Γραφτή και Δημοτική και το Γλωσσικό Ζήτημα στην Ελλάδα
Part 1
Produced by Sophia Canoni
Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book (as endnotes). The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.
Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.
ΚΑRL ΒRUGΜΑΝ
ΓΡΑΦΤΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΛΕΚΑΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ
ΞΑΝΑΤΥΠΩΜΑ ΑΠΟ ΤΟ «Ν Ο Υ Μ Α»
ΑΘΗΝΑ 1907
ΚΑRL ΒRUGΜΑΝ
ΓΡΑΦΤΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚ0 ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΛΕΚΑΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ ΞΑΝΑΤΥΠΩΜΑ ΑΠΟ ΤΟ «Ν Ο Υ Μ Α»
ΑΘΗΝΑ 1907
Τύποις του αυστριακού Λόυδ εν Τεργέστη.
Το μικρό μου τούτο έργο πρωτοτυπώθηκε στο «Νουμά» μ' αρκετά μεταφραστικά μου λάθια. Με πολλή του υπομονή και καλοσύνη ένας φίλος — που προτιμώ να μην ονοματίσω — αναδέχτηκε να μου τα διορθώσει, και το φίλο μου αφτόν παρακαλώ να δεχτεί το αφιέρωμα του έργου μου ως αδερφοσύνης σημάδι.
***
Με τα έθνη τα πολιτισμένα που λέμε βρίσκεται δίπλα στις ντοπιολαλιές και μια γλώσσα κοινή, βγαλμένη συνήθως μέσα από τα σπλάχνα τους. {1} Είναι είδος ιδανικός κανόνας που καρτερούμε πως ως προς τη γραφή θα συμμορφώνεται μαζί του το σύνολο του λαού κι' ως προς τη λαλιά οι γραμματισμένοι τουλάχιστο· αληθινά όμως περιοριζόμαστε στο ναν τον κυνηγούμε μοναχά τον κανόνα, κι' η ζωή δείχνει παντού πολυποίκιλα ζυγωμού σκαλοπάτια.
Πιο ομιόμορφη κι' ομαλή φαίνεται πάντα η κοινή ότα γράφεται. {2} Εδώ ο κύκλος που παραχωρεί ο κόσμος στις ντοπιολαλιές ή στην ατομικιά όρεξη είναι στενώτατα χαραγμένος. Μπορεί ίσως η κοινή {3} — που παντού πηγάζει από τούτο, πως της λαλιάς μερικούς αρεστούς τύπους τους αναγνώρισε ο κόσμος και μέσο της γραφής τους κύρωσε ως πρότυπο πλατύτερου και γενικώτερου συναγρικημού — μπορεί ίσως, καθώς περνούν καιροί κι' αθρώποι, να άλλαξε η κοινή βαθιά· αδιάφορο, εσένα του ενός που γράφεις η επιρροή του παιδικού σου σκολιού όλη σου τη ζωή σου στέκει φρουρός μ' ένα της «Αφτό πρέπει!» και κάθε συνέγλωσσος έχει το νου του, πιος πολύ πιος λίγο, να μην παρακαταπατιούνται οι γραφικοί της εποχής του κανόνες.
Αλλιώτικο όμως είναι στην εφαρμογή εκείνο το είδος η κοινή που συνηθίζεται με τους μορφωμένους ότα συναγρικιούνται είτε μεταξύ τους — στο σκολιό, στην εκκλησιά, στη βουλή κτλ. — είτε με το λαό. Το είδος αφτό σε κάθε τόπο είναι κάτι άστατο και πολυμετάβλητο. Όσο κι' α χτίστηκε ίσως της κοινωνικιάς αφτής σειράς η ζωντανή γλώσσα με τον ξαπλωμό πρώτα της γραφτής και την επιρροή της μορφής της, όσο κι' αν αγωνίζεται ο γραμματισμένος όλη του πες τη ζωή να συμμορφώνεται με τον κανόνα της, πάλι μόλις σπάνια κατορθώνει ξακολουθητικά να στέκει στη διπλανή γειτονιά της. Πάντα η λαλιά της πατρίδας του πρώτα ή των διαλεχτικών νομών όπου έζησε τόνε συνεπαίρνει λίγο ή πολύ, α θες μάλιστα πολύ ορμητικώτερα παρ' ό,τι φαντάζεται. Έπειτα στην καθημερνή του μιλιά αλαργέβει γενικά από τη γραφτή μακρύτερα παρ' ό,τι ότα ρητορέβει· κι' εκεί πάλι θαν του παρατηρήσεις διαφορές λόγου κατά πώς τύχει να μιλά ή με γραμματισμένο ή με άθρωπο απλοϊκό.
Είπαμε πώς η γραφτή ενός έθνους είναι καθόλου πιο ομαλή κι' ομιόμορφη παρά των γραμματισμένων η κοινή μιλιά· ως τόσο κάθε χωριστή ντοπιολαλιά είναι πάντα ακόμα πιο ομιόμορφη. Και φυσικά, αφού εδώ λιγώτερο κυβερνά συνειδητός κανόνας παραγμένος από πόλεμο ανταγωνιστικών αφορμών και συντηρημένος από τέτιον πόλεμο· εδώ σκοπός ξάστερα δεν υπάρχει άλλος παρά πώς να σε νιώσει ο διπλανός σύντροφός σου.
Η ζωντανή γλώσσα ενός λαού αδιάκοπα όλο ξετυλίγεται και μεταμορφώνεται.{4} Όσο δεν καταντά σκλάβα γραφτής, αμπόδια άξια λόγου, καταστρεπτικά του σκοπού της ως μέσου ανταλλαγής στοχασμών, δεν προβάλλουνε. Γιατί κάθε ώρα και στιγμή αναγκαστικά ως προς αφτό το σκοπό της δοκιμάζεται η γλώσσα, κι' ό,τι σκουριασμένο τον ενοχλεί καιρό πολύ δε φελά· με το θάνατο συνήθως των μερικών που το διαφεντέβουν ξαφανίζεται κι' αφτό μοναχό του.
Δεν είναι όμως έτσι με τα γραφτά τα ιδιώματα. Τα λαλημένα σβύνουν, τα γραμένα όμως στέκουν και πολλά χρόνια κατόπι διαβάζουνται ακόμα κι' εντυπώνουνται. Φυσικό έτσι είναι να γίνεται ο λόγος σταθερώτερος κι' η γραφτή να μένει συντηρητικιά. Γιατί στον προσκολλημό με το πρότυπο — με ό,τι αναγνωρίστηκε ως κανόνας και ξάπλωσε — βασίζεται μαθές όλο της το κράτος.
Όμως εδώ δεν εφαρμόζεται η αρχή Imperium facile eis artibus retinetur quibus initio partum est (μ' όπιες τέχνες στην αρχή χτίζεις κράτος, με τέτιες έφκολα το συντηράς). Α θέλει η γραφτή να μείνει πιστή στον προρισμό της ως μέσο συναγρικητικό κάθε κοινωνικιάς σειράς κι' έτσι να στυλώσει το κύρος της, πρέπει την απόστασή της από τη λαϊκιά γλώσσα που αιώνια ξετυλίγεται ναν την περιορίζει.{5} Δεν πρέπει να ξεσυντροφιάζει με τα κάτου, παρά να ρήχνει — τουλάχιστο από καιρό σε καιρό — μέρος του θησαβρού της και να δανείζεται από τη λαϊκιά λαλιά.{6} Στους γραμματισμένους του έθνους, μάλιστα στους γραφιάδες ως φυσικούς φρουρούς της γραφτής, πέφτει η φροντίδα ώστε κάθε ξαναδέσιμο και καινούργιωμα να γίνεται στη σωστή του ώρα και ταιριαστά. Αν αμελούν, όπως έφκολα τυχαίνει σ' εποχές σφοδρών ανταγωνισμών του κοινωνικού οργανισμού ή σ' ε π ο χ έ ς ξ ε π ε σ μ ο ύ τ η ς δ ι α ν ο η τ ι κ ι ά ς ζ ω ή ς ε ν ό ς έ θ ν ο υ ς, {7} τότες ανοίγει βάραθρο μεταξύ των διο γλωσσικών ειδών, β ά ρ α θ ρ ο π ο υ ω ς τ ώ ρ α π ά ν τ α π λ ή γ ω σ ε β α θ ι ά ο λ ό κ λ η ρ η τ ο υ έ θ ν ο υ ς τ η δ ι α ν ο η τ ι κ ι ά π ρ οκ ο π ή. {8} Εδώθες, ο κάτου λαός δε νιώθει πια τότες τη γραφτή του γλώσσα και πρέπει σαν ξένη — του κατάντησε μαθές αληθινά ξένη — ναν τη μαθαίνει, μήτε οι λίγοι όσοι το κατορθώνουνε φτάνουν αληθινά ως σε σωστό εσωτερικό δεσμό μαζί της.{9} Εκείθες πάλι, και για τους γραμματισμένους τέτια γραφτή, που καιρό δεν της πήγαν πια από φυσικές λαλιές χλωροί χυμοί, ολοένα χάνει την καλύτερη της αξία. Ρέβοντας πάντα και κοκκαλιάζοντας ξακολουθεί α θες χρήσιμη για να παρασταίνει σωστά ποικίλες έννοιες — ως υπαλληλικό ας πούμε όργανο ή επιστημονικό — μα με όση μαστοριά κι' αν την παίξεις, αδύνατο αγνά να σημάνεις ό,τι συγκινά της ψυχής σου τα βάθια ή ό,τι αποτελεί την αφτότατή σου κι' αληθινή ατομοσύνη.{10} Καταντά τότες ως ποιητικιά γλώσσα, μάλιστα της λυρικής, όργανο κακορίζικο, κακόφωνο στα χέρια και του πιο προικισμένου ποιητή.{11} Το σύνολο του λαού, ολόκληρη η εθνικιά ζωή, σακατέβεται με τέτια γλώσσα.
Αν ένα έθνος, που του κόλλησε τέτια αρρώστια και του κατάντησε πατροπαράδοτη, έχει δική του ζωή και δε θέλει υπερβολικά να προσπεραστεί στο συναγωνισμό των πολιτισμένων λαών, κανένα άλλο ζήτημα πιο βαρυσήμαντο δε μπορεί να καταπιαστεί παρά τούτο, αν έχει δηλαδή τη δύναμη να ξεφορτωθεί τα πατροπαράδοτα και να ξανασμίξει το δεσμό με τη φυσικιά γλώσσα της εποχής του.{12} Πώς γλώσσα αφιλολόγητη μπορεί αποτελεσματικά σε λίγο ανάλογα καιρό να γίνει χρήσιμη προς όλα όσα απαιτεί ο κόσμος από γραφτή γλώσσα, μας το μαθαίνει η ιστορία με πολλά παραδείγματα, όπως και μας πιστώνει ξάστερα πως ένα έθνος που το τρώει γλώσσα γραφτή σκουριασμένη, αν την ξεφορτωθεί κι' αν ξαναπιαστεί από τη φυσικιά του λαού λαλιά, μπορεί άξαφνα να κατορθώσει τρανοδύναμο νου ξαναβλάστημα.{13} Έτσι στην Ιταλία ως το δωδέκατο αιώνα η λατινική είταν επίσημη γλώσσα του κράτους, του σκολιού κτλ. Όμως σωστό ψυχικό συντροφιασμό μ' αφτό το ιδίωμα, που ολοένα μαραίνουνταν αιώνες πριν, δεν είχε πια ο λαός, μήτε καν του έθνους οι πιο προκομένοι. Όταν όμως ο Δάντες {14} κι' οι άλλοι άνοιξαν τη μπασιά του λόγου στη φυσικιά γλώσσα, τότες χάρηκε καινούργια άνοιξη η φιλολογία κι' όλη η διανοητικιά ζωή του έθνους. Στη Ρουσσία πάλι κουτσοβάδιζε ο κόσμος όπως όπως ως στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα με την παλιά βουργάρικη (τη σλαβική της εκκλησιάς που λεν) ως γλώσσα γραφτή. Μα άντρες σαν το Λεμονόσσοφ και τον Καραμσίνο βάλανε τη μητρικιά τους στο θρόνο της, κι' ετοίμασαν έτσι το πλούσιο άνθισμα που λάμπρυνε τη ρούσσικη φιλολογία στο δέκατο έννατο αιώνα.
Ξυπάζει τώρα, όταν το πρωτακούς, πώς λαός Εβρωπαϊκός ανεξάρτητος — που φιλοδοξεί ναν τόνε λογαριάζουν, όπως λογαριάζεται και μόνος του, με τους πολιτισμένους λαούς του μέρους μας της γης, και που η γραφτή του γλώσσα, παν τώρα χίλια πεντακόσα χρόνια περασμένα, χώρισε με τη φυσικιά γλώσσα του λαού, τόσο που το μεταξύ τους άνοιγμα από καιρό παραπέρασε πια κάθε υποφερτό πλάτος — πώς αφτός ο λαός με πλειοψηφία πελώρια όχι μοναχά δε δείχνει καμιά όρεξη να ξαναταιριάσει καλόρυθμα τη γραφτή του γλώσσα με τη λαϊκιά λαλιά, παρά και μερικούς του προικισμένους άντρες, που είκοσι τώρα χρόνια αγωνίζουνται να βολέψουν την αναμελιά αιώνων, τους αμπώχνει συστηματικά κι' αγανακτισμένα. Με τούτο ερχόμαστε στον αγώνα της γραφτής των σημερνών Ελλήνων, ή το Γ λ ω σ σ ι κ ό Ζ ή τ η μ α, όπως το λεν οι ίδιοι, λογοτριβή που βαστάει το έθνος σε χρονικό αναβρασμό, απαράλλαχτα όπως το Μακεδονικό ζήτημα, το Κρητικό, το οικονομικό. Δεν πάει πολύς καιρός, μια μετάφραση της Γραφής σε λαϊκιά λαλιά κατάντησε, όπως είναι γνωστό, μέσα στης Αθήνας τους δρόμους σε στάση με θυσία αρκετών ψυχών.
Ολόκληρη φιλολογία έχει συγκεντρώσει γύρω του το ζήτημα, πράμα όχι παράξενο με τη γραφαγάπη των Ελλήνων κι' αντίκρυ με τη ζωηρή περιέργεια του δυτικού κόσμου. Τη συζήτηση, αν και δεν την άνοιξε, την ξανακίνησε ο λόγιος Ψυχάρης, κάτοικος του Παρισιού, που σε σειρά δημοσιέματα προσπάθησε ν' αποδείξει όχι μονάχα θεωρητικά την ανάγκη αλλαγής, παρά και πραχτικά με γλωσσικά δείγματα τη λογογραφικιά αρκετοσύνη της λαλιάς των απλοϊκών αθρώπων. Ο καλύτερα αρματωμένος αντίπαλός του,{15} κεφαλή των συντηρητικών,{16} της μερίδας δηλαδή που ως τώρα χαίρεται την προσοχή του έθνους - αν και κάθε άλλο παρά υπερβολικός {17} - είναι ο Γ. Ν. Χατζιδάκης, πανεπιστημιακός καθηγητής, ο καλύτερος γνώστης της ιστορίας της Νεοελληνικής και ο θεμελιωτής του καθαφτό επιστημονικού ξετασμού της. Ο λόγιος αφτός πολεμά χρόνια τώρα ξανά και ξανά να ξαστερώσει πως γυρισμός σήμερα είναι ακατόρθωτος. Το ceterum censeo του είναι τούτο· δεν είναι μήτε κάνε στο χέρι μας πια ναν το στρίψουμε το ποτάμι πίσω. Από τους Γερμανούς λόγιους ο Κ. Κρούμπαχος του Μονάχου, ο εξοχώτερος μεταξύ μας γνώστης της ιστορίας του Ελληνικού μεσαιωνικού και σημερνού πολιτισμού και λόγου, αφιέρωσε στο πρόβλημα ένα του βιβλίο τυπωμένο στα 1903. (Το Πρόβλημα της Νεοελληνικής Γραφτής. Μόναχο 1903. Σελ. 226. Από παντού φωτίζοντας {18} το ζήτημα συμπεραίνει με τη γνώμη που και πριν είχε φανερώσει, τόσο αφτός καθώς κι' άλλοι ξένοι νεοελληνιστάδες, πως δηλαδή της επίσημης γραφτής των Ελλήνων της λείπουν τα κυριώτερα βιολογικά συστατικά γλώσσας λογογραφικιάς, συναγρικητικιάς, λαομορφωτικιάς, και πως, αν η Ρωμιοσύνη θέλει να μην παραγκωνιστεί κι' απελπιστικά να προσπεραστεί στην προκοπή του σημερνού πολιτισμού, η γλωσσικιά αλλαγή είναι ανάγκη απαραίτητη. Με ολόθερμη συμπόνια προς την τύχη του Ελληνισμού τονίζει την πεποίθησή του, και βαθιά τα πρόλογά του τα χαράζει στων Ελλήνων την καρδιά. «Βέβαια το ξέρω» λέει σελ. 155 «πως δρόλοπα θυμού λύνω με τα λόγια μου και πως θα κηρυχτώ τώρα θανασιμώτατος οχτρός του Ελληνισμού {19} ή βλάκας απελπιστικός. Ως τόσο» ξακολουθά «θα φτάσει, δε γίνεται, μέρα όταν οι Έλληνες θα δουν και θα μολογήσουν πως οι ίδιοι στάθηκαν οι χειρότεροί τους οχτροί και παράφρονες τυφλωμένοι.» Εναντίον αφτής της συγραφής ξαναπήρε ο Χατζιδάκης τ' άρματα πολλές φορές ως τώρα, μάλιστα σ' ένα του έργο από 557 σελίδες γραμένο ελληνικά (Απάντησις εις τα του Κρουμβάχερ. Αθήναι 1905, και σ' άλλο του σύγραμμα που βγήκε τώρα ύστερα (Die Spachfrage in Griecheland. Athen 1905. 144 S.). Κι' εδώ ξεπροβοδά τους μεταρρυθμιστάδες μ' ένα του Non possumus. Ως τόσο, το στερνό τούτο έργο, όπως βλέπουμε από την Εισαγωγή, γράφτηκε για το «Γερμανικό κοινό,» και με χαρά μας σημειώνουμε πως, ενώ μόλις στα 1903 ο Χατζιδάκης πικρότατα παραπονέθηκε γιατί ν' ανακατέβουνται οι ξένοι, τώρα θέλει να ιδεαστούνε στη Γερμανία και σε πλατύτερους κύκλους πού το σωστό και πού το μη σωστό της φιλονεικίας.{20}
Οι δυτικοί φιλόλογοι οι ειδικοί του νεοελληνικού κλάδου δήλωσαν ήδη την κρίση τους, οι περισσότεροι μάλιστα απανωτά, μα στην Ελλάδα σα να φοβάνται πως των φιλολόγων αφτών είναι πάρα πολύ σκλαβωμένος ο ψήφος. Τώρα που η δικογραφία συμπληρώθηκε αρκετώτατα, η επιθυμία, φαίνεται, είναι, ας μιλήσουν κι' οι άλλοι γλωσσολόγοι όσοι ακολούθησαν προσεχτικά το δρόμο του γραφικού πολέμου. Δεν έχω καμιά δυσκολία, εγώ τουλάχιστο, να συμμορφωθώ, φυσικά όμως δε μπορώ εδώ να μπω πολύ κατά βάθος σε γραμματικά καθέκαστα.
Ας δούμε πρώτα πώς έφτασαν οι Έλληνες ως στη σημερνή τους γλωσσικιά κατάσταση.
Ο Ελληνικός μεσαιώνας κατεβαίνει ως στα 1821, ως στο σηκωμό του έθνους εναντίον των Τούρκων. Μόλις θεμελίωσε το έθνος δικό του κράτος, πρώτη φροντίδα είταν πώς να δανειστεί τον Εβρωπαϊκό πολιτισμό. Όμως το μάτι του γένους, ενώ πολεμούσε, δεν κοίταζε μοναχά προς τη συνέχρονη δύση, παρά και προς την αρχαία Ελλάδα και το μεγαλείο της. Μα απ' όλα του πολιτισμού τα δώρα που χαίρουνταν ήδη το έθνος τίποτα δεν του θύμιζε τόσο άμεσα τα μυριόδοξα περασμένα όσο η γραφτή του γλώσσα· εκεί δεν έβλεπε έτσι μοναχά τα ίδια πάντα ψηφιά των αρχαίων, παρά και τις ίδιες λέξες και τους ίδιους τύπους. Από τους παλιούς καιρούς δεν είχε ποτές νεκρωθεί, δηλαδή δεν είχε θαφτεί αδιάβαστη και ξεχαστεί στα ράφια. Στους ατέλιωτους εκείνους καιρούς της υλικιάς και διανοητικιάς φτώχιας και του εθνικού κοματιασμού κατόρθωσε να βασταχτεί ως γλώσσα τουλάχιστο του κλήρου.{21} Λίγο πριν την επανάσταση, όταν είχε πια μπει η γλώσσα κάπως βαθύτερα στην πραχτικιά ζωή του έθνους, κανονίστηκε η γραμματική της στο γενικό πολύ καλοστόχαστα με την ενέργεια του σοφού και γνωστικού Κοραή (1748—1833 ) και με των οπαδών του.
Σε μερικά έγινε κάπιος ζυγωμός προς τη λαϊκιά λαλιά.{22} Κλαδέψανε δηλαδή τότες μερικούς κλασσικούς σχηματισμούς ξένους πια του λαού, καθώς τον απαρέμφατο και το μονολεχτικό μέλλοντα, και παραδέχτηκαν τύπους της εποχής. Αλλαγή όμως ριζικιά δε στάθηκε ο κανονισμός αφτός. Καθώς το έθνος έμπαινε στον εβρωπαϊκό πολιτισμό, έπρεπε η γλώσσα του — έτσι θαρρούσε ο κόσμος — όχι μοναχά να συμπληρωθεί ανάλογα και να πλουτιστεί, παρά και να καθαριστεί. Αφτό έγινε λοιπόν με τη βοήθια της αρχαίας. Πήραν τότες όχι μοναχά κλασσικές λέξες και τύπους για ν' αντικρύσουν όπια τυχόν καινούργια ανάγκη πρόβαλλε, παρά με τον ίδιο τρόπο αντικατάστησαν και λέξες ιταλικής ή τούρκικης πηγής ανακατεμένες από πριν· μάλιστα στον κλασσικό ζήλο θυσιάστηκαν κιόλας γνήσιες λέξες εθνικές που είχε παραλάβει η γραφτή από τις ντοπιολαλιές και που σμίγανε μαζί τους τα παρόντα. Αφού η τεχνητή αφτή γλώσσα μπάστηκε ως επίσημη των υπαλλήλων, του στρατού κτλ., προχωρούσαν ολοένα έτσι τα πράματα ως στα 1880, όταν εδώθες προβάλανε ριζοσπάστες, μα σύγκαιρα κι' εκείθες βγήκε φωνή από το στόμα των αντιπάλων τους των πιο τουλάχιστο στοχαστικών, «Μη πια πιο πίσω προς την αρχαία!» {23}
Τώρα, έφκολο είναι να λες πως, άμα τέλιωσε η Επανάσταση, όταν πες τα πάντα μέσα στο νιο το Κράτος και στην Κοινωνία είτανε να ξαναχτιστούν, πως παρουσιάστηκε αμέσως τότες κατάλληλη στιγμή προς σκόπιμο ξαναταιριασμό λαϊκιάς και γραφτής γλώσσας. Ως τότες ολόκληρους αιώνες, εξόν τον κλήρο, μόλις έβρισκες μια περιορισμένη χουφτίτσα διαβασμένους που αληθινά ήξεραν {24} τη γραφτή και την όριζαν. Αντιπρόσωπος τίποτα λογοτεχνιάς της προκοπής ή λαοπαιδείας θρεμένης από τέτια λογοτεχνιά το γλωσσικό αφτό είδος δεν είταν· και αφού μήτε σήμαινε ως καθημερνή λαλιά των γραμματισμένων, μπορούσε τότες η Κυρά Καθαρέβουσα — έτσι τη λεν τη γραφτή τους οι Έλληνες — με θάρρος να ξερριζωθεί. Το έθνος κάτεχε πολύτιμη δημοτικιά ποίηση, τραγούδια που και στη Δύση τα πρόσεξαν^ να, κι' ο ίδιος ο Γαίτες τους έδειξε ζωηρή συμπάθεια μεταφράζοντας κάμποσά τους γερμανικά. Η γλώσσα τους είταν κι' είναι κάπως μεσιανή, {25} είδος που έφκολα μορφώνεται με το ταξίδι των τραγουδιών από τόπο σε τόπο. Εδώ λοιπόν βρισκότανε πρόχειρο φυσικό θέμελο Νεοελληνικιάς γραφτής, αφού δα μάλιστα προς λεξικό πλουτισμό και μέρος προς συνταχτικό ψιλοδούλεμά της μπορούσανε να χρησιμεφτούν αρκετά στοιχεία της παλιάς γραφτής. {26} Το να μην έγινε τότες τέτιο ξανάχτισμα δεν είναι παρά φυσικό. {27} Ο κόσμος μέσα κι' όξω βούηζε αρχαία Ελλάδα. Καρτερούσε από τους Έλληνες και το καινούργιο τους βασίλειο έναν οργασμό όπως γρικήσανε οι προγόνοι τους αμέσως μόλις τέλιωσαν οι Περσικοί πόλεμοι. Όχι η δημοτική όμως, παρά η πατροπαράδοτη γραφτή {28} τους φάνηκε τότες των Ελλήνων πιο άμεσα πώς έδενε τα τωρινά με τα ξακουστά περασμένα, η γραφτή εκείνη που είτανε δα κιόλας διάλεχτος της Καινής Διαθήκης. {29} Πώς ν' απαιτούσες τότες θυσία τέτιου κληρονομικού θησαβρού; Έπειτα μην ξεχνούμε και τούτο. Ως προς τη γλωσσικιά ιστορία, μάλιστα με τι τρόπο στέκουνε μεταξύ τους λαϊκιά και γραφτή γλώσσα, βασίλεβαν τότες και στους πολιτισμένους ακόμα λαούς ιδέες σύθολες και μπερδεμένες. {30} Ζητάς πάρα πολλά, αν απαιτείς πως έπρεπε από τότες οι Έλληνες να ωφεληθούν τα μαθήματα τα πορίσιμα από των άλλων λαών τη γλωσσικιά και λογοτεχνικιά ιστορία.
Μήτε πρέπει να παρακαταδικάζουνται οι Έλληνες για το τόσο μελετημένο κι' υπερβολικό σπρώξιμο της καθαρέβουσας προς την αρχαία που χαραχτηρίζει αφτής της γλωσσικιάς μορφής τον ξετυλιγμό κατά τον πριν αιώνα. {31} Τέτιες αρχαιοπετριές δεν έλειψαν ούτε από τους πολιτισμένους λαούς της Εβρώπης ούτε καν από μας τους Γερμανούς, αν και, εννοείται, πουθενά δεν παρατεντώθηκαν ως σε τέτιο μάκρος και τόσο συστηματικά.
Α θες όμως σωστά να καταλάβεις τη σημερνή θέση, πρέπει τώρα να λογαριάσεις ακόμα και τούτο. Οι ρωμέικες ντοπιολαλιές φύλαξαν καθόλου το υλικό τους όπως το είχαν αιώνες πριν· ως τόσο με τον ξαπλωμό της παιδείας από τον καιρό των Τούρκων λέξες κάθε λογής χώθηκαν μέσα τους από την επίσημη γραφτή. Μα και πάλι με όσα της ιστορίας της Καθαρέβουσας είπαμε, το χάσμα το μεταξύ της και των ντοπιολαλιών στο γενικό κατάντησε φυσικά ακόμα πλατύτερο. {32} Η γραφτή, όπως βασιλέβει στα γραφεία, στον τύπο, στην επιστήμη κτλ., δεν είναι — όπως δεν είναι κανενός λαού — κάτι ολότελα ομιόμορφο, παρά ως σε μια γραμμή αλλάζει κατά το γραφιά και το αντικείμενο. Τώρα, ως προς την καθημερνή λαλιά των γραμματισμένων μέσα στις χώρες, στην αρχή παραξενέβει που άλλοι βεβαιώνουν πως μιάζει πολύ της γραφτής — αφού και πήγασε από τη γραφτή, όπως προσθέτουν — και που άλλοι αντίθετα τονίζουν πως κανείς ποτές του δε μιλεί όπως γράφει, πως σωρός συστατικά της γραφτής — μερικοί τύποι κι' άπειρες λέξες — δεν υπάρχουν παρά στο χαρτί και στα ρητορικά δίχως να περνούν άλλη φορά και τα πιο σοφά τα χείλια, πως η συνηθισμένη των γραμματισμένων γλώσσα βρίσκεται σημαντικά ακόμα εντός του κύκλου της απλοϊκιάς λαλιάς κτλ. Το σωστότερο κι' αληθινό είναι φυσικά τούτο, πως η κοινή αφτή γλώσσα παντού ανεβοκατεβαίνει ποικιλώτατα, το συμμορφωτικό της όμως πάντα μένοντας τέτιο ώστε οι χώρες παντού στην Ελλάδα και στην Τουρκιά να συναγρικιούνται δίχως καμιά δυσκολία. {33} Το πως ο τύπος αφτός, όπως μας λεν, πήγασε από τη γραφτή παράδοση είναι, το λίγο λίγο, φαντασία. Γιατί στους καιρούς όταν ο τύπος αφτός βλάστησε και ξάπλωσε, κάθε Ρωμιός, όπως και σήμερα, μάθαινε πρώτα να μιλά όχι στο σκολιό, παρά στο γονικό του σπίτι. Τώρα, α φανταστείς μια μεσιανή φτιασμένη με το μέσο κάθε χωραΐτικης λαλιάς, είναι φανερό πως αφτή στο δέκατο έννατο αιώνα ως σήμερα πάντα αλάργεβε από τη δημοτική προς τη γραμμή της επίσημης γραφτής (Δες Χατζηδάκη σελ. 15 «Ότα διο λέξες, διο σύνταξες, διο γραμματικούς τύπους κτλ. στα καλύτερα σπίτια και στην αρχοντικώτερη «κοινωνία τους μεταχειριζόμαστε το ίδιο, τότες προτιμάμε είτε λαλώντας είτε γράφοντας εκείνον που μας συνεδένει με την εκκλησιά μας και τα περασμένα μας». {34} Σελ. 35 «Μπορώ ένα σωρό λέξες να αναφέρω που, αν και πασίγνωστες άλλοτες της λαλιάς, τώρα ξαφανίστηκαν ολότελα, και στον τόπο τους άλλες παρμένες από την καθαρέβουσα κατάντησαν παντού κοινό νόμισμα· {35} και σημείωσε, δεν εννοώ λέξες υπαλληλικές, επιστημονικές κτλ., παρά λέξες ολότελα της καθημερνής ζωής». Και σελ. 47 «Πλήθος λέξες και μερικοί τύποι από τη γραφτή παράδοση μπήκανε στην καθημερνή λαλιά και χωνέφτηκαν· όμως ανάποδα, αν εξαιρέσεις τη σύνταξη την πιο απλή, λιγώτερα στοιχεία από τη στοματικιά παράδοση παράλαβε ως τώρα η γραφτή.» Κι' είναι ξάστερο ακόμα πως έτσι έπρεπε να γίνει. Πρώτα, είναι τούτο φυσικιά κατάντια του καλοκαρδιστικού ξαπλωμού που πήρε στην Ελλάδα η παιδεία. {36} Έπειτα, έχουμε ακόμα την καλή μας ξυπασιά. Του Έλληνα του φαίνεται η επίσημη γλώσσα όχι μονάχα «σεβαστή, και σα να πούμε, έκλαμπρη» {37} (Χατζιδ. σ. 22, αίστημα που μάλιστα το προξενεί η εκκλησιαστικιά παράδοση, {38} παρά συγκριτικά με τις ντοπιολαλιές του φαίνεται και σαν αρχοντικιά και ως μόνη άξια αθρώπου μορφωμένου. {39} Κόπους και κόπους στοιχίζει το ναν τη μάθει κανείς σωστά, και λοιπόν δε θέλει τέτιο θησαβρό μοναχά με το κοντύλι να σου τόνε βγάζει στο φως. Έτσι ο μορφωμένος Έλληνας τη λαϊκιά λαλιά τη λογαριάζει πρόστυχη, χοντρή, χυδαία.
Οι κάθε λογής ζημιές που έπαθε ως τώρα ο Ελληνικός πολιτισμός με το σημερνό γλωσσικό του σύστημα, και που θα πάθει ακόμα α γλήγορα δε βρεθεί γιατριά, είναι κατά βάθος ξηγημένες μέσα στου Κρούμπαχου το βιβλίο. Εδώ κι' εκεί ίσως ο Κρούμπαχος τα πάρα βλέπει σκοτεινά, {40} κι' από ζήλο προς την ιδέα κάπου καταδικάζει πάρα πολύ βαριά τους Έλληνες· μα ως προς την ουσία έχει δίκιο. Χεροπιαστό άξαφνα είναι το πως, επειδής είναι τόσο δύσκολος ο ξεσκολιασμός της γραφτής, μάλιστα με τέτια δύσκολη ορθογραφία (όπιος μαθαίνει διάβασμα και γράψιμο πρέπει ένα σωρό πράματα να φορτώσει το νου του που μοναχά στη γραφή υπάρχουν και που σήμερα της λαλιάς της είναι περιττά, καθώς την ψιλή και δασεία, τους τρεις τόνους, τις χρονικές των φωνηέντων διαφορές, τους διφτόγγους, τα διπλά σύφωνα κτλ. Πουθενά δε συγκινάει τόσο των Ελλήνων η λατρεία προς το έργο των προγόνων τους όσο σ' αφτή την αφτάπαρνη επιμονή σε γραφικές συνήθιες που εδώ και 1500 χρόνια κατάντησαν άσκοπες), χεροπιαστό είναι, λέω, πως έτσι άλλοι σπουδαίοι διδαχτικοί κλάδοι περιορίζουνται σημαντικά, και πως η καθαρέβουσα φταίει — αν και ίσως όχι μόνη — που η Ελληνική λογοτεχνία δεν έχει ως τώρα μήτε ένα να δείξει καλλιτεχνικά ξετελιωμένο έργο. {41}
Οι Συντηρητικοί στην Ελλάδα το πιο συχνά δεν παραδέχουνται παραλληλισμούς με τα γλωσσικά περιστατικά άλλων πολιτισμένων λαών, κι' ως προς μερικά καθέκαστα έχουν αληθινά δίκιο. Ως τόσο, οι ίδιοι δε δυσκολέβουνται να παραπέμψουνε σε παραδείγματα καθώς της Ελβετίας και της χαμηλής Γερμανίας, για να δείξουν πως χωρίς βλάβη πολιτισμού και κοινού καλού κάπια πλατύτερη διαφορά δημοτικής και γραφτής μπορεί να σταθεί. Όμως κι' αφτός ο παραλληλισμός κάλια ας μένει στην άκρη. Σ' αφτούς τους τόπους — της Γερμανίας έχω στο νου μου κυρίως το Μεκλεμπούργο — κανείς μορφωμένος δεν κοιτάζει καταφρονητικά κι' ακατάδεχτα τη δημοτική του· στην Ελβετία μάλιστα όχι μοναχά στα σαλόνια, παρά και σε πολιτικά σωματεία μιλούν αλλεμανικά. {42} Ναι, δε λέω, μολονότι κι' εκεί με τη διγλωσσιά δυσκολέβουνται των παιδιών τα γράμματα, μολονότι τη δημοτική τους οι μορφωμένοι την αγαπούν, όμως κανείς δε φαντάζεται ν' ανεβάσει σε γραφτή τη γλώσσα των απλοϊκών αθρώπων και να καταργήσει την ανωγερμανική. Γιατί; Γιατί αφτός ο τύπος πέρα πολύ από της Ελβετίας και του Μεκλεμπούργου τα σύνορα χαίρεται αφιλονείκητο κύρος, κι' είναι αντιπρόσωπος και μεσολαβητής ποικίλης και πολύτιμης διανοητικιάς αγωγής που σύνολες τις φυλές όσες τον παραδέχτηκαν ως γραφτή τις ωφελεί αδιάκοπα με τον ίδιο τρόπο. Ανίσως δεν είταν έτσι, αν η σημερνή ανωγερμανική είταν περιορισμένη εντός του Ελβετικού ας πούμε νομού και μόλις τώρα πρόβαλλε ως γλώσσα λογοτεχνικιά, τότες ο κόσμος θαν τους παρακινούσε δυνατά ναν την ξαπολύσουν και να γράφουν αλλεμανικά, και δεν έχει λόγο τη συβουλή θαν την άκουγαν. Ελληνική όμως γραφτή δεν είναι ανάλογα επίσημη και γειτονικών πολιτισμένων κρατών· μάλιστα, πριν κηρυχτεί απαραίτητη, πρέπει δα πρώτα να δείξει ίσως περγαμηνά ως γλώσσα σημερνού πολιτισμού!