Ο Σινάνης: Κωμωδία εις πέντε πράξεις
Part 4
Σιν. Δού .. [ξηροκαταπίνει] Δού ...Δούλος σας κοκονίτζα μου. [κάμων σχήματα διά της χειρός του]
Ανθ. Καλώς ορίσετε.
Σιν. Πολλά τα (ξηροκαταπίνει) τα έτη.
Ανθ. Σ' την υγίαν σας.
Σιν. Δόξα σοι ο Τεός, καλά είμαστε . .. ευγενία σας τι κάμετε;
Ανθ. Προσκυνώ σας .. με συγχωρείτε οπού άργησα, διότι ήμουνα απ' το πουρνό νεγκλιζέ.
Σιν. Έχετε νεζιλέ, καταρροή; κομμάτι ζάχαρι καπνιστήτε, μάνι μάνι περνάει ... κατήστε.
Ανθ. Δεν κάθουμαι τζελεμπί μου, διότι χαλνώ τα φορέματά μου.
Σιν. Κι ούλο ολόρτη στέκεστε;
Ανθ. Όγεσκαι .. κάθουμαι, μα σηκόνω τα φορέματά μου.
Σιν. (καθ' εαυτόν) Ταμάμ νοικοκαιρά . .. εγώ τόσω χρονώ γένηκα, τούτο ντεν ήξερα . .. (προς την Ανθή) Κατήστε, κι' όπως τέλετε κατήστε.
Ανθ. (σηκόνει το φόρεμά της όπισθεν, και κάθεται) Τι νέα έχετε;
Σιν. Τίποτα ... εχτές το βράδυ γένηκε γιανγκίνι και καΰκανε πέντε σπήτια, και είκοσι αγραστήρια οβρέκα·
Ανθ. (καθ' εαυτήν) Τον ηύρα τον μπουταλά .. (προς τον Σινάνην) Ναίσκε, το άκουσα .. πώς περνάτε;
Σιν. Απάνου κάτου τυραγνιούμαστε .. κόσμος έτσι είναι . .. ευγενία σας τι δουλειά κάμετε για;
Ανθ. Εγώ; όλη μέρα κι' όλη νύχτα δεν αδειάζω .. ράφτω, κεντώ, μπιμπίλαις φκιάνω, έχω και τον μπελά που λογαριάζω τα διάφορα που μας χρουστούνε.
Σιν. Κι όλα τούτα μια κοπανιά τα κάμετε;
Ανθ. Όλα· (καθ' εαυτήν) Ωχ καϋμένε, ν' άξερες τεμπελιά που δουλεύει; όλη μέρα φαγί, ύπνος, γέλοια, τραγούδια, της νύχταις σουαρέδες, χαρτιά, μπερλίναις, όχι ρόκαις, και ραψίματα, και κουρέματα και ψαλλίδια . .. (προς τον Σινάνη) η ευγενεία σας;
Σιν. Σαραφλίκι.
Ανθ. Εγώ τον ένα τον παρά, αν ήτανε τρόπος, τον έκαμνα εκατό.
Σιν. (προς τον Ροδάνην μυστικά) Κατά πως τα τέλω νοικοκαιρά . .. ωχ.
Ροδ. (προς τον Σινάνην μυστικά) Κι' έ σας τ' όλεγα εγώ ψόματα θαρείτεν που σας ήλεγα;
Σιν. Πιστεύω τώρα.
Ανθ. Γιατί δε φορείτε φράγκικα;
Σιν. Φράγκικα τέλουνε πολλά πράματα.
Ανθ. Σαν τι;
Σιν. Μαλιά.
Ανθ. Περούκα.
Σιν. Τζακίσματα.
Ανθ. Τα κάμετε.
Σιν. Ντε ξέρω.
Ανθ. Μαθαίνετε.
Σιν. Ποιος να με μάτη για; με ματαίνετε ευγενία σας;
Ανθ. Μάλιστα . .. και χορό ακόμη.
Σιν. Ναίσκε . .. ό,τι τέλετε ματαίνω.
Ανθ. Μοναχός σας είστε;
Σιν. Εγώ και δούλος μου.
Ανθ. Έχετε κανένα καλόν δούλον;
Σιν. Έτζι κι' έτζι, κομμάτι γουρσούζι είναι.
Ανθ. Και πόσα τον δίνετε;
Σιν. Πέντε γρόσια τον μήνα .. παπούτζια, μπερμπεριστικά·
Ανθ. Καλέ τι λέτε; πολλά πολλά . .. εγώ τη δούλα π' όχω, την εστοίχησα χίλια γρόσια για εκατό χρόνια ... τα φορέματα που φορεί της εορταίς και της βίζιταις είναι δικά μου .. της άλλαις ημέραις σιχαινόσαστε να φτύσετε απάνου της.
Ροδ. (καθ' εαυτόν) Του διαβόντρου η λουλούδα, ήκατζέν τόνε στα βρόχια.
Σιν. (προς την Ανθήν) Είστε πολύ νοικοκαιρά.
Ανθ. Σας ευχαριστώ .. είστε πολλά ζαντί.
Σιν. (προς τον Ροδάνην μυστικά) Τι τα πη ζαντί;
Ροδ. Είναι φραντζέζικο, κι' έν το ξέρω.
Σιν. Και ιξέρει φραντζέζικα;
Ροδ. Και φραντζέζικα, και ταλλιάνικα, κι' ίντα έν ιξέρει ως και τα κορακιστικά ακόμη ξέρει τα.
Σιν. Κορακιστικά τι είναι; πουλιού γλώσσα;
Ροδ. Ναίσκε.
Σιν. Ωχ ωχ ωχ! δραγουμάνο ντε τέλουμε αρτίκ.
Ροδ. Ίντα ρωτάτεν πλια, ε θε πολύ λεμόνι· πέρνετεν γυναίκα, που σ' τον κόσμο έν είν' άλλη. (καθ' εαυτόν) Κ' έν είν κι' όλας άλλη παράλυτη στην πίστι μου.
Σιν. Στην εκκλησιά παγαίνετε καμμιά φορά, κοκονίτζα μου;
Ανθ. Από λαμπρή σε λαμπρή.
Σιν. Γιατί;
Ανθ. Απ' τους πολλούς δίσκους, και τους ζητιάνους.
Σιν. Ευγενία σου χρόνια έχεις λίγα, αμμά εβδομήντα χρονού ανθρώπου γνώσι έχεις . .. εγώ πάσα κυριακή παγαίνω, και ταμάμ που θ' αύγουνε δίσκοι, το κόφτω παραλίκι.. (γελά) Χα χα χα! δεν κάμω καλά;
Ανθ. Αξιόλογα ...
Σιν. Λουτρό παγαίνεις;
Ανθ. Ποτέ μου σπήτι λούγουμαι . ..(καθ' εαυτήν) Ω καϋμένε μπουταλά, κάθε δύω ημέραις κοπάδι πηγαίνουμε. (προς τον Σινάνη) Η ευγενία σας πάτε;
Σιν. Κάτα μεγάλο σαββάτω τη νύχτα, και δίνω είκοσι παράδες ούλο ούλο.
Ανθ. Ακριβά... η γυναίκες δίνουνε πέντε παράδες το κεφάλι, και πάλαι δεν πάγω.
Σιν. Εγώ πολύ σας άρεσα.
Ανθ. Και εγώ ομοίως.
Ροδ. Δότεν άματις τα δακτυλίδια, να τελείωση η δουλλειά.
Σιν. (τη δίδει έν δακτυλλίδιον) Ορίστε.
Ανθ. (τω δίδει ομοίως) Ορίστε.
Ροδ. Και πότες έχουμε τα βλογήματα;
Σιν. Όποτε τέλει η κοκονίτζα.
Ανθ. Όποτε η ευγενία σας.
Σιν. Εγώ μακάρι τώρα.
Ροδ. Πα να φέρω τον παπά;
Σιν. Άφστο την Κυργιακή.
Ανθ. Τούτην, ή την άλλη;
Σιν. Όποια τέλετε.
Ανθ. Την άλλην καλήτερα.
Σιν. (καθ' εαυτόν) Εμένα και τώρα καρντιά μου ήτελε αμμά ας κουρεύεται .. ως που ν' άρτη άλλη Κυργιακή η ψυχή μου τ' αύγει.
Ροδ. Πάμεν πλια.
Ανθ. Καθίστε ολίγον .. (κτυπά τας χείρας) Χάιδω.
Χάι. (Παρουσιάζει γλυκό και καφφέ).
Σιν. Τι τα ήτελε; να ξοδιάζεσαι;
Ανθ. Τίποτα έξοδα ... το γλυκό είναι από της αρραβώναις της γιαγιάς μου, και της νενές μου, τώρα αρρεβωνιάζουμαι κι' εγώ, κι' ακόμα και τα εγκόνια μας ν' αρραβωνιαστούνε.
Σιν. (τρώγων το γλυκό) Αμήν.
Ανθ. Τον καφφέ τον έχω απ' του παπού μου τον καιρό.
Σιν. Καλά βάσταξε τόσα χρόνια;
Ανθ. Η νενέ μου μ' έμαθε, και έβανα κομμάτι σαπούνι, και βάσταξε.
Σιν. Τεός σχωρέστηνα ... (καθ' εαυτόν) Ούλαις σόι τους νοικοκαιραίς είναι.
Ροδ. Πάμεν τώρη.
Σιν. (σηκώνεται όρθιος· προς την Ανθήν) Σ' αφίνω για, πολλά τα έτη, δούλος σας.
Ανθ. Προσκυνώ σας . .. (προς τον Ροδάνην κυφίως) Γύρισε τώρα σε ολίγον.
Σ Κ Η Ν Η ΙΕ'.
Η Ανθή μόνη, έπειτα ο Μπαλάσης
Ανθ. (πηδώσα) Λαμπάδες, παράκλησες .. το κατόρθωσα .. ό,τι γέν' ας γένη .. για δέσιμο τον έχω τον καϋμένο το γέρω .. τώρα τι θα γένη; φορεσιαίς, μόδαις, φλουριά, τάλλαρα, δούπιαις, μα πως είναι γέρος τι πειράζει; ξέρεις δα ... εκείναις π' όχουν τους νέους κ' είναι ψώραις και των γονέων; εγώ θα περνώ καλά, θα κάμω καμπόσαις καρακάξαις να σκάσουνε, και σ' το μάτι τους, αν θα λένε τον άνδρα μου γέρω.
Μπα. (ακούων αρκετήν ώραν έξωθεν την ομιλίαν της Ανθής εισέρχεται) Καλέ με ποιόν ελαλούσες τόση ώρα;
Ανθ. Μανάχη μου.
Μπα. Και κάτι χαρούμενη; τι τρέχει;
Ανθ. Αρραβωνιάστηκα.
Μπαλ. Και εις τα τέλεια ... με ποιόνα;
Ανθ. Με τον Τζελεπή Σινανάκη π' όχει τα φλουργιά με το φυκιάρη.
Μπαλ. Το γέρω Χωτζά Σινάνη να μη λες; το φιλάργυρο;
Ανθ. (με θυμόν) Καλέ, τι κακό είν' αυτό με σας; γιατί τον λέτε γέρω τον άνδρα μου; τι σας κόφτει; εσείς θα τον στεφανωθήτε;
Μπαλ. Μη θυμώνης παιδάκι μου .. άκουσαι και τους μεγαλητέρους σου.
Ανθ. Τίποτα τίποτα ...κανένα κανένα δεν ακούω σε τούτο.
Μπα. Και χάθηκε τόσος κόσμος, μόνε θα πάρης τον παπού σου;_
Ανθ. Ας ήναι μακάρι και προσπάπους μου ... εκείνον θα πάρω ... δείξαι με άλλον καλήτερον ντε!!
Μπαλ. Έναν Γραμματικό, ένα Διοικητή, ένα Επίτροπον.
Ανθ. Το διόρθωσες ....σώπα σώπα .. αμ' αυτοί που λες τι έχουνε απ' ένα μισθό ξερό ξερό ..... έπειτα σαν τους βγάλουν από τας θέσεις των, ξύνουνται απ' τους τοίχους, και ρίχνουνε τ' αυτιά τους σαν της βρεμμέναις γάταις.
Μπαλ. Ένα Στρατιωτικό.
Ανθ. Το σκότωσες ... κι' εκείνοι το ίδιο είναι, ή σε ξυπάζουν τα σπαθιά, τα γαλλόνια, και τα χρυσά κουμπιά!!! ο μισθός ίσια ίσια δεν τους φθάνει .. τίποτε, οι υπάλληλοι στρατιωτικοί και πολιτικοί όλοι είναι πτωχοί με μίαν ξερήν επιφάνειαν.
Μπαλ. Έναν πραματευτή πάρε.
Ανθ. Αν μουφλουζέψη, τι να κάμω;
Μπαλ. Έναν τεχνίτη.
Ανθ. Ό,τι βγάζει την ημέρα ίσια ίσια δε σώνουνε για το βράδυ.
Μπαλ. Έναν Γιατρό.
Ανθ. Αν είναι ο κόσμος άρρωστος .. αμ' αν δεν έχη κούραις; ... έπειτα τώρα οι γιατροί δεν έχουν υπόληψιν σαν και πρώτα.
Μπαλ. Έναν Συνήγορο πάρε.
Ανθ. Όσο έχουνε τα κριτήρια δουλειαίς πάει καλά κάτι ψωροπερνούνε .. αύριο μεθαύριο σαν παύσουν η κρίσες; τίποτα ... κι' εκείνοι σαν τους άλλους και χειρότερα ... μάλιστα αυτοί που κυνηγούν αέρα... τίποτις θείε μου, τίποτις .. καλά τον διάλεξα εγώ, και κανένας άλλος δε με χορταίνει, παρά ο τζελεπή Σινανάκης, για να χορτάσω φαγιά, φορέματα, διαμαντικά, κι' ό,τι θέλω και δε θέλω.
Μπαλ. Μα π' ούναι φιλάργυρος, πώς θα κάμης;
Ανθ. Εγώ τον καταφέρνω και πέρνω το βίος του στο χέρι μου, και να το δγης.
Μπαλ. Μακάρι ... και κανένας άλλος πγια δε σ' αρέσει;
Ανθ. Εγώ όλους σ' τους αράδιασα .. οι μπακάλιδες απομείνανε, οι ψωμάδες, οι χαμάλιδες .. θέλεις να πάρω κανένα τέτοιον;
Μπαλ. Όχι ... να ήτανε κομμάτι νιος έμοιαζε.
Ανθ. (με θυμόν) Κουριόζο πράμα ... τι σας κόφτει π' ούναι γέρως; μην το κάμης κι' η ευγενία σου σαν την αδελφή μου την καρακάξα που πάει να σκάση απ' τη ζούλια της.
Μπαλ. Όχι δα την τζαμένη, την αδικάς· εκείνη σ' αγαπά.
Ανθ. Σαν το χιόνι στον κόρφο.
Μπαλ. Και πότε θα στεφανωθής;
Ανθ. Την ερχομένη κυριακή.
Μπαλ. Καλοροίζικα, κι' ό,τι είναι της μοίρας σου (αναχωρεί)
Ανθ. (μόνη) Και συ δεν πας να φας χαλβά και κουρκούτη μπρε ζεβζέκι!!! (αναχωρεί.)
Σ Κ Η Ν Η Ις'.
Μαχίδης, Αντιοχίδης, Λαμπρίδης, Χαιρειάδης, και Πατζίδης.
Μαχ. Εμάθετε τα νέα;
Αντ. Όχι ... τι;
Μαχ. Καμώνεστε.
Λαμ. Όχι τη αληθεία.
Μαχ. Η δική μας δα, η παστρικοθοδώ ... χα χα χα χα (γελά)
Πατ. Μη γελάς δα.
Χαιρ. Εκείνος έτζι το συνειθίζει.
Μαχ. Η παστρικοθοδώρα μας δα, αρραβωνιάστηκε.
Λαμ. Καλέ η Ανθή;
Μαχ. Ναι.
Λαμ. Και ποίον πέρνει;
Μαχ. Το, χα χα χα χα (θα σκάσ' απ τα γέλοια) το γέρω Σινάνη.
Όλοι Χα χα χα χα χα χα χα.
Χαιρ. Μπρε τη βρωμούσα.
Αντ. Γιατί; εκείνος της αρέσει ... τι σας κόφτει;
Μαχ. Ωχ! σιώπα δα και συ .. εκείνον το γέρω, το σαλιάρη, τον ματούρη, τον τενεκέ; χάθηκαν οι άνδρες;
Χαιρ. Καλά σας λέγει..... να εψοφούσα απέ την πείνα τέτοιον μασκαρά δεν τον έπερνα.
Πατ. Ου να χαθή η παραλυμένη ... πώς θα τον βλέπη ... εγώ συχαίνουμαι όταν τον απαντώ στον δρόμον, και γυρίζω άλλο σοκάκι
Παχ. Πάμε να την χαιρετήσουμε;
Όλοι Αφού τον πάρη, να πάμε.
Όλοι Όλοι μαζή;
Παχ. Βέβαια! και που ν' ανταμωθώμεν;
Όλοι Στο συνειθισμένον μέρος.
Μαχ. Α παρόλ δ' ονόρ;
Όλοι Μάλιστα, μάλιστα ... αδιού . . (αναχωρούν.
ΠΡΑΞΙΣ Δ'.
Σ Κ Η Ν Η Α'.
Η Ανθή μόνη έπειτα η Χάιδω
Ανθ. Πέντε μέραις έμειναν ακόμη έως την κυριακήν, και τίποτε δεν έχω έτοιμον ... ο μισέ Ροδάνης με είπε ότι ο γαμπρός θα με στείλει γρόσια, και έως τώρα τίποτα δεν είδα ... θα μείνω εντροπιασμένη εις τους καλεσμένους, και δε με νοιάζει για τους άνδρας, όσο με καίει που θα με περιγελούν εκείναις η καρακάξαις ... ο Ροδάνης δεν εφάνηκε, και πάγω να χάσω το νου μου· ας στείλω να τον μιλήσω .. Χάιδω πήγαινε να φωνάξης το Ροδάνη.
Χάι. Ούλη μέρα το Ροδάν, το Ροδάν, το Ροδάν; τι τον θέλεις το Ροδάν;
Ανθ. Πήγαινε συ και τι σε κόφτει;
Χάι. Γώ πάγ' για μα δεν έρχεται ... (αναχωρεί.)
Ανθ. (καθ' εαυτήν) Όταν δεν είναι χρήματα και οι δούλοι βαρετοί γένουνται.
Σ Κ Η Ν Η Β'.
Η Ανθή και ο Ροδάνης
Ανθ. Στα μάτια έκαμα μισέ Ροδάνη.
Ροδ. Κι εγώ γλέπω σας κ' είστεν καλά.
Ανθ. Καλά είμαι, μα.
Ροδ. Ίντα μα, και ξεμά; βάλτεν τη σκούφια σας στραβά.
Ανθ. Καλέ τι λες; των φρονίμων τα παιδιά πριχού πεινάσουν μαγερεύουνε ... η ημέραις φτάξανε και τίποτα δεν έχω έτοιμα .. θα μείνω με τα μαύρα μούτζουνα.
Ροδ. Μη λυπούστεν, κι' εγώ σας τα κάμω όλα ότοιμα ...
Ανθ. Στο λαιμό σας κρέμουμαι.
Ροδ. Συγυρίστεν το σπήτι και τώρη γλέπετεν (αναχωρεί.)
Ανθ. Πάγω να συγυρίσω το σπήτι, τι κάθουμαι; (αναχωρεί)
Σ Κ Η Ν Η Γ'.
Ο Ροδάνης ο Σινάνης έπειτα ο Μουζάνας
Σιν. Κυργιακή κοντεύει .. σφίχτηκα .. κάτα μια μέρα ένα χρόνο με φαίνεται.
Ροδ. (με βίαν) Καλέ ίντα καθούστενε μαθές; κι' έ στέρνετεν τα πράματά σας στο σπήτι της νύφης πλια! τι καρτερείτεν;
Σιν. Τι πράματα να στείλω για;
Ροδ. Ό,τ' έχετεν, κι' ό,τι έν έχετεν· την ώραν που θα βλογηθήτεν θα στέρνετεν κασέλαις και στρώματα;
Σιν. Να στείλω και κασέλαις με γρόσια;
Ροδ. Κι αμέ; Ίντα τα φυλάτεν εδώ; ε φοβούστεν να μη σας τα κλέψουν κι' όλας;
Σιν. Καλά λες ... έκει κοκονίτζα φυλάει καλά, κόσμος είναι σπήτι της, παζάρι κοντά είναι, κλέφτη κολάι κολάι ντεν παγαίνει.
Ροδ. Έτζι κάμετεν, να σας χαρώ.
Σιν. Να πάγω κι' εγώ μαζή με χαμάλιδες, να κάμω τεσλίμη κασέλαις μου κοκονίτζας χέργια, και να γυρίσω;
Ροδ. Έτζ' είν' καλά, κ' είστεν πλιο σίγουρος.
Σιν. (φωνάζει τον Μουζάνα) Μουζάνα πάνε να φέρης χαμάλιδες να κουβανίσουμε πράματά μας ούλα κοκονίτζας ισπήτι.
Μουζ. Ορισμός σας ... (καθ' εαυτόν) Τώρα σε διορθώσανε διαβόλου φιλάργυρε ... η γυναίκα θα σε κάμει σουγλί παλληκάρι. (αναχωρεί)
Σιν. Άιδε να φορτώσουμε, και να πάμε μαζή, σακίν χαμάλιδες να μην κάμουνε χουνέρι.
Ροδ. Πάμεν. (αναχωρούν)
Σ Κ Η Ν Η Δ'.
Η Βιτώρια μόνη, έπειτα ο Μπαλάσης.
Βιτ. (καθ' εαυτήν) Η αδελφή μου έχασε τον νουν της πλέον ... ετοιμάζει το σπήτι χωρίς να έχη τίποτε να το στρώση ... δεν ημπορώ να καταλάβω τι τρόπον ζωής ακολουθεί, και ποίον δρόμον τρέχει .... είμαι περίεργη να ιδώ το τέλος αυτής της σκηνής ... αγκαλά αι τοιαύται γυναίκες ξεύρουν και τα ευγάνουν εις το κεφάλι ... και βέβαια όταν συστολή δεν υπάρχη, όταν κρίσις δεν υπάρχη, όταν μόνη η θέλησις φθάση να κινή την μηχανήν ενός ανθρώπου, όλα ευκολύνονται, και ουδέν αισχρόν κατά την παροιμίαν. Αχ!!! πόσον θα μετανοήσει η τρισαθλία! όσον πλούτον και αν έχη, ο γέρω Σινάνης, αυτή είναι καλή εντός ολίγου διαστήματος να τον κάμη γυαλιά καρφιά, και πάλιν να υποπέση εις την ιδίαν δυστυχίαν, ίσως και χειροτέραν, διότι τότε θα έχει τον γέρω διάβολον εμπρός της κάθε στιγμήν, θα χάσει την ελευθερίαν της, και κύριος οίδεν, εις πόσα ατοπήματα θα εξωκείλει ... αχ!!! πόσον πικρόν και λυπηρόν είναι εις μίαν γυναίκα το να μην έχη εις τον εαυτόν της φιλοτιμίαν!! αν εσυλλογίζετο ολίγον η δυστυχής, αν εμετρούσε τα εναντία, αν έφερεν εις τον νουν της τα παρελθόντα, όσην πατρικήν περιουσίαν μας έφθειρε, και εις ποίαν περίστασιν έφθασεν ένεκα της ασωτίας της, βέβαια ήθελε φέρεται εις το εξής με περισσοτέραν μετριότητα, τώρα μάλιστα όταν πρόκηται έμπροσθέν της μία τοιαύτη τύχη, με την διαφοράν μόνην, ότι διά την τύχην αυτήν (την οποίαν προκαλεί η ασωτία της) θυσιάζει την τρυφερότητα και το άνθος της ηλικίας της εις την χρήσιν ενός πλουσίου βαρβάρου, ενός γέροντος φιλαργύρου, ενός τέλος πάντων βδελυρού όντος ... τι κόσμος παράξενος!!! τι κόσμος μηδαμινός!!! υπομονή δι όλα τ' άλλα ... τουλάχιστον ας είχε και ολίγην πρόνοιαν διά τα μέλλοντα ... αλλά και τούτο (βλέπω) είναι μακράν από του να το συλλογισθή .. ας κάμη ό,τι θέλει, εγώ είμαι αμέτοχος, εγώ έχω καθαράν την συνείδησίν μου· αδιαφορώ πλέον ... το ήμισυ του οσπητίου με ανήκει, το εκτιμώμεν, και αφού πλουτήσει, το αγοράζει, τότε και εγώ διαθέτω την ζωήν μου εις τάξιν, και με την οποίαν έχω ολίγην χρηματικήν κατάστασιν ζω ευτυχής, εάν η τύχη αποφασίση να συζευχθώ με τον σωφρονέστατον εραστήν μου ... ο πλούτος είναι φύσει ευόλισθον πράγμα, και μάλιστα όταν πέση εις ασώτους χείρας, τότε γίνεται ευολισθώτερος ... δεν επιθυμώ πλούτον ασώτως δαπανώμενον ... αρκεί η κατάστασίς μου να με ζήση ησύχως, τις εστίν ο πλούσιος ο εν τω «ολίγω αναπαυόμενος»
Μπαλ. (ακούσας τους τελευταίους λόγους, εισέρχεται) Εύγε σου!!! εύγε σου, φρονιμωτάτη μου ανεψιά!!! μακάρι να είχα και εγώ τη γνώσι σου, τι έχεις πάλαι; να μην εμάλωσες με την αδελφή σου;
Βιτ. Όχι Θείε μου! μόνη μου κάμω διαφόρους συμπερασμούς, και εσυλλογίσθην πώς να διαθέσω τον εαυτόν μου, επειδή βλέπω την ηθικήν κατάστασιν της αδελφής μου πολλά ασύμφωνον με την ιδικήν μου, και απεφάσισα να ζήσω μακράν από αυτήν.
Μπαλ. Καλά το συλλογίστηκες .... αμέ το σπήτι;
Βιτ. Το εκτιμώμεν, και με πληρόνει το αναλογόν μου .. Αυτή θα πλουτήσει αύριον.
Μπαλ. Εύγε σου!!! φρόνιμα .. μόνε μιαν ώρα προτήτερα, πριχού τα κάμει πάστρα τα γρόσια του γέρω Σινάνη.
Βιτ. Μετά τρεις ημέραις αφού στεφανωθή, θα το προτείνω αυτό ... πλην σας παρακαλώ να με συδράμετε αν προκύψη περίστασις.
Μπαλ. Τι λόγος ... είμαι έτοιμος.
Βιτ. Σας ευχαριστώ .. υπάγω μήπως έλθη και μας εύρει, και αρχίσει τα συνειθισμένα της. [αναχωρεί]
Σ Κ Η Ν Η ΙΓ'.
Ο Σινάνης, ο Ροδάνης, και η Ανθή
Σιν. [προς τους βαστάζους] Εδώ, εδώ... σ' αυτό ισπήτι.
Ανθ. [καθ' εαυτήν] Τα γρόσια φέρνουνε [τρέχει προς τον Σινάνην] Εδώ τζελεμπή μου, εδώ στο γκιαυγκίρι·
Σιν. Ισπήτι σας έχει γκιαυγκίρι;
Ανθ. Μάλιστα.
Σιν. Δε φοβάται γιαγκίνι ... σίγουρα τα βάνουμαι σεντούκια μας μέσα.
Ανθ. Τι τεργιάζει! και αμφιβάλλετε;
Σιν. Ούλα ούλα σεντούκια ογδόντα δυω είναι.. απάνου γραμμένο πάσα ένα τι έχει μέσα.
Ανθ. Πολλά καλά ... τα κλειδιά τους τα έχετε;
Σιν. Ένα κλειδί ανοίγει ούλα.
Ανθ. [καθ' εαυτήν] Τόσο καλύτερα, δε θα χρειαστώ πολλά αντικλείδια ... [κλείει την θύραν, και δίδει το κλειδί εις τον Σινάνη] Ορίστε τζελεμπή μου το κλειδί του γκιαυγκιριού.
Σιν. Ας στέκεται στα χέργια σας.
Ροδ. Όσκαι δα, πάρτεν το εσείς, και σα βλογηθήτεν της το δίνετεν.
Σιν. Καλά λες, ας πάρω ... [το λαμβάνει]
Ροδ. [προς τον Σινάνην μυστικά] Κι έν της δίνετεν άματις τίποτις έξοδα για τη χαρά;
Σιν. [μυστικά] Αφεντιά σου δεν είπες να βγάνω παπούτζια μου ν' άμπω μέσα;
Ροδ. Ναι... είπα δα ... σα δε θέτεν, ας λείψη· έν έχ' εκείνη ανάγκη αφ' τα δικά της, ας ην καλά τα δικά σας.
Σιν. Τι είπες;
Ροδ. Φαλλάρισα ... έν έχ εκείνη ανάγκη αφ' τα δικά σας, ας ην καλά τα δικά της που έν έχει να σας χώση .. ίντα θαρείτεν καλέ; εγώ σας τ' όπα για να φανήτεν γαλαντόρμπος σα δε θέτεν πάλι, ας στέκ' η δουλλειά μπερδεμένη.
Σιν. Όχι, παζάρι μας έτζι είναι.
Ροδ. Συμπαθήστε με αστόχησα ... πάμεν τώρη .. . . δούλος σας.
Σιν. Δούλος σας κοκονίτζα μου.
Ανθ. Σας προσκυνώ τζελεπή μου ... στο καλό μισέ Ροδανη .. σε καρτερώ.
Ροδ. Έρχουμαι. (αναχωρούν)
Σ Κ Η Ν Η ς'.
Η Ανθή μόνη, έπειτα ο Ροδάνης.
Ανθ. (καθ' εαυτήν) Τα γρόσια τ' άχουμε στο χέρι (πηδά). Θε μου! να ψοφήσ' απόψα .. να του κατέβη αποπληξία ... λαμπάδες θ' ανάψω ... ογδόντα δυω κασέλαις, δεν είναι πέξαι γέλασαι ... θα πετάξω απ' τη χαρά μου ... (πηδά)
Ροδ. (εισέρχεται αιφνιδίως) Τώρη σαρτέρνετεν! το ξέρω κι' εγώ ... η δουλλειά σας μπίτισε ίντα ντέρτι έχετεν ... το βιος του Σινάνη στο σπήτι σας τ' όχετεν τώρη ...
Ανθ. Έλα να σε φιλήσω μισέ Ροδάνη μου.
Ροδ. Ε θέλω γώ φιλλιά, μοννιούς μοννιούς να δούμεν τώρη.
Ανθ. Να, τ' αντικλείδι τ' όχω έτοιμο, την νύχτα θα τ' ανοίξω τρέξε τώρα για τα χρειαζούμενα του γάμου.
Ροδ. Ότοιμα τ' άχω, και το βραδύ βραδύ φέρνω σας τα. [αναχωρεί] (μόνος καθ' οδόν) Έννοια σου διαβόντρου λούλουδα, και θα φας και να πγης θες.
Ανθ. Πάγω κι' εγώ να προετοιμασθώ, (αναχωρεί)
Σ Κ Η Ν Η Ζ'.
Ο Σινάνης και ο Μουζάνας.
Σιν. (καθ' εαυτόν) Έι ούλα αρτίκ γενήκανε, την κυργιακή χαρά ... εγώ κανένα ντεν εκάλεσα για; ποιόνα να καλέσω, ποιόνα να καλέσω!!! α... χανούμ ογλού, ένα, χουρμούζ ογλού, δυω, χατζή μουράτ' ογλού, τρια .. αραϊτζ' όγλου, τέσσερα, χαδούμ ογλού, πέντε, δουμ δουμ ογλού έξη ... φτάνουνε ... πολλοί είναι μπιλέμ.
Μουζ. (ακούων τον Σινάνη) Αφέντη;
Σιν. Τι είναι μπρε;
Μουζ. Αμέ τον καϊμένο τον Εσκιτζή Κασπάρη που σε μπαλόνει τα παπούτζια, κάθε μέρα, τον πατζατζή Μικιρδίτζι που πέρνουμε πατζά, τον τζοπτζή Μαρτυρόζη που μας σηκόνει τα σκουπίδια, αυτούς δε θα τους καλέσεις.
Σιν. Αυτοί είναι κιουλχανίδες μπρε ... χιτζ τετοιανούς ανθρώπους καλνούνε;
Μουζ. Κιουλχανίδες, αμμά σε δουλεύουνε τόσα χρόνια.
Σιν. Άιδε γκρεμίσου, κοκονίτζα ντε τέλει.
Μουζ. Αμ εγώ με τι ρούχα ν' άρθω στο γάμο;
Σιν. Μ' εκείνα π' όχεις.
Μουζ. Είναι παλιά.
Σιν. Τηγάρις δικά μου καινούρια είναι; γιόξαμ εσύ τα γένης καλήτερο απ' εμένα, κόσμος να ταρή που είσαι γαμπρό εσύ; ρούχα σου καλά είναι.
Μουζ. Αμ' ετοιμάστηκες;
Σιν. Ούλα ότοιμα είναι .... έμεν παπουτζάκια μου τα βγάνω ν' άμπω μέσα .. έτζι είπε μισέ Ροδάνη.
Μουζ. (καθ' εαυτόν) Τρομάρα στα βρακιά σου .. . σε λίγαις ημέραις θα δγης τον ήλιο ανάποδα.
Σιν. Τι μουρμουρίζεις, μπρε;
Μουζ. Τίποτες αφέντη, ζουλεύω την τύχη σου.
Σιν. Ζουλεύεις για; αμέ τι ταρείς; αντρώπου κισμέτι στα υστερνά έρχεται.
Μουζ. Ναι αφέντη, ναι .. να σε χαρώ τούμπανο.
Σιν. Άιτε τώρα κεφάλι μου ζάλισες ... εγώ κοκονίτζα συλλογιούμαι τώρα.
Μουζ. Την κυργιακή την πέρνεις πγια, και γλέπεις τη μοίρα σου. (αναχωρεί)
Σιν. ( καθ' εαυτόν ) Ζούλεψε Μουζάνα, ζούλεψε ... δίκιο έχει ... καρδιά του παντριά τέλει .. δούλα να δώκω αρτίκ, να κάμω τζιράκι κακόμοιρο Μουζάνα.
Σ Κ Η Ν Η Η'.
Ο Σινάνης και ο Ροδάνης
Ροδ. Είστεν ότοιμος; παράγγειλα του παπά Τρέχα να σας βλογήση την κυργιακή, και ν' άστεν κ' οι δυω σας στην Εκκλησά.
Σιν. Τ' άρτη και κοκονίτζα;
Ροδ. Κι αμέ μοναχός σας θα βλογηθήτεν; είπα της το κι' εκείνης ν' άν' ότοιμη ... πρέπει ν' άστεν καλά στολισμένος παστρεμένος, α θέτεν να βάλτε και κομμάτι σουλουμά, και κοκκινάδι για να γυαλίζετεν, να σας δώσω ... (τον δίδει δύω μικρά αγγεία)
Σιν. Τ' είν' αυτά;
Ροδ. Τ' άσπρο αλείφετέν το στη μουσούδα σας, και το κόκκινο στα μάγουλά σας.
Σιν. Και γένουμαι όμορφος;
Ροδ. Σαν τον ήλιο, και σαν τ' άστρη της αυγής, . (καθ' εαυτόν) Ήστρεξέν τα ... ουγού ... κι' ε θα φαίνεται σα διάβολος μαρινάτος; (προς τον Σινάνη) Πα φύγω τώρη. (αναχωρεί)
Σιν. Στο καλά ... την κυργιακή ούλα τα γένουνε ... (αναχωρεί)
Σ Κ Η Ν Η Θ'.
Ο Γιορδάνης, και η Ανθή
Γιορ. Τη τη τη, την κυργιακή πγια, χα χα χα ρά χαρά; πού που που πού ν' η κουφέταις;
Ανθ. Ξεφορτώσουμε, γιατί είμαι σκασμένη.
Γιορ. Τι τι τι;
Ανθ. Τι ξυνός και ξερός.
Γιορ. Πε πε πε περιφανεύτηκες;
Ανθ. Ναίσκε μούρη μου, περιφανεύτηκα ... ξεφορτώσουμε μπουταλά.
Γιορ. Πού πού πού π' ουν τα ρούχα μου;
Ανθ. Αν έχης φόρεσαι.
Γιορ. Και και και και δε θα με κό κό κό κόψης;
Ανθ. Να σε κόψη.
Γιορ. Π π π π, ποιός;
Ανθ. Ο περίδρομος.
Γιορ. Κα κα κα καλά στο είπα πε πε πε περιφανεύτηκες.
Ανθ. Ναι. πε πε πε, χα χα, χάχα! δείξαι με την ράχη σου.
Γιορ. φε φε φεύγω φεύγω.
Σ Κ Η Ν Η Ι'.
Η Ανθή και ο Ροδάνης
Ροδ. Ήφερά σας τα όσα χρειαζούτενε, και μόνε ετοιμαστήτεν πλια.
Ανθ. Τ' άφερες όλα;
Ροδ. Ναίσκε ... μόν' εσείς εβγάλετεν τίποτις;
Ανθ. Μια κασέλα άδειασα.
Ροδ. Δότε μου άματις κάμποσα βενέτικα.
Ανθ. Πάμε να σε δώσω ... (εισέρχονται εις τον κοιτώνα έσωθεν) Πόσα έχει όλο το σεντουκάκι;
Ροδ. Πενήντα χιλλιάδες.
Ανθ. Πόσα θα πάρετε;
Ροδ. Δέκα χιλλιάδες.
Ανθ. Όχι πάρετε είκοσι.
Ροδ. Καλά τ' όπετεν, μα πότε θα τα μετρήσουμεν τόσα; ίντα λέτεν; να τα πάρω με τη ζυγαριά;
Ανθ. Και πώς θ' αύρετε το λογαριασμό;
Ροδ. Όφκολο είναι ... κάθε βενέτικο είν' ένα δράμι, δυω χιλλιάδες βενέτικα κάμουν 5 οκάδες, κ' η είκοσι χιλλιάδες κάμνουν 50 οκκάδες.
Ανθ. Ζυγιάστε λοιπόν πενήντα οκάδες. χα χα χα (γελά) καλά τη συλλογίστηκες τη ζυγαριά.
Ροδ. Κι αμέ; έν το ξέρετεν που οι συμιακοί περπατούνε δυω δυω, κι' όσα δε σώνει του νου ο νους, του τα λέγ' ο άλλος; πάγω τώρη να φέρω ένα χαμάλη.
Ανθ. Και δεν μπορείτε να τα πάρετε μοναχός σας;
Ροδ. Κι έν μπορώ να τα σηκώσω μια κοπανιά.
Ανθ. Από λίγα λίγα.
Ροδ. Καλά τ' όπετεν ... έ θέτεν πλια τίποτις άλλο.
Ανθ. Το πουρνό ν' άρθης
Ροδ. Έρχουμαι (εξέρχεται με μίαν σακκούλαν εις τας χείρας, καθ' εαυτόν) Έλα Χριστάκη μου! πρώτα πρώτα εσάς θα χρουσώσω ... [αναχωρεί]
Σ Κ Η Ν Η ΙΕ'.
Η Ανθή και ο Ροδάνης
Ανθ. (καθ' εαυτήν, παρατηρούσα όσα έφερεν ο Ροδάνης) Αυτός τίποτα δεν έφερε ... ω κρίμα σ' εμένα!!! και τι θα φτάξουν αυτά που έφερε; τι με θάρεψε; καμμια κερατζίτζα είμ' εγώ να παντρευτώ με δυω πατσαβούραις, με τρία παλιόξυλα, και με εκατό δράμια κουφέταις; αυτός είναι τρελλός ... αν δεν τα κύτταζα, ήθελα να πάθω το μασκαραλίκι ... τώρα ν' άρτη, και να τον κάμω ασπρού.
Ροδ. [εισέρχεται αιφνιδίως] Ίντα πάθετεν κ' είστε θυμωμένη τόσο;
Ανθ. Καλέ τι μ' έκαμες; κατζιβέλα, ή καμμιά κερατζίτζα για να παντρευτώ με οβρέκαις πραγματειαίς;
Ροδ. Κ' ίντα τα θέτεν τώρη τα πολλά; ύστερις τα κάμετεν.
Ανθ. Τίποτα τίποτα .. στη ψυχή της νενές μου, δε βάνω τα στέφανα στο κεφάλι μου, αν δε με τα φέρης όλα, όσα θέλω.
Ροδ. Πήτεν τα μαθές, και φέρνω σας τα.
Ανθ. Θέλω πέντε κομούς, 15 δουζίναις καρέγλαις, 15 καθρέφταις μεγάλους χρυσούς, πέντε τραπέζια, 5 καναπέδαις όλα δομόγκανο, 10 λουσέρναις φίναις, 120 πορτιέραις, και όλα τα στολίδια των ονδάδων μου. θέλω 365 κουμάσια διά βέσταις ν' αλάζω μίαν κάθε ημέρα, από σαλιά, τουλπάνια, μεταξωτά, λαχούρια και λοιπά, Θέλω άλλα 365 διά τους μπάλους ... 365 λαχούρια φίνα διά ταις πλάταις .. 365 καπελίνα διαφόρων λογιών, 20 δουζίναις μανδήλια του χεργιού, και άλλα τόσα του λαιμού ... 10 δουζίναις σάλπαις ... 20 δουζίναις πουκάμισα από τέλα μπατίστα ... 100 δουζίναις κάλτζαις τρυπηταίς, και 100 φιορίταις .... 365 ζευγάρια παπούτζια της Φράντζας, και άλλα 365 μεταξωτά διά τους μπάλους... 750 ζευγάρια γκάντια, 200 πήχες τούλι, 200 πήχες σανκουλί, 500 πήχες ταντέλαις 1000 πήχες κορδέλαις λογιών λογιών, 50 πέτζαις μαδάμ πολάμ, 5 κρεββάτια με ταις κουρτίναις τους, 15 στρώματα, 10 κουβέρταις κ τ λ.