Διηγήματα του Γυλιού

Part 3

Chapter 3 5 words Public domain Markdown

Η νύκτα ήτο αγρία· ο αέρας εφύσα ψυχρός και ταραχώδης· εσάρωνε καθετί που εύρισκεν εμπρός του. Ο ουρανός σκεπασμένος με μαύρα σύννεφα, φερόμενα από βοριά προς νότον ως γιγάντιαι αράχναι. Το φεγγάρι σπανίως εφώτιζε μ' ένα κοκκινωπόν χρώμα, πένθιμον ημπορεί κανείς να ειπή όλην την αυλήν. Για τον χουζουρλή Σταμάτην ήτο και τούτο μια σκληρά δοκιμασία. Η κυρά Δεσποινιώ δυο και τρεις φορές άνοιξε την πόρτα, τυλιγμένη εις την κουβέρτα της και τον εκάλεσε να πάη εις την ζεστασιά της και ν' αφήση τις κότες να κουρεύωνται. Αλλά ο Σταμάτης δεν άλλαζε την απόφασίν του. Θα μείνη εκεί έστω και αν πρόκηται να ξεπαγιάση! Και εις κάθε νέον ρόφημα του τσιγάρου του ήρχετο εις αυτόν και μία ιδέα περί του τρόπου που έπρεπε να φερθή εις τον κλέπτην. Έκανε το σχέδιόν του ήσυχα και πότε εσκέπτετο μόλις τον ιδή να του φωνάξη αλτ! τόσον δυνατά που να παγώση το αίμα εις τις φλέβες του· πότε να τον αφήση να ανεβή εις το δέντρον και τότε να βαδίση σιγά, να τον αρπάξη από το πόδι και να τον γκρεμοτσακίση· πότε να βήξη μόνον για να καταλάβη ότι τον έννοιωσαν και να φύγη· και άλλοτε παραφερόμενος εις γενναίας ορμάς και ενθυμούμενος τους καιρούς που κατεδίωκε τους ληστάς μαζί με τ' αποσπάσματα έλεγε αποφασιστικά: Μωρέ του ανάβω μια και τον κάνω στάχτη !...

Και άπλωνε το χέρι προς την καραμπίνα του.

Έξαφνα όμως ανατρίχιασε. Αντίκρυ του, κάτω από τη μουριά είδε ένα μαύρον όγκον, όχι μεγαλείτερον από σταμνί και επάνω εις το σταμνί δύο φωτεινά σημάδια, κατακόκκινα άλλοτε και άλλοτε χαλκοπράσινα, πάντα όμως στυλωμένα ψηλά προς τις κότες του. Ο καρρολόγος εσκέφθη, ότι τέτοιο πράγμα δεν ήτο πριν εκεί. Ούτε βέβαια το είδε να έρχεται από πουθενά. Εξεφύτρωσε ξαφνικά· αλλά πώς εξεφύτρωσε; Κ' ενώ εβασάνιζε τον νουν του να λύση το μυστήριον, εις μίαν του φεγγαριού ακτίνα παρετήρησε το σταμνί να μεταμορφώνεται εις τετράποδον με αυτιά μακρυά, δυσανάλογα προς το ανάστημά του, κινούμενα εμπρός — οπίσω αδιάκοπα και ουράν μακρυάν και μαλλιαρήν.

— Μπα διάτανε!

Ο Σταμάτης θυμήθηκε ότι τα Δωδεκαήμερα ακόμη δεν ετελείωσαν και ότι οι Καλικάντζαροι και τ' άλλα πονηρά πνεύματα, ακόμη περιτρέχουν την γην και πειράζουν διαφοροτρόπως τους ανθρώπους. Ηθέλησε να κάμη τον σταυρόν του· αλλά το χέρι ήτο απρόθυμον να υπακούση. Ηθέλησε να ψιθυρίση κανένα τροπάρι· αλλ' ούτε ο νους ούτε τα χείλη του τον εβοηθούσαν. Εδοκίμασε να σηκώση τα μάτια του από το τετράποδο· αλλά δεν είχαν ξεκολλημό. Η καρδιά του εβροντοκτύπα εις τα στήθη του και τους άκουε τους κτύπους σαν τα σφυριά στο αμόνι μακρυά. Άπλωσε το χέρι του εις το όπλον του και το χέρι έπεσε ξερό. Δεν είχε θέληση, δεν είχε δύναμη πια ο καρρολόγος.

Αλλά το μαύρο εκείνο ζώον απέναντί του εξηκολούθει να μένη εκεί, ακίνητον με τα δύο φωσφορίζοντα σημάδια επάνω προς τις κότες του. Κ' έξαφνα ηκούσθη από πάνω κάποιος ρόγχος, μικρόν φτεράκιασμα κι ένας δούπος ως σάκκος χώματος εκτύπησε κατά γης. Ήταν μια κότα. Ο Σταμάτης είδε τότε το τετράποδο ν' αρπάζη την κόταν κακαρίζουσαν και να φεύγη μακρυά. Αλλά ταυτοχρόνως είδε και τον Φρίγγον να τινάσσεται από τα κλήματα και να ορμά κατόπιν της.

Τότε ελύθη η βασκανία του Σταμάτη.

— Η Αλπού! εφώναξε αρπάζοντας την καραμπίνα και τρέχοντας έξω από την αυλή.

Αλλά δεν επρόφθασε να κάμη ολίγα βήματα και εφάνη ο Φρίγγος να φέρνη θριαμβευτικώς εις το στόμα του την κυρά Μάρω σφαδάζουσαν.

— Δεσποινιώ!... Τάκη!... Μιστόκλη!... εφώναξε κι εχτύπησε με χαρά την πόρτα του. Τον πιάσαμε τον κλέφτη.

— Ω! τι λαμπρό γουναρικό! εφώναξε η κυρά Δεσποινιώ θωπεύοντας το τρίχωμα της Αλεπούς. θα φτιάσω μία γούνα που θα είνε τρέλλα.

— θέλουμε και μεις γούνα!.. θέλουμε και μεις γούνα! . . εφώναξαν μονόγνωμα τα παιδιά χωρίς να ξέρουν περί τίνος πρόκειται.

— Βρε Α να μου χαθήτε! που θέλετε και σεις γούνα! . . είπε η Δεσποινιώ.

— Όχι, θέλουμε κι εμείς! θέλουμε κι εμείς!... επέμεναν τα παιδιά.

— Σκάστε να χαθήτε που σηκώσατε τη γειτονιά! είπε η Δεσποινιώ.

Και έδωκε από ένα χάστουκο ελαφρό στα παιδιά για να ησυχάσουν. Εκείνα όμως έβαλαν δυνατώτερες φωνές. Τότε ο Σταμάτης ενώ επήγαινε να κρεμάση εις τον τοίχο την καραμπίνα, εγύρισε απότομα, εσήκωσε τον γρόθο του και τον κατάφερε απανωτά εις τις πλάτες της συμβίας του.

— Τι βαράς μωρή τα παιδιά! Τι σου κάμανε!..,

Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Μ Ε Θ Ω Ν Η Σ Κ Α Ι Κ Ο Ρ Ω Ν Η Σ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1715

Ερόδισ η Ανατολή και ξέφεξεν η Δύση Γεμίσαν τα βουνά δροσιά κι η νερατζούλες άνθη, Σημάδι εδειξ' ο καιρός αρμάδα κατεβαίνει Μ' εξηνταπέντε κάτεργα κι εξηνταδυό φρεγάδες Και πάνε για να πάρουνε Μεθώνη και Κορώνη — Μεθώνη δος μας τα κλειδιά Κορώνη παραδόσου. — Δεν είμαι Πάτρα να σκιαχτώ, Βοστίστα να κιοτέψω Είμαι Κορώνη ξακουστή Μεθώνη παινεμένη Έχω και Κορωνόπαιδα όλο παληκαράδες Στα δόντια σέρνουν το σπαθί, στα χέρια το ντουφέκι Θενά βαστάξω πόλεμο σαρανταπέντε χρόνια.

Ο Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Δ Ι Α Κ Ο Υ 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821

Τρία πουλάκια κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι. Τόνα τηράει τη Λειβαδιά και τ' άλλο το Ζατούνι Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει — Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα Μην ο Καλύβας έρχεται μην ο Λεβεντογιάννης Ούτ' ο Καλύβας έρχεται ούτ' ο Λεβεντογιάννης Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες. Ο Διάκος σαν τ' αγροίκισε πολύ του κακοφάνη Ψιλή φωνίτσα σήκωσε τον πρώτο του φωνάζει — Το στράτεμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια Δος τους μπαρούτι περισσό και βόλια με τις χούφτες Γρήγορα για να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα Πούνε ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια. Πέρνουνε τ' αλαφρά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια Στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια — Καρδιά παιδιά μου φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε Ανδρείοι ωσάν Έλληνες κι ωσάν Γραικοί σταθήτε! Εκείνοι φοβηθήκανε κι εσκόρπισαν στους λόγκους Έμειν' ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες. Τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες Σχίστηκε το ντουφέκι του και γίνηκε κομμάτια, Σέρνει και τ' αλαφρό σπαθί και στη φωτιά χυμάει Έκοψε Τούρκους άπειρους κι εφτά μπουλουμπασίδες Και το σπαθί του σχίστηκε απάν' από τη χούφτα Κι έπεσ' ο Διάκος ζωντανός εις του εχθρού τα χέρια! Χίλιοι τον πήραν από μπρος και δυο χιλιάδες πίσω Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα — Γένεσαι Τούρκος Διάκο μου τη πίστη σου ναλλάξης, Να προσκυνάς εις το τζαμί την εκκλησιά ν' αφήσης; Κι εκείνος τ' αποκρίθηκε και με θυμό του λέει· — Πάτε και σεις κι η πίστη σας μουρτάτες να χαθήτε! Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε να πεθάνω Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες Μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρήστε Όσο να φτάσ' ο Οδυσσεύς κι ο Βάγιας ο Θανάσης. Σαν τ' άκουσ' ο Χαλίλ μπέης αφρίζει και φωνάζει — Χίλια πουγγιά σας δίνω γω κι ακόμα πεντακόσα Το Διάκο να χαλάσετε το φοβερόν το κλέφτη Γιατί θα σβύση την Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι. Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάζουν Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε, Τους έβριζε την πίστη τους τους έλεγε μουρτάτες: — Σκυλιά κι α με σουβλίσατε ένας Γραικός εχάθη. Ας είνε ο Δυσεύς καλά κι ο καπετάν Νικήτας Αυτοί θα φάνε την Τουρκιά, θα κάψουν το ντοβλέτι.

Τ Ο Τ Α Μ Μ Α

— Τρίζει — τρίζει το κραμπάκι. Έτσι τρίζει και της μάνας μου η καρδούλα για τ' εμένα τη Μαρούλα.

Μεγάλη ήτο η θλίψις της κόρης κατά την ημέραν εκείνην. Έξαφνα — έξαφνα, χωρίς να το θέλει και αυτή, ενώ επλανάτο χαρούμενη ανά τας μαγευτικάς εκτάσεις του Παραδείσου, απλούν τι πράγμα, ένα κουνέλι άσπρο σαν πυγμή από χιόνι που έφευγε δρομαίως υπό τας πρασιάς, την έκαμε να ενθυμηθή τον μικρόν πατρικόν λαχανόκηπον και την χαμηλήν ερεικοσκεπή μάνδραν του και τον πενιχρόν οικίσκον και την γραίαν μητέρα της. Η χαρά της εσβέσθη ευθύς· το μειδίαμά της εξηφανίσθη· το ωραίον και παρθενικόν πρόσωπόν της εσκυθρώπασε· ρυτίδες τινές διεγράφησαν επί του μετώπου και παρά το μεσόφρυον ως εις πρόσωπον γραίας και εστάθη. Σιγά — σιγά η φαντασία της έφερεν εμπρός της την μητέρα της, την μικρόσωμον εκείνην συμπαθητικήν γριάν με το μαύρο γεμενί εις την κεφαλήν, με τας χείρας αδρανείς επί των γονάτων, καθημένην καταμόναχην επί του κατωφλίου της θύρας της ως μάγισσαν εις το σταυροδρόμι και μη στρέφουσαν να ίδη εντός του οικίσκου φοβουμένη την ερήμωσιν και την σιωπήν του. Έβλεπε τα δάκρυα ν' αναβλύζουν από τους γεροντικούς οφθαλμούς της και αργά να κυλίωνται επί των μαραμένων παρειών και των πτωχικών φορεμάτων της· έβλεπε το σώμα της ν' αναπηδά από τους λιγμούς και σχεδόν ήκουε το σιγαλό — σιγαλό αναφύλλητο της. Και η Μαρούλα ενώ όλα γύρω της εχαίροντο, η φύσις αυτή, τα πουλάκια, τα ζώα, και οι άνθρωποι οι πλανώμενοι ευτυχείς υπό τους πρασίνους θόλους των δένδρων — η Μαρούλα εθλίβετο ότι δεν είχε την μάνα της και προστρίβουσα με τα δάκτυλά της ένα φύλλον από κραμβολάχανο απαλόν ως βελούδον, έλεγε με παράπονον:

— Τρίζει — τρίζει το κραμπάκι. Έτσι τρίζει και της μάνας μου η καρδούλα για τ' εμένα τη Μαρούλα.

Και τα δάκρυα της κόρης έσταζαν καυτά επάνω εις το δροσερόν κραμβολάχανον.

— Θέλεις να πας Μαρούλα στη μάνα σου; ερώτησε έξαφνα κάποια φωνή από πίσω της.

Η κόρη εστράφη και είδε τον Θεόν που την εκοίταζε με το ήμερον και γλυκύ βλέμμα του. Εντράπηκε που άκουσε ο Θεός το μυστικό της, άναψε το πρόσωπό της και εχαμήλωσε την κεφαλήν.

— Ε Μαρούλα; Θέλεις να πας στη μάνα σου; ερώτησε πάλι ο Θεός μειδιών πάντοτε.

Η κόρη έμεινε άφωνος, κλίνουσα ακόμη περισσότερον την κεφαλήν, ως να την εβάρυνε το βλέμμα του Παντοδύναμου. Αλλά και τι ν' απαντήση; Μήπως δεν του έλεγε περισσότερα με την στάσιν της εκείνην, την πένθιμον και συνάμα απελπιστικήν; Μη δεν ήξευρεν Αυτός τι αισθάνεται η μάνα για το παιδί και το παιδί για τη μάνα; Πώς λαχταρίζει του ενός η καρδιά για τον άλλον. Ποιος μπορεί ποτέ να ειπή ότι δεν θέλει να ιδή την μανούλα του! .. .

Ο Θεός που «ετάζει καρδίας και νεφρούς» είδε την καρδιά της Μαρούλας και εγνώρισε τα αισθήματά της. Εκίνησε με οίκτον το σεβάσμιο κεφάλι του και εχτύπησε ελαφρά τα παλαμάκια. Επρόσταξε

— Ελαφάκι — κουδουνάκι κούκου κι έλα δω!...

Αμέσως ένα έμορφο παρδαλό ελαφάκι με χρυσά κέρατα εφάνηκε μπροστά του.

— Πάρε τη Μαρούλα να την πας στη μάνα της είπε. Μα κοίταξε. Να μην αργήση να την στείλη πίσω γιατί ξέρει. . . Σκάφτω — λάφτω, την καρδιά της θάφτω!...

Το ελαφάκι είνε ο παντοτεινός αγγελιοφόρος του Θεού. Ταχύτερον και από το φως έτρεχε τόρα εις τον αέρα και έφερε εις τις πλάτες του την Μαρούλαν, ανυπομονούσαν να ιδή την μάνα της. Η κόρη ήτο το μόνον αγαπημένον ον που είχεν αποκτήσει εις την γην η κυρά Διαμάντω. Είκοσι χρόνια είχαν περάσει από την ημέραν των γάμων της και δεν απέκτησε παιδί. Έβλεπε τας άλλας γυναίκας, τας συντρόφους της παιδικής της ηλικίας, τας μικροτέρας της όλας με παιδί εις την αγκαλιά και άλλο κρατούμενον από τα φορέματά των και εμαύριζε η καρδιά της.

— Θεέ μου, δος μου ένα παιδάκι! παρεκάλεσε τέλος μίαν ημέραν που είχαν ξεχειλίση τα μητρικά της αισθήματα· και άμα γίνη δέκα χρονών στείλε και πάρε το μου! ...

Η δέησίς της ήτο τόσον θερμή και ειλικρινής που ο καλός θεός την εισήκουσεν. Εγέννησε την Μαρούλα. Πόσα υπέφερεν η πτωχή ως που να την αναθρέψη. Εσύναζε κλήματα κατά την εποχήν του κλαδεύματος· αστάχυα κατά την ώραν του θερισμού· ετρύγα εις τις σταφίδες και τα αμπέλια· εξενόπλυνεν, εξενόρραπτεν, έκανε τα πάντα για να θρέψη καλά την Μαρούλα και να την ενδύση καλήτερα. Όλαι αι φροντίδες της ήσαν έκτοτε δι' αυτήν ο σκοπός διά τον οποίον έζη. Ήρχισε μάλιστα να της κάμνη και προικιά ως προβλεπτική μάνα, με ευχαρίστησιν σκεπτομένη από τόρα την καλήν αποκατάστασιν της κόρης της μίαν ημέραν.

Έξαφνα όμως εις τον ωρισμένον καιρόν, όταν η Μαρούλα έγινεν ωραία μελαχρινή κόρη δέκα ετών, η κυρά Διαμάντω ηναγκάσθη να ενθυμηθή το τάμμα της. Το ελαφάκι με τα χρυσά κέρατα και το αστέρι εις το μέτωπον εστάθη μια ημέρα εμπρός εις την πόρτα της και εζήτησε την κόρην.

— Τι την θέλεις; Ποιος σέστειλε; ερώτησε η χήρα με αγωνίαν.

— Ο Θεός.

— Φουρτούνα μου! . . . εβόγγιξεν η κυρά Διαμάντω.

Και έπιασε με τα δυο της χέρια το κεφάλι της. Πάνε οι κόποι της! πάνε και τα όνειρά της! Τι να κάμη όμως; Έβαλε σίδερο στην καρδιά της, εστόλισε με ό,τι είχε καλήτερο την θυγατέρα της και την έδωκεν εις το ελαφάκι. Και έμεινε πάλιν εις την πρώτην της ερημιάν. Το σπιτάκι της εβυθίσθη και πάλιν εις την σιωπήν και εκείνη εις την λύπην και το πένθος της. Διά τούτο και τόρα που της την έφερε πάλιν το ελαφάκι δεν πιστεύει και στα ίδια της τα μάτια.

— Μαρούλα μου! κυρά μου! αφέντρα μου! έλεγε σφίγγουσα αυτήν εις τας αγκάλας της.

Αι ημέραι περνούν η μία με την άλλην γρήγορα χωρίς αι δύο γυναίκες να το εννοήσουν καθόλου. Ενόμιζαν ότι προ ολίγου είδεν η μία την άλλην.

— Πώς επέρασες Μαρούλα μου;

— Καλά μάνα μου, καλά. Όλα δεν έχουν άλλο σκοπό εκεί παρά να δοξάζουν το Δημιουργό.

— Και μένα; Με θυμόσουνα εμένα στον Παράδεισο;

— Μόνο στην αγκαλιά της μάνας είνε ο Παράδεισος.

Και η κόρη ελιγώνετο κάτω από τα φιλήματα της μάνας της και εμαζεύετο μέσα εις την αγκαλιά της ως τον χειμώνα μέσα εις απαλά και ζεστά φορέματα. Έξαφνα εθυμήθηκε τους λόγους του Θεού να γυρίση γρήγορα εις τον Παράδεισο και το αυστηρό όσο και γλυκύ βλέμμα όταν απειλούσε: Γιατί σκάφτω — λάφτω, την καρδιά της θάφτω!...

— Μάνα μου, να φύγω πια! είπε.

— Πού να πας;

— Στο Θεό.

Α! μπα! Δεν έπρεπε να φύγη, να την αφήση μοναχή, τόρα που εσυνήθισε τόσο καλά εις την συντροφιά της. Έπειτ' από λίγο θα έλθουν αι μακραί και παγεραί νύκτες του χειμώνος και πώς θα έκανε αύτη, έρημη και καταμόναχη εις το παραγώνι της; Όχι· δεν έπρεπε να την αφήση. Ο Θεός δεν είνε δα και τόσο κακός· δεν θα της θυμώση. Η γριά θα υπάγη ξυπόλυτη εις την εκκλησίαν. Θα του κάψη σερνικό λιβάνι. Θα του ανάψη μια λαμπάδα από κίτρινο κερί και θα τον παρακάλεση να την συχωρέση. Όχι, δεν έπρεπε να της φύγη.

Έτσι έλεγε η κυρά Διαμάντω για να κρατήση κοντά της την Μαρούλα. Ο Θεός είνε τόσον υψηλά και τόσον άγνωστος η μορφή του, ώστε ο άνθρωπος δεν τον συλλογίζεται παρά όταν έχη την ανάγκην του. Και η Μαρούλα ενόμιζε ότι δεν τον είχε ανάγκη τόρα. Τα φτωχικά σπιτάκια του χωριού της ήσαν τόσον ασφαλή οι μικρές και σαρακοφαγωμένες πόρτες των ωμίλουν εις την ψυχήν της τόσον ζωηρά περί της ευτυχίας και αγάπης που βασιλεύει μέσα εκεί, ώστε σχεδόν την εμάγευαν· αι χωρικαί της εφαίνοντο τόσον γλυκομίλητες· τα παλλικάρια τόσον ευμορφοντυμένα και ευχαριστημένα από την ζωήν των, οι γέροντες τόσον σεβαστοί και σοβαροί ώστε μικρόν κατά μικρόν ευχαριστείτο να μένη εκεί ως ο κύκνος μέσα εις το νερό. Και τόσο σε λιγάκι ελησμόνησε τον Παράδεισον και τα καλά του ώστε, όταν η μητέρα της της επρότεινε τον Αντώνη για άνδρα της, η Μαρούλα εκοκκίνισεν ως τ' αφτιά και εχαμήλωσε τα μάτια.

Άμα οι λυγερές κοκκινίζουν και χαμηλώνουν τα μάτια, ψιθυρίζουσαι μάλιστα ασυναρτήτους λέξεις, είνε σημείον ότι δέχονται τον γάμον. Η κυρά Διαμάντω εννόησεν ευθύς τι ήθελε να ειπή η θυγατέρα της. Έσπευσε λοιπόν να κάμη τον γάμον μη θέλουσα να χρονοτριβήση εις αρραβώνας από φόβον μήπως χάση τον γαμβρόν. Και οι καλοί γαμβροί είνε πολύ ακριβοί και δυσκολοεύρετοι εις τα χωριά.

— Τι τις θέλεις τις μεγάλες δουλειές! Φαντασίες! Ένα «Κύριε λέησον» έξω από την πόρτα! έλεγε εις την θυγατέρα της φοβουμένη μήπως της ζητήση αναβολήν.

Αλλά και η Μαρούλα ήτο της αυτής γνώμης. Για να ζήση καλά το ανδρόγυνο έλεγε, δεν χρειάζεται να γίνη πολυτελής ο γάμος· ούτε είνε ανάγκη να διαβάσουν την ευχή Δεσπότης ή Πατριάρχης. Αρκεί να είνε η αγάπη. Και την αγάπη αυτήν την ησθάνετο από καιρού να καίη τα στήθη της για τον Αντώνη. Όχι μόνον δεν ήθελε να αναβληθή ο γάμος, αλλά να γίνη όσον ήτο δυνατόν γρηγορότερα.

— Πέντε μέρες θέλουμε, θυγατέρα κι έπειτα δικός σου ο Αντώνης· της είπεν η μάνα της διά να ησυχάση την ανυπομονησίαν της.

Και η Μαρούλα εμετρούσε τις ημέρες εις τα δάχτυλα με λαχτάραν, περισσότερον από όσην έχει η χωρική που περιμένει να της βγάλη τ' αυγά η κότα της.

Τέλος έφθασε η ωρισμένη ημέρα. Το σπιτάκι της από την αυγήν εβούιζε ως κυψέλη. Έξω τα παιδιά του χωριού έπαιζαν, επήδων, εσύριζαν, μέσα δε οι φιλενάδες της Μαρούλας εχόρευαν, ετραγουδούσαν επαίνους και ευχές διά τους μελλονύμφους. Η Μαρούλα ευμορφοστολισμένη, με το κοντογούνι και το φουστάνι από μουσελίνα και το στεφάνι εις το κεφάλι έμοιαζε σαν να εκέρδισε το βραβείον της καλλονής. Εκάθητο κοντά εις τον Αντώνη, στολισμένον και αυτόν με φουστανέλλαν, κεντητά μεντανογέλεκα, και λεβέντικα το φέσι, από του οποίου κατέβαινε μέχρι του ώμου η φούντα, κατάμαυρη ως του κοράκου το φτερό. Ο υμέναιος είχε τελειώσει· αι γαμήλιοι ευχαί ειπώθηκαν απερίττως από τον παπάν του χωρίου, και τόρα χωρικοί και χωρικαί ήρχοντο και έδιναν τας ευχάς και τας ευλογίας των. Η κυρά Διαμάντω εγύριζε ακούραστη μέσα εις το σπίτι προσφέρουσα ζαχαρωτά και ρακί εις τους χωρικούς.

— Να ζήσουν τα παιδιά σου, κυρά Διαμάντω και με γιους.

— Ο Θεός να δώση και στ' αρχοντόπουλά σας.

Έξαφνα εκεί που πήγαινε να πάρη το ρακί από το τραπέζι επισωπάτησε με φρίκην και έκλεσε τα μάτια. Το ελαφάκι εφάνη εις την πόρτα και με αργό βάδισμα ήλθε ίσα εις την κυρά Διαμάντω:

— Ο Θεός μ' έστειλε να πάρω τη Μαρούλα· είπε σοβαρά! Κοίταξε, είπε καλά μην αρνηθής γιατί σκάφτει — λάφτει την καρδιά σου θάφτει.

Και χωρίς να προσθέση άλλο τίποτα μέσα εις τον τρόμον και την κατάπληξιν όλων, επήγε στην Μαρούλαν που εσημαζεύετο σαν πουλάκι κοντά εις τον άνδρα της, την έρριξεν εις τις πλάτες του και εχάθη.

— Ήταν θέλημα Θεού! θέλημα Θεού!... έκραξεν όταν συνήλθε χτυπώσα το κεφάλι της με τα δυο της χέρια η κυρά Διαμάντω.

— Και βέβαια! επρόσθεσε κάποιος από τους καλεσμένους. Ότι τάξουν του Θεού πίσω δεν το παίρνουν.

Ο Κ Α Β Α Λ Λ Α Ρ Η Σ

Στο Βαρδάρι, στο Βαρδάρι και στου Βαρδαριού τον κάμπο Δήμος ήταν ξαπλωμένος και του λέει ο πιστός μαύρος: Σήκω, αφέντη μου να πάμε γιατί φεύγ' η συντροφιά μας. Δεν μπορώ, μαύρε να πάμε τι κοντεύω να πεθάνω. Σύρε σκάψε με τα νύχια με τ' αργυροπέταλά σου, κι έπαρέ με με τα δόντια, ρίξε με μέσα στο χώμα. Έπαρε και τ' άρματά μου, να τα πάγης των δικών μου έπαρε και το μαντήλι, το χρυσό το δαχτυλίδι, να το πάγης της καλής μου να με κλαίει όταν το βλέπει.

Η Ε Ξ Ο Δ Ο Σ Τ Ο Υ Μ Ε Σ Ο Λ Ο Γ Γ Ι Ο Υ 10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1826

Ποιος θε ν' ακούση κλάμματα, γυναίκεια μοιρολόγια Πέρασ' από το Κάρλελι κι από το Μεσολόγγι Κι εκεί ν' ακούση κλάμματα, γυναίκεια μοιρολόγια Πώς κλαίν' οι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες Δεν κλαίνε για το σκοτωμό πως θε να σκοτωθούνε Μα κλαίνε για το σκλαβωμό που θε να σκλαβωθούνε. Ήταν Σαββάτο αποβραδύς, ανήμερα Λαζάρου Τρανό τελάλη βάρεσαν μέσα στο Μεσολόγγι Στις εκκλησίες μαζώχτηκαν όλοι μικροί μεγάλοι Κι ένας τον άλλον έλεγε κι ένας τον άλλον λέει Αδέρφια τι θα κάμωμε στο χάλι που μας ηύρε, Είκοσι μέρες πέρασαν που ο ζαϊρές εσώθη Φάγαμε ακάθαρτα σκυλιά και γάτους και ποντίκια· Το Βασιλάδι έπεσε τ' Αντελικό εχάθη· Ήρθαν και τα καράβια μας και πάλε πίσω πάνε. Θανάσης Κότσικας φώναξε, Θανάσης Κότσικας λέει Αδέρφια ας πολεμήσουμε τους Τούρκους σαν λιοντάρια Και το γιουρούσ' ας κάμουμε για να διαβούμε πέρα· Μπροστά θα βγούνε οι γέροι στη μέση οι γυναίκες. Εγίνηκε το τσάκισμα μέσ' στου Μακρή την τάπια Και το γεφύρι χάλασε και τα παιδιά πνιγήκαν. Αρρώστοι, μέσα μείνανε μαζί με το Δεσπότη Φωτιά στο κάστρο βάλανε κανένας δε σκλαβώθη.

Α Ρ Η Σ Φ Ι Λ Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Σ

Ορθώνεται υψηλό, τετράγωνο, βαρύ σαν κολοσσός το οικοδόμημα. Τα παράθυρά του, τα δώματα, ανοίγονται εις τον αέρα και εις τον ήλιο. Οι πόρτες του διάπλατες δείχνουν μαρμαροστρωμένες τις σκάλες του, διαδρόμους πλακόστρωτους, τοίχους βαμμένους φιστικί που αντιλάμπουν σαν καθρέφτες.

Εμπρός εις την είσοδο και εις τους διαδρόμους ανάμεσα βουή και σάλαγος στρατώνος. Βροντούνε τα σπαθιά, λάμπουν γαλόνια, αντιλαλούν αυστηρά προστάγματα. Τι θυμός και ποια φρίκη! Σείονται και λυγίζονται κορμιά, μάτια γιαλίζουν, μουστάκια στρίβονται· βροντά εις το πάτωμα το πάτημα, φλυαρούν τα σπιρούνια: γλιν — γλιν!... γλιν — γλιν!... Ο Άρης βασιλεύει μέσα εις το πλατύχωρο οικοδόμημα. Ντυμένος τον ολόχρυσον λεπιδωτόν θώρακά του, με το μεγάλο σπαθί στο πλευρό και το βαρύ κοντάρι στο χέρι, αρματοδροδεί ο θεός του πολέμου φοβερός. Ο λόφος της περικεφαλαίας του χύνει ανεμοστρόβιλλο γύρω. Ο Δείμος και ο Φόβος τρέχουν εμπρός του, σκορπίζοντας τον πανικόν.

Η Ενυώ με το δαδί αναμμένο εις το χέρι κρατεί άσβεστη την αμάχη. Η Διχόνοια, ο Θυμός και η Βοή τρέχουν κατόπιν του σπείροντας την φρίκην και την απόγνωσιν...

Έξαφνα ακούστηκε η προσταγή:

— Αναφορά!. . .

Αμέσως είκοσι — τριάντα άνδρες, ένας πίσω από τον άλλον, με βήμα σταθερόν, με κορμί ορθόν και ζωντανό βλέμμα, μπαίνουν και παρατάσσονται εις την γραμμήν. Όλοι φορούν το ίδιο μαύρο φόρεμα· κρατούν τα πιλίκια εις την αριστεράν μασχάλη· κρέμεται το σπαθί στο πλευρό ακίνητο· πέφτει δεξιά το χέρι και το κεφάλι ορθοκάθεται εμπρός με τα μάτια ατενώς. Απέναντι ένας γηραλαίος κύριος με την ίδια στολή, με την ίδια στάσι. Το βλέμμα του γλυστρά από τον ένα εις τον άλλον, από τα πόδια ως την κεφαλή, ερευνητικό, αυστηρό. Και από το άφωνο εκείνο βλέμμα σαν να είνε μαγνητικό κουμπί, αναταράσσονται εις την τάξιν όλοι. Ένα πόδι τραβιέται έξαφνα πίσω· ένα χέρι κολλά εις το μηρί· κάποια δάχτυλα περνούν αστραπή εμπρός εις το στήθος· ένα σπαθί πατά στο πάτωμα δειλά, τακ! Και ψηλά εις τους τοίχους μέσα από τις μεγάλες χρυσές κορνίζες, κοιτάζουν οι συνάδελφοι, περασμένοι συνάδελφοι, λησμονημένοι ήδη με το ίδιο αυστηρό βλέμμα, αλλά και με χαμόγελο αγαθοσύνης, ίσως ειρωνικό, ξένοι από τον κόσμο τούτο και την πειθαρχία του.

Έξαφνα προβάλει ένας δυο βήματα και λέγει:

— Λαμβάνω την τιμή ν' αναφέρω ότι παραδίδω υπηρεσίαν.

Προχωρεί άλλος και προσθέτει:

— Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω ότι παραλαμβάνω υπηρεσίαν.

Άλλος:

— Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω ότι παρουσιάζομαι ως τοποθετηθείς ενταύθα.

Και άλλος:

— Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω ότι επανέρχομαι ληξάσης της αδείας μου.. .

Έπειτα αρχίζει το διάβασμα της Ημερησίας Διαταγής. Ακούονται: ο Παλαιός Στρατών, τα Παραπήγματα, οι φυλακές Αβέρωφ. Μνημονεύονται ονόματα, τοποθεσίες, συντάγματα, υπηρεσίες. Αναφέρονται τιμωρίες, νουθεσίες, έπαινοι, παρατηρήσεις. Και μέσα εις την νεκρικήν σιγήν, επάνω από τ' ακίνητα εκείνα κορμιά και τας νεκράς θελήσεις, ακούεται έξαφνα μια φωνή που παγώνει το αίμα εις τις φλέβες και φέρνει στα μάτια το δάκρυ.

Ωχ, Ωχ!...

Είνε ο πόνος που έρχεται από κάπου γύρω αόρατος. Είνε το άσθμα που ξεσπά σε αγωνίαν. Είνε πολλές φορές ο ρόγχος του θανάτου. Ότι όμως και αν είνε πόνος ή ρόγχθος η υπηρεσία δεν ανησυχεί· η πειθαρχία δεν θέλει να τον ακούση. Κάπου ίσως να παίξη ένα βλέμμα συμπαθείας. Σε κάποιο κρανίον μπορεί να σχηματισθή ένας θλιβερός συλλογισμός. Μα μόνον ως εκεί. Αλλά να εκδηλωθή σε κίνηση όχι. Τα κορμιά εξακολουθούν να μένουν ακίνητα, τα πρόσωπα αυστηρά και η φωνή του ανωτέρου αποδίδει τι δίκαιον μονοκόμματη, χτυπητή και τελειωτική σαν μπαλταδιά:

— Δέκα ημέρες φυλάκισις! εξαήμερος κράτησις! περιορισμός! Εγκρίνεται — δεν εγκρίνεται· να γίνη έγγραφον! να σταλή εις το σώμα του!...

Κι ενώ ξεστομίζονται αυτά, οι φυσιογνωμίες γύρω μένουν απολιθωμένες ως να μη λέγεται γι αυτούς, ως να μην ενδιαφέρουν αυτούς· να μη θίγουν τα συμφέροντά τους, τη ζωή τους, την ελευθερία τους, την υπαρξίν τους. Ένα χαλάζι καταστρεπτικό είτε ένας ήλιος ζωογόνος πέφτει απάνω εις τα πλάσματα του Θεού κι εκείνα τον δέχονται με την αυτήν υπομονήν, με την αυτήν εγκαρτέρησιν.

— Δέκα ημέρες φυλάκισις!

Τέλος αντήχησε η προσταγή:

— Διάλυσις!...

Και μέσα εις το σούσουρο που σηκώνεται παρόμοιο με σάλαγος φουσκοθαλασιάς ακούεται καμπάνας κλαγγή:

— Στους θαλάμους!... επίσκεψις!... πετά από στόμα σε στόμα.

Τρέχουνε αμέσως δώθε κείθε τα γαλόνια. Στρατιώτες, υπαξιωματικοί, αξιωματικοί, ανακατεύονται, συναλλάσσονται, προστάζουν, φωνάζουν, όπως το πλήρωμα πλοίου καταληφθέντος υπό θυέλλης. Μην είνε τάχα πολεμική κραυγή, εφόδου καμπανοχτύπημα; Μην αίμα θα τρέξη και θα πέσουν κορμιά; Ωιμέ τι έχει να γένη! Να τοι, έρχονται!... Αλλά δεν είνε άγριοι πια, δεν είνε πολεμόχαροι. Τα στριμμένα μουστάκια δεν φοβερίζουν τον ουρανό και τα μάτια είνε ιλαρά, παιγνιδιάρικα. Στα πρόσωπά τους κάθεται γαλήνη και συμπάθεια. Σεμνή χαμογελούσα η Επιστήμη προπορεύεται. Κι εκείνοι την ακολουθούν πρόθυμα μ' ένα κονδυλοφόρο εις το χέρι τους καθένας. Την ακολουθούν και χάνονται μέσα εις τους θαλάμους, που η αρρώστεια βασιλεύει και ενεδρεύει ο θάνατος.

Τα πατήματα γίνονται ελαφρά, οι φωνές συμπαθητικές.

— Καλημέρα, παιδί μου.

— Πως είσαι, λεβέντη μου;

— Πού πονείς;

— Θα περάση ... ησύχασε...

— θα γράψουμε της μάνας σου ναρθή...

— θα σου δώσουμε άδεια. Κάνε υπομονή.

Και τα προστάγματα γίνονται απλά σαν κουβέντα, σαν φιλική σύστασις.

— Ήμισυ.

— Δύο σούπες.

— Μία οκά γάλα, τέσσερα ωά.

— Νηστεία.