. Ή τον εκούρδιζαν να θυμώση και να σηκωθή από το τραπέζι για να του κλέψουν τους καλήτερους μεζέδες. Συνέβη μάλιστα κάποτε και το εξής. Ο Γαρίπης εψόνισε για την παρέα χαμοκελάδες, τα μικρά εκείνα πουλάκια του Σαραντάημερου, που έρχονται εις τον Κάμπο και τα μαζεύουν κοπάδια το βράδυ με το πυροφάνι. Πήρε δυο δωδεκάδες και τις έδωκε του Μπαλαρή να τις βάλη στο φούρνο. Πριν όμως εδιάλεξε τις πιο παχιές, και τις σημάδεψε με μια κλωστή. Ο Μπαλαρής δεν έφερε αντίρρησι· τις ετοίμασε και τις έδωκε στο φούρνο. Ειδοποίησε όμως τους άλλους για την πονηρία του Γαρίπη. Πάνε εκείνοι στο φούρνο, λύνουν την κλωστή από τις παχιές και τη δένουν σε άλλες ισάριθμες, αλλά τις πιο αδύνατες. Το βράδυ στο τραπέζι ο Γαρίπης εκοίταζε το νταβά και απορούσε: «Αι μεν χείρες χείρες Ισαάκ η δε φωνή φωνή Ιακώβ » σκεφτότανε. Έπαιρνε τα σημαδεμένα πουλιά, αλλ' ούτε η γεύσις ούτε τα μάτια του τον έπειθαν πως ήταν και τα καλήτερα. Την άλλη όμως ημέρα και όλη την εβδομάδα και μήνα ακόμη και μπορεί ως τα σήμερα να διηγείται το πάθημα του Γαρίπη και να γελάει όλο το χωριό.
*
Έξαφνα όμως ένα σύγνεφο παρουσιάστηκε εις τον γελαστόν ορίζοντα της συντροφιάς. Ο Μπάρμπα Λινάρδος. Ήταν και αυτός της αγοράς, μαγαζάτορας με υπόληψι. Αλλά πασίγνωστος για την τσιγκουνιά και την λιχουδιά του. Ποτέ δεν καθότανε σε καφενείο ή σε κρασοπουλειό, παρά όταν επλήρωνε άλλος. Τον πρωινό και τον μισημεριάτικο καφέ του, τον έπινε στο σπίτι γιατί εδικαιολογείτο — εσυχαινότανε να πίνη από τα χέρια του Μπαλαρή. Ούτε σε κουρείο επάτησε ποτέ. Δυο φορές τον χρόνο έκοβε τα μαλλιά του και τότε κατέφευγε εις την προβατοψαλλίδα του φίλου του Μπακαφούκα, που είχε μάθη την τέχνη επάνω εις την ράχη των προβάτων του.
Ο Λινάρδος είχε γυναίκα και μονάκρυβο παιδί. Για να τους γλυτώση από την ζέστη και τους πυρετούς του κάμπου, τους έστειλε να περάσουν το καλοκαίρι στο βουνό κ' εκείνος άρχισε τη ζωή του εργένη. Έτσι μια ημέρα παρουσιάσθηκε εις τον καφενέ την ώρα που αρχίζη το μάσημα της συντροφιάς. Κατά την συνήθειά τους τον εκάλεσαν να πάρη μεζέ. Εδέχθη πρόθυμα. Την άλλη μέρα το ίδιο. Επίσης και την άλλη. Ο Λινάρδος εις την ωρισμένη ώρα επερνούσε τυχαίως απόξω και άρχιζε ο διάλογος:
— Καλώς τα χαίρεστε.
— Ευχαριστούμε ... ορίστε.
— Χαιρόστε. Τόρα απόφαγα κ' εγώ.
— Δεν πειράζει. Ένα μεζέ.
— Δεν πάει κάτου ..
— Θα πάη.
Και αληθινά επήγαινε και παραπήγαινε. Οι μπούκες κατέβαιναν η μια πίσω από την άλλη σαν οι χάντρες του κομπολογιού. Η συντροφιά στην αρχή διασκέδαζε με την αχορταγιά του. Κατάπινε τα κομάτια, κατασύντριβε τα κόκκαλα, εξέσχιζε τους τένοντας, ερρουφούσε το μεδούλι και κατέβαζε τα ποτηράκια απανωτά, σαν να ενήστευε βδομάδες. Η συντροφιά έκοβε το μάσημα, εδηγούντο ανέκδοτα, κοροϊδεύονταν, γελούσαν, επειράζοντο. Εκείνος εμάσα κι' έπινε αμίλητος.
— Μπα τον κόρακα! εψιθύριζε μέσ' από τα δόντια του ο Μπαλαρής.
— Μωρέ θα μας φάη κι εμάς!... έλεγε ο Γαρίπης.
Έπειτ' από λίγες ημέρες η συντροφιά άρχισε ν' ανησυχή. Ένας με τον άλλον του έρριχναν πόντους να του δείξουν τα καθήκοντά του.
— Αύριο τι θα φτιάσουμε, παιδιά;
— Είνε η σειρά του Λινάρδου αύριο. Ας φτιάση ό τι θέλει.
— Δεν μπορεί ο Λινάρδος. Πού να κάτση να κάνη τέτοια πράματα!
— Άμα ειπεί του Νικολού του Τσάντα το ετοιμάζει στη στιγμή.
— Τι του Τσάντα; έλεγε ο Μπαλαρής. Ας πη ο Λινάρδος κι εγώ το ετοιμάζω στο φτερό. Πότε θέλτε; θέλεις αύριο; Και κοίταξε το γέρο στα μάτια ερωτηματικά.
— Ωραίο ψητό! κουρκουφίγγι!.. έλεγε εκείνος σφογγίζοντας με το μαντήλι τα μουστάκια του.
— Εγώ το ετοίμασα. Να σου φτιάσω εγώ τζουβέκι που να γλείφης και τα δάχτυλά σου. Πότε το θες; εξαναρώτησε ο Μπαλαρής.
— Αφήτε να χωνέψουμε τούτο. Από τόρα θα σκεφτούμε γι' αύριο. Ας ζήσουμε ως αύριο.
Η συντροφιά έσκαε στα γέλοια με τον τρόπο που γλυστρούσε ο Λινάρδος. Και οι μέρες επερνούσαν έτσι ευχάριστες, αμέριμνες, με γέλοια και με χάχανα.
Αλλά έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Απόγεμα Σαββάτου και το Σταυροπάζαρο μοιάζει με μεγάλο αρχοντικό που περιμένει γιορτή. Τα παιδιά των μαγαζιών είνε όλα σε κίνηση. Τα περισσότερα με τα ψηλά σαρώματα στα χέρια, σαρώνουν όχι μόνον το πεζοδρόμι αλλά και το δρόμο ολόκληρο. Άλλα ξύνουν τους πάγκους με μαχαιράκια· άλλα γιαλίζουν τις ζυγαριές και τα ζύγια· άλλα πλένουν τα ρακοπότηρα, άλλα καταβρέχουν. Ολούθε κίνησις και θόρυβος. Οι εργάτες γυρίζουν από τις εργασίες συντροφιές — συντροφιές και σκορπίζουν εδώ κ' εκεί.
Ο Γαρίπης εκάθητο απόξω από το μαγαζί του μαζί με τον Λινάρδο και κοίταζαν την κίνησι της αγοράς, περιμένοντες μοιρολατρικώς τους πελάτες. Ό τι στείλει ο Θεός!
Έξαφνα ακούστηκε από το μέρος του Στρεμενού φωνή τραγουδιστή και δυνατή:
— Κύριοι πολίτες!...
Στου Δημητράκη την ταβέρνα, βάλανε καλό κρασί!... Οχτώ λεφτά το κατοστάρι, δεκαπέντε η μισή! Αν ρωτάς για την ακέρια τρέχα στα παλιά δεφτέρια!...
Και πριν να σβύση το τραγούδι εφάνη ν' αναβαίνη καταμεσίς του δρόμου ο Κόλιας, ο τελάλης με τη μεγάλη κορμοστασιά του, με την Αληπασάδικη γενειάδα του, τυλιγμένος στα ράκη του μεγαλοπρεπής, αυστηρός, επιβλητικός. Στο δεξί χέρι κρατούσε επιδεικτικά ένα μεγάλο κομμάτι ρουμπίνι, μια φιάλη με κρασί και στο άλλο ποτήρι αδειανό. Επλησίαζε τις διάφορες συντροφιές, έχυνε από λίγο κρασί στο ποτήρι και το έδινε να δοκιμάσουν. Σύγκαιρα αντί να δώση απάντησι εις το ρώτημά τους, ετραγουδούσε δυνατά και ρυθμικά:
Στον Δημητράκη την ταβέρνα, βάλανε καλό κρασί! Οχτώ λεφτά το κατοστάρι, δεκαπέντε η μισή! Αν ρωτάς για την ακέρια τρέχα στα παλιά δεφτέρια!...
— Αρχίζει το γλέντι· είπε με παιδική χαρά ο Γαρίπης.
Και πραγματικώς ακούσθηκε αμέσως η πρώτη βόμβα — Βζιτ!... Ο Κόλιας ετινάχτηκε σαν το άλογο που το τσιμπά αλογόμυγα και κοίταξε γύρω του. Αλλά την ίδια στιγμή ένα σου!... συγκρατητό εβγήκε, άγνωστο από πού και το βζιτ! δεν ξανακούστηκε. Ο Κόλιας επειράχτηκε περισσότερο. Σύγουρα υπήρχε συνενόησις. Ταραγμένος έφτασε κοντά εις τους δύο φίλους και με χέρια τρεμουλιαστά τους κέρασε το τελευταίο κρασί.
— Βλέπω έχουμε ησυχία σήμερα, Διονύση· του είπε ο Γαρίπης.
— Ναι· διαβολική ησυχία! εφώναξε δυνατά ο Κόλιας.
Κι ενώ είχε τελειώση τη δουλειά του και ημπορούσε να φύγη, άρχισε πάλι να κατεβαίνη το Σταυροπάζαρο και να φωνάζη νευρικά:
— Μαρούλια! μαρούλια! Αγκουράκια, κολοκυθάκια, ραπανάκια! χλωρά κουκιά! Μπάμνιες, ντομάτες, μελιτζάνες!.. που να σας πάρη ο διάβολος !...
Τίποτε απ' αυτά δεν είχε στα χέρια του· δεν ήτο άλλως τε της εποχής. Ήθελε όμως να κάνη να τον προσέξουν στην αγορά, να τον πειράξουν όπως άλλοτε, να θυμώση, να βρύση, να γίνη ντόρος γύρω του. Αλλά τίποτα! Κανείς δεν τον επρόσεξε. Αυτό τον εσκύλιαζε περισσότερο· τα γένια του άρχισαν να τρέμουν και τα πόδια του να μην τον βαστάζουν γερά. Ωστόσο επέμενε να κοιτάζη προκλητικά, έσπρωξε δυο τρεις με τις πλάτες, τάχα κατά λάθος και τέλος εφώναξε μυστικά βζιτ! βζιτ! τάχα πως το φωνάζει άλλος. Και έτσι όμως η ίδια αδιαφορία. Εκείνοι που έσπρωχνε ή που πατούσε, πάγαιναν πάρα πέρα, εφυλάγοντο· μα ούτε λέξη του έλεγαν, ούτε γύριζαν να τον κοιτάξουν. Εφρένιασε ο άνθρωπος.
Εστάθηκε άξαφνα, έβαλε τα χέρια στους γοφούς, γύρισε τα μάτια πέρα δώθε και άρχισε τις φωνές:
— Βζιτ! βζιτ!.. Μιλάτε ρε διαόλοι! Βαλθήκατε να με τρελλάνετε σήμερα!.. Φωνάχτε βρε Βελζεβούλιδες, Εωσφόροι, Οξαποδώ, κακούργοι!... Βζιτ! βζιτ! βζιτ! βζιτ!..
* Ο Λινάρδος ωστόσο ακόμη έσκαε τη γλώσσα του από την ηδονή του κρασιού που δοκίμασε.
— Σ' άρεσε βλέπω· του είπε ο Γαρίπης.
— Μ' άρεσε λέει! Μ' άρεσε! Μα κρασί είνε τούτο ή Θεός!
— Πάμε να πιούμε από ένα;
— Πάμε θα κεράσω γω· είπε πρόθυμα ο Λινάρδος.
Ο Γαρίπης παραξενεύτηκε· είπε πως δεν άκουσε καλά και ήθελε να βεβαιωθή.
— Όχι, δα· εγώ θα κεράσω.
— Δε γίνεται επέμενε ο Λινάρδος. Είπα θα κεράσω γω. Ξέρεις, εσένα δε σε λογαριάζω σαν τους άλλους. Σαν παραστρατισμένος μου φαίνεσαι μέσα σε κείνη την παρέα.
Αληθινά ήτο παραστρατισμένος όχι μόνον στη συντροφιά αλλά και μέσα στο χωριό ο Γαρίπης. Λεπτός, αισθηματικός, επιφυλακτικός, έμοιαζε σαν να έπεσε από άλλη πιο πολιτισμένη κοινωνία εκεί. Επειδή όμως δεν ημπορούσε να κάμη αλλιώς επέμενε να συμμορφωθή με το περιβάλλον όπως ένας άλλος θα το έρριχνε στο κρασί, στα χαρτιά ή στο χαρτοπαίγνιο. Για τούτο και τόρα που του το θύμησε ο Λινάρδος εμελαγχόλησε.
— Άστα! είπε· τι κάθεσαι και ψιλοκοσκινίζεις. Και κοίταξε ερευνητικά γύρω του. Ο Λινάρδος υποψιάστηκε πως ήθελε να ειδοποιήση και τους άλλους.
— Ας τους! είπε· μην τους λες τίποτα. Πάμε μόνοι μας να το τραβήξουμε.
Φυσικά ο Γαρίπης έκαμε το αντίθετο. Έκλεισε το μάτι του Μπαλαρή, ο Μπαλαρής του συντρόφου του, εκείνος του Άου και στη στιγμή η μισή αγορά ήξερε το μέγα γεγονός ότι ο Λινάρδος επήγαινε να κεράση το Γαρίπη.
Δεν έφτασε ο τηλέγραφος των ματιών αλλά εμπήκε εις ενέργεια και το χέρι. Ο Γαρίπης πηγαίνοντας δίπλα στο Λινάρδο με τα χέρια πίσω, έγνεφε να τον ακολουθήσουν φίλοι και γνώριμοι. Και έγινε όπως ήθελε. Μόλις έφθασαν στο κρασοπουλειό και διέταξαν το κατοσταράκι σε δυο ποτήρια, εφάνηκαν, ένας πίσω από τον άλλον, από διάφορα μέρη της ταβέρνας οι φίλοι. Πρώτοι εφάνηκαν ο Άου με τον Μπαλαρή και ξαφνίστηκαν τάχα που τους είδαν.
— Μπα! έτσι, μοναχοί σας το πίνετε;
Ο Λινάρδος για να φανή κουβαρντάς είπε αμέσως στον ταβερνιάρη.
— Μοίρασέ το στα τέσσερα!.. και αμέσως έρριξε μια δεκάρα στον πάγκο.
Ο ταβερνιάρης επήρε άλλα δυο ποτήρια και άρχισε ψηλοκρεμαστά και αργά να μοιράζη το κατοσταράκι στα τέσσερα και να ψιθυρίζη τραγουδιστά.
— Το ρουμπί, το ρουμπί, το ρουμπίνι το κρασί. Την καρδού! την καρδού! την καρδούλα μου τη σει!.. Αμέσσσ!.. Μια δεκάρα στα όλα και δεκαπέντε ρέστα!..
— Εμείς μούλοι ήμαστε! Δεν μας γέννησε μάνα και μας! ακούσθηκε άξαφνα η φωνή του Ίκκινη μαζί με τον Παλιαδερφό. Ο Λινάρδος δυσαρεστήθηκε· αλλά δεν ηθέλησε να το δείξη. — Καλώς τους! είπε· ελάτε. Φέρε δυο ποτήρια ακόμη.
Και ηθέλησε ν' αδειάση από το ποτήρι του.
— Τι; ένα κατοστάρι στα έξη! είπε ο Μπαλαρής.
— Για να μεταλάβωμε ήρθαμε: είπε ο Άου.
— Κάμε το μισή! διέταξε ο Ίκκινης.
— Να βάλω, ρώτησε ο ταβερνιάρης τον Λινάρδο πιάνοντας την οκά.
— Εγώ κατοστάρι πλήρωσα. Νά τη δεκάρα.
— Μα δε φτάνει ούτε το λαρύγγι μας να βρέξωμε!
— Φτάνει και παραφτάνει· δεν ήρθαμε να μεθύσουμε.
— Πιάσε μας μισή, βρε αδελφέ! επίμενε ο Ίκκινης.
— Δεν το λέει ο Λινάρδος. Ας το ειπή και πιάνω μια βαρέλα· είπε ο ταβερνιάρης.
— Δεν έχω άλλα λεφτά μαζί μου· είπε ο Λινάρδος.
— Δεν πειράζει· τα γράφω.
— Όχι· βερεσέδια δε θέλω.
— Πιάσε μας μισή και πληρώνω γω, αδερφέ! είπε τάχα θυμωμένος ο Γαρίπης.
Ο Λινάρδος τον κοίταξε στα μάτια, εκατάλαβε το λάθος του, εξεροκατάπιε και τέλος βάζοντας όσην μπορούσε προσπάθεια είπε στον ταβερνιάρη:
— Ας είνε· Βάλε μας όλη τη δεκάρα.
Όταν το βράδυ συνάχθηκε η συντροφιά ο Γαρίπης αγανακτισμένος είπε:
— Καταλαβαίνετε τι μας γίνεται, ρε παιδιά; Εμείς γελάμε με όλο το χωριό κι ο Λινάρδος γελάει μ' εμάς. Μας φουσκώνει τα μάγουλα για καλά. Δεν εννοώ άλλη φορά να πάρη από μας ούτε ένα ποτήρι νερό:
— Να μην πάρη δεν είνε τίποτα· είπε ο Ίκκινης. Το ζήτημα είνε πως να πληρώση εκείνα που έφαγε.
— Πού πιάνετε! Ξέρεις τι πονηρό ζουλάπι είνε! ο είπε ο Μπαλαρής.
— θα πιαστή! επέμεινε ο Γαρίπης. Με όλες τις πονηριές του, θα πιαστή. Σας το υπόσχομαι.
— Να ιδούμε.
Και αληθινά δεν άργησαν πολύ να το ιδούν.
Ο Νικολός ο Τσάντας ειδοποίησε τη συντροφιά ότι ο Λινάρδος εψόνησε αρνάκι του γάλακτος. Ο Γαρίπης έβαλε εις ενέργειαν το σχέδιο του. Επήγε ίσα στο Λινάρδο.
— Τι έχεις σήμερα;
— Τι να σου ειπώ αδερφέ, είπε εκείνος σηκώνοντας τους ώμους. Ήθελα να νηστέψω, γέρος άνθρωπος, μα δε βρίσκεις και τι να φας. Ούτε ξέρω τι να κάμω ...
— Εγώ έχω μια πείνα!...
— Πίννα;
Ο Λινάρδος εκοίταξε τον φίλο του με απορίαν και ζήλια μαζί. Αμέσως έννοιωσε να του γαργαλίζη τη μύτη οσμή της θαλάσσης τόσο δυνατή που τον έκαμε να δακρύση· η γλώσσα του χωρίς να θέλη έσκασε απολαυστικά και βγήκε από τα χείλη του. Είδε εμπρός του τα μεγάλα όστρακα της πίννας μισοανοικτά να στάζουν άλμη και να υπόσχονται απολαύσεις, όπως τα βελουδένια κουτιά γαργαλίζουν τη γυναίκα. Και έπειτα πάλι είδε το κρέας της μέσα στο πιάτο καρυκευμένο με κρεμμυδάκια ψιλά — ψιλά με μαϊδανό να μοσχοβολά γαργαλιστικά με την σάλτσαν μελανήν.
— Έχεις πίννα, είπες; ξαναρώτησε.
— Πείνα που δε σε βλέπω.
— Πού την ηύρες; Δεν είδα τέτοιο πράμα στο παζάρι.
— Μου την έστειλαν απ' τη Γλαρέτζα. Ο Λευκαδίτης. Τούκανα κάποια δουλειά και για να μ' ευχαριστήση μου την έστειλε.
— Πότε;
— Σήμερα την αυγή.
— Την έφτιασες;
— Μου την έστειλε έτοιμη. Ξέρεις· θέλει τέχνη για να τη φκιάσης. Να βγάλης το κάρβουνο. Στη Γλαρέτζα είνε τεχνίτες.
— Θα την φάτε στον καφενέ!
— Μπα! τ' είνε ο κάβουρας τι είν' το ζουμί του; Αν την φανερώσω στην παρέα δε θα φτάση ούτε από μια πηρουνιά. Α! μονάχος μου θα την δουλέψω. Να καταλάβω φαγί.
— Έχεις δίκιο.
— Και να ιδής που δεν ξέρω πώς να τους ξεφύγω. Όπου και να πάω θα μ' εύρουν. Να κλειστώ στο μαγαζί θα σπάσουν την πόρτα. Να πάω σπίτι θα έρθουν απόκοντα.
— Αν θέλης κάνης όπως θα σου ειπώ. Ο Λινάρδος εκόμπιασε. — Έλα να φας στο μαγαζί· είπε με τρεμουλιαστή φωνή.
Ο Γαρίπης χαμογέλασε πονηρά. Ο Λινάρδος πειράχτηκε.
— Όχι· έσπευσε να ειπή. Μη θαρρείς πως θέλω να φάω αμάκα. Έχω κι' εγώ το φαΐ μου. Για να φυλαχτής από τους άλλους στο λέω. θα κάτσουμε στο πίσω μέρος του μαγαζιού και θα βάλω το παιδί να φυλάει. Όποιος έρθει, τσ! δεν είναι μέσα!..
— Τι φαΐ έχεις εσύ; ρώτησε ο Γαρίπης με φανερή δυσπιστία.
— Χελομάνα από το Κοτίχι έσβυσε τη φωτιά από το πάχος. Μου την έφερε ο Κράγκαρης.
— Θαλασσινά και τα δυο, πάει πολύ! είπε ο Γαρίπης σουφρώνοντας τα χοντρόχειλά του με δυσαρέσκεια.
— Έχω και ψητό! επρόσθεσε βιαστικά ο Λινάρδος. Αρνάκι του γαλάτου. Στάσου να ιδής. Και γυρίζοντες προς τα μέσα του μαγαζιού εφώναξε.
— Σταύρο! Σταύρο!
— Αμέσως...! ακούστηκε ψηλοκρεμαστή φωνή. Και φάνηκε μπροστά του ξυπόλυτος, με αλατζένια ποδιά μακρύτερη από το ανάστημά του, ξεσκούφωτος υπηρετάκος.
— Τι εψώνισες σήμερα; ρώτησε ο Λινάρδος.
— Αρνάκι του γαλάτου... νεφραμιά.
— Και τι τόκαμες;
— Τόβαλα στο φούρνο· γκιουβέτσι.
— Ήταν παχύ;
— Κουρκουφίγγι!
— Καλά, ας είναι... Με κατάφερες· είπε ο Γαρίπης, χαριζόμενος δήθεν εις την επιμονή του Λινάρδου. Αλλά κοίταξε καλά. Μη μας πάρουν μυρουδιά οι άλλοι!
— Ένοια σου. Πήγαινε συ να φέρης την πίννα σου κι' εγώ ετοιμάζω. Από την πίσω πόρτα. Να ξέρης.
— Ετοίμασε κι έφτασα.
Δεν πέρασε μισή ώρα και οι δύο φίλοι είχαν αρχίση το φαγί. Δύο σαπουνοκασέλες, ριγμένες τ' απίστομα και στρωμένες με καθαρό αλατζένιο τραπεζομάντιλο έκαναν το τραπέζι και δύο κάσες του πετρελαίου εχρησίμευαν για καθίσματα. Στη μέση ήταν τοποθετημένος ο χωμάτινος νταβάς με το ψητό, που αληθινά και νεκρό ανάσταινε. Δίπλα ένας μαστραπάς γεμάτος κρασί και ποτήρια. Επειδή δεν είχε παράθυρο άφησαν ανοιχτή την πόρτα για να μπαίνει λίγο φως· άλλως τε αποκεί ο δρόμος ήτο στενοσόκακο και δεν υπήρχε φόβος να τους ενοχλήση διαβάτης. Όταν τον είδε με αδειανά τα χέρια το Γαρίπη υποψιάστηκε ο Λινάρδος και τον ρώτησε ανήσυχα:
— Που είνε το φαγί;
— Τόρα θάρθη τον ησύχασε εκείνος. Μη ρωτάς εκινδύνεψα να τους ξεφύγω. Κάτι πήραν μυρουδιά και δε με άφηναν βήμα από κοντά τους. Φαντάσου! είπα πως πάω στην ανάγκη μου για να γλυτώσω· μα πού! Ο Μπαλαρής ακόμα στέκει και με περιμένει στην πόρτα. Εγώ πήδησα από την πίσω μάντρα και ξέφυγα, θαρρώ πως ξεσκίστηκα κι όλα. Επρόσθεσε κοιτάζοντας ανήσυχα το πανταλόνι του.
— Και η πίννα; ξαναρώτησε ο Λινάρδος.