Διηγήματα του Γυλιού

Part 6

Chapter 6 3 words Public domain Markdown

Οι τοίχοι του χανιού από μέσα ήτανε κατάμαυροι· η οροφή γεμάτη αράχνες, το έδαφος λασπερό και άνισο. Μερικές σανίδες σκεπασμένες με παλιόχαρτο έκαναν τον σκελετό γυμνών ραφιών. Στον ένα τοίχο ο πάγκος με ολίγα ποτήρια και δύο φιάλες ακάθαρτες και κατασκονισμένες έστεκε εμπρός και μακρύ τραπέζι έπιανε τον άλλο τοίχο.

Εκαθίσαμεν εις την μια άκρη του τραπεζίου, γιατί στην άλλη εκάθουνταν ήδη άλλη συντροφιά καρρολόγων. Οι σύντροφοί μου έβγαλαν από τους ντορβάδες ψωμί από αραποσίτι και ελιές και αρχίσαμε το δείπνο. Ο χατζής έφερε σε δυο μαστραπάδες το σχετικό κρασί.

Οι καρρολόγοι σχετίζονται εύκολα μεταξύ τους. Ακολουθούν τον ίδιον δρόμον, υποφέρουν τους αυτούς κόπους, δίδουν χέρι ο ένας προς τον άλλον σε ώρα ανάγκης. Εκτός τούτου έχουν να ειπούν τόσα και τόσα περί των αλόγων των, περί των συναδέλφων, περί του ταξειδίου των, ώστε ευθύς φιλιώνονται μεταξύ των ενώ δεν γνωρίζουν ούτε τα ονόματά τους. Τούτο έγινε σε λιγάκι και με τους συντρόφους μου. Άλλαξαν ολίγας λέξεις, εκεράσθηκαν μεταξύ τους και τέλος κατήντησαν στο τραγούδι:

Μπαίνω μέσ' στ' αμπέλι σαν νοικοκυρά, να κι ο νοικοκύρης πόρχεται κοντά!..

Σε λιγάκι έτριξε η πόρτα του χανιού, άνοιξε και μπήκε μέσα ο μπάρπα Παναγιώτης. Τον θυμούνται όλοι οι καρρολόγοι της εποχής εκείνης του μπάρμπα Παναγιώτη, γέροντα κοντόν, ξεραγκιανόν με ψαρά μαλλιά και γενειάδα δασείαν, φρύδια πυκνά και κατσουφιασμένο μέτωπο. Διέτρεχε τότε το από Λεχαινών μέχρις Αχαΐας διάστημα, φέρων μαζί του ένα γιάλινο κουτί με τέσσερες κούκλες μέσα και το μικρό μπουζούκι του. Εσταματούσε από χωριό σε χωριό, από χάνι σε χάνι, εμπρός εις τις καλύβες των αγροτών και την στάνη των ποιμενών, εις το δάσος, πολλές φορές κοντά εις τον δρόμον και με το μπουζούκι και τα νευρόσπαστά του εκέρδιζε το ψωμί του. Ποιος όμως ήτο ο άνθρωπος αυτός, μυστήριον! Οι καρρολόγοι — άνθρωποι όχι και τόσον πιστευτοί — έλεγαν πολλά περί αυτού.

Ένας άνθρωπος, έλεγαν, υπόπτου εξωτερικού με το μαύρο φέσι του κατεβασμένο ως ταφτιά και μικρή ξεσκισμένη καπότα, εστάθη ένα βράδυ εις την άκρη μικράς λίμνης. Η λίμνη αυτή λέγεται Κάρι — Κασέλα και είνε έξω από τη Μανωλάδα. Κατά τα μεσάνυκτα ο Αράπης της λίμνης, με τη σιδερένια ματσούκα του εβγήκε να βοσκήση τα φλωριά του. Ο άνθρωπος εκείνος τα έβλεπε να πηδούν απάνω στο χορτάρι, κάτω από την αστροφεγγιά τα φλωριά και να προχωρούν αργά και να κουδουνίζουν σαν κοπάδι από πρόβατα. Όλα ήσαν κατακαίνουργα και λαμποκοπούσαν τόσο, που η χλόη εφάγκριζε σαν το πρόσωπο λίμνης. Και ο Αράπης ορθός με τη σιδερένια ματσούκα του, τα σαλαγούσε μπροστά, τα μάζευε από δω, τα έσπρωχνε από κει, εσφύριζε για να μη πλανηθούν, να μη σκορπίσουν στα χαμόκλαδα και χάση κανένα.

Ο άνθρωπος αν ήθελε ημπορούσε να γίνη πλούσιος με μιας. Έφτανε να ρίξη την καπότα του και την αυγή να εύρη πλακωμένο πλήθος από φλωριά. Αλλά ούτε το σκέφθηκε. Το γλυκύ κουδούνισμά τους δεν εκέντησε καθόλου την πλεονεξία του. Εκάθητο με το κεφάλι στα γόνατα βαθειά συλλογισμένος. Μπορεί και να έκλαιε. Τούτο φυσικά έκαμε εντύπωσι εις τον Αράπη, επλησίασε και τον ρώτησε:

— Τι κάνεις εδώ, γέροντα;

— Έρχομαι από μακρυνό τόπο και νυχτώθηκα. Δεν έχω πού να μείνω κι έγειρα εδεπά να πλαγιάσω.

— Σε βλέπω λυπημένο. Για πες μου· είσαι δυσαρεστημένος από την τύχη σου;

— Είμαι λέει; Είμαι και πολύ.

Τι θέλεις; θέλεις να σου δώσω φλωριά. Να σε κάνω να πλέης στο μάλαμα και στ' ασήμι. Θέλεις;

— Δε θέλω φλωριά. Το μάλαμα και τ' ασήμι δε γιατρεύουνε τον πόνο της καρδιάς μου.

— Αμ τι θες κάνε;

— Ε! σαν μ' έχει η τύχη μου να ζήσω ακόμη, να πίνω τα φαρμάκια, ήθελα να είχα τίποτα να βγάνω το ψωμί μου.

— Καλά! είπεν ο Αράπης.

Μπήκε μέσα στη λίμνη και σε λιγάκι γύρισε φέρων ένα κουτί σκεπασμένο με κόκκινο πανί κι ένα μπουζούκι.

— Να· είπε στον άνθρωπο. Με τούτο θα κάμης τη δουλειά σου . .. Αν με χρειαστής καμμιά φορά λέγε «Κάρι κασέλα» κι εγώ θα έρθω όπου και αν είσαι.

Αυτός ο άνθρωπος ήτο ο μπάρμπα Παναγιώτης.

Αυτός λοιπόν άμα άνοιξε η πόρτα εμπήκε στο χάνι, κρατών στο ένα χέρι το μπουζούκι του και στο άλλο το κουτί, σκεπασμένο με κόκκινο μισοτριμένο πανί.

— Α! α!.. καλώς τον μπάρμπα Παναγιώτη. Κάτσε κοντά. Μωρέ και μάννα και πατέρα!.. εφώναξαν ομόφωνοι και με χαράν οι καρρολόγοι.

Το μάννα και πατέρα, σημαίνει πως εστάθηκε τυχερός ο γέροντας γιατί τους βρήκε στο τραπέζι. Εκείνος εχαμογέλασε πικρά για το τυχερό του αυτό, εσούφρωσε τα φρύδια και γνωρίζων ότι οι άνθρωποι εκείνοι ήθελαν την χαράν και πολύ ολίγον εφρόντιζαν αν την είχε και αυτός, έρριξεν εις μίαν γωνιά την κάπαν του και εκάθισε μεταξύ τους στο τραπέζι.

— Φάε, γέρο μου, και πιέ, να κάνης κέφι. θα το σκούξωμε απόψε, θα βάλης της κούκλες να χορέψουν το τσάμικο! είπε κάποιος από τους καρρολόγους.

Και χάιδεψε το γέροντα στον ώμο.

Ο μπάρπα Παναγιώτης εκίνησε το κεφάλι παραδεχόμενος. Εφαγεν ολίγον, έπιεν ολιγώτερον και έπειτα ετοποθέτησε απάνω στο τραπέζι το γιάλινο κουτί του, εσήκωσε το κόκκινο πανί και αφού πήρε το μπουζούκι του, άρχισε να παίζη τον καρσιλαμάν.

Μέσα στο κουτί εφάνηκαν τέσσερες κούκλες· δυο άνδρες και δυο γυναίκες. Οι άνδρες φορούσαν φουστανέλες και οι γυναίκες βλάχικα. Είχαν ανάστημα από μία πιθαμή κάθε μία. Άμα ο γέροντας άρχισε να παίζη το μπουζούκι και να τραγουδή, τα νευρόσπαστα εκινήθησαν και άρχισαν να χορεύουν σύμφωνα με τον ρυθμόν. Πότε ελύγιζαν τα γόνατα και το κορμί, εκουνούσαν το κεφάλι, εσήκωναν τα χέρια και έξαφνα εστριφογύριζαν για μιας όλες ως βακχίδες.

— Του διαβόλου τα πράματα! Κι έπειτα σου λέει δεν είνε διαβολικά! έλεγαν από καιρού εις καιρόν οι καρρολόγοι, κοιτάζοντες με αυξάνουσαν απορίαν τας κινήσεις των νευροσπάστων.

Ωστόσο ο γέροντας εξακολουθούσε να τραγουδή και να ταιριάζη τον ήχο του μπουζουκιού με τη φωνή του. Το μπουζούκι στα χέρια του καταντούσεν έμψυχον έβγαζε γλυκειές και μελωδικές φωνές. Και τα νευρόσπαστα μέσα στο γιάλινο κουτί τους εχόρευαν και ο μπάρμπα Παναγιώτης ετραγουδούσε διαφόρους χορούς: τον συρτό, τον Καλαματιανό, το πηδητό, το τσάμικο και εις την αλλαγήν των ήχων τα νευρόσπαστα ως να είχον αίσθησιν, να ήκουον τον ρυθμόν και τας λέξεις άλλαζαν τάξιν, θέσιν, κινήσεις και χορόν.

Ο χατζής, ο κύριος δηλαδή του χανιού κοντός και αδύνατος, εκάθητο τυλιγμένος μέσα εις παλιό επανωφόρι, με το κεφάλι στηριγμένο εις τον πάγκον κι' εκοίταζε αφηρημένος τα διαβολικά πράματα. Η γυναίκα του, επίσης αδύνατη και ζαρωμένη γερόντισσα, συμμαζεμένη ως γάτα κοντά στη γωνιά, έκανε κάποτε το σταυρό της και εψιθύριζε λέξεις από το Πιστεύω και έφτυνε απάνω από τον ώμο της, δηλαδή καταπρόσωπον του Οξαποδώ. Οι καρρολόγοι διαφοροτρόπως καθήμενοι εις τους πάγκους, άφωνοι και μισοφοβισμένοι εκοίταζαν με νυσταγμένα μάτια πότε τα νευρόσπαστα και πότε τον γέροντα ο οποίος έμοιαζε εκείνη την ώρα πως κρατούσε τη σφραγίδα της Σωλομονικής και ήταν κύριος εις τα ακάθαρτα και πονηρά πνεύματα.

Ο Μπάρμπα Παναγιώτης έπαυσε τέλος το τραγούδι του. Εσηκώθη μέσα εις την γενικήν σιωπήν, έσυρε από το συλάχι του μικρό ξύλινο καυκί και το έβαλε απάνω στο τραπέζι για να μαζέψη την αμοιβήν του. Οι καρρολόγοι όταν θέλουν να διασκεδάσουν ξοδεύουν αλύπητα.

Ο γέροντας εφάνη ευχαριστημένος από το ποσόν που εσύναξε. Χωρίς να ειπή λέξη επήρε την κάπα του, εσκέπασε πάλι με το κόκκινο πανί τον θησαυρόν του, εκαληνύχτησε και έφυγε.

— Γέρο στρίγγλε! θα έχουμε λιβανίσματα τόρα!... εψιθύρισε ο χατζής όταν η πόρτα εκλείσθη οπίσω από τον γέροντα.

Εγώ από την ώρα που ο τραγουδιστής άρχισε τα παιγνίδια του έως την ώρα που έφυγε, δεν εκινήθην καθόλου από την θέσιν μου. Συμμαζεμένος μέσα εις μίαν φλοκάταν, εκοίταζα με φόβον και απορίαν άλλοτε τα νευρόσπαστα και άλλοτε τον γέροντα· άλλοτε το χέρι του που εκινείτο γοργά και αδιάκοπα επάνω από τις χορδές του οργάνου. Αληθινά ευρισκόμουν εις μεγάλην στενοχωρίαν που δεν ημπορούσα να καταλάβω ποια η σχέσις του γέροντα με τα νευρόσπαστα και πώς ακολουθούσαν τα τσακίσματα της φωνής του με τόσην ακρίβειαν. Ήρχισα να πιστεύω ως αληθινά τα λεγόμενα και όλην σχεδόν την νύκτα ενόμιζα ότι ευρισκόμην μεταξύ του φοβερού Αράπη της λίμνης και του μπάρμπα Παναγιώτη.

Αλλ' όπως όλα τα πράγματα τα ξεκαθαρίζει ο καιρός, εξεκαθάρισε σε λιγάκι και το μυστήριον του μπάρμπα Παναγιώτη. Έμαθα δηλαδή ότι όχι ο Αράπης της λίμνης, αλλά πολυχρόνιος φυλακή του έδωκε το μπουζούκι και τα νευρόσπαστα.

Νέος ο μπάρμπα Παναγιώτης παρεσύρθη από την κακογλωσσιά της γυναικός του εις φοβερό έγκλημα. Εσκότωσε το μόνο παιδί που είχε αποκτήσει με την πρώτην του γυναίκα. Και κατά την πολυχρόνιον κάθειρξίν του εφεύρε τον μηχανισμόν να τραγουδή και να χορεύουν τα νευρόσπαστα.

Πώς το κατώρθωσε δική του δουλειά. Φτάνει που το κατώρθωσε.

Μ Π Λ Α Χ Α Β Α Ι Ο Ι ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1809

Οι κλέφτες από τ' Άγραφα κι αρματωλοί απ' τα Χάσια Φορέστε τα γελέκια σας, ζωσθήτε τα σπαθιά σας Πιάστε ταμπούρια δυνατά ταμπούρια σιγουράτα, Το καραούλι φώναξε μέσ' από το ταμπούρι: — Πολλά κοράκια φαίνονται μαύρα σαν αρβανίτες Μην είν' ο Φώτης πόρχεται μην είν' ο Λεπενιώτης; — Μήτε ο Φώτης έρχεται μήτε ο Λεπενιώτης Μουχτάρ πασάς μας έρχεται με τριανταδυό χιλιάδες. Κι ο Παπαθύμιος φώναξε με το σπαθί στο χέρι: — Βαστάτε, παληκάρια μου όλοι μέσ' στα ταμπούρια Και τον μουρντάρ Μουχτάρ πασά χτυπάτε στο κεφάλι Κι αυτό τα λιανοκόνιαρα και τους ψωραρβανίτες Στους βράχους να τους ρίξουμε να φάνε τα κοράκια. Τρία γερούσια κάμανε με το αλλάχ — αλλάχ τους Κι όλοι στους βράχους έπεσαν Κονιάροι κι Αρβανίτες Κι άλλο γερούσι πρόσταξε Μουχτάρ πασάς να κάμουν Κι οι Τούρκοι κάμαν το ντουά και πέσαν στο γερούσι Πέντε χιλιάδες Κονιαριά και Λιάπηδες φτακόσιοι Μέσ' στα ταμπούρια των κλεφτών και των καπεταναίων. Γέμισαν βράχοι Αρβανιτιά τα ρέματα Κονιάρους Πικρή φωνή ακούστηκε — Πιάσαν τους Μπλαχαβαίους Σκλαβώσανε τους φίλους τους και όλη τη γενιά τους!...

Ε Υ Α

Κείτεται η γυναίκα η πρωτόπλαστη, ξαπλωμένη στην παχειά χλόη, κάτω από το λιοπύρι του Μαγιάπριλου. Ο Αδάμ ο άνδρας της πέρα στο χωράφι οργώνει με τα καματερά του τη γη, ιδρώνει και μάχεται, πληρώνοντας βαρειά το βαρύ του αμάρτημα. Και εκείνη στυλόνοντας το μάτι στον χαρούμενο κάμπο και τ' αγέραστα βουνά, εις τα δάση τα πυκνοντυμένα και το φειδωτό ποτάμι και τη θάλασσα, εις τα ζωντανά της γης και εις τα πετούμενα του αιθέρα, λέει συμπλήρωμα της Δημιουργίας τον δουλευτή τον άνδρα της και πως χωρίς αυτόν και τους κόπους του, όλα θα ήσαν άχαρα και νεκρά. Και ακόμα λέει, πως αυτή είνε του ανδρός το ταίρι και το συμπλήρωμα, ολάκερη η Ζωή και με τη μεγάλη της κορμοστασιά επροκαλούσε θαρρείς να παραβγούν τη Γη — η μήτρα η αστείρευτη την πλατειά κοιτίδα της Ανθρωπότητος. Κάτω από τα πύρινα σκέλια της εκλωτσούσε πεισματικά το χώμα, έδερνε τον αέρα με τα στιβαρά της μπράτσα και δείχνοντας τους λαχταριστούς λαγώνες της, ετραγουδούσε με περιφάνεια τη μυστική δημιουργία των σπλάχνων της κι εκαλούσε τα σύμπαντα στη δούλεψή της:

— Εγώ φέρνω στον κόσμο του κόσμου τον αφέντη. Ο αέρας θα του δώση ζωή και η Γη θα τον θρέψη και θα τον μεγαλώση. Ο ουρανός θα χαρίση στην ψυχή του χρώματα αρμονικά και ο Ήλιος τόλμην και ενέργειαν. Ο Αιθέρας θα του στείλη όνειρα και η απέραντη θάλασσα απέραντες ελπίδες. Όλα τα ψυχωμένα και τ' άψυχα του κόσμου γενήτε δούλοι μου. Εγώ φέρνω στον κόσμο του κόσμου τον αφέντη...

Ο καλός Θεός κάπως άκουσε τα εγωιστικά αυτά λόγια της γυναίκας και επρόβαλλε στο φρύδι του Παραδείσου ωργισμένος:

— Βρε τη χαραμοφάγα! λέει, Εγώ την έπλασα να συντροφεύη τον άνδρα της στους κόπους και τους μόχθους της ζωής κι εκείνη στον ήλιο τ' απλώνει. Αν την αφήσω έτσι, δε θ' αργήση να κράξη κι εμένα για να της λυσωδέσω το παιδί. Α! δεν είπαμε έτσι. Για να της εύρω μια δουλειά που και να θέλη να μην ησυχάζη νύχτα ημέρα.

Παίρνει ο Θεός μια χούφτα χώμα, την φυσά τρεις φορές και λέει:

— Καταραμένος εσύ από όλα τα θηρία και απ' όλα τα ζωντανά της γης. Επί του στήθους και της κοιλίας της γυναικός βοσκήσεις και παχυνθής και πληθυνθής από του αίματος αυτής και από της σαρκός αυτής. Και έχθραν θήσω αναμέσον σού και αναμέσον της γυναικός και των δακτύλων αυτής και του σιέλου αυτής. Σιέλω ώσπερ ιξώ σιελισθής και όνυχι ώσπερ δοκάνω διασπασθής, αλλ' ου μη λείψης εις τον αιώνα. Αγαθός γαρ ο σπόρος και τροφαντόν το λειβάδι όπου υπάγης.

Και τινάζει τη χουφτιά επάνω στο κορμί της Εύας. Πετιέται εκείνη αλαφιασμένη, τρέχει από δω, φεύγει από κει, πάει και τρίβεται στους κορμούς των δέντρων, χώνεται ως το πηγούνι στα νερά — τίποτα! Άγρια φαγούρα ανάβει το κορμί της. Χίλια βελόνια κεντούν τη σάρκα της. Τι να κάμη; Ξυλώνει τα φύλλα της συκιάς που εσκέπαζαν την γύμνια της και βλέπει το ελεφαντένιο της κορμί αυλακωμένο από τα φουσάτα των ψύλλων. Και αρχινάει το ψυλλομάζωμα.

Ο Αδάμ σήκωσε κάποτε τα μάτια από τη δουλειά και τα έρριξε στη γυναίκα του. Και καθώς την είδε να δέρνεται σαν παλαβή και να μη βρίσκη ησυχία έβαλε δυνατά γέλοια:

— Ηύρε ο ανθός τον κλώνο του κι ο κλώνος τον ανθό του· είπε ευχαριστημένος.

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Γ Κ Ο Υ Ρ Α 30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1826

Θέλτε ν' ακούστε κλάυματα, δάκρυα και μοιρολόγια, περάστ' από την Κούλουρη και σύρτε στην Αθήνα· κι εκεί ν ακούστε κλάυματα, δάκρυα και μοιρολόγια πώς κλαίν' μανάδες για παιδιά, γυναίκες για τους άνδρες, ν' ακούστε και τη Γκούρενα, του Γκούρα τη γυναίκα, πώς κλαίει πώς μοιρολογάει, πώς χύνει μαύρα δάκρυα σαν την τριγώνα θλίβεται, σαν το παπί μαδιέται, σαν του κοράκου το φτερό μαυρίζ' η φορεσιά της. Και στα μπεντένια κάθεται τα πέλαγ' αγναντεύει, βλέπει καράβια κ' έρχουνται, βαρκούλες κ' αρμενίζουν. Καράβια μου βαρκούλες μου χρυσοί μου μπεγιαντέδες Ψιλή φωνίτσα έβαλε όσο κι αν εδυνάσθη: Πού ήσαι Μαμούρη αντράδερφε πολύ μ' αγαπημένε, Ο Γκούρας εβαρέθηκε και πάει για το Γένος κ' η συντροφιά του σκόρπισε, γυρεύει για να φύγη. Κι ο Μακρυγιάννης χούγιαξε κι ο Μακρυγιάννης λέει: — Παιδιά μ' να νταγιαντίσωμε ακόμη δέκα μέρες σ' εμάς μεντάτι έρχεται στερηάς και του πελάου φέρνουν μπαϊράκια με σταυρό και φράγγους με καπέλο. Μαμούρη πέσε του Φαβιέ, του καπετάνιου Τσώρτση, το κάστρο να μη δώσουμε την παινεμέν' Αθήνα κι ακούστε τσ' Αθηναίισες και τσ' Αθηνιοτοπούλες, πώς κλαίνε για τον τόπο τους και για τα πατρικά τους να μην τα παραδώσουνε στο σκύλο τον Κιουτάγια.

Ο Κ Ο Υ Ρ Δ Ο Υ Κ Ε Φ Α Λ Ο Σ

— Ήταν, που λες, τέτοιες ημέρες, παραμονή Αϊβασιλειού. Στο μικρό μου το χωριό, το θαμένο στο γούπατο ενός κάμπου, η ζωή περνά ήσυχη και ανεπαίσθητη όπως η ζωή των αψύχων. Κάτι μικρομαλώματα, κάποιες μικροφροντίδες, μια χαρά γάμου και μια θανάτου λύπη, είνε τα μόνα που τρικυμίζουν κάποτε αυτή τη νεκροθάλασσα. Μα όταν έρθουν οι καλές, οι μεγάλες ημέρες, η ζωή πετιέται και θορυβεί σαν ανάβρα κεφαλόβρυσου. Δε δουλεύουν στα χτήματα· δε μαθητεύουν στα σκολειά. Παύει ο φόβος του δασκάλου και τα ζαρωμένα φρύδια του πατέρα. Χαρές και χάδια βασιλεύουν ολούθε.

Σε τέτοια καλή στιγμή κατώρθωσα κ' εγώ μια χρονιά να ειπώ τον Άιβασίλη στα σπίτια. Ο Τάσης Γούναρης, σύντροφος στο σκολειό και στα παιγνίδια μου, ήταν πλουσιόπαιδο. Ο πατέρας του ήταν έμπορος· έκανε μαλλιά και τυριά και τα έστελνε στην Πάτρα στους μεγαλεμπόρους. Ο δικός μου ήταν φτωχώτερος μα είχε την κοινωνική του θέση. Ήταν σοβαρός, λιγόλογος, αγέλαστος· τον έλεγαν Λάζαρο οι χωριανοί για να δείξουν το μελαγχολικό του χαρακτήρα. Οπωσδήποτε και οι δυο δεν είμαστε παιδιά του δρόμου και δεν ήταν εύκολο να μας αφήσουν να γυρίζουμε τα σπίτια συνάζοντας δεκάρες.

Η μάννα μου, όταν δειλά — δειλά της το πρωτόειπα εθύμωσε στα γερά.

— Τι; θα γένης, σαν το παιδί του Κουρδουκέφαλου; Εσύ αύριο θάχεις τους μποναμάδες σου.

Ο Κουρδουκέφαλος ήταν χαλκιάς μ' ένα χοντρό ολοστρόγγυλο κεφάλι, σαν τις πέτρινες μπάλες των παλιών κανονιών με μια κοιλιά παιδιά που τ' ανάθρεφε μισόγυμνα μέσα στο χαλκιαδικό του πίσω από το φυσερό και τα κάρβουνα. Έλεγαν μάλιστα γι' αυτόν ότι επειδή χρωστούσε, για να μην του πάρουν το μόνο χτήμα που είχε, το μαγαζί του, κάθε μήνα του άλλαζε την πρόσοψη αφού δεν μπορούσε να το μεταφέρη όπως το φούρνο του ο Ναστραδίν Χότζας. Πότε άνοιγε πόρτα στο δρόμο· πότε την έκλεινε και την άνοιγε στο πίσω μέρος· πότε άφηνε παράθυρο· πότε έκλεινε και το παράθυρο και άνοιγε φανέστρα στη στέγη. Και αυτό έλεγαν το έκανε για να μην είνε ποτέ σύμφωνο με κείνο που είχε υποθηκέψη. Αλήθεια ψέματα δεν ξέρω να το βεβαιώσω.Η μάννα μου όμως παρομοιάζοντάς με με το παιδί του Κουρδουκέφαλου, ήθελε να μου δίξη την εσχάτη περιφρόνηση.

Τέλος αφού έκλαψα γύρω της από το πρωί ως το μεσημέρι την κατάφερα. Την εβεβαίωσα πως δε θα πηγαίναμε παρά στα συγγενικά μας σπίτια. Μ' έντυσε τα γιορτινά μου ρούχα, με καλοχτένισε σαν να μ' έστελνε στην εκκλησιά και με άφηκε να πάω με το φίλο μου.

— Κοίταξε καλά· μου φώναξε από το κεφαλόσκαλο· μην ξεχάσεις να πάτε και στου παπούλη σου.

— Τσ .. έκαμα εγώ ανασηκώνοντας το κεφάλι.

Και αρχίσαμε την περιπλάνησή μας μέσα στο χωριό, αναζητώντας τα συγγενικά μας σπίτια. Στους δρόμους συχναπαντούσαμε άλλες συντροφιές παιδιών, που πήγαιναν κ' εκείνα να ειπούν τον Άιβασίλη. Βαστούσανε ψηλά καλάμια στο χέρι και έτρεχαν κ' εσφύριζαν κ' εχόρευαν καταμεσίς του δρόμου, γεμάτα από υγεία και χαρά. Γυμνοπόδαρα, λασπωμένα, ξεσκούφωτα, έμπαιναν σε κάθε σπίτι, σε κάθε μαγαζί, στις ταβέρνες και άρχιζαν το τραγούδι τους δυνατό, ξάστερο, σαν πουλιά ελεύθερα στο ελεύθερο κλαδί τους.

Ανάμεσα απ' αυτά στην πρώτη γραμμή ήταν και ο γιος του Κουρδουκέφαλου, που δεν ήθελε η μάννα μου να του μοιάσω. Είχε κεφάλι ίδιο σαν του πατέρα του και πρόσωπο μελαμψί, κορμί γερό σαν από μπρούτζο μα κακοτράχαλο. Δεν φορούσε παρά ένα πουκάμισο ζωσμένο στη μέση με σχοινί και ένα βρακί που κατέβαινε λίγο κάτω από τα γόνατα. Και έτσι εφαινόταν ευτυχισμένος. Σε όλες τις συντροφιές έκανε τον αρχηγό ή για να ειπώ ακριβέστερα τον τύραννο. Εμπάτσιζε το ένα παιδί, επείραζε το άλλο, εκαβαλίκευε το τρίτο.

Εμείς, νωθροί στρατοκόποι της ζωής, από τόρα φασκιωμένοι με την κοινωνική πρόληψη, πηγαίναμε από πίσω αναζητώντας τα σπίτια, με τρόμο και με φόβο μην παραστρατήσουμε.

— Να ειπούμε τον Άιβασίλη: ρωτούσαμε δειλά κάτω στη σκάλα.

— Όχι· τον είπαν άλλοι· έπεφτε μια φωνή από πάνω.

Με λύπη και ντροπή μαζί κινούσαμε να φύγουμε αμέσως Ούτε να μας ιδούν δεν ηθέλαμε. Μα όταν μας αναγνώριζαν έτρεχαν και μας φώναζαν από τα παράθυρα οι γυναίκες.

— Μπα! ο Τάσης του Γούναρη! μπα ο Πέτρος τσ' Σβράμενας! ελάτε... ελάτ' απάνω.

Τότε γυρίζαμε χαρούμενοι, ανεβαίναμε τις σκάλες ή γλυστρούσαμε στα ισόγεια και στεκόμαστε μπροστά στα εικονοστάσια. Το καρδιοχτύπι μας μεγάλωνε· τα μάγουλά μας άναβαν σαν κάρβουνα. Τέλος ατενίζαμε τα εικονίσματα, τα Βάγια, τα στέφανα, το αναμμένο καντήλι και αρχίζαμε με βραχνή και ολότρεμη φωνή, σαν πέταγμα πουλιού ξαφνισμένου από το φως το άφθονο:

Άγιος Βασίλης έρχεται Γεννάρης ξημερώνει....

Έτσι περάσαμε ένα με το άλλο όλα τα συγγενικά μας σπίτια. Δεν αφήκαμε ούτε του παπούλη ούτε της κυρά μαμής, που εσύστησε στο σύντροφό μου η μάννα του. Μα σε ξένο σπίτι δεν πατήσαμε· δεν εμπήκαμε σε μαγαζί. Η καρδιά μας ελαχτάριζε· μα της μάννας η τσιμπιά και του πατέρα ο σφόντυλος αγρυπνούσαν φοβερά επάνω από το κεφάλι μας.

Ήρθε τέλος η ώρα της μοιρασιάς. Εγώ ήμουν ο ταμίας. Σε μια τσέπη του πανωφοριού μου έρριχνα ότι μας έδιναν. Καθίσαμε σε μια πέτρα, άδειασα την τσέπη μου και αρχίσαμε να μοιράζωμε σαν καλοί σύντροφοι. Δεκάρα ο φίλος μου δεκάρα εγώ. Πεντάρα εκείνος πεντάρα εγώ. Έκανε κρύο δυνατό· η νύχτα πλάκωνε· η πάχνη σκέπαζε με παγωμένο ίδρωτα όλο το χωριό. Έτρεξα και ρίζωσα στη γωνιά να ζεσταθώ. Η μάννα μου ετοίμαζε το χυλό που θα έφτιανε το πρωί τις τηγανίτες. Τ' άλλα μου τ' αδέρφια καθόντουσαν τριγύρω και έπαιζαν με τ' αναμμένα δαυλιά, εσγάρλιζαν τη στάχτη, εζάλιζαν τη μάννα με χίλια γλυκόλογα. Εγώ σοβαρός και αμίλητος μετρούσα τα ξεδούλειά μου. Πλάκωνε η αυριανή που θα έπαιζα τη βλάχα, το στριφτό, το ντοιχάκι με τ' άλλα συνομήλικα. Άξαφνα βρόντησαν παράδες στο πανωφόρι μου. Βάνω το χέρι μου, ψαχουλεύω, βρίσκω μέσα στη φόδρα πεσμένα σαρανταπέντε λεφτά. Ναι· τέσσερες δεκάρες, και μια πεντάρα. Ίδρωτας με τσάκισε.

— Μάννα, φωνάζω· μάννα! βρήκα κι' άλλα λεφτά στην τσέπη μου.

Εκείνη στη δουλειά της σκυμμένη δεν έδωκε απόκριση.

— Μάννα, της ξαναλέω — είχα κι' άλλα λεφτά Δεν τα μοιράσαμε τούτα. Δεν τα είδα, μα το Θεό· δεν τα είδα...

— Δεν πειράζει· τα μοιράζετε αύριο·

— Όχι· θα πάω τόρα.

Και σηκόνομαι ορθός, φορώ τα παπούτσια, έτοιμος ν' ανοίξω την πόρτα. Μα η μάννα μου θυμωμένη μου φωνάζει άγρια.

— Πού θα πας, μωρέ, τέτοια ώρα: Δεν ακούς τι κάνει όξω!

Αληθινά έξω βογγούσε ο βοριάς και το νερόχιονο έπεφτε. Το σπίτι του φίλου μου ήταν μακρυά. Έπρεπε να περάσω αυλάκια να διαβώ από τόπους στοιχειωμένους. Κοντά ήταν της θειά Κωσταντινιάς το χαγιάτι, που είδα προχτές σούρουπα τον Αϊδημήτρη και έβαλα τις φωνές. Παρακάτω η συκιά της Πλεύρενας, που για να περάσω άλλοτε άφηκα το ένα μου παπούτσι. Παραπέρα η βρύση, που τέτοια ώρα οι νεράιδες πλένουν και λευκαίνουν τα μεταξωτά τους. Όλα τώρα τα θυμώμουν και ανατρίχιαζα. Μα δεν ημπορούσα και να ησυχάσω. Φίδι ανάδευε μέσα μου. Τα σαρανταπέντε λεφτά καίγανε τα χέρια μου.

— Μάννα, άσε με να πάω.....δε θ' αργήσω· είπα κλαίοντας τόρα.

— Πήγαινε ντε να σε πάρουν οι Καλικαντζάροι. Ή ξέχασες πως έχουμε ακόμη Δωδεκάημερα;

Όχι· δεν το ξέχασα· το θυμόμουνα πολύ καλά. Οι γυναίκες κάθε ώρα μας το θύμιζαν με τα καμώματα και τ' ανέκδοτά τους. Μα τι ήτανε για μένα οι σαϊτάνιδες αυτοί μπροστά στην αγωνία που έπνιγε την ψυχή μου: Ενόμιζα πως το ήξερε τόρα ο Τάσης το αδίκημα, πως το έλεγε της μάννας του· κλέφτης, κλέφτης, κλέφτης, ήμουνα εγώ!

— Μάννα, δεν μπορώ· θα πάω! ξαναφώναξα κατακόκκινος.

Γύρισε και με είδε κατάματα· χαμογέλασε. Δεν ξέρω γιατί χαμογέλασε. Μου φόρεσε καλά το πανωφόρι, μου σήκωσε το γιακά· μου στοίβαξε ως τ' αφτιά τη σκούφια, άνοιξε την πόρτα.

— Τρέχα και πρόσεχε μην πέσης στις λάσπες.

Κατέβηκα τη σκάλα και η καρδιά μου φτερούκαε. Το άπλερο σαρκίο μου ανατρίχιαζε μέσα στη νύχτα από φόβο και κρύο. Εδώ σκόνταβα, εκεί γλυστρούσα, άλλου εβάλτωνα. Έπεφτα στις φράχτες, χτυπούσα στα κορμόδεντρα. Μα όλο προχωρούσα με τα λεφτά στη φούχτα μου. Πέρασα με κλειστά μάτια το χαγιάτι της θεια Κωσταντινιάς· διάβηκα χωρίς ν' ατενίσω τη στοιχειωμένη συκιά· πήδησα στη βρύση χωρίς να προσέξω τα τραγούδια και τα όργανα της νεράιδας· έφτασα τέλος στο σπίτι του φίλου μου.

Μα ήταν κατάκλειστο, σιωπηλό και άγριο στο σκοτάδι. Βάνω τις φωνές.

— Τάση!.. Τάση!..

Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Έτρεμα ολόκορμος. Γύριζα και έβλεπα φοβισμένα πίσω μου. Ήσκιοι πέρναγαν μπροστά μου· κρύα χέρια ψαχούλευαν στις πλάτες, στα μαλλιά μου.

— Τάση! έ Τάση!.. ξαναφώναξα βραχνά.

Τίποτα. Σκύλλοι γαύγιζαν απόπερα. Γαύγιζαν και ούρλιαζαν σαν λύκοι. Τα πόδια μου δεν ήθελαν να κρατήσουν ορθό το σώμα μου. Κάποτε ανοίγει ένα παράθυρο.

— Ποιος είνε; φώναξε ο φίλος μου.

— Τάση, εγώ είμαι· έλα κάτου να σου ειπώ.

— Δεν μπορώ, καϋμένε — δε μ' αφίνει η μητέρα· Τι θες;

— Έλα κάτου — έχω κι' άλλα λεφτά να μοιράσουμε. Ήταν μέσα στη φόδρα και δεν τα είδα .. . Να μα το Θεό, δεν τα είδα ...

Κατέβηκε πάραυτα, του έδωκα τις δυο δεκάρες, κάνοντας χίλιους όρκους πως δεν τα είχα ιδή. Η καρδιά μου αλάφρωσε. Έμεινε η πεντάρα· του την χάριζα κ' εκείνη.

— Όχι, ναν τη στρίψουμε· λέει. Όποιος την πάρη.

Την έπιασε στο χέρι· την έρριξε ψηλά.

— Κορώνα ή γράμματα;

— Κορώνα.

Δεν πρόφτασα να κράξω και ένας ήσκιος θεότρομος ερίχτηκε απάνω μας, σαν ουρανοκατέβατος. Μας άνοιξε τις χούφτες, μας πήρε τα λεφτά, έσκυψε έπειτα άρπαξε την πεντάρα από χάμου και χάθηκε τσαλαπατώντας σαν βούβαλος τις λάσπες του δρόμου. Ήταν το παιδί του Κουρδουκέφαλου.

Εμείς εμείναμε για κάμποση ώρα ξυλιασμένοι εδεκεί. Έπειτα μ' ένα στόμα εβάλαμε τις φωνές και τα κλάματα ώσπου ήρθαν οι δούλοι του Τάση και μας συντρόφεψαν στα σπίτια μας.

Ο Λ Α Β Ω Μ Ε Ν Ο Σ

Ενύχτωσε και βράδιασε πάη και τούτ' η μέρα· Σύρτε παιδιά μου για ψωμί ψωμί να φάτε απόψε, και φέρτε μου παλιό κρασί από το μοναστήρι, να πλύνω τις λαβωματιές, να πλύνω τους γεράδες. Κι όσο να πάτε στο καλό, παιδιά μ' και να γυρίστε Για φέρτε μου τον ταμπουρά να λιανοτραγουδήσω την πίκρα της λαβωματιάς και του βολιού το χάλι. Κι αν δε με βρήτε ζωντανό, παιδιά μη λυπηθήτε μόν' κλείστε μου τα μάτια μου, φιλήστε μ' ένας ένας Κάψτε κλαριά και στρώστε μου κλαριά προσκεφαλάρι, φτιάστε και το κιβούρι μου πλατύ για δυο νομάτους, να στέκω ορθός να πολεμώ και δίπλα να γιομίζω.

Ε Υ Ε Λ Π Ι Δ Ε Σ