Διηγήματα του Γυλιού

Part 5

Chapter 5 17 words Public domain Markdown

Όλοι εσήκωσαν διά μιας πάλι τα μάτια εις τον ουρανό και τόρα ανατρίχιασαν· το καπνισμένο γυαλί είχε γίνη κατάμαυρο. Η αντηλιά έπαιζε απάνω στο Σταυροπάζαρο σαν ανατριχίλα. Μια σιγή εβασίλευε ολούθε σαν εκείνη που προηγείται αφεύκτως της καταιγίδας. Έξαφνα μια φωτεινή καδένα ερράγισε τον ουρανό προς το μέρος του Στενού, έδειξε μια τις κοκκινόμαυρες τάπιες του Κάστρου, τις σκοτεινές πλαγιές του βουνού, λακκώματα, τούφες, δένδρα, ξερολιθιές, βοσκοτόπια, χωριά και τάκλεισε πάλι στο σκοτάδι και την ασάφια. Οι χωρικοί εστραβώθηκαν από το ξαφνικό φως και έκλεισαν τα μάτια τους. Συγκαιρα άκουσαν να κυλίωνται στον ουρανό χιλιάδες άδεια βαρέλια. Και πριν ανοίξουν τα μάτια τους ένοιωσαν στα μέτωπά τους μεγάλες πλατιές σταγόνες νερού σαν ρώγες σταφυλιού: πλατσ! πλουτς!

— Θεέ και κύριε! ... είπε έτοιμος να βλαστημήση ο Βρανάς.

— Δε λυπάσαι τους χριστιανούς, Θε μου!

— Τι διάβολο μας κινηγάς έτσι;

— Βάλθηκες να μας καταστρέψης φέτος;

Διά μιας η συγκέντρωσις εσκόρπισε.

Το Σταυροπάζαρο έμεινε έρημο. Ένας με τον άλλον οι χωρικοί έτρεξαν εις τα σπίτια τους και σε λιγάκι απ' όλους τους δρόμους του χωριού, δεν άκουες παρά κροταλισμούς αλόγων, κάρρων τροχούς, μαστιγώσεις, φωνές, θρήνους και αλλαλαγμούς ανδρών, γυναικών και παιδιών. Όλοι μετέφεραν, ότι είχαν ρουχικά εις το σπίτι τους, παλαιά ή καινούργια, φόρεμα, σκέπασμα ή στολίδι το μετέφεραν εις τ' αλώνι για να σκεπάσουν την σταφίδα, να την φυλάξουν από την βροχήν. Τα περισσότερα μαγαζιά έκλεισαν, τα καφενεία ερήμαξαν. Το Σταυροπάζαρο έμεινε γυμνό, σιωπηλό. Κ' ενώ όλοι έτρεχαν εις την εξοχήν εφάνη ένας κύριος να σπεύδη εις το κεντρικότερον μέρος της αγοράς ξεσκούφωτος, ξεκούμποτος και καταϊδρωμένος.

— Κύριε τηλεγραφητά! κύριε τηλεγραφητά! του λέγει ο δήμαρχος ερωτηματικώς.

— Έχω ανοικτή τη μηχανή· απήντησε χωρίς να σταθή φοβισμένος.

— Α ντε! να μας πετάξης στον αέρα. . . εψιθύρισε ο Δήμαρχος. Μου φαίνεται πως πρέπει να ζητήσω την μετάθεσίν του.

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Μ Α Ρ Κ Ο Υ Μ Π Ο Τ Σ Α Ρ Η 9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1823

Καλά ήσουν Μάρκο μ' στο γιαλό, καλά στο Μεσολόγγι, Καλάτρωγες, καλάπινες, καλάχτιζες το κάστρο, Στο Καρπενήσι τ' ήθελες να πας να πολεμήσης; Μαύρα χαμπέρια σούφεραν από το Καρπενήσι Να βγης, Μάρκο μου γρήγορα μ' όσους κι αν ημπορέσης Να πιάσης την Τατάραινα να πιάσης τα γιοφύρια. Πιάνει κι αλλάζει γράμματα με τους καπεταναίους Οι Τούρκοι πούθε κάμανε κι αυτοίν' οι Σκαντραλίδες; Ο Καραϊσκάκης τόγραψε και τόνε χαιρετάει «Σε χαιρετάω Μάρκο μου και σου φιλώ τα μάτια Αν ερωτάς για την Τουρκιά, γω να σου φανερώσω. Στο Μαραθιά έχουν τ' ορδί, εκεί έχουν τα τσαντήρια» Και το τζαούση έκραζε και τους μπουλουμπασίδες — Τζαούση μοίρασ' το ψωμί και μοίρασ' τα φουσέκια· Παιδιά θα κάμω πόλεμο τ' αντέτι των Σουλιώτων, Στις πέντε ώρες της νυχτός θ' ανοίξω το ντουφέκι, Θέλω πασάδες ζωντανούς και μπέικα κεφάλια Κι αυτόν το Σκόντρα τον πασά ατός μου θα τον πάρω Αυγή γιουρούσι έκαμε κι εμπήκε στα τσαντήρια Και τουρκικά τους φώναξε και λέει στους συντρόφους — Ντουφέκι να μη ρίξετε, ντουφέκι να μην πέση, Τ' ακονισμένα σας σπαθιά να κάψουνε τους Τούρκους Οι Τούρκοι τότε σκούζανε κι ένας τον άλλον λέει Τ' είν' το κακό που γίνεται απόψε τούτ' τη νύχτα; Κι ο Μάρκος τους εφώναξε και τούρκικα τους λέει — Γιαγκίνι γίνεται παιδιά, απόψε τούτ' τη νύχτα! Δέκα τσαντήρια έκαψε πασά μέσα δεν ηύρε Κι ο Μάρκος εβαρέθηκε κι ο Μάρκος ελαβώθη Κι η συντροφιά τον άρπαξε τον έβγαλε στη ράχη.

Η Θ Υ Σ Ι Α Τ Ο Υ Κ Α Π Ε Τ Α Ν Ο Υ 1755

Ο Κωσταντάρας κάθεται ψηλά στον Μπαλαγέρα Επαινευόταν στ' άρματα στα τρία τα παιδιά του. Τα δύο σκοτωθήκανε αντάμα στο πλευρό του Το τρίτο το μικρότερο στο δάσκαλο παγαίνει. Κι ο γέρο Χρόνης φώναξεν από ψηλή ραχούλα. — Κώστα παινέψου στ' άρματα στα δυο τα σκοτωμένα Τι το μικρό ξεκλήρισε κι έγινε τρουπολόγος Πήρε τ' αλέτρι του παπά, της Παναγιάς το ράσο, Γκάστρωσε και μια παπαδιά και σκότωσ' ένα βώιδι. Ο Κώστας όταν τ' άκουσε πολύ του κακοφάνη — Μωρέ παιδί της ξακληριάς και του διαβόλου αγκόνι, Μου ντρόπιασες τη λεβεντιά και τ' άσπρα μου τα γένεια, Κάλλιο να κλάψω μια βολά παρά να κλαίω πάντα. Το γιαταγάνι τράβηξε και σαν αρνί το σφάζει.

Α Κ Α Μ Α Τ Η Σ Α Γ Ι Ο Σ

Πολλοί πέρασαν στον κόσμο χωρίς να βάλουν σε δουλειά ούτε το μικρό δαχτυλάκι τους· μα σαν τον άγιο Κασσιανό κανείς άλλος, Και όχι μόνον στον απάνω αλλά και στον κάτω κόσμο το ίδιο. Πώς το κατάφερε, αφού πέρασε έτσι τη ζωή του, να μπη στον Παράδεισο είναι ακόμα μυστήριο. Όσα χαρτιά και αν έψαξα, όσα συναξάρια και αν εδιάβασα πουθενά δεν απάντησα τ' όνομά του.

Ωστόσο ο άγιος Κασσιανός βρίσκεται από χρόνια στον Παράδεισο — αυτή είναι η αλήθεια. Μα κι εκεί εξακολουθεί την ίδια του δουλειά — την ίδια ντεμπελιά ήθελα να ειπώ. Πάει και κάθεται από την αυγή στην πόρτα του Παράδεισου και κοιτάζει τον κόσμο που μπαίνει. Κοιτάζει τον κόσμο που μπαίνει μα πιο πολύ κοιτάζει τ' αφιερώματα που στέλνουν οι χριστιανοί στους αγαπημένους τους άγιους. Τόρα του γαργαλίζει τη μύτη το λιβάνι τόρα το κίτρινο κερί έπειτα της ελιάς το λάδι και λίγο αργότερα, πλακώνουν οι πεντάρτοι, λαμπάδες ίσαμε το μπόι του ανθρώπου, μεταξωτά, χρυσαφικά. Καθένα που θα ιδή με τα αφιερώματα τρέχει από κοντά και τον ρωτάει.

— Που τα πας; τίνος είνε πατριώτη:

— Της Παναγίας· του απαντά βιαστικός εκείνος.

Τον αφήνει δυσαρεστημένος και πιάνει άλλον.

— Πού τα πας: ποιόν γυρεύεις πατριώτη;

— Τον Αϊνικόλα...

Τον αφήνει και πιάνει άλλον. Μα κι ο άλλος του λέει τον Αϊγιώργη, τον Αϊγιάννη τον Καλυβήτη, τον άγιο Φίλιππα το φτωχό που αποκρεύει στο χωράφι του. Ο άγιος Κασσιανός δαιμονίζεται.

— Για θυμήσου καλά, παιδί μου του λέει. Μην κάνεις λάθος. Μη σου είπαν άλλον άγιο και ξέχασες; Μη σου είπαν — σαν να λέμε τον άγιο Κασσιανό, σαν να λέμε;

— Άγιο Κασσιανό! Μπα. Ούτε το ξέρουμε τέτοιο όνομα...

Τότε πια απελπισμένος ο άγιος πιάνει παράμερα μια θέση και κάθεται κοιτάζοντας με ζήλια τ' αφιερώματα. Η ψυχή του στάζει φαρμάκι.

— Μα κανείς να μη θυμάται και μένα! συλλολίζεται.

Έξαφνα ένοιωσε κάποιον να τον τραβάει από το μανίκι. Γυρίζει και βλέπει δυο μάτια στυλωμένα στα δικά του, δυο μάτια φωτερά που ένοιωθε να του τριβελίζουν το μυαλό· κι ένα χαμόγελο που τον έκαμε να κοκκινίση. — Τι θες; τον ρώτησε απότομα, γυρίζοντας αλλού το κεφάλι σα να έβλεπε το Σατανά.

— Γιατί είσαι έτσι θλιμμένος;

— Τι σε μέλλει;

— Με μέλλει και με παραμέλλει.

— Τόρα ήρθες;

— Τόρα δα.

— Έχεις δίκιο... Το λοιπόν να τι συλλογίζομαι. Ο Σαβαώθ εμένα με αδίκησε, πολύ με αδίκησε. Φαντάσου! δε μου έδωκε μια μέρα το χρόνο να με μνημονεύουνε οι άνθρωποι. Για τούτο στους άλλους κουβαλάνε τόσα καλά και σε μένα τίποτα.

— Για τούτο σκας! άμ' αυτό διορθώνεται.

— Πώς διορθώνεται;

— Άκου που σου λέω γω, διορθώνεται. Να κάνης μια αναφορά στο γέρο Σαβαώθ και να του ειπής το παράπονό σου. Άγιος δεν είσαι και συ; Δε δούλεψες και συ τη χριστιανοσύνη; Σου πρέπει το λοιπόν και σένα μια θέση στο Γιορταστικό.

Άμα πάρης και συ τη μνήμη σου να ιδής πως θα σε θυμώνται.

— Σαν καλά με συμβουλεύεις· λέει ο άγιος. Μα ποιος να κάμη την αναφορά;

— Όσο γιαυτό μη ζαλίζεσαι. Εγώ την κάνω.

Και άμ' έπος άμ' έργον βγάνει από την τσέπη του μια κόλλα χαρτί, φόρα την πένα και το καλαμάρι, κάθεται και σκαρώνει την αναφορά. Την πέρνει ο άγιος, μια και δυο πάει και την αφήνει στα γόνατα του Θεού. Καθώς τη διάβασεν Εκείνος άναψε από το θυμό του. Ποιος την έγραψε; ρωτάει τον άγιο.

— Να, του λόγου του.

— Έλα κοντά, του λέει. Εσύ την έγραψες;

— Εγώ.

— Αμ τι είσαι συ;

— Δικηγόρος.

— Δικηγόρος!... Και πώς μπήκες εδώ μέσα;

Κράζει τον άγιο Πέτρο και τον βάνει στο βρυσίδι.

— Κοίταξε καλά, του λέει, στο τέλος· μια φορά μου την έφτιασες με το λοστρώμο. Τόρα μου έμπασες το δικηγόρο. Δε μένει άλλο παρά να μπάσης και το Βενιζέλο για να κάνη Μεγάλη Ελλάδα τον Παράδεισο! Πρόσεξε γιατί θα φας κλωτσιά που δε θα ιδής πούθε πάει η σκάλα.

Κάνει νεύμα. Τον αρπάζουν οι άγγελοι το δικηγόρο και τον πετάν έξω από τον Παράδεισο. Τότε γυρίζει ο Σαβαώθ στον άγιο και του λέει — Καλά του λέει, έχεις και κάπιο δίκιο μα πολύ λίγο. Εσύ για τον κόσμο δεν κάνεις τίποτα. Παραπονείσαι πως κουβαλάνε στους άλλους. Κάτι καλό βρίσκουν από τους άλλους και τους κουβαλάνε. Για να ιδούμε· φωνάχτε τον Αϊνικόλα.

Τρέχουν οι άγγελοι να φέρουν τον Άγιο Νικόλα φέρνουν γύρα όλο τον Παράδεισο πουθενά Αϊνικόλας. Πέρασε καμιά ώρα να σου ο Άγιος κι έρχεται καταμουσκεμμένος. Ρούχα του, γένεια του, μαλλιά του έσταζαν θάλασσα.

— Πού ήσουν άγιε; τον ρωτά ο Σαβαώθ.

— Κάτω στην Μπαρμπαριά αφέντη λέει ο γέρος. Κινδύνευε ένα σφουγγαράδικο και πήγα.

— Σώθηκε το σφουγγαράδικο;

— Σώθηκε.

— Κι οι άνθρωποι;

— Όλοι.

— Βλέπεις τα χασομέρη; γυρίζει ο Σαβαώθ και λέει στον Κασσιανό. Δουλεύουνε οι άγιοι και γιαυτό ο κόσμος τους θυμάται! Αμ' εσένα τι να σου θυμηθή.

— Κι εγώ δουλεύω, πάτερ άγιε.

— Τι δουλειά κάνεις;

— Μετράω τ' αφιερώματα που μπαίνουν στον Παράδεισο. Μου βγαίνει η ψυχή κάθε ημέρα.

Εγέλασε ο Άγιος Θεός με την καρδιά του.

— Ας έρθη ο χαρτουλάριος· διάταξε.

Εν τω άμα ήρθε ο Άγιος Ανδρέας μ' ένα κύλινδρο χαρτί στο χέρι και το ασημένιο καλαμάρι στη ζώνη του.

— Γράψε τον κι αυτόν είπε ο Θεός.

Δεν έχει θέση είπε δειλά ο Άγιος Ανδρέας. Εγέμισε ο κύλινδρος.

— Στρίμωξέ τον όπως — όπως σε μιαν άκρη.

Από τότε κάθε τέσσερα χρόνια έχει και ο άγιος Κασσιανός τη μνήμη του.

Η αναφορά του έπιασε.

1 8 2 1

Μαρτυράτε το Φρατζέζοι Πες τε το και σεις Εγγλέζοι Πως μια σκούνα του Τομπάζη Την Τουρκιά τήνε τρομάζει.

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Γ. Κ Α Ρ Α Ϊ Σ Κ Α Κ Η 22 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821

Τρεις περδικούλες κάθονται στον Πειραιά στη ράχη, Η μια τηράει την Κούλουρη κ' η άλλη την Αθήνα, Η τρίτη η καλήτερη μοιρολογάει και λέει: Καραϊσκάκης έρχεται με δώδεκα χιλιάδες Στη σκάλα στένει το ορδί στη σκάλα της Αθήνας Τρία ταμπούρια έκαμε τα τρί' αράδ' — αράδα Εμπρός βάνει τους Έλληνες και πίσω τους Σουλιώτες Στη μέση τ' Αρχοντόπουλο μοιράζει τους λουφέδες. Κι' ο Κιουταχής σαν τ' άκουσε τα γένεια του τραβάει Τους μουμπασάδες φώναξε και τον Τσέλιο Πιτσάρη Τσέλιο το πώς το βρίσκουμε για τον Καραϊσκάκη; Στον κασαπά μας να μην μπη τ' είνε ντροπή μεγάλη. Καραϊσκάκης τόμαθε το Λάμπρο Βέικο κράζει Πάρε Βέικο τους Έλληνες, σύναξε τα μπουλούκια Θα πάμε να πατήσουμε τα τούρκικα ταμπούρια. Κ' ευθύς τρομπέτα φώναξε και τα μπαϊράκια σκώσαν Σαν τα σαΐνια ρίχτηκαν στα τούρκικα ταμπούρια Δέκα ταμπούρια έπηραν στα δώδεκα πηγαίνουν. Κακό μαντάτ' ακούστηκε μέσ' από τα ταμπούρια «Τον αρχηγό μας λάβωσαν πικρά φαρμακωμένα κι απ' τ' άλογό του έπεσε και πάλι πίσ' ανέβη. Ψηλή φωνίτσα έβαλε ν' ακούση το ασκέρι Έλληνες μην κιοτεύετε Έλληνες μη σκορπάτε Εγώ δεν έχω τίποτα μόν' είμαι λαβωμένος. Για πάρτε με και σύρτε με στο έρημο τσαντήρι Να πλύνω τη λαβωματιά και πάλι πίσω νάρθω ». Τον κλαί' η μαύρη Ρούμελη τον κλαίει ο κόσμος όλος, Τον κλαίνε όλ' οι Έλληνες και οι καπετανέοι Τ' είν' το κακό που πάθαμε τούτο το καλοκαίρι Τον αρχηγό μας χάσαμε τον ήρω Καραΐσκο!»

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Ν Ο Τ Α Ρ Α 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1827

Τρία πουλάκια κάθονται ψηλά στο Πεντεσκούφι. Τόνα τηράει τη Ρούμελη τ' άλλο κατ' την Αθήνα Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει! Κάτσε Γιάννη μ' κι αφέντευε σαν τσ' άλλους Μωραΐτες και μη γυρεύεις πόλεμο μη θες να πολεμήσης. Εγώ δε γένουμ' άπιστος σαν τσ' άλλους Μωραΐτες· Εψές μούρθαν τα γράμματα να πάω στην Αθήνα Απ' το Φαβιέ, απ' τς αρχηγούς κι απ' τον Καραϊσκάκη Να μάσω ασκέρι διαλεχτό όλο Μωραϊτάκια. Ο Γιάννης εξεκίνησε και πάει στην Αθήνα.

ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

— Έλα συχάστε, διαβολάκια!

— Γιαννάκη — Γιαννακάκη — κομάτι κρεατάκι...

Εις μεγάλην στενοχωρίαν ευρίσκετο ο Γιαννίκης, ο γιος του κυρ Νικόλα του μυλωνά. Όπου εγύριζε τα μάτια του, όπου άπλωνε τα χέρια του δεν έπιανε άλλο από Καλικαντζάρους. Ήταν τόσοι δα κοντοί, σαν ένα καρύδι και είχαν τα γένεια μακρυά και τα πόδια τους τράγινα και ένα μυτερό ψηλό σκούφο εις το κεφάλι τους. Εσκέπαζαν όλο το πάτωμα του μύλου· βελόνι να έριχνες δεν θα έπεφτε χάμω.

Ο γιος του μυλωνά έψηνε εις την σούβλα χοιρινό και το ξύγκι καθώς έσταζε εις τα κάρβουνα έβγαζε καπνό και πεντοβολούσε, που ήταν να λιγώνεται κανείς. Τα διαβολάκια φυσικά λυχούδικα δεν ημπορούσαν να κρατηθούν και τα μικρά σαν καρδαμόσπορος μάτια τους, άναβαν όπως τα κάρβουνα της θράκας. Εκείνα τουλάχιστον ερουφούσαν το λίπος· μα οι Καλικάντζαροι;

— Γιαννάκη — Γιαννακάκη — κομάτι κρεατάκι! εζητιάνευαν αδιάκοπα, κολλόντας απάνου εις τον Γιαννάκη σαν τσιμπούρια.

— Έλα, συχάστε διαβολάκια· τους έλεγε καλοπιαστά εκείνος.

Και κάθε τόσο για να τα ξεφορτώνεται, έβγαζε από τη σούβλα μισοψημένο κομάτι κρέας και το έριχνε στο σωρό! Εκείνοι χυμούσαν, πατής με πατώ σε απάνω εις το κομάτι, ούρλιαζαν, εχτυπιόνταν, δαγκώνονταν συναμεταξύ τους, ως που το κομάτι εχώνευε εις την αχόρταγη κοιλιά μερικών. Οι άλλοι δυσαρεστημένοι ερίχνονταν πάλι εις τον Γιαννάκη τον τσίμπαγαν, τον έκρυβαν ολόκορμον. Και εκείνος επέταε άλλο κομάτι και ύστερα άλλο ως που η σούβλα εκόντευε να μείνη δίχως κρέας και ο γιος του μυλωνά θεονήστικος.

*

Ο πατέρας του αρρώστησε ξαφνικά και έφυγε από το μύλο την αυγή. Ο Γιαννάκης έμεινε στο πόδι του να τελειώση τ' αλέσματα. Κάθε στιγμή φόρτωμα — ξεφόρτωμα. Από τις πλάτες του γαϊδάρου έσερνε το σιτάρι στη σκάφη του μύλου και αποκεί πάλι, ζεστό το αλεύρι το έριχνε στο σακκί και το εφόρτωνε ξανά εις τις πλάτες του ζώου. Όλη την ημέρα δεν ήβρε μια στιγμή να ησυχάση το παιδί. Ούτε να φάη καλά — καλά δεν μπόρειε ως που νύχτωσε. Και τόρα που επίστεβε πως ετελείωσαν πια τα βάσανά του, πλάκωσαν οι Καλικάντζαροι και ήθελαν παιχνίδια.

Μπρε όρεξη που την είχαν! Μα και γιατί να μην έχουν; Μήπως δούλεψαν ποτέ τους; Εκόπιασαν στη ζωή τους για το καρβέλι; Κάθονται όλη την ημέρα ξαπλωμένοι στις σπηλιές, χορταίνουν με τις σαύρες και τα φίδια που τους στέλνει η τύχη και βγαίνουν τη νύχτα να παιγνιδίζουν και να πειράζουν τους ανθρώπους. Καλό κι αυτό!

Και ο Γιαννάκης εβασάνιζε το μυαλό του με πιο τρόπο θα πείση τα διαβολάκια να τον αφήσουν να φάη.

— Να σας πω, ρε παιδιά· τους είπε μαλακά.

— Να μας πη ο άγουρος — Ο κολοκυθομάγουλος! .. . Να μας πη ο άγουρος — ο κολοκυθομάγουλος! εβάβιζαν αμέσως ομόφωνα οι Καλικάντζαροι.

Και συνάχτικαν γύρω του, ανέβηκαν εις τα γόνατά του, εσκάλωσαν εις τους ώμους του· άλλοι κρεμάστικαν από τα μουστάκια και το κοντό γενάκι του, και για μια στιγμή τον σκέπασαν όλον, σαν ήμερο γατάκι οι ποντικοί. Χαχάνιζαν μεταξύ τους σαν χήνες· τον τσιμπούσαν στα γυμνά τάχα για να τον χαϊδέψουν· τον δάγκωναν τάχα για να τον φιλήσουν και τριτς — πριτς! τριτς — πριτς! τριτς — πριτς! έτριζαν και πορδοκοπούσαν ξαδιάντροπα, που έκαμαν το μύλο να βρωμάη σκορδίλας.

Και παπάς θα γένης Κώστα — έτσι το φερε η κατάρα· εσκέφτηκε ο Γιαννάκης. Έτσι που βρέθηκε ολομόναχος μέσα στο μύλο, όλα έπρεπε να τα υποφέρη. Τίποτε δεν μπορούσε να κάμη. Έπειτα ήξερε καλά πως οι Καλικάντζαροι, μόνον τα Δωδεκάημερα γυρίζουν εις τη γη και θέλουν να πειράζουν τους ανθρώπους. Όλον τον άλλο χρόνο βρίσκονται κάτω εις τα βαθειά και τ' άπατα και πριονίζουν το Δέντρο της Ζωής που βαστάει τον κόσμο, με την κακή πρόθεσι να καταστρέψουν τον κόσμο. Πριονίζουν πριονίζουν ως τα Δωδεκάημερα και δεν απομένει παρά μια φλούδα. Τότε όμως το αφίνουν και βγαίνουν εις τη γη για να χαρούν την ελευθερία που έχουν από τον Παντοδύναμο να πειράξουν τους ανθρώπους. Το ξέρουν πως άμα γυρίσουν πάλι, θα εύρουν το Δέντρο θρεμένο και φτου κι από της αρχής.

Μα το αφίνουν· γιατί η χαρά τους να πειράζουν τους ανθρώπους είνε πολύ μεγάλη. Μα πόσο θα είνε η βασιλεία τους ακόμη; συλλογίζεται ο Γιαννάκης. Αύριο θ' αγιάσουν τα νερά και με το χάραμα τα δαιμόνια θα φύγουν φοβισμένα για να κρυφτούν πάλι εις τις σπιλιές τους. Ώρες έχουν ακόμα. Και αυτές τις ώρες πρέπει να κάμη τρόπο να τις περάση όσο μπορέση καλήτερα μαζί τους.

— Μα συχάστε λοιπόν να σας πω! λέει με χαμόγελο, πιάνοντας μερικούς απαλά για να τους ξεκολλήση από πάνω του.

— Έλα — λέγε ...

— Καθήστε πρώτα χάμου.

Ακούστικε ένα δυνατό φαπ! σα να έσκασε καμιά φούσκα γεμάτη αέρα και όλοι οι Καλικάντζαροι βρέθηκαν κατάχαμα. Και εκεί που περίμεναν περίεργοι να τον ακούσουν, ο γιος του μυλωνά σοβαρός έβγαζε από τη σούβλα το κρέας κι έχαφτε ζεστά καφτά τα κομάτια.

— Έλα, θα μας πης; είπαν πολλοί ανυπόμονα.

— Μωρέ θα μας πης! είπε θυμωμένα και ο Μπάκακας.

Αυτός ο Μπάκακας είνε ένα γεροντάκι με άσπρη γενειάδα, μακρυά όσο δυο οργιές και από κάθε τρίχα της κρέμεται και ένα καλικαντζαρόπουλο, όπως εις τα ψιλά κλωνιά οι κουρμάδες. Όταν περιπατεί και σέρνεται η άσπρη γενειάδα του εις το χώμα, καθώς πηδούν τα Καλικαντζαρόπουλα απάνω, θαρρείς πως πηδούν τα ψάρια στην απόχη. Κρατούσε εις το χέρι του ένα λιανό ραβδί — το σκήπτρο του — και μ' εκείνο εγινόταν σεβαστός εις τους συντρόφους του. Ο Γιαννάκης εκατάλαβε πως δεν μπορούσε να παίξη για πολύ με τον παμπόνηρο Μπάκακα και ηθέλησε να μιλήση. Μα δεν μπόρεσε γιατ' είταν μπουκωμένος και βιαζότανε να καταπιή το κρέας που του ζεμάτισε το στόμα. Και όσο εβιαζόταν τόσο εκιντύνευε να πνιγή και άνοιξε τα μάτια του σαν τάλλαρα.

Το γεροντάκι κατάλαβε κι έγνεψε με θυμό εις τη συντροφιά. Εκείνοι χύθηκαν σαν μανιασμένοι απάνω στη σούβλα, άρπαξαν τα κρέατα, τα σκόρπισαν κατάχαμα και άρχισαν να τα κλωτσοπατούν με πείσμα.

— Τρίτσι — πριτς .. . τρίτσι — πριτς . . . έκαναν κοιτάζοντας με γέλοια και χάχανα το Γιαννάκη.

*

Ωστόσο ο μυλωνάς κάτι έφαγε και αν δεν εχόρτασε κάπως εκράτησε την πείνα του. Για τούτο δεν τον έμελλε και πολύ. Θύμωσε όμως περισσότερο για τα βρωμερά παιγνίδια τους και απάνω εις το θυμό του, άρπαξε ένα δαυλί αναμμένο και το έριξε απάνω στα διαβολάκια.

Τρίτσι — πριτς!. . . τρίτσι — πριτς! .. . τρίτσι — πριτς!

Εσκόρπισαν όλοι εδώ κι εκεί σαν κοπάδι πρόβατα που βλέπουν το λύκο. Οι Καλικάντζαροι φοβούνται τη φωτιά. Δεν ξέχασαν ακόμα το τι τους έκαμε η πονηρή γριά, λίγο παραμπρός σε μερικούς απ' αυτούς. Τους ξεγέλασε, τους έκλεισε εις ένα μικρό βουτσί και τους έκαψε ολοζώντανους. Και γιατί αυτό; Γιατί τ' αναθεματισμένα πήγαν και ντρόπιασαν την κόρη της στον ύπνο. Την γκάστρωσαν κι από τότε είνε τα καλικαντζαρόπουλα στον κόσμο . . .

Ως τόσο ο Γιαννάκης άρχισε να σκέπτεται εις τα σοβαρά πώς να γλυτώση από δαύτους. Η νύχτα πήρε δρόμο· σε λίγο θα ξημέρωνε παραμονή των Φώτων και έπρεπε να πάη το άλεσμα σπίτι του, για να ζυμώσουν τα ψωμιά. Μα πώς να κάμη να ξεφύγη τα δαιμόνια;

— Παιδιά, χορεύουμε; ρώτησε ξαφνικά πηδόντας ορθός.

— Ναι, χορεύουμε! είπαν όλοι πρόθημα.

Και άρχισαν να κινούν τα αραχνένια πόδια τους, άλλοι να σηκώνουν ψηλά τα χέρια, να φωνάζουν βραχνά, να σφυρίζουν κι ένας μικρός άρπαξε από κάπου ένα κουρέλι και το κουνούσε για μαντίλι τάχα.

— Όχι μέσα· είπε ο Γιαννάκης. Έξω, στο φεγγαράκι.

— Ναι έξω! εσυμφώνησαν όλοι.

Και κοπαδιαστά εχύθηκαν έξω και γέμισαν την αυλή του μύλου. Το φεγγάρι ήταν εις το μεσουράνημα· τα άστρα της αυγής ένα με το άλλο φαίνονταν λαμπρά εις τον ορίζοντα. Ο αγέρας που όλη τη νύχτα φυσούσε άγριος και κουνούσε τα δέντρα, εσάρωσε κάθε σύγνεφο από τον ουρανό. Μακρυά φαίνονταν τα βουνά που έκλειαν ολόγυρα τον πλατή κάμπο. Τα φύλλα των δέντρων λουσμένα γιάλιζαν με την αυγινή δροσιά.

Οι Καλικάντζαροι με το γιο του μυλωνά χόρευαν και χόρευαν. Οι στριγγές φωνές τους γίνονται ένα με τα νυχτοπούλια και τα τριζόνια.

— Μωρέ παιδιά· τάλογο φρουμάζει· είπεν ο Γιαννάκης ξαφνικά. Να ιδώ μια ματιά κι έφτασα.

Εμπήκε βιαστικά εις το μύλο, εφόρτωσε δύο σακιά αλεύρι στο άλογο, μπήκε σ' άλλο σακί κι έπεσε απανογώμι εις το σαμάρι. Ντι! το ζώο και βγήκε από την άλλη πόρτα, πέρνωντας το δρόμο του χωριού.

Ως τόσο οι Καλικάτζαροι είχαν τόση όρεξη για χορό, που δεν επρόσεξαν καθόλου πως έλειπε ο μυλωνάς. Ένας με τον άλλον έμπαιναν μπροστά και χόρευαν διαβολεμένα κι ετραγουδούσαν δυνατά:

— Χορεύ' η λάσπη κι η σβουνιά κι η γιδοκακαρέτζα· χορεύει το παλιόσκουτο με την παλιανδρομίδα!...

— Μωρ' ο μυλωνάς τι έγινε; ερώτησεν έξαφνα ο Μπάκακας.

— Ναι, ο μυλωνάς! πού είν' ο μυλωνάς! ερώτησαν και οι άλλοι μεταξύ τους.

Μερικοί έτρεξαν αμέσως εις το μύλο, έφεραν γύρα όλα τα σακιά, έψαξαν εις τη σκάφη, κοίταξαν το βαρδάρι, χώθηκαν και κάτω από τη μυλόπετρα μα πουθενά Γιαννάκης.

— Έφυγε! είπαν κοιτάζοντας ένας τον άλλο με απορία και οργή,

— Τι να κάνουμε;

— Να τον φτάσουμε επρόσταξε θυμωμένος ο Μπάκακας.

Εις την στιγμήν εχάθηκαν όλοι σαν ανεμοστρόβιλος εμπρός, πατώντες τη λάσπη με φωνές και θόρυβο, σαν κοπάδι τσακάλια που βαδίζουν. Σε λίγο πρόφτασαν το άλογο του Γιαννάκη που πήγαινε εις το χωριό με το κανονικό βήμα του. Τριγύρισαν όλοι τ' άλογο και κοίταξαν ν' ανακαλύψουν το μυλωνά.

— Να τόνα πλευρό, να και τ' άλλο, να και τ' απονογώμι· μα ο μυλωνάς που είνε; ερωτούσαν μεταξύ τους αγαναχτισμένοι.

— Πίσω θάμεινε· είπε ο Μπάκακας. Αμέσως τόβαλαν όλοι πίσω με σουρητά, τριποδίζοντας σαν άγρια πουλάρια. Έψαξαν όλο το δρόμο ως το μύλο, τους τράφους και τα βάτα, σήκωσαν και τα λιθάρια ακόμη μα δεν απάντησαν πουθενά το Γιαννάκη. Εγύρισαν τότε πάλι κοντά εις το άλογο, που επήγαινε ήσυχα το δρόμο του και άρχισαν με περισσότερο πείσμα το ψάξιμο.

— Να τόνα πλευρό, να και τ' άλλο, να και τ' απονωγόμι· μα ο κερατάς ο μυλωνάς πούνε; έλεγαν συναμεταξύ τους.

— Μπροστά πάει· φώναξε πάλι θυμωμένος ο Μπάκακας.

Τόρα έτρεξαν όλοι μπροστά, έψαξαν όλο το δρόμο ως τα πρώτα σπίτια του χωριού.

Ως τόσο ο Γιαννάκης χωμένος εις το σακί και μ' όλο του το φόβο, δεν μπορούσε να κρατήση τα γέλοια, όσο έβλεπε τα τρεχάματα των Καλικατζάρων. Κάποτε σήκωνε φοβιχτά το κεφάλι και κοίταζε ανυπόμονα εμπρός να ιδή το χωριό του. Τέλος κάτω από το πρώτο γλυκοχάραμα το είδε αριστερά, με τις πολλές μουριές του και τα άσπρα σπιτάκια του.

— Ξύλα κούτσουρα — δαυλιά καϋμένα! εφώναξε αμέσως με όλη του τη δύναμη.

Οι Καλικάτζαροι εγύρισαν και είδαν κι εκείνοι το χωριό. Κρύος φόβος τους κυρίεψε αμέσως και στάθηκαν για κάμποση ώρα άφωνοι, άλαλοι όπου βρισκόταν καθένας, σαν καρφωμένοι. Την ίδια στιγμή ακούστηκε από το χωριό το πρώτο λάλημα του πετεινού — Κουκούκου!...

— Πάμετε! είπε πικραμένος ο Μπάκακας, όταν είδε το Γιαννάκη καθισμένον απάνω εις το άλογό του να τους περιγελά. Δεν είνε πια δουλειά στον κόσμο. Οι άνθρωποι μας πέρασαν.

Και σηκώνοντας το ραβδί του ψηλά σα σημαία μπήκε μπροστά και οι άλλοι τον ακολουθούσαν φωνάζοντας:

Φεύγετε να φεύγουμε γιατ' έφτασ' ο τουρλόπαπας με την αγιαστήρα του και με την πλαστήρα του. Μας έβρεξε, μας άγιασε και μας καψοκώλιασε!...

Τριτς — πριτσ! τριτσ — πριτσ! τριτσ — πριτσ!

1 8 2 1

Του Λεωνίδα το σπαθί Κολοκοτρώνης το κρατεί Κι όποιον τ' αντιδή λαβώνει Τους Περσάνους θανατώνει.

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Κ Α Π Ε Τ Α Ν Β Ε Ρ Ρ Α 10 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1825

Τρία πουλάκια κάθουνται στο κάστρο του Χλιμούτσι. Τώνα τηράει τα Λεχαινά και τ' άλλο τη Γαστούνη Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει: — Θε μου το τι να γίνηκαν του Κάμπου οι λεβέντες, Μήτε στον Κάμπο φαίνουνται μήτε και στη Γαστούνη Μας είπαν κάνουν πόλεμο μέσα στον Άι Νικόλα. Τριακόσοι διαλεχτήκανε μέσ' από το Χλιμούτσι Μεντάτι να τους γένουνε για να τους λευθερώσουν. Τη στράτα που πηγαίνανε τη στράτα που πηγαίνουν 'Στ' Αμπέλι' απαντηθήκανε με τους στραβαραπάδες. Πρώτη φωτιά που δώσανε σκοτώνουνε διακόσους. Μα πιασε μια ψιλή βροχή κι ένας βαρύς χειμώνας; νοτίσαν τα φουσέκια τους δεν πιάνουν τ' άρματά τους κι ο Βέρρας όπου τ' άκουσε σαν τ' άτι χλημιτράει — Παιδιά σηκώστε τις ποδιές και σφίχτε τα τσαρούχια γιουρούσι για να κάμουμε μέσ' στους στραβαραπάδες. Τα γιαταγάνια τράβηξαν στα δόντια τους τα βάνουν. Μα ήταν οι μούροι λιγοστοί μα ήταν οι δόλοι λίγοι. Κανένας δεν απόμεινε απ' τους παληούς συντρόφους.

Τ Ο Μ Α Γ Ε Μ Ε Ν Ο Κ Ο Υ Τ Ι

Επεράσαμε το ποτάμι της Καμινίτσας και εσταθήκαμε εις τα Νιφορέικα. Το χωριό είνε από χαμηλά σπιτάκια και από λίγες καλύβες που κατοικούν αλβανόφωνοι ποιμένες και γύφτοι. Θεωροίται απ' όλους η μέση του δρόμου από Λεχαινών εις Πάτρας και οι ταξιδιώτες συνήθιζαν να κάνουν εκεί τους πολυωροτέρους σταθμούς των.

Τόρα ο ήλιος είχε δύσει. Το σκοτάδι ήρχετο και οι καρρολόγοι απεφάσισαν να ξενυκτίσουν εκεί. Εξέζεψαν τ' άλογά τους και αφού τα έτριψαν καλά με δεμάτι από άχυρο για να στεγνώσουν τον ίδρωτα τους, τα εσκέπασαν με μεγάλα μάλλινα σκεπάσματα και τα έδεσαν εις το παχνί. Έπειτα εμπήκαμεν όλοι εις το χάνι, γιατί και το ψύχος άρχισε να τσούζη.

Το χάνι ήτο μικρό παλιόσπιτο με αυλήν εις το οπίσω μέρος, με το απαραίτητο πηγάδι και υπόστεγο για τ' άλογα. Για τους ανθρώπους καμμιά φροντίδα δεν έχει ο χατζής, γιατί αυτοί συνειθίζουν να κοιμούνται κοντά εις τα πόδια των αλόγων τους ή απάνω εις τα κάρρα.