Part 8
Δεν μπορούσα πια να της κρύψω τίποτες, μάλιστα σα μου διηγήθηκε πως ο Νίκος, αφού δεν πήγε καλά το εμπόριο των κρασιών του Ζαμπακίδη, έγραψε στον πατέρα του πως θέλει να γυρίση σπίτι του να κάμη το δικηγόρο εκεί στον τόπο ή να βρη καμιάν άλλη θέση, και τους γύρεψε τα έξοδα του γυρισμού. Ο πατέρας του, αφού είτανε κ' εκλογές κιόλας, δανείστηκε και του τάστειλε αμέσως για ναρθή γλήγορα να ψηφίση κ' έτσι αν πιτύχη ο βουλευτής του να τονέ διορίση. Εκεί όμως που περιμένανε το Νίκο, λάβανε γράμμα του πως ήρθε στην Αθήνα κρυολογημένος βαριά κ' έπεσε στο στρώμα. Τους γύρεψε εκατό δραχμές, του τις στείλανε αμέσως και μηνύσανε της αδερφής του, που είτανε στο Ανάπλι με τον άντρα της, ναρθή να τονέ γεροκομήση. Έτσι έφυγε κι αυτή την άλλη μέρα. Μου τηλεγράφησε μένα κι αφού δε με βρήκε στο σταθμό, πήγε στο δρόμο και στον αριθμό, που της γράψανε πως κάθεται ο Νίκος. Εκεί όμως έμαθε πως δεν κάθεται κανένας Νίκος. Κ' έτσι έτρεξε στο δικό μου σπίτι όλη νύχτα.
Τη συμβούλεψα να τηλεγραφήση στους γονιούς της πως ο Νίκος είναι καλήτερα και να γυρίση γλήγορα στον άντρα της, αφού μάλιστα μου είπε πως ο υπομοίραρχος δεν ήθελε να την αφήση νάρθη, θυμωμένος καθώς είτανε με τα πεθερικά του, που δεν του πληρώνουν αυτουνού τον τόκο, παρά ξοδεύουν άδικα για το γιο τους.
«Να πάω πίσω, δίχως να δω το Νίκο! Αυτό δε γίνεται. Σαν κ' έχω άλλον αδερφό απ' αυτόν; Έχω δυο χρόνια να τονέ δω», μου είπε και δακρύσανε τα μάτια της.
«Σου περισσεύει κάνα ειποσιπεντάρικο;» τη ρώτησα.
«Για τι; μου είπε».
«Γράψε του πως θέλεις να τονέ δης να του το δώσης και τότε θα τρέξη να σε βρη ο ίδιος».
«Μην τα λες αυτά», μου απάντησε, «δεν είναι τέτοιος ο Νίκος. Μπορεί να κάνη τρέλλες, καθώς όλοι οι νέοι, μα εμένα μ' αγαπάει. Νάχα μαζί μου να σούδειχνα τα γράμματα, που μούστελνε απ' τη Γερμανία».
Μα σε λίγο τα ξέχασε αυτά κι άρχισε να μου παραπονιέται πως ο Νίκος δε φέρθηκε καλά να μην πάη να ψηφίση στις εκλογές. Ο βουλευτής τους θα πιτύχη και θα τονέ διόριζε, αν πήγαινε να ενεργήση κι αυτός σαν τους άλλους δικηγόρους. Έπειτα δεν έκαμε καλά να γελάση και τη μάννα του. Της έγραψε πως τόσο την πόνεσε, που δε βλέπει την ώρα να γυρίση ναύρη παρηγοριά στα μάτια της. Και τώρα νάρθη να κάθεται δω και να της παίζη τέτοιες ιστορίες, να τη βάζη σε ανησυχία πως είναι βαριά άρρωστος!
«Βλέπεις λοιπόν», της είπα, «και συ θέλεις να τονέ δης».
Όμως στάθηκε αδύνατο να την καταφέρω να φύγη. Με βίασε, μου έπεσε στα πόδια να της βρω το Νίκο. Μια θύμωνα, μια τη λυπόμουνα. Μα να ξαναμπλέξω με το Νίκο μια και τον ξεφορτώθηκα!
«Τώρα δεν μπορούμε να τον εύρουμε», της είπα· «να σε πάω στο ξενοδοχείο σου και το μεσημέρι, άμα θα βγω από το γραφείο μου, έρχουμαι και σε παίρνω και πάμε».
Το δέχτηκε με χίλια βάσανα. Στο γραφείο μου συλλογιζόμουνα όλη την ώρα πως ίσως θα είτανε καλήτερα να την παραιτήσω ολότελα. Μα πάλι μου φάνηκε πολύ βαρύ, και πήγα και την πήρα. Το απόγεμα, αφού γυρίσαμε πρώτα στα καφενεία, που ήξερα πως πηγαίνει ο Νίκος, την πήρα και πήγαμε και καθήσαμε στην μπίρα που μαζευόντανε οι λόγιοι. Διάλεξα ένα απόμερο τραπέζι που να μη φαίνεται από την πόρτα κ' έτσι έλπιζα να πιάσω το Νίκο στην παγίδα, Ο σγουμπός με τα γυαλιά και με το βιβλίο στο χέρι, η Ιππολύτα, ο Θέμης Φλοίσβος και δυο άλλοι ακόμα ήρθαν και καθήσανε στην άκρο, που κάθονταν και την περασμένη μέρα.
«Να οι φίλοι του αδερφού σου», είπα της ξαδέρφης μου.
«Μ' αυτούς πηγαίνει;» αναστέναξε ρίχνοντας θλιβερές ματιές απάνω τους: «Κ' εκείνη ποια είναι;.·»
«Μια μεγάλη ποιήτρια. Μα άσ' την αυτή και πρόσεχε στην πόρτα. Μην πεταχτής σαν τονέ δης να μπη. Ασ' τονε να ζυγώση στο τραπέζι εκεί κ' έπειτα σήκω πιάσ' τον άξαφνα».
Κατάστρωσα το σκέδιο έτσι, ώστε άμα θα σηκωνόταν αυτή να πάη στο Νίκο, να πεταχτώ εγώ να φύγω. Πλήρωσα κιόλας, πήρα μιαν εφημερίδα και την κρατούσα μπροστά μου και περίμενα. Μα η ώρα περνούσε κι ο Νίκος δε φαινότανε.
«Εκείνος δεν είναι;» τινάχτηκε μια στιγμή η ξαδέρφη μου κ' έδειξε ένα νέο που μπήκε μέσα και τράβηξε ίσια στο ποιητικό τραπέζι.
Γελάστηκε από το ξουρισμένο μουστάκι του. Της το είχε γράψει η μάννα της πως ο αδερφός της έκαμε κι αυτή την πράξη. Της ξήγησα πως ο Νίκος άφησε πάλι όχι μόνον το μουστάκι του, μα και τα γένια.
Έγυρε απογοητεμένη στον καναπέ. Εγώ κοίταζα το νέο που είχε σιμώσει στο τραπέζι. Κρατώντας τα καπέλο του στο χέρι, έσκισε με μεγαλόπρεπη ηρεμία τάλλα τραπέζια και στάθηκε ορθός μπροστά στην Ιππολύτα. Ούτε κι άμα χαιρέτησε δεν έσκυψε. Τον έβλεπα από το πλευρό. Τα ορθά μαλλιά του, το ψηλό του μέτωπο, η μακριά καμπυλωτή μύτη μου θυμήσανε μιαν εικόνα, του Σίλλερ θαρρώ, που είχε κρεμασμένη στην κάμαρα του ο Νίκος κ' η Μαρία δεν μπορούσε να τη δη. Ήθελε να την πετάξη από κει· τόσο δεν της άρεσε το μάτι του, που κοίταζε αγριωπά στο μάκρος, κ' η περιγελαστική σούφρα που κάνανε τα χείλια του. Παρόμοια εντύπωση μου κάνανε και μένα τα χείλια αυτού του νέου. Κι ωστόσο είταν όμορφος, πολύ όμορφος. Είχε ένα μαντύα αναρριχτό διπλωτά στις πλάτες σαν αρχαία χλαμύδα κ' έστεκε πάντα ακίνητος. Κι άμα μιλούσε κατάφερνε να μη σαλεύη τα χείλια, να μη χαλά την περιγελαστική τους δίπλα. Καθώς έμαθα ύστερα από το Βελαδράπα, είταν εκείνος που υποψιάστηκα, ο νέος προφήτης, που είχα ακούσει πως ήρθε από τη λυβική έρημο να κάμη εκείνο που δεν κάμανε οι πρόδρομοί του, να βάλη στη θέση τους όλους τους έλληνες ποιητές από τον Όμηρο κ' εδώθε.
Μα ο Νίκος δε φαινότανε. Δεν ερχότανε κι ο Βελαδράπας κι άρχισα νανησυχώ και γω περσότερο από την ξαδέρφη μου. «Αν πήγε κει!» στοχαζόμουνα και με την ιδέα αυτή δεν μπορούσα να καθήσω άλλο στην μπίρα.
«Άκουσε», είπα της ξαδέρφης μου, κάθησε συ εδώ. Φοβούμαι μην πήγε κάπου αλλού ο Νίκος. Πάω να δω εκεί και θα σου τονέ φέρω, αν τονέ βρω. Εσύ μείνε και περίμενε δω. Μη φύγης».
Τράβηξα στου Βελαδράπα. Ο Νίκος είτανε κει κ’ η Θάλεια μαζί τους.
Άκουσα τη φωνή της απόξω. Σα με είδε που μπήκα στην κάμαρα του αδερφού της, μου φάνηκε σα να μην της άρεσε.
«Με συμπαθάτε που σας ενοχλώ», της είπα· «ήρθα μονάχα για να πω κάτι του ξαδέρφου μου».
Ο Νίκος σα να κατάλαβε, έκαμε πως δεν άκουσε τι είπα. Είχε ένα βιβλίο στο χέρι και το ξεφύλλιζε.
«Μπορώ κάτι να σου πω», του είπα και τον έπιασα από τον ώμο, δίχως ναφήσω το καπέλο μου από το χέρι.
«Ύστερα μου λες», απάντησε ξερά χωρίς να πάψη να κουνιέται στην καρέκλα που καθότανε και χωρίς να σηκώση τα μάτια από το βιβλίο.
«Είναι ανάγκη», του ξαναείπα.
«Αηδίες. Το ξέρω τι θα μου πης», απάντησε πάλι στον ίδιον τόνο.
«Καλά σας λέει, αφήστε τις κουταμάρες τώρα. Τα λέτε κ' ύστερα τα μυστικά σας», είπε κ' η Θάλεια.
Έκαμα να φύγω.
«Πού πας; Κάθησε να βγούμε όλοι μαζί», μου φώναξε ο Βελαδράπας.
«Πού αγαπάς να πάμε; Δεν είπαμε να πιούμε τσάι εδώ;» τον αποπήρε η Θάλεια.
«Εσύ τόπες· εγώ σας είπα θα πάω στην μπίρα», φώναξε κείνος.
«Σας περιμένουν κιόλα», είπα.
«Ποιοί είναι κει;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
«Οι χτεσινοί».
«Κ' η δεσποινίδα Κλεαρέτου;» πετάχτηκε η Θάλεια κοιτάζοντας με χαμόγελο το Νίκο.
«Κλεαρέτη», τη διόρθωσε ο Νίκος.
«Κατά τη δική σας τη γραμματική», ξαναείπε η Θάλεια.
«Έλα σήκω, Νίκο· πάμε να δούμε τι θα κάνουμε. Αύριο θα φύγη ο Κλεαρέτης. Πρέπει να του το πω οριστικά», είπε ο Βελαδράπας.
«Τα λέμε με την Κλεαρέτη που θα μείνη. Την έχει πληρεξούσιο», απάντησε ο Νίκος.
Έλα, άσε ταστεία· σήκω τώρα πάμε», τονέ σκούντησε ο Βελαδράπας και πήρε το καπέλο του.
Η Θάλεια έτρεξε και του το άδραξε από το χέρι: «Κάτσε κάτω, κάνε μου τη χάρη. Θα πιούμε τσάι εδώ κι από κει θα πάμε στο Σύνταγμα να δούμε την κίνηση. Κ' εσείς, παρακαλώ — », γύρισε σ' εμέ κ' έκαμε να πάρη και το δικό μου καπέλο.
«Κι από το Σύνταγμα στην μπίρα μια στιγμή», είπε ο Νίκος.
«Στην μπίρα δεν έρχουμαι· σας τόπα», φώναξε η Θάλεια.
«Έχεις τόση αντιπάθεια στην Κλεαρέτη;»
«Δε μου αρέσει κι αυτή και κείνος. Δεν είναι άνθρωποι καθώς πρέπει κι αν ο Βελαδράπας δεν πάψη να τους συναναστρέφεται, θα το πω του μπαμπά».
«Ξεφορτώσου με, αυτό θα κάνης καλά. Εγώ θα τους φέρω και δω να σκάσης», της φώναξε ο Βελαδράπας.
«Δεν κοπιάζεις; Α θες να τους πετάξω κάτω από τη σκάλα».
«Τη ζηλεύεις που είναι ωραία», της είπε ο Νίκος δίχως να γελάση.
«Τα μούτρα της! Αυτή να ζηλέψω! Φτάνει μόνο το χρώμα της. Σα χλεμπόνα είναι!»
«Αυτό το χρώμα είναι ίσια ίσια το ξεχωριστό της. Σαν εικόνα του Μποτιτσέλι».
Ο Βελαδράπας τον κοίταξε κι αυτός, σα να μην ήξερε αν τα λέη στα σοβαρά ή μόνο για να πειράξη την αδερφή του.
«Αδικείτε το γούστο σας, αν το λέτε σοβαρά πως είναι ωραία αυτό το τέρας», είπε κείνη.
«Πρόσεξες τα μάτια της; Είδες τα χέρια της; Και να την άκουγες να παίζη πιάνο. Αισθάνεται το Μπαχ σα γερμανίδα».
«Αυτή, αυτή;»
«Ναι, αυτή· και πώς μιλεί για τη φιλοσοφία!»
«Δεν ξέρει ούτε το στόμα της νανοίξη. Τα παπούτσια της πες της να χαρή», φώναξε η Θάλεια κ' έφυγε από την κάμαρα.
«Μπορώ να πω κάτι του Νίκου;» ρώτησα το Βελαδράπα.
«Ξέρω τι θα μου πης. Ήρθε και σε βρήκε η Πολυξένη», μου είπε ο Νίκος απότομα, σα βγήκε όξω ο Βελαδράπας.
«Ναι, θέλει να σε δη· τι να την κάνω;»
«Να με ξεφορτωθής και συ και κείνη».
Άναψα: «Ξέρεις, δεν υποφέρνεσαι. Άμα χρειάζεσαι κανέναν — ». Από το θυμό μου δεν μπορούσα να βρω λόγια.
«Άι να χαθής», μου είπε και μου γύρισε την πλάτη.
Έκαμα να χυμήσω απάνω του. Μα η Θάλεια άνοιξε την πόρτα κάνοντας τόπο της υπερέτριας, που ερχότανε πίσω με το δίσκο. Την άφησα και πέρασε κ' έπειτα πετάχτηκα αμέσως όξω. Καθώς κατέβαινα τη σκάλα, άκουσα τα πατήματά της που τρέξανε κατόπι μου. Μου φάνηκε σα να με φώναξε κιόλα κάποιος. Μα δε σταμάτησα.
Πήγα στην μπίρα και πήρα την ξαδέρφη μου και την άλλη μέρα τη συνέβγαλα στο σταθμό. Έφυγε δίχως να δη τον αδερφό της.
7
Μου φαινόντανε απίστευτα όσα έβλεπα. Σα να ονειρευόμουνα. Η Θάλεια, που κλαιγότανε τον αδερφό της, γιατί έμπλεξε με τους μαγκούφιδες, να μπερδευτή η ίδια μ' έναν από δαύτους! Η γνωστική, η πραχτική, η μετρημένη Θάλεια; Τι καρτερεί απ' αυτούς; Θέλει να παίξη μοναχά; Μα τότε εγώ την παρανόησα τόσον καιρό; Δεν ήθελα να το πιστέψω, δεν ήθελα να χάσω την ελπίδα. Τέλος πάντων κάτι είχα πλάσει και γω με το νου μου και δε μου άρεσε να το αφήσω να μου γκρεμιστή για να διασκεδάση μια στιγμή μονάχα ο ξάδερφος μου. Έπειτα μου φαινόταν πως το είχα κιόλα χρέος και πολλές φορές στοχάστηκα να τρέξω να τα πω όλα της Θάλειας, να της φανερώσω ποιος είναι ο Νίκος. Μα δεν εύρισκα το θάρρος και μου ερχότανε πάλι η ιδέα να πάω καλήτερα στη μάννα της. Φανταζόμουνα πως μόλις θα το άκουγε, θάκλεινε αμέσως την πόρτα της του Νίκου. Όμως δεν μπορούσα να το αποφασίσω ούτε αυτό και βρήκα ευκολώτερο να πιάσω την κουβέντα μόνο με το Βελαδράπα. Σχεδίασα πώς να του ανοίξω την καρδιά μου, πώς να τον κάμω να αισθανθή τη θέση μου και την τιμή της αδερφής του.
Όταν τονέ βρήκα, μου έδωσε αυτός την αφορμή:
«Γιατί έφυγες έτσι εψές: Τι είχες με το Νίκο:» μου είπε.
Του διηγήθηκα όλη την ιστορία.
«Δεν τονέ νοιώθεις και τον παρεξηγείς· τονέ μετράς με το συνηθισμένο μέτρο», μου απάντησε.
Μου ήρθε να του δώσω μια κατραπακιά, μα τον είδα τόσο σοβαρό, που τονέ λυπήθηκα. Τον κοίταξα μονάχα με χαμόγελο.
«Αυτό είναι ίσια ίσια η δύναμη του Νίκου, να μπορή να κλωτσοπατά τις συνθήκες, να μην υποτάζεται σ' αυτές», μου είπε με τον ίδιο σοβαρόν τόνο.
«Τι λες, βρε;» θύμωσα στο τέλος· «νάρθη η αδερφή του επίτηδες γι' αυτόν και να μην πάη να τη βρη;»
«Τι η Εκάβη προς αυτόν κι αυτός προς την Εκάβη;» μου απάντησε γελώντας.
«Η αδερφή του!»
«Η αδερφή του, ναι. Τι κολοκύθια είν' αυτά; Γιατί τους γέννησε η ίδια μάννα; Αυτές είναι αδυναμίες των κοινών ανθρώπων. Η δύναμη είναι να μπορής να τις νικάς».
«Να μην είσαι δηλαδή άνθρωπος».
«Να είσαι υπεράνθρωπος».
Θέλησα κάτι να του πω, μα με πήρε μπροστά με τα λόγια κι άρχισε να μου εξηγή με όλο το σοβαρό πως φυσική συγγένεια δε θα πη τίποτες. Η μοναχή συγγένεια είναι η κατ’ εκλογή συγγένεια: «Το ξέρω· ό, τι και να σου πω, δε θα με νοιώσης, μια και δε διάβασες το Γκαίτε», μου είπε σαν είδε πως τον κοίταξα χαμογελώντας.
«Άσ' τα αυτά», τον έκοψα· «δε μου λες, πήγατε ψες στην μπίρα; Τους κατάφερες;»
«Πήγαμε».
«Όλοι σας;»
«Ναι».
«Ήρθε κ' η Θάλεια;»
«Ήρθε».
Τον κοίταξα: «Θα με συμπαθήσης να σου πω ένα λόγο;» του είπα.
«Πες».
«Δε βρίσκεις πως δεν ταιριάζει η Θάλεια σ' αυτή τη συντροφιά;»
«Ακούς και συ αυτά που λέει για την Κλεαρέτη; Ωχ καημένε! Βλέπω πως ζης και συ αιώνες πίσω. Έπειτα ποιος της είπε νάρχεται; Μου κάνει χάρη κιόλας να με ξεφορτωθή. Το ξέρεις πως τη βαριούμαι».
«Σα θέλεις άκου με», του είπα· «καλά θα κάμης να μην την ξαναπάρης μαζί σου· κι ακόμα — ».
Δε μ' άφησε να τελειώσω: «Σου κάνω χάρη και δεν ξαναπάω και γω μαζί τους. Μάλλωσα ψες με όλους.
«Και με το Νίκο;»
«Και μ' αυτόνε», μου είπε και μου διηγήθηκε το γλωσσικό καυγά τους.
Το άλλο βράδυ δεν μπόρεσα να κρατηθώ να μην περάσω από την μπίρα και να ρίξω μέσα μια κρυφή ματιά. Τον είδα που καθότανε πάλι στον κύκλο ανάμεσα από τη Θάλεια και την Κλεαρέτη. Κι ο Νίκος αντίκρυ τους. Έφυγα γοργά να μη με δούνε.
Πήγα στον τόπο μου για να ψηφίσω, με την απόφαση να μην ξανάρθω στην Αθήνα. Μα δεν μπόρεσα να μείνω και γύρισα σε λίγες μέρες. Δυοτρείς φορές κίνησα να πάω στου Βελαδράπα, μα δεν κατάφερα να φτάσω ως την πόρτα του. Και κείνος, μην ξέροντας ίσως πως γύρισα, δεν ήρθε να με βρη.
Δεν τον απάντησα ούτε στο δρόμο. Πέρασα ένα δυο βράδια απόξω από την μπίρα, μα είδα άδειο το τραπέζι της συντροφιάς. Άξαφνα μια μέρα πήρε το μάτι μου το Νίκο που περνούσε με το τραμ. Στεκότανε πίσω ορθός μιλώντας με τον ποιητή Βιδούρη και φορούσε μαύρη φορεσιά και ημίψηλο, μου φάνηκε. Περσότερο με ξάφνισε που είχε κομμένα και τα μαλλιά. Με είχε συνηθισμένο με τις μεταμόρφωσές του, αυτή τη φορά όμως μου έβαλε πολλές υποψίες. Σα να είδα σε όλα αυτά το γούστο της Θάλειας.
Θα είχε περάσει καμιά βδομάδα, όταν απάντησα στο δρόμο το γέρο Πετροδίκη.
«Τι έγινες, βρε αδερφέ;» μου φώναξε· «να μη σε ξαναδούμε».
«Έλειπα· πήγα να ψηφίσω», δικαιολογήθηκα μπερδεμένος λιγάκι.
«Το στοχαστήκαμε, για να μη σε δούμε. Την πάθατε ε; Δεν μπορέσατε να βγάλετε το δικό σας. Γι' αυτό δεν έρχεσαι, μη σου κρεμάσουμε τον τενεκέ;»
Το είχα λησμονήσει πως έχασε ο υποψήφιος, που πήγα να του δώσω ψήφο. Ο γέρο Πετροδίκης, σα με είδε πως δεν είχα πάρει κατάκαρδα τον τοπικό χαμό, άρχισε να μου ξεχύνη τη χαρά του για το γενικό θρίαμβο του κορδονιού και πήγαμε έτσι ένα διάστημα μαζί.
«Ε, δεν έρχεσαι μεθαύριο την Κυριακή να φάμε σπίτι και να τα πούμε καλήτερα;» μου είπε άμα θα χωρίζαμε.
Του το έταξα και την Κυριακή πήγα. Η Θάλεια με δέχτηκε πρόσχαρα. Με ρώτησε πότε έφυγα, πότε ήρθα, πώς πέρασα, μου κρέμασε τον τενεκέ, είπαμε με αυτή και τη μητέρα της αδιάφορες κουβέντες, όσο που ήρθε κι ο πατέρας της και καθήσαμε στο τραπέζι. Κατέβηκε κι ο Βελαδράπας από τη σοφίτα απάνω που έγραφε, και ξαφνίστηκε σα με είδε. Δεν του είχε πει κανένας, είπε, πως θαρχόμουνα να φάω. Αυτό έκαμε τη μάννα του να φανερώση πως ο γέρο Πετροδίκης είχε ξεχάσει να τους πη πως με είδε και με προσκάλεσε να φάμε. Μόλις την Κυριακή πρωί το θυμήθηκε κ' έτσι δεν το άκουσε ο Βελαδράπας.
Φάγαμε, μιλήσαμε, γελάσαμε, η Θάλεια κάθησε στο πιάνο, ο Βελαδράπας γρατσούνισε μαζί της το βιολί του, όσο που η ώρα πέρασε κι ο γέρο Πετροδίκης μου ζήτησε συμπάθιο κ' έφυγε.
«Πάμε και μεις όξω;» είπα σε λίγο του Βελαδράπα.
«Καρτερώ το Νίκο· θαρθή στις πέντε», μου απάντησε.
Κάθησα λιγάκι κ' έπειτα σηκώθηκα.
«Τι, φεύγετε;» με ρώτησε η Θάλεια.
«Έχω να πάω κάπου· να με συμπαθάτε».
Χαιρέτησα, ευχαριστώντας κι αυτή και τη μητέρα της. Με συνεβγάλανε στη σκάλα: «Να σας ξαναδούμε», μου είπανε κ’ οι δυο.
Ο Βελαδράπας αποφάσισε ναρθή μαζί μου λίγο όξω: «Έχω καιρό· ως τις πέντε θάμαι δω», είπε της Θάλειας.
Μου ήρθε όρεξη να τονέ διώξω κι αυτόν από κοντά μου και να μείνω μόνος. Είχα μετανοιώσει πια που γύρισα από τον τόπο μου κι αυτό συλλογιζόμουνα όλη την ώρα, που ο Βελαδράπας μου μιλούσε για ένα νέο δράμα που έγραφε. Μου είπε πως σπάνια πια βλέπει τους συναδέρφους του, εξόν από το Νίκο. Μου είπε ακόμα πως ο Κλεαρέτης έφυγε και πως ο Θέμης Φλοίσβος είναι ερωτεμένος με την Κλεαρέτη στα γερά κ' έγραψε ένα άρθρο γι' αυτή στο Μηνύτορα.
«Τι κάνει αυτή εδώ;» τονέ ρώτησα.
«Γράφει μια φιλοσοφική μελέτη».
«Και πώς ζει;»
«Γυρεύει να βρη να δίνη μαθήματα στη μουσική και σε ξένες γλώσσες».
«Ξέρει γλώσσες;»
«Πολλές. Δεν ξέρεις τι μόρφωση έχει! Και το παίξιμο της! Μεταρσιώνει!»
Μου είπε διάφορα άλλα, όσο που μ' άφησε.
Είδα πια πως το φρονιμώτερο είτανε να μην ξαναδώ ούτε τη Θάλεια ούτε κανέναν από τους δικούς της. Αν μπορούσα μάλιστα, θάφευγα. Μα πού να πήγαινα; Στο σπίτι μου είταν αδύνατο να παρουσιαστώ δίχως την άδεια. Η Θάλεια δεν είταν η μοναχή στον κόσμο. Πήρα την απόφαση και προσπάθησα να την ξεχάσω με τη δουλειά στο γραφείο μου. Γύρεψα άλλες συντροφιές κι απόφευγα να φαίνουμαι σε κάθε μέρος που μπορούσα να την απαντήσω. Ωστόσο η σύμτωση την έφερε μπροστά μου. Μια μέρα την απάντησα με κάποια φιλενάδα της, καθώς έβγαινα στην Ομόνοια. Πρόφτασα κ' έκαμα πως δεν την είδα. Μιαν άλλη μέρα καθώς πήγαινα να μπω σ' έναν καφενέ, να την πάλι με τον αδερφό της και με το Νίκο στο άλλο πεζοδρόμιο. Καλά και δε με είδε ο Βελαδράπας και δε χαιρέτησα. Ο Νίκος έκαμε πως δε με πρόσεξε και κείνη γύρισε επίτηδες αλλού τα μάτια.
8
Πέρασαν έτσι καναδυό βδομάδες, όταν άξαφνα μια μέρα είδα το Βελαδράπα νάμπη στο γραφείο μου. Είτανε σοβαρός και κάθησε, αφού με ρώτησε αν αδειάζω.
«Έχω να σου πω κάτι σπουδαίο», μου είπε σιγά· «σου το λέω σα φίλος και θέλω νακούσω τι λες κ' εσύ».
Άφησα το γράψιμο κ' ετοιμάστηκα να τον ακούσω.
«Διάβασε αυτό εδώ», μου είπε.
Είταν ένα γράμμα χωρίς υπογραφή και τον ειδοποιούσε πως ο Νίκος σχεδιάζει να του κλέψη την αδερφή.
Δεν ξέρω γιατί χάρηκα μέσα μου. Σα να μούφυγε από την καρδιά μεγάλο βάρος. Δίπλωσα το γράμμα και του το ξαναέδωσα.
«Το πιστεύεις;» με ρώτησε.
Δεν απάντησα.
«Τι μου λες να κάμω;»
Σήκωσα τους ώμους αδιάφορα.
«Το πιστεύεις να το κάμη αυτό ο Νίκος;» με ξαναρώτησε.
«Το πιστεύω», είπα.
Έσκυψε το κεφάλι: «Τότε είμαι ναυτοχτονήσω. Η μαμά κι ο μπαμπάς θα τα βάλουνε με μένα».
«Μπορώ να σε ρωτήσω και γω;» του είπα· «εσύ δε βάζεις υποψία; δεν είδες τίποτες;»
Με κοίταξε σουφρώνοντας τα χείλια και μαζεύοντας τους ώμους. Έπειτα ξανάσκυψε το κεφάλι. Τονέ λυπήθηκα.
«Δεν ξέρω τι να κάμω», είπε πάλι.
«Να του κλείσης την πόρτα και να ειδοποιήσης τη μαμά σου».
«Εγώ έλεγα καλήτερα να το πω της Θάλειας».
«Τι θα ωφελήση;»
«Να του κόψη το θάρρος που τούδωσε. Και να τον παρακαλέσω κι αυτόνε να μην ξαναρθή σπίτι».
«Καλά, κάμε έτσι·».
«Εσύ δεν μπορείς να του πης τίποτες; Δεν ξέρεις πως θα με υποχρέωνες. Σε μένα ξέρεις πέφτει δύσκολο. Θα μ' έσωζες».
«Αδύνατο», του είπα σε τρόπο που δεν τόλμησε να με ξαναπαρακαλέση.
Κάθησε λίγο κ' έφυγε έπειτα.
Έχασα όλη τη χαρά και μ' έπιασε βαθειά θλίψη, όταν έμεινα μονάχος. Ένοιωσα πάλι βάρος μέσα μου σα να είμουνα εγώ η αιτία που έφτασε ως εκεί το πράμα. Τώρα έβλεπα πως φέρθηκα κουτά από την αρχή, πως έπρεπε, μόλις είδα νάμπη μέσα ο Νίκος, να ειδοποιήσω το γέρο Πετροδίκη να λάβη τα μέτρα του. Δεν έγραφα κάνε εγώ τότε ένα ανώνυμο γράμμα, αφού δεν είχα την τόλμη να το πω! Άρχισα να ξανασυλλογίζουμαι τι έχασα, ενώ είμουνα στο δρόμο να το λησμονήσω.
Την άλλη μέρα περίμενα από περιέργεια μην έρθη ο Βελαδράπας και μου πη τι έκαμε. Μα πέρασε κ' η άλλη και δεν ήρθε. Το άλλο το απόγεμα τους είδα και τους τρεις που ανεβαίνανε στο Σύνταγμα. Και κείνος, που έκαμε πρώτος πως δε μ' είδε, είταν ο Βελαδράπας. Νόμισα πως με ντράπηκε, που τον είδα να είναι πάλι με το Νίκο και την αδερφή του μαζί, έπειτα από το γράμμα που έλαβε. Σε δυο τρεις μέρες όμως τον ξαναπάντησα μονάχο του κ' έκαμε πάλι πως δε μ' είδε. Δεν ξέρω τι μ' έσπρωξε μέσα μου κ' έτρεξα και τον έπιασα.
«Κάνεις πως δε με βλέπεις;»
«Δε ντρέπεσαι να με ζυγώνης», μου είπε θυμωμένα.
«Γιατί;»
«Ξέρεις γιατί».
Ξαφνίστηκα.
«Εσύ τόγραψες το γράμμα. Αυτό λέγεται ατιμία», μου είπε αγριωπά.
Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι· μου ήρθε να του σπάσω το μουσούδι.
«Έπρεπε νάχης το θάρρος να μου το πης. Όχι να συκοφαντής ανώνυμα. Όσα είχες εσύ στο νου σου τάρριξες στους άλλους. Φταίω εγώ που σου άνοιξα την πόρτα μου», φώναξε τόσο δυνατά, ώστε κάποιοι που περνούσανε σταματήσανε και μας κοίταξαν.
Έκαμα να ξαμώσω απάνω του, μα σαν είδα πως θα μάζευα τον κόσμο, τον άφησα κ' έφυγε. Φαντάστηκα πως ο Νίκος θα τάρριξε σε μένα για να γλυτώση, κι αποφάσισα να πάω να βρω το γέρο Πετροδίκη να του πω τι τρέχει, να εξιλεωθώ σε κείνον κάνε.
Κίνησα και πήγα στον καφενέ, που περνούσε τις ώρες του. Μα δεν τον βρήκα παρά μόνο την άλλη μέρα, που ξαναπήγα. Καθότανε μαζί με άλλους. Με δέχτηκε χαρούμενος, φώναξε και μου φέρανε καφέ, με σύστησε στους φίλους του και μου έκαμε παράπονα γιατί δε με ξαναείδανε σπίτι τους. Τον είδα τόσο ανίδεο από καθετί, τόσο δίχως υποψία και τόσο γκαρδιακό μαζί μου, που δεν έλαβα το θάρρος να τον πάρω στο άλλο το τραπέζι και να του πω ό, τι λογάριαζα. Γιατί να ταράξω την καρδιά κι αυτουνού με πράματα, που δεν είχα πια κανένα όφελος να τανακατέψω; Κάθησα καμπόσο και σηκώθηκα κ' έφυγα, αφού του έταξα πως θα πάω την Κυριακή σπίτι του. Εννοείται πως όχι μόνο δεν πήγα, μα και φρόντισα να μην ξαναπαντηθώ μαζί του.
9
Μου γράψανε από το σπίτι μου να πάω εκεί τα Χριστούγεννα κ' έτσι βρήκα αφορμή να λείψω πάλι λίγο από την Αθήνα. Σε λίγες μέρες μας ήρθε το μήνυμα πως ο Νίκος αρρεβωνιάστηκε με τη Θάλεια. Το έγραψε της μητέρας μου η μητέρα του Νίκου και της έλεγε με μεγάλη χαρά πως κοντά στις πενήντα χιλιάδες που του δίνανε προίκα, ο πεθερός του φρόντισε και του βρήκε θέση σε κάποια τράπεζα. Άκουσα με απάθεια πια το νέο κ' έκαμα κατά διαταγή του πατέρα μου τα συχαρητήρια τηλεγραφήματα της οικογένειάς μας στο θειο, στο Νίκο και στην οικογένεια της νύφης. Ωστόσο δε μου άρεσε να ξαναγυρίσω αμέσως στην Αθήνα. Κατάφερα τον πατέρα μου να πιστέψη κι αυτός πως είναι καλήτερο να μείνω λίγους μήνες σπίτι και να πάω στην Αθήνα, άμα θα σίμωνε ο καιρός να δώσω εξέτασες για την άδεια.
Είχα ξεχασμένη ολότελα τη Θάλεια όταν πήγα. Έδωσα εξέτασες, τόβαλα στην εφημερίδα, τύπωσα μπιλιέτα με το νέο τίτλο μου και τόρριξα στο γλέντι λίγες μέρες. Άμα σωθήκανε τα χρήματα κ' ετοιμαζόμουνα να φύγω πάλι, θυμήθηκα ένα μπαούλο με βιβλία κι ασπρόρρουχα, που είχα αφήσει στην παλιά νοικοκυρά μου και πήγα να το πάρω.
«Άντε να το βρης μαζί με τα δικά μου χρήματα», μου είπε η κυρά Αμαλία, όταν της το γύρεψα.
Και μου διηγήθηκε πως ύστερα από κάνα μήνα που έφυγα, πήγε ο ξάδερφος μου και της γύρεψε αν είχε κάμαρα για μια κυρία που είχε μαζί του. Σαν της είχα γράψει εγώ πως δε θα ξαναγύριζα, τους έδειξε τη δική μου. Της άρεσε της κυρίας και την έπιασε. Μια και γνώριζε τον ξάδερφό μου, δεν έβαλε κακό στο νου της. Αφού της είπε μάλιστα πως είτανε ξαδέρφη και των δυο μας ούτε ρώτησε περσότερα. Τον πρώτο μήνα της τον πληρώσανε. Το τι γινότανε όμως εκεί μέσα δεν περιγράφεται. Μαζεύονταν ένα σωρό, ένας κ' ένας, όλοι τους παράξενοι, άλλοι ξυρισμένοι, άλλοι με μακριά μαλλιά, και χαλούσανε τον κόσμο. Κοντέψανε να της φύγουν όλοι οι άλλοι νοικάρηδες. Πολλές φορές τους παρακάλεσε να κανουνε σαν άνθρωποι, έκαμε καυγάδες με δαύτους, αποφάσισε να πάη και στην αστυνομία να τους βγάλη με το στανιό, μα λογάριαζε πάντα πως θάχανε όχι μοναχά τα νοίκια που της χρωστούσε η κυρία, μα μαζί με αυτά και τα πλυστικά και τα λεφτά για το φαγί που παράγγελνε συχνά και της φέρναν από το μαγέρικο του αντρός της. Πράματα δεν είχε μπόλικα να της κρατήση. Μια φορά που τη στενοχώρεσε, της πλήρωσε ένα μέρος κ' έτσι με την ελπίδα πως μπορεί να πάρη και τάλλα και με το τάξιμο του ξάδερφού μου, πως θα πληρώση αυτός, αναγκάστηκε να μην τη διώξη όσο που τη βδομάδα που πέρασε έφυγε κρυφά τη νύχτα. Ένας από κείνους που ερχόντανε στην κάμαρά της συνεννοήθηκε με το διάκο, που καθότανε στην αποκάτω κάμαρα, και κατέβασαν από το παράθυρο τα πράματα με το σκοινί στην κάμαρα του διάκου κι αποκεί από τάλλο το παράθυρο τα βγάλανε στο δρόμο. Μαζί με αυτά πήγε και το δικό μου μπαούλο, που είχε μείνει σε μια γωνιά, αφού είπε η κυρία πως δεν την πείραζε να μένη. Η κυρά Αμαλία άκουσε τη φασαρία στην κάμαρα του διάκου, μα όσο να ντυθή να πάη να δη τι τρέχει, είτανε πια αργά. Τα πράματα είτανε φευγατισμένα. Κ' η κυρά Αμαλία άρχισε να μου λέη τι είπε και τι έψαλε του διάκου.
«Και την κυρία πώς τη λέγανε;» ρώτησα.
«Μαριγώ μας είπε πως τη λέγανε και κυρά Μαριγώ την κράζαμε. Μα κείνοι που πηγαίνανε κ' ερχόντανε τη λέγανε κάπως αλλιώς. Σαν και τους έπαιρνες λογαριασμό;»
Δεν είχα πια δισταγμό ποια είτανε. Μα το ανακάτωμα του Νίκου σε όλη αυτή την ιστορία μου φάνηκε λίγο παράξενο.