Διηγήματα του Γυλιού

Part 4

Chapter 4 5 words Public domain Markdown

Και το βαρύ τετράγωνο οικοδόμημα δεν μοιάζει πια στρατώνας, αλλά ναός, μέγας και σιωπηλός ναός που τελείται μυσταγωγία. Κάπου ν' ακουσθή κανείς καλπασμός αγγελιοφόρου. Κάπου να φανή καμία στρατιωτική στολή. Ο θυρωρός μισοκοιμάται ξαπλωμένος στο κάθισμά του. Οι διάδρομοι χάσκουν αδειανοί. Οι τοίχοι και το πάτωμα αλληλοκαθρεφτίζονται στην λάμψιν τους φιλάρεσκα. Και τα σπαθιά τ' αράθυμα, κοίτονται τόρα σωριασμένα εις τις γωνίες σαν περιττά παλιο — σίδερα. Κλαίνε τη λεβεντιά και τη μοίρα τους. Κανείς δεν τα χρειάζεται· ούτε θα χύσουν αίμα, ούτε θα λιανίσουν κόκκαλα. Ο Άρης ο δικός τους ευνουχίστηκε...

Όμως την ίδια ώρα κάποιος ίσκιος εφάνηκε. Είνε η Υγεία. Δάφνινο στεφάνι κάθεται στο κεφάλι της. Ένα ραβδί στο χέρι και στο άλλο φιάλη ολόχρυση. Μεγάλο φίδι, μακρύτατο, διπλώνεται και ανεβαίνει από τη μέση στους κόρφους της. Βαδίζει αργά και μεγαλόπρεπα η Υγεία. Την ακολουθούν η Ιασώ, η Πανάκεια και ο Τελεσφόρος, τυλιγμένοι σε μακρυά πέπλα. Μπαίνουν ελαφρά από θάλαμο σε θάλαμο, πλησιάζουν εις τα κρεββάτια των άρρωστων, εδώ αφίνουν τον Ύπνο — ένα φτερωτό σγουρόμαλλο παιδί που ακουμπά σε λαμπάδα και κρατεί αγκαλιές παπαρούνες· εκεί παραιτούν τα Όνειρα — κάτι παιδιά παχουλά, ωμορφοντυμένα, γελαστά. Και στην παρουσία τους τρέχουν να κρυφθούν φοβισμένες οι Ασθένειες ο Πόνος και αυτός ο θάνατος.

Η Υγεία έτσι προχωρεί με την καλόβουλη συντροφιά της, φθάνει εμπρός εις τα σπαθιά. Τα κοιτάζει με συμπάθεια κι εκείνα, σαν να βλέπει άρρωστο, χαμογελάει. Έπειτα βουτά το κρινάτο χέρι της στο υγρό της φιάλης, το τινάζει απάνω τους και ψιθυρίζει πονετικά:

— Να μη βασκαθήτε!...

Τ' Α Ρ Μ Α Τ Α

Τ' ανδρειωμένου τ' άρματα δεν πρέπει να πουλιώνται Μόν πρέπει να είνε σ' εκκλησιά κ' εκεί να λειτουργιώνται. Να κρέμωνται ψηλά ψηλά σ' αραχνιασμένον πύργο Σκουριά να τρώει τ' άρματα κ' η γη τον αντρειωμένο.

Ν Α Υ Μ Α Χ Ι Α Τ Η Σ Κ Α Σ Α Ν Δ Ρ Α Σ 1807

Μαύρο καράβι αρμένιζε στα μέρη της Κασάνδρας Είχε πανιά κατάμαυρα και τ' ουρανού παντιέρα Εμπρός κορβέτα μ' άλικο μπαϊράκι της εβγήκε Μάινα, φωνάζει, τα πανιά! Ρίξε τα, λέγει, κάτω! Δεν τα μαϊνάρω τα πανιά κι ουδέ τα ρίχνω κάτω Μη με θαρρείτε νιόνυφη να βγω να προσκυνήσω Εγώ είμαι ο Γιάννης του Σταθά, γαμπρός του Μπουκαβάλα Τράκο λεβέντες! Ρίξετε στην πλώρη το καράβι! Των Τούρκων αίμα χύσετε, άπιστους μην ψηφάτε! Οι Τούρκοι βόλταν έρριξαν κι εγύρισαν την πλώρη Πρώτος ο Γιάννης πέταξε με το σπαθί στο χέρι. Στα μπούνια τρέχουν αίματα, θάλασσα κοκκινίζει Αλλάχ Αλλάχ! οι άπιστοι κράζουν και προσκυνάνε.

Τ Ο Ζ Ο Υ Δ Ι Ο

Κατά τον περασμένο Οκτώβριο εβγήκα μία ημέρα εις το κυνήγι. Είχε βρέξη και το χώμα ήτο μαλακό και εβούλιαζε εις το πάτημα ως παχύμαλλο καινούργιο ταπέτο. Αι πρώται πνοαί του φθινοπώρου είχαν έλθη και τα δέντρα ήρχισαν να χάνουν τα φύλλα τους, τα οποία κίτρινα υπεχώρουν εις το παραμικρόν φύσημα του ανέμου. Τ' αμπέλια ήσαν έρημα. Κανείς δεν εγύριζε να τα ιδή τόρα που έχασαν τον γλυκόχυμον καρπόν τους, όπως μια μαραμένην καλλονήν. Ο μούστος έβραζεν εις τα βαρέλια και επερίμενε τον Άι δημήτρη διά να χυθή εις τα ποτήρια και να δροσίση τα διψασμένα χείλη κάθε κρασοπατέρα.

Αφού επλανήθην επί πολύ και έκαυσα την μπαρούτη ανωφελώς, εκάθισα το μεσημέρι κοπιασμένος κάτω από μίαν λεύκαν, κοντά εις το χείλος διαυγούς ρυακίου. Έβγαλα από την τσάντα μου ολίγον ψωμί και τυρί, έρριξα το ανάλογο μερίδιον εις τα σκυλιά και έφαγα το υπόλοιπον με μεγάλη όρεξι. Μετά εξηπλώθην εις τον ίσκιο της λεύκας και αφού εσκέπασα με την ψάθα το πρόσωπόν μου προσεπάθουν να κοιμηθώ.

Φαίνεται όμως ότι δεν ήτο πεπρωμένον να κοιμηθώ, διότι μόλις ήρχισε να με κυριεύη η νάρκη, η προηγουμένη του ύπνου, τα σκυλιά ήρχισαν να γαυγίζουν δυνατά. Εσήκωσα το κεφάλι και είδα ερχόμενον προς εμέ με το όπλον επ' ώμου τον αγροφύλακα. Τον εγνώρισα από τον μαύρον στεμματοφόρον σκούφον του.

— Γεια — χαρά· είπε πλησιάζων και στηρίζων κατά γης το όπλον του.

— Καλώς τονε.

— Βάρεσες τίποτε;

— Όχι... δε βρήκα.

— Έχεις καπνό; Έχω από προχτές να πάω στο χωρό και κάηκα για τσιγάρο.

— Έχω· πάρε· του είπα, και του έδωσα φύλλον σιγαροχάρτου.

— Δε θέλω χαρτί· φουμάρω με πούσι. Και έδειξε μικρόν και λεπτόν φύλλον αραβοσίτου που μεταχειρίζονται αντί σιγαροχάρτου για οικονομίαν οι περισσότεροι χωρικοί.

Του έδωκα καπνό και έκαμε τσιγάρο. Αλλά παρετήρησα ότι από καιρού εις καιρόν εσήκωνε τα μάτια και με κοίταζε με κάποια περιέργεια και ανησυχία.

— Έλα κάτσε· του είπα. Γιατί στέκεσαι και σε βαρεί ο ήλιος;

— Όχι! μου είπε χαμογελώντας. Σ' αυτό το δέντρο δεν κάθουνται οι άνθρωποι.

— Γιατί;

Αντί να απαντήση άπλωσε το χέρι και μου έδειξε την ρίζαν του δέντρου. Γύρω εις τον κορμόν της λεύκας το χώμα ήτο σκαμμένο και απάνω του αφημένο ένα σκουριασμένο τσεκούρι. Εις την ρίζαν του κορμού ήσαν ανοιγμένοι τέσσερες λάκκοι και μέσα εις αυτούς είχαν εμπηχθή τέσσερα χοντρά και μεγάλα καρφιά. Εγύρισα και κοίταξα με απορία τον αγροφύλακα.

— Πάμε εκεί κάτω και σου λέω· μου απάντησε. Εσηκώθην και τον ηκολούθησα κάτω από μικράν αχυρίνην καλύβα. Εκεί μου διηγήθη τα ακόλουθα:

Εσείς οι γραμματισμένοι θαρρείτε πως τα ξέρετε ούλα· μα τίποτα δεν ξέρετε με συμπάθειο. Τι το ώφελος σαν ξέρεις γράμματα και δεν ξέρεις να φυλάξης τη ζωή σου;

Ο οξωμάχος γνωρίζει καλήτερ' από σένα πως η καρυδιά λόγου χάριν ή η καστανιά έχουν βαρύν ίσκιο και δεν πάει να κάτση από κάτω της. Πόσοι δεν τόπαθαν το κακό! Άλλος ξύπνησε πιασμένος· άλλος στραβός, άλλος άλαλος κι άλλος με ξυλιασμένα πόδια. Αμ τι; όσα φέρν' η ώρα δεν τα φέρν' ούλος ο χρόνος.

Με τούτο θέλω να σου ειπώ, πως το δέντρο που έγειρες να κοιμηθής είνε στοιχειωμένο. Είδες τα περόνια και το τσεκούρι; Εδώ και δέκα χρόνια κάρφωσε ο Ζούδιαρης εκεί το Ζούδιο του κατακαϋμένου του Αντώνη... Πήγε απ' αγάπη το δυστυχισμένο το παιδί. Και τι παιδί! μάλαμα! Σταλιά νερό δε θόλωνε ποτέ του. Την Κυριακή σα νύφη περπάταγε στο παζάρι· την καθημερινή δούλευε σα σκυλί. Κοίταζε όπως όπως να οικονομήση τις δόλιες του αδερφάδες. Ο πατέρας του ήταν αρρωστιάρης· ποτέ δεν έβλεπε γεια. Μια λυκοφαμελιά και όλοι από τον Αντώνη κρεμόσαντε.

Μα είδες που λέει: κάθε φτωχός κι η Μοίρα του. Δεν έσωναν τα τόσα που τράβαγε, πήγε ν' αγαπήση κι όλα. Και ποια ν' αγαπήση; Μια που δεν ήταν για δαύτονε. Ήταν πλούσια η κόρη, με γράμματα και με καλά πιθέματα. Έπειτα ήταν και ξένη. Εγώ — τι να σου ειπώ — τις ξένες δεν τις χωνεύω. Αλλοιώς είνε μαθημένες κι αλλοιώς βρίσκουν: Παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είν' και μπαλωμένο.

Ξέχωρ' απ' αυτό η κόρη ήταν παιγνιδιάρα αλαφαλού. Ήξερε, που λες, πως τον πλούσιο ότι κι αν τον πουν δεν τον φτάνουν τα λόγια. Εμείς οι φτωχοί είνε να στεκόμαστε μη στάξη και μη βρέξη. Κάλλιο νάβγη το μάτι σου παρά τ' όνομά σου.

Ο Αντώνης ήταν ώμορφος, πολύ ώμορφος νέος. Ήξερε κάτι γραμματάκια, έλεγε κάποτε και τον Απόστολο στην εκκλησία. Θες από δω, θες από κει έπιασαν την αγάπη.

Εδώ στα δικά μας τα χωριά τόχουμε. Κάθε νιος δουλευτής, τα πρώτα λεφτά που θα πάρη απ' τη δουλειά του, θα κάμη μια αλλαξιά ρούχα. Έπειτα δεν τον γνοιάζει πια· τα δίνει όλα στο σπίτι. Εμ καρολόγος είνε, εμ τσαγκάρης, εμ σκαφτιάς, τη γιορτή θα είνε φριγγί.

Έτσι κι ο Αντώνης. Μα τόρα το παράκανε Γιορτή καθημερνή ένα το είχε: Καθισιό κι αναπαή κι από καιρού καζάντι. Στο σπίτι του άρχισαν να πεινάνε.

— Γιατί, παιδί μου. δεν πιάνεις δουλειά; τον ρώταγε η κακομοίρα η μάνα του.

Δεν έχει δουλειά· έλεγ' εκείνος βάζοντας το κεφάλι κάτου.

Κι έφευγε· μα όποιος τον έβλεπε ένοιωθε με τι ντροπή έλεγε το λόγο. Ωχ! κλαίγε τον οποίος πιαστή σε αγάπη. Του πουλιού ο νους στο κεχρί κρέμεται.

Σε λίγο εμαθεύτηκε στο χωριό πώς ο Αντώνης αγάπαγε τη Φροσύνη — έτσι την έλεγαν τη νια. — Ο κόσμος, καθώς ξέρεις, και στην αγάπη ακόμα δεν κατηγορεί παρά το φτωχότερο. Ο πλούσιος ότι κι αν κάμη καλά καμωμένα: Του φτωχού είνε καρύδια και βροντάνε· του πλούσιου είνε σύκα και δεν ακούγονται. Σα να λέμε ο φτωχός δεν πρέπει, νάχει καρδιά· δεν πρέπει ν' αγαπάει!

Πολλοί του το είπαν του παιδιού. — Όπου δε φτάνει το χέρι σου μην απλώνης.

Η μάνα του η άμοιρη σαν τ' άκουσε την έπιασε ο χτύπος — ήταν αρρωστιάρα η δόλια — κι έμεινε τρεις ώρες ξερή. Όχι πώς δεν το ήθελε η γριά να πάρη ο γιος της τη Φροσύνη. Θες στραβέ τα μάτια σου; — μαγάρι να είχα τόνα. Ποιος δε θέλει το καλό; Μα ένοιωθε πως ήταν δύσκολο να γένη και φοβότανε μη χάση το παιδί της. — Το παιδί μου δεν πάει τον ίσιο δρόμο! έλεγε κουνώντας το κεφάλι.

— Τ' είν' το κακό που σε συγκολλήθηκε παιδί μου. Βγάλτο να μη σε φάει και χαθούμε. Η κοπέλλα δεν είνε για το φτωχικό μας.

Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα λυγίση ο κλώνος και θα σου φύγη το πουλί και θα σου μείνη ο πόνος!

Μα πού να ιδή, πού ν' ακούση ο Αντώνης.

— Μ' αγαπάει· έλεγε.

Κι έτσι με την ελπίδα ζούσε.

Πέρασαν κάμποσα χρόνια· η Φροσύνη ήταν στον καιρό της· δεκαεφτά χρονών κορίτσι.

Εδώ στα χωριά μας ότι είνε να γένη πρώτα — πρώτα θα το μάθουν οι γυναίκες. Την ημέρα έξω στις αργατιές και το βράδυ — βράδυ στις αυλές τους κάθουνται και τα ξομπλιάζουν η μια με την άλλη.

— Τάμαθες κυρά Γιάννενα; Τως και τως ο τάδε με την τάδε.

— Τι λες καλότυχη; αλήθεια!

— Ναι, ναι· — μα την ψυχούλα μου την αμαρτωλή! Αμ' εγώ τα μυρίστηκα από καιρού, αδερφή δεν τάλεγα;... Κι είνε — πού ήσαι — είνε κι η άλλη δουλειά· άκουγεμε μένα.

— Θε μου γλύτωνε που καταντήσαμε!

Και μαγουλοτραβιόνται τάχα.

Έτσι εμαθεύτηκε σε λίγο πως τη Φροσύνη την πέρνει ένας έμπορος από την Πάτρα.

Ο Αντώνης τόμαθε. — Είνε ψέμα! είπε. Κι είχε δίκιο να ειπή πως είνε ψέμα το παιδί, αφού η κόρη του έκανε νοήματα ακόμη.

Σε λίγο γίνηκαν και οι αρρεβώνες. Ξέρεις πώς γένονται οι αρρεβώνες εδώ. Δύο τρεις πάνε τη νύχτα με το γαμπρό και τον παπά στο σπίτι της νύφης, αλλάζουν το δαχτυλίδι και τελειώνει η δουλειά.

Ο Αντώνης πού ν' ακούση, πού να πιστέψη τέτοιο πράμα! Βλέπεις η αγάπη στραβώνει.

Έπειτ' από λίγο έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Ο γαμπρός ήρθε και ο γάμος θα γινότανε την Κυριακή.

Από τότες έπαψε και η κόρη να κάνη νοήματα του Αντώνη. Όπου τον έβλεπε του γύριζε τις πλάτες... Α! δε θέλεις άλλο ψευτότερο πράμα από τη γυναίκα. Σήμερα μπορεί να σου λέει πως πεθαίνει κι αύριο να σου κουνάει κλαρί. Κάπου μ' είδες κάπου σ' είδα.

Ο Αντώνης ήταν παιδί με καρδιά· δεν είπε τίποτα. Μάλιστα πήγε μαζί με το συμπεθεριό στην εκκλησία, φίλησε και τα στεφάνια... Εγώ ήμουν σ' ένα στασίδι αντίκρυ και τον κοίταζα. Ήταν κίτρινος σαν το θειαφοκέρι· τα χείλη του μαραμένα έτρεμαν. Πήγε σιγά, φίλησε τα στεφάνια, έπειτα γύρισε και ακούμπισε σε μια κολώνα. Έβγαλε το μαντήλι και τόβαλε στα χείλη του. Το μαντήλι μάτωσε.

Από τότε το κατάλαβα.

— Κρίμα στο νιο! είπα μέσα μου

Όταν γύρισε στο σπίτι ο Αντώνης ηύρε τη μάνα του στη γωνιά να κλαίη ... Την έτρωγαν τα φίδια.

— Σώπα, καϋμένη μάνα. που κλαις! είπε της γριας να την παρηγορήση. Έτσι ήταν γραφτό, Εγώ το ξέρω· πάντα άτυχος θα είμαι.

Κι έπεσε στη δουλειά με τα μούτρα. Ήταν η εποχή που καίνε τα καμίνια για κεραμίδια. Μπήκε σύντροφος σ' ένα καμίνι κι έβγαζε παράδες. Δέκα δραχμές το μεροκάματο του ερχότανε.

Η κακομοίρα η μάνα του πέταγε από τη χαρά της.

Πάει το παιδί μου. ξέχασε! έλεγε. Ο Θεός με λυπήθηκε.

Μα δεν το χάρηκε πολύ. Μια βδομάδα ήταν όλη η προκοπή του Αντώνη. Έπειτα παράτησε το καμίνι κι έτρεχε δώθε κείθε στις εξοχές· ούλο τ' απόσκια έπιανε.

Μια φορά έλειψε κάμποσες ημέρες από το σπίτι. Η μάνα του υποψιάστηκε.

— Τι να έγινε το παιδί μου; είπε.

Κι επήρε τις αργατιές ρωτώντας τους στρατολάτες, και μυρολογώντας αδιάκοπα. Πού δεν επήγε; ποιον δεν ερώτησε; Τα πόδια της έβγαλαν νερό από τις στράτες· τα φουστάνια της εκουρελιάστηκαν από τ' αγκάθια. Το ηύρε τέλος μέσα σ' έναν τράφο και μαυλίζοντάς το σαν σκυλάκι το έφερε στο σπίτι της. Μα πώς το έχασε πώς το ηύρε! Όλοι το ένοιωσαν πως έπαθε απ' αγέρι. Κάποιος είπε πως το είδε να ξεμεσημεριάζεται κάτω από μιαν αγριλιά — ξέρεις η αγριλιά έχει βαρύν ίσκιο.

Η γριά έπεσε στου Θεού τα χέρια. Έταζε λαμπάδες, έκανε παράκλησες, επήγε με τα γόνατα στην Παναγία· μα το παιδί όλο στο χειρότερο. Κάθε Κυριακή το έφερναν στην εκκλησιά και το απόθεταν σωρό — κουβάρι μπροστά στην Ωραία Πύλη. Εκαθόταν ως την ώρα που θα έβγαιναν τ' Άγια ήσυχο και ακίνητο σαν ζωντόβολο. Με μόλις ακουγόταν από μέσα η φωνή του παπά «τας θύρας... τας θύρας!...» έβανε κάτι αγριοφωνές που έτριζαν τα γιαλιά της εκκλησιάς και ίδρωναν τα εικονίσματα. Ίδρωναν τα εικονίσματα κι ετρόμαζε ο λαός από τα λόγια του. Κάτι τι λάγνο και κάτι βρωμερό εμόλυνε για μιας του ναού τ' άδυτα, έφερνε τη ντροπή και στων γερόντων τα πρόσωπα. Και ποιος να το κρατήση, ποιος να το συμμαζέψη τότε; Έκοβε τα σχοινιά, εχτύπαε τις αλυσσίδες, όσο που έπεφτε λυποθυμισμένο στις πλάκες.

Είδαν κι απόειδαν έστειλαν να φέρουν το Ζούδιαρη από το Ιμάμ Τσαούση.

— Έχει τον Ανάποδο μέσα του· είπε ο Ζούδιαρης άμα είδε το παιδί.

Ο Ανάποδος — θα έχης ακουστά — είνε ένας διαβολάκος τόσος δα, μια πιθαμή. Όπου γίνεται τραπέζι, όπου φιλονεικούν, όπου χαρτοπαίζουν εκεί βρίσκεται. Αν τύχη και βλαστημήση κάποιος την ώρα που ο άλλος πίνει ή χασμουριέται, μπαίνει μέσα του και του βυζαίνει το αίμα... Για κείνο — άκου που στο λέω — άμα ακούς και βλαστημάν να φτεις... Μη γελάς· δεν ξέρω, μπορεί να μην είνε τίποτα· κάνε το εσύ: Το καλό πάντα καλό είνε.

Το παιδί σαν αντίκρυσε το μάτι του Ζούδιαρη έπαψε τις φωνές και λάιασε. Ηύρε το μάστορή του είδες που λέει.

Ο Ζούδιαρης είπε σε καμιά δεκαριά ανθρώπους να πάρουν τα ντουφέκια τους και να πάνε κοντά του.

Εγώ — είμαστε μια πόρτα με τον Αντώνη — είδες που λέει: ο Θεός κι ο γείτονας· πρώτα θα ιδής το γείτονά σου κ' έπειτα τον ήλιο — πήρα το ντουφέκι μου, το γιόμισα με το ζερβί χέρι — έτσι μας είπε ο Ζούδιαρης και πήγα κοντά. Σε λίγο ήμαστε όξω από το χωριό. Μπροστά πήγαινε το παιδί ήσυχο σαν αρνάκι. Πίσω πήγαινε ο Ζούδιαρης με τα περόνια και το τσεκούρι στα χέρια· και παραπίσω εμείς.

— Να τος! βαρείτε του! μας λέει ο Ζούδιαρης σαν είδε ένα δέντρο.

Εμείς δεν είδαμε τίποτα από το φόβο μας ρίξαμε στα στραβά. Μπαμ! μπουμ! κόσκινο το δέντρο.

— Δεν τον πετύχαμε· λέει ο Ζούδιαρης. Να τος, πέρα πάει.. .

Και άρχισαν τα τρεχάματα, μπροστά εκείνος με το παιδί και πίσω εμείς, μέσα στα χωράφια και τις σταφίδες λαχανιάζοντας. Σε κάθε δέντρο που απαντούσαμε διάταζε ο Ζούδιαρης και αδειάζαμε τα ντουφέκια. — Μπαμ! μπουμ!

Μας παίδεψε ο αναθεματισμένος. Γυρίσαμε από τον Άιθανάση στ' Αληκανιωτέικα, το Καταράχι, τα Κατσαπέικα, μα τίποτα.

Ο Ζούδιαρης το είχε ειπωμένο:

— Είνε δυσκολοβάρετος ο Ανάποδος.

Να μην τα πολυλογώ φτάσαμε και στη λεύκα, που έγειρες να κοιμηθής. Καθώς βλέπεις, άλλο δέντρο μεγάλο δεν είνε εδώ πέρα.

— Σταθήτε· μας λέει ο Ζούδιαρης· εδώ θα κάτση· αλλού δεν έχει να πάη. Ετοιμάστε τα ντουφέκια σας και άμα σας πω βαράτε.

— Μπαμ μπουμ! ρίξαμε άμα μας είπε.

— Άου! άου! άου! ούρλιασε το παιδί.

Το πετύχαμε το ζούδιο. Μα έννοια σου κι εμείς διορθωθήκαμε! Αλλουνού έσπασε το ντουφέκι, άλλος αιματοκυλίστηκε. Εμένα μου φάνηκε πως μ' έπιασε κάποιος από τη μπούκα μ' έσπρωξε κ' έπεσα ανάσκελα στον τράφο.

Μα ο Ζούδιαρης κάρφωσε στο δέντρο το ξωτικό. Άξαφνα νοιώθομε μια μυρουδιά σαν καϋμένη θειάφι κι ακούμε ένα φοβερό και παράξενο γέλοιο κι ένα φρου!... απάνω από το κεφάλι μας, σαν όταν σηκώνονται από τη βοσκή μπουλούκι αγριόπαπια. Τότε έδωκε το στερνό χτύπημα κ' είπε το φοβερώτερο ξώρκι ο Ζούδιαρης.

— Πάει να χαθή· το καρφώσαμε· είπε.

Και απίθωσε το τσεκούρι χάμω για να το βλέπουν οι οξωμάχοι να μη ζυγώνουν.

Πήγαμε τότε να πάρουμε κ' εμείς το παιδί. Ήταν χάμου ξαπλωμένο, κατακίτρινο και ξυλιασμένο. Το σηκώσαμε, το πήραμε στα χέρια, το πήγαμε στο σπίτι και το ξαπλώσαμε στο κρεβάτι,

Το δόλιο! δεν ήταν γραφτό του να σηκωθή. Ο Ζούδιαρης άργησε να βάλη το χέρι του. Το ζούδιο που φώλιαζε μέσα του, του είχε βυζάξει όλο το αίμα.

Δυο τρεις ημέρες και πάει χάθηκε το παιδί.

1 8 2 1

Κλείσαν τα κάστρα κλείσανε, κλείσαν και τα δερβένια, Κλείσαν και της Τριπολιτσάς το παινεμένο κάστρο, Κλείσαν και τον Καμίλ μπέη τον Κοθρινό τον Μπέη Που ήταν κορώνα στο Μωριά, λελούδι μέσ' στην Πόλη. Τα γράμματα πάν' κι έρχονται στη νένε του στην Κόρθο — Φλωριά κι αν έχεις δόσετα γρόσια μην τα λυπάσαι — Φλωριά δε θέλουν οι Έλληνες γρόσια για να τους δώσω παρ' θέλουν την πατρίδα τους να την ελευθερώσουν που ήτανε σκλάβα στην Τουρκιά τριακόσια τόσα χρόνια

Τ Α Π Α Τ Ρ Ι Κ Α Α Ρ Μ Α Τ Α

Του Κίτσου η μάνα κάθονταν στην άκρη το ποτάμι με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι κάμε πόρο, για να περάσω αντίπερα πέρα στα κλεφτοχώρια, πόχουν οι κλέφτες σύναξη τα δώδεκα πρωτάτα. Στο δρόμο όπου πήγαινε στο δρόμο που πηγαίνει, βλέπει τον Κίτσο ομπροστά στα σίδερα δεμένο Χίλιοι τον πάν' από μπροστά και πεντακόσοι πίσω κι η μάνα του του έλεγε κ' η μάνα του του λέει: — Κίτσο που τάχεις τ' άρματα, που τάχεις τα τσαπράζια; — Μάνα ζουρλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμιαλιασμένη, Δεν κλαις μάνα, τα νιάτα μου δεν κλαις τη λεβεντιά μου παρ' κλαις τα δόλια τ' άρματα, τα έρημα τσαπράζια!.. — Κάλλια Κίτσο να χάνουσαν, νάχανες το κεφάλι, Παρά να χάσης τ' άρματα τα πατρικοδοσμένα.

Τ Ο Σ Υ Γ Ν Ε Φ Ο

Σαν καλός ο Αύγουστος εφέτος· ε; Ναι· μακάρι πάντα μας!

— Εγώ φοβόμουνα την αυγή.

— Και γω. Μα δεν άκουσες τα κοκόρια; Άμα λαλούν τα κοκόρια παράωρα ο καιρός αλλάζει.

— Και μαζί κι η τύχη μας.

— Βέβαια· στην τρίχα κρέμεται.

Ο Δημάκης και ο Βρανάς στολισμένοι όπως οι χασάπηδες τις νηστίσημες ημέρες, εκάθηντο ήσυχοι εις τον πάγκον ενός κρασοπουλειού και συνομίλουν για τον καιρό. Είχαν και αυτοί απλωμένη εις τ' αλώνι την σταφίδα των κάτω από τας φλογεράς του ηλίου ακτίνας ως αι χωρικαί τας θυγατέρας των εις τα περιπαθή βλέμματα των λεβέντηδων, και μετρώντες τις ημέρες εις τα δάκτυλα, επερίμεναν ανυπομόνως να ξεραθή. Φυσικά λοιπόν αι συζητήσεις της ημέρας και της νυκτός τα όνειρα, δεν έχουν άλλον σκοπόν παρά την κατάστασιν του καιρού και τις τιμές της σταφίδας.

— Άκου που σου λέω· μου το είπε ο κουμπάρος του κυρ Γιάννη· είχε γράμμα από την Πάτρα! έλεγεν ο Δημάκης εις τον σύντροφόν του εμπιστευτικά.

— Λες;

— Λέω βέβαια! Περσυνό πράμα δεν έμεινε ρόγα· τ' αμπέλια στη Γαλλία χάλασαν. Στην Πάτρα έβρεξε· στη Βοστίτσα παλιόπραμα.

— Α! πασά μου! εφώναξε ενθουσιασμένος ο Βρανάς· Σαράντα κι αμάν — αμάν!Τι σαράντα; Εξήντα δε λες!

Και ο Δημάκης άρχισε πάλι το τραγούδι που είχε διακόψει:

Κι άλλος θέλει τον Άγουστο πούνε τα ταλλαράκια.

— Ταλλαράκια· ψυχή μου φρούτο!... είπε ο Βρανάς ξερογλείφων τα χείλη του σαν να πιπίλιζε καραμέλα. Ο Μάης βγάνει τα κεράσια, ο θεριστής τ' αγγούρια, ο Αλωνάρης τα καρπούζια και ο Άγουστος τα τάλλαρα. Αν παραφάς από τ' άλλα θερμαίνεσαι. Αν παραφάς τάλλαρα, γίνεσαι κυρ Λινάρδος. Λέω γω ο φτωχός πως μούφαγε ο ποντικός το τυρί, κανείς δεν το πιστεύει. Λέει ο κυρ Λινάρδος πως τούφαγε το σίδερο, το πιστεύουν όλοι. Καλά το λέει κι ο λόγος: Άγουστέ μου καλέ μήνα, να ήσουν δυο φορές το χρόνο.

— Μωρέ καλός να είνε κι ας είνε και μια φορά. Μου φτάνει· είπε ο Δημάκης.

Αλλά την ίδια στιγμή έκοψε την κουβέντα τους μία φωνή. Πίσω τους άλλος χωρικός ψηλός και αδύνατος, που κρατούσε εις το ένα χέρι βουρλιά ψάρια και εις την μασχάλην ένα ζευγάρι τρυπημένα παπούτσια, έστεκε ακίνητος με μάτια ολάνοικτα, στυλωμένα πέρα εις τον δυτικόν ορίζοντα.

— Τ' είνε Χαραλάμπη; ερώτησεν ο Βρανάς.

— Δε βλέπετε; Ένα σύγνεφο.

— Σύγνεφο!...

Επετάχθηκαν και οι δύο ορθοί.

— Αμ' το είπα από την αυγή εγώ! είπε ο Βρανάς με κλαψάρικο ύφος. Άκουσα τις χήνες που γύρευαν νερό.

— Κι εγώ είδα δίπλα το σκυλί.

— Είδα και γω τη γάτα της νύφης μου που νυβόταν στην άστρια.

Εκείνην την στιγμήν εφάνη εις τον δρόμον ο δήμαρχος μ' την άσπρη λινή φορεσιά του, τον παναμά εις το ξουρισμένο κεφάλι, γελαστός, αξιοπρεπής, ποζάτος — αληθινός άρχοντας του τόπου. Εις τα δάχτυλα της δεξιάς εκρατούσε μια πρέζα ταμπάκου και εις το αριστερόν δέμα από εφημερίδες που ήρθαν εκείνη την ώρα με το ταχυδρομείο. Επήγαινε αργά διαβάζοντας την εφημερίδα. Και κάθε τόσο εγέμιζε τα ρουθούνια του ταμπάκο και ταυτοχρόνως ένα τρανταχτό φτάρνισμα εξάγνιζε το κοιμισμένο Σταυροπάζαρο. Ηκούοντο τότε από τα μαγαζιά γύρω οι ευχές των φίλων: Με τις υγείες! Γεια σου!

— Γεια σου, κυρ Δήμαρχε!

— Ευχαριστώ!., ευχαριστώ!., απαντούσε ο Δήμαρχος δυνατά, ευτυχισμένος για τη δημοτικότητά του, χαμογελώντας και μη σηκώνοντας ματιά από την εφημερίδα. Όταν όμως επλησίασε τους χωρικούς και άκουσε τις φωνές τους εσήκωσε τα μάτια του και ρώτησε.

— Τι είνε: τι τρέχει; Γιατί κάνετ' έτσι;

— Ένα σύγνεφο...

— Σύγνεφο!..

Αληθινά εις τον δυτικόν ορίζοντα εφαίνετο μικρόν μαύρο σύγνεφο που είχε σχήμα και μέγεθος ενός κριαριού. Η παρουσία του έγινε σε λιγάκι γνωστή εις όλην την άγοράν. Αμέσως οι έμποροι άφηκαν τις πήχες των, οι χασάπιδες τις μαχαίρες των, οι παπουτσίδες τα τσαγκαρόσουβλά των, οι καφενόβιοι απάνω εις τα τραπέζια την τράπουλα και όλοι έσπευδαν εις το μέρος όπου έστεκε ο κυρ Δήμαρχος. Εκοίταζαν όλοι εις έν σημείον του ουρανού με αγωνίαν. Οι Καμπίσοι είνε όλοι, όπως οι παλαιοί Χαλδαίοι, δόκιμοι μετεωροσκόποι. Ιδίως κατά τους μήνας Ιούλιον και Άγουστον, αδιακόπως έχουν γυρισμένα τα μάτια εις τον ουρανόν, και από τας σπασμωδικάς κινήσεις του προσώπου των, ημπορεί κανείς ασφαλώς να μάθη τα σημεία των καιρών.

Ως τόσο το συγνεφάκι όλο κι εμεγάλωνε. Τόρα είχε σκεπάσει όλον το από Κεφαλληνίας μέχρι Χλομούτσι διάστημα. Οι χωρικοί εκοίταζαν εις εκείνο το μέρος ακίνητοι ως να διετέλουν υπό βασκανίαν. Από πολυχρονίους παρατηρήσεις, ήξευραν ότι η βροχή είναι άφευκτος εις τον Κάμπον, όταν το μέρος εκείνο, το Στενό συνεφιάση. Με τα χέρια σταυρωτά εις το στήθος, κατακίτρινοι, εκοίταζαν εκεί και κάποτε εγύριζαν ένας εις τον άλλον και άλλαζαν δειλά ολίγας λέξεις.

— Βρέχει στην Πάτρα!., είπε κάποιος και έδειξε προς ανατολάς.

— Και στον Πύργο!.. επρόσθεσεν άλλος.

Όλων τα πρόσωπα εχαροποιήθησαν αμέσως· τα χείλη των σχεδόν εγέλασαν. Άρχισαν να ελπίζουν. Και λησμονούντες την θέσιν των εσκέπτοντο ευχαρίστως την ωφέλειαν, που θα έχουν αυτοί από την καταστροφήν των άλλων.

— Κλωνί δε θα μείνη στην Πάτρα!

— Ούτε τσάμπουρο δε θα γλυτώση στον Πύργο!

— Μωρέ δεν τη δίνω αν δε τα σκάσουν τα εξήντα.

— εξήντα! Τι λες ξάδερφε!.. Εκατό και αμακινάριστη!

— Όχι δα, καϋμένε...

— Άκου που σου λέω! Θα την πάρη από το αλώνι. Και — πού είσαι — τον παρά στο χέρι. Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν...

Ήσαν αχόρταστοι, απαιτητικοί, ασυγκίνητοι. Η καταστροφή της σταφίδας των άλλων, τους έκανε να πιστεύουν ότι έπλεαν ήδη εις ωκεανόν ταλλήρων. Έβλεπαν τους σταφιδεμπόρους ταπεινούς, ικετευτικούς μπροστά τους και φιλέκδικος διάθεσις τους εκυρίευσε να σταθούν ανένδοτοι, για να τους εξευτελίσουν. Ακόμη έφθαναν και εις την χαροποιάν διάθεσιν να λυπήσουν, να τιμωρήσουν τους καταναλωτάς της σταφίδος, τους Εγγλέζους με τις λίρες, τις στερλίνες των. Άλλες χρονιές ήσαν δύσκολοι· επλήρωναν με κατεβασμένες εξηυτελισμένες τιμές. Ή την άφιναν να σήπεται εις τας αποθήκας απώλητη. Εφέτος θα ιδής. Εγγλέζε με το ξουρισμένο μουστάκι!..

— Σκύβαλα θα φάνε! σκύβαλα!.. είπε με αγανάκτησι ο Δημάκης.

— Ακούστε! είπε ξαφνικά δείχνοντας με το δάχτυλό του ο Βρανάς.

Μια δυνατή βροντή ακούστηκε πέρα ως κανονιά.

— Δεν είναι τίποτα. Είνε βαθειά· είπε ο Δημάκης.

— Βαθειά βροντή γοργό νερό! εσυμπέρανε κάποιος.

— Γοργό για την Πάτρα, για τον Πύργο. Τόρα το νερό στρατεύει.

— Άμποτε!..

— Τι άμποτε; είπε θυμωμένος ο Βρανάς. Δεν βλέπεις που τους έπνιξε;

Αληθινά το σύγνεφο είχε απλώσει γύρω και είχε κατασκεπάσει όλον τον ουρανόν, πυκνό και μαύρο σαν γιγάντια αράχνη. Το Κάστρο δεν εφαίνετο πλέον ούτε τα βουνά του Μεσολογγίου· ούτε ο Ωλονός των Πατρών· ούτε τα χαμοβούνια του Πύργου που κρεμνίζονται μέχρι του Κατακώλου εις την θάλασσαν. Μόνον απάνω από το δικό τους χωριό ο ουρανός εφαίνετο ακόμη ασκέπαστος, αλλά σταχτής και ο ήλιος καθώς έπεφτε εχρωμάτιζε τα πάντα, ανθρώπους και πράγματα μ' ένα κοκκινωπόν σκούρο χρώμα, σαν να περνούσε από καπνισμένο γυαλί. Αυτό όμως δεν εφαίνετο ν' ανησυχή τους χωρικούς και εξακολούθησαν την ομιλία τους, τις μεγάλες ελπίδες και τ' αμέτρητα κέρδη των. Ναι· μα σαν να το κρέμασε κι εδώ, λέω! ετόλμησε να είπη κάποιος κοιτάζοντας ανήσυχα τον ουρανό.

— Να φας τη γλώσσα σου! είπε ο Βρανάς

— Μωρέ δος του μια με το βουνό της Κεφαλλονιάς!. . . είπε ο Δημάκης·

— Το κρέμασε... σε λίγο θα βρέξη· επέμενε ο χωρικός.