Υπεράνθρωπος: Διήγημα

Part 7

Chapter 7 2 words Public domain Markdown

«Πού γράφεις;» τονέ ρώτησε ο Νίκος.

«Στο Μηνύτορα».

Ο Φλοίσβος έφυγε. Κοντεύανε μεσάνυχτα κι ο Βελαδράπας άρχισε να χασμουριέται.

«Ε, το χαλούμε τώρα;» είπε και φώναξε και πλήρωσε.

Σηκωθήκαμε. Ο Νίκος θυμήθηκε το άσθμα του και γύρεψε να πάμε σπίτι με το αμάξι.

«Αν το πληρώνης», του είπα.

Μα ο Βελαδράπας φώναξε έναν αμαξά. Μπήκε κι ο ίδιος στο αμάξι, περάσαμε και πήραμε τη βαλίτσα του Νίκου από ένα καπνοπωλείο, όπου την είχε αφήσει, κι αποκεί τραβήξαμε στην κάμαρά μου. Ο Βελαδράπας βοήθησε το Νίκο νανεβάση τη βαλίτσα του στη σκάλα, μας καλονύχτισε και τράβηξε να πάη πεζός στο σπίτι του.

«Πέρασε η ώρα, πρέπει να τρέξω», του είπα, σα φτάσαμε στην Ομόνοια κ' είδα πως ο κόσμος στεκόταν και τον κοίταζε·

Χωριστήκαμε.

Το απόγεμα δεν ήρθε ο Βελαδράπας να με πάρη από το γραφείο μου, όπως το συνήθιζε. Κατάλαβα πως θάτανε με το Νίκο και δε με χρειαζότανε. Το βράδι ήρθε ο Νίκος πολύ αργά να κοιμηθή. Είμουνα στο κρεββάτι κ' έκαμα πως δεν τον ένοιωσα.

Το πρωί, σαν ξύπνησα κ' ετοιμάστηκα να φύγω, μου φάνηκε πως έκαμε κι αυτός το ίδιο. Το άλλο βράδι δεν ήρθε ολότελα να κοιμηθή. Πέρασαν έτσι τρεις τέσσερες μέρες. Φαίνεται πως δεν είχε κι αυτός την όρεξή μου. Είμουνα ευχαριστημένος και θα του χάριζα και το Βελαδράπα ακόμα, που δεν τον ξαναείδα, α δεν πιθυμούσα τη Θάλεια κι α δεν έβλεπα κιόλας πως το βράδι είχε καλή παράσταση στο θέατρο που έπαιζε ο Βελαδράπας. Το δειλινό λοιπόν αποφάσισα και τράβηξα ίσια από το γραφείο μου στο σπίτι του. Κατέβηκε η υπηρέτρια και μου είπε πως είχε φύγει από ώρα.

«Μόνος του;» ρώτησα.

«Όχι· με την κυρία Θάλεια και μ' ένα φίλο του που ήρθε τώρα».

Ο δρόμος θόλωσε μπροστά μου. Δίχως να το νοιώσω τράβηξα στο Ζάππειο. Σα βρήκα την πλατεία αδειανή, τότε στοχάστηκα πως φυσούσε βοριάς και δεν είχε λόγο νάβγη εκεί ο Βελαδράπας. Γύρισα κ' έψαξα στα ζαχαροπλαστεία, που ήξερα πως άρεσε της Θάλειας να πηγαίνη. Σ' ένα από αυτά είδα τον ποιητή Βιδούρη καθισμένο σ' έναν κύκλο ντιστεγκέδων. Είχε αφήσει το μουστάκι του κι αυτός. Μου έρριξε μια ματιά, σα να με γνώρισε και να περίμενε να τονέ χαιρετίσω. Δεν ξέρω τι μου ήρθε και δεν του έβγαλα αμέσως το καπέλο. Έπειτα στοχάστηκα πως μπορούσα να ρωτήσω αυτόνε μην τους είδε. Μα είτανε πια αργά κ' έφυγα φουρκισμένος με τη χωριατιά μου.

Το άλλο το πρωί μόλις ξυπνήσαμε, ο Νίκος βγήκε στο παράθυρο και πρόσμεινε όσο που περάσανε οι εφημερίδες. Πήρε το Μηνήτορα και τον ξεδίπλωσε βιαστικά. Τα μάτια του σταματήσανε στην πρώτη σελίδα και διάβασε λίγα λεπτά της ώρας κάνοντας δυο τρεις φορές το συνηθισμένο του σπασμό του σαγονιού, που δεν τον είδα να τον κάμη την περασμένη μέρα και νόμισα πως τονέ λησμόνησε.

«Να, δες ο Θέμης Φλοίσβος κάνει την επίδειξή του», μου είπε τέλος δίδοντάς μου την εφημερίδα.

Την πήρα και διάβασα γραμμένα σε χρονογράφημα όσα μας είχε διηγηθή ο Νίκος στην μπίρα. Ο Θέμης Φλοίσβος τα ιστορούσε με την υπογραφή του, σα να τα είχε δει με τα μάτια του κι αφίνοντας να νοηθή πως τα είχε ζήσει ο ίδιος. Προσκαλούσε το ρωμαίικο ναφήση το ρουσφέτι και τις εκλογές, που είχαμε κείνες τις μέρες, και να ζήση μια ζωή με ποίηση, με μουσική, με στρατό, με μεταρσίωση και με μεθήσι. Δεν είχε ξεχάσει να τα βάλη και με τον ουρανό της Αττικής που δε βρέχει συχνά, καθώς στη Βορειοθάλασσα.

Ο Νίκος ντύθηκε στο μεταξύ που διάβαζα. Είχε φορέσει την ίδια ντυμασιά που φορούσε και την περασμένη μέρα.

«Τι διάβολο και σημέρα θα βγης όξω σαν ταξιδιώτης;» του είπα και πήρα το καπέλο μου να φύγω, γιατί βιαζόμουνα να πάω στο γραφείο μου.

«Έτσι βγαίνουμε στο Μόναχο. Αλλά Ρούμπενς», μου αποκρίθηκε φορώντας το χνουδωτό γυαλιστερό καβούκι με το στενόν κόθρο.

Έκαμα να βγω.

«Στάσου· θάρθω και γω», μου είπε κ' έρριξε απάνω του μια μακριά πρασινωπή πελερίνα.

Βγήκαμε στο δρόμο.

Μου είταν αδύνατο να υποφέρω την ιδέα πως ο Νίκος είναι κοντά στη Θάλεια. Ήθελα να λογικευτώ, έφερνα στο νου μου τη φρονιμάδα της Θάλειας, θυμόμουνα τις περιγελαστικές ματιές που του έρριχνε την ημέρα που τον πρωτοείδε, το ξάφνισμά της από τα λόγια του, την περιφρόνηση που ήξερα πως είχε σε όλη τη φάρα των ακαμάτιδων ποιητάδων, τα στοχαζόμουνα όλα αυτά και ησύχαζα για μια στιγμή. Μα πάλι η ιδέα πως ο Νίκος είναι κοντά της μου ξανακεντούσε την καρδιά. Δεν έβλεπα την ώρα που θάρχιζε το θέατρο. Φανταζόμουνα πως δεν είτανε δυνατό να λείψη εκείνη τη βραδιά η Θάλεια. Μια στιγμή αποφάσισα να ξαναπάω σπίτι της να ρωτήσω για το Βελαδράπα, βρίσκοντας αφορμή να του γυρέψω εισιτήριο. Μα η σκέψη, πως με ξέχασε τώρα που ήρθε ο Νίκος, με κράτησε. Μισή ώρα πριν αρχίση το θέατρο πήγα κ' έπιασα μια σκοτεινή γωνιά στο δρόμο που θα περνούσε ο Βελαδράπας. Είχα σκοπό αν περάση μόνος με το Νίκο να μην τους μιλήσω μα αν είτανε κ' η Θάλεια μαζί, τότε να πάω μαζί τους.

Δεν περάσανε πολλές στιγμές και νάτοι, ερχόντανε κ' οι τρεις. Μα αντίς να τραβήξω ίσια σ' αυτούς, έστριψα στον άλλο δρόμο και τράβηξα σπίτι μου. Κάθησα στα σκοτεινά και μου ερχότανε να κλάψω. Μα η ιδέα αυτή μ' έκαμε γελοίο στον εαυτό μου και πετάχτηκα. Άναψα το φως, συγυρίστηκα λίγο και τράβηξα ίσια στο θέατρο.

Η παράσταση είχε αρχίσει. Παίζαν ένα δράμα που ξεχνώ τον τίτλο του. Είταν ερωτικό και γινότανε στο σπίτι ενός παπά. Έφτασα την ώρα που ένας νέος φοιτητής φιλιότανε με την ξαδέρφη του. Ένας καλόγερος καθισμένος παραπέρα τους κοίταζε λοξά, κάνοντας πως διάβαζε. Γύρισα κ' έρριξα ματιές γύρω στα θεωρεία, όπου ήξερα πως ήθελε να πηγαίνη η Θάλεια. Δεν μπόρεσα να τη δω και ξαναπρόσεξα στη σκηνή. Σαν τέλειωσε η πρώτη πράξη, μπαίνοντας πάλι στην πλατεία, ξαγνάντισα σ' ένα από τα πρώτα θεωρεία τη Θάλεια, που κοίταζε με τα γυαλιά κάπου αντίκρυ της. Είταν αργά πια και κάθησα στη θέση μου. Δεν μπορούσα να τη βλέπω από κει. Όταν ξανάκλεισε η σκηνή, σηκώθηκα και πήγα και στάθηκα αντίκρυ στο θεωρείο. Είταν η Θάλεια μόνη με το Νίκο. Εκείνη κοίταζε πάλι με τα γυαλιά κι ο Νίκος καθότανε δεξιά της ακκουμπησμένος στο χέρι του, αδιάφορος κι αγέλαστος σαν πάντα και παίζοντας τα δάχτυλά του στα μακριά του τα μαλλιά. Έδειχνε πως δεν πρόσεχε κανέναν τριγύρω του. Τους έρριχνα κρυφές ματιές προσέχοντας να μη με δη η Θάλεια πως κοιτάζω. Μα εκείνη είχε το νου της στάλλα θεωρεία. Μια στιγμή έσκυψε κ' είπε κατιτίς του Νίκου, δίνοντάς του τα γυαλιά, μα αυτός ούτε κουνήθηκε. Κάτι θα της είπε μόνο, φαίνεται, γιατί εκείνη γέλασε. Πήγα πιο κοντά και στάθηκα στη μέση της πλατείας με την ελπίδα πως θα με πάρη εκεί το μάτι της και θα με κράξη. Κόντευε όμως να περάση το διάλειμμα κ' η Θάλεια δε γύριζε τα μάτια κάτω. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ άλλο, ανέβηκα και χτύπησα στο θεωρείο.

Σα μπήκα μέσα ο Νίκος δεν ταράχτηκε από τη θέση του. Η Θάλεια μούδωσε το χέρι:

«Τι γίνατε; Να μη σας δούμε τόσες μέρες;» είπε.

Απάντησα πως είχα πολλή δουλειά στο γραφείο μου.

«Βλέπετε πως είναι επιμελής ο ξάδερφός σας· δεν είναι σαν κ' εσάς» γύρισε κ' είπε του Νίκου.

«Μοιάζετε», απάντησε εκείνος δίχως να κοιτάξη.

«Πώς σας φαίνεται το δράμα;» ρώτησα τη Θάλεια.

«Σαχλό. Βαρέθηκα. Σας αρέσει σάς;»

Απάντησα πως μου φάνηκε λίγο αιστηματικό, όμως με συγκίνησε.

«Προτιμώ τα γέλια από τις συγκίνησες. Τα δράματα με πλήττουν. Κι ο ξάδερφός σας είναι σύμφωνος. — Ή όχι;» ρώτησε το Νίκο.

«Σε τι παρακαλώ;» απάντησε κείνος σα να μην πρόσεξε τι είπε η Θάλεια.

«Πως πλήττετε και σεις στα δράματα».

«Σ' αυτό το δράμα ναι», είπε ο Νίκος.

Η Θάλεια πήρε τα γυαλιά και κοίταξε αντικρυνά: «Τι αναίδεια! Τι φανερά που τον κοιτά! Τρελλάθηκε μαζί του. Αυτό καταντά σκάνταλο», είπε ξαναγυρίζοντας στο Νίκο.

«Δεν αφίνεις τον κοσμάκη να κοιτάζεται», μουρμούρισε κείνος.

Το «δεν αφίνεις» μ' έκαμε να παραξενευτώ. Μα ήξερα το Νίκο πως έπαιρνε γλήγορα θάρρος.

Χτύπησε το κουδούνι στη σκηνή κ' έκαμα να φύγω.

«Πού πάτε;» ρώτησε η Θάλεια.

«Κάτω στη θέση μου».

«Εδώ έχει κάθισμα· ακούτε πιο καλά από δω».

Κάθησα ανάμεσα από αυτή κι από το Νίκο. Η παράσταση ξανάρχισε κι ο Νίκος έκλεισε τα μάτια γέρνοντας το κεφάλι στο χέρι, σε τρόπο που να φαίνεται καλήτερα από γύρω πως κοιμάται. Η Θάλεια ξαναπήρε τα γυαλιά και κοίταξε αντικρυνά.

«Νάτος ξανακοιμήθηκε», είπε σε λίγο αφίνοντας τα γυαλιά κ' έσκυψε αποπίσω μου και χτύπησε με τη βεντάλια της τον ώμο του Νίκου.

«Άσε με, παρακαλώ· νυστάζω», της είπε τούτος δυνατά·

«Στ! στ!» φώναξαν από την πλατεία. Κάποιοι γυρίσαν κιόλα και κοιτάξανε.

«Δεν είν' εδώ ξενοδοχείο», του σφύριξε και πάλι η Θάλεια.

Ο Νίκος δεν κουνήθηκε. Η Θάλεια ξανακοίταξε στη σκηνή λίγες στιγμές κ' έπειτα πήρε πάλι τα γυαλιά της.

Σε λίγο ο αδερφός της κόρης, που αγαπούσε τον ξάδερφό της, ένα δυστυχισμένο ηλίθιο παιδί, μπήκε στη σκηνή και το θέατρο σείστησε από τα γέλια. Η Θάλεια γύρισε κι αυτή προς τη σκηνή και γέλασε μαζί. Ο Νίκος δεν ταράχτηκε.

«Δέστε τον, κάνει πως κοιμάται. Αφήστε τώρα τα καμώματα· δε σας στέκουνε», του μουρμούρισε πάλι η Θάλεια σκύβοντας μπροστά μου κ' έκαμε να τον ξαναχτυπήση με τη βεντάλια της.

Της έπιασα το χέρι.

«Σας ενοχλήσαμε; Άλλος από δω. Πολύ ρομαντικός γίνατε απόψε», μου είπε και ξαναπήρε τα γυαλιά της και κοίταξε τριγύρω όσο που έκλεισε η σκηνή κ' η παράσταση τέλειωσε.

Κάτω στην πόρτα βρήκαμε το Βελαδράπα.

«Ε, το πήρες λοιπόν το μπιλιέτο;» μου είπε μόλις με είδε.

«Ποιο μπιλιέτο;»

»Πώς ήρθες τότε;»

«Πλήρωσα κ' ήρθα».

«Δεν πέρασες από το σπίτι σου; Δε σου τόδωσε η σπιτονοικοκυρά σου;

«Όχι», του είπα.

«Και γω τους άφησα τουτουνούς στην μπίρα κ' ήρθα στο γραφείο σου. Δε σε βρήκα κει κ' έτρεξα μην είσαι σπίτι σου».

«Μοναχούς στην μπίρα», είπα μέσα μου και μου ήρθε να του δώσω μια στο μουσούδι.

Η Θάλεια στεκότανε και κοίταζε τον κόσμο που έβγαινε. Ο Νίκος είχε φορέσει την πελερίνα του με σηκωμένο το γιακά και μουρμούριζε στίχους μισοκλείνοντας τα μάτια. Είδα πως είχε βγάλει το φτερό από το καπέλο του.

«Είχες δίκιο», του είπε ο Βελαδράπας, άμα βγήκαμε στο δρόμο, «απόψε δε μου άρεσε διόλου το δράμα. Ανόρεχτα έπαιξα το μέρος μου».

«Τι μέρος, βρε; Υπερέτης είσουνα πάλι· τις βαλίτσες έφερες δίχως να βγάλης λέξη», του φώναξε η Θάλεια σβησμένη στα γέλια.

«Ψεύτικο, κατώτερο έργο· δε μεταρσιώνει, δεν αφίνει τίποτε για το περιθώριο», ξακολούθησε ο Βελαδράπας χωρίς να προσέξη την αδερφή του.

Ο Νίκος δεν απάντησε και τράβηξε μπροστά. Η Θάλεια και γω μείναμε πίσω.

«Απόψε βλέπω είσαστε πολύ συγκινημένος», μου είπε.

«Και σεις πολύ φαιδρή· σας διασκεδάζει ο ξάδερφος μου»·

«Μη σας πειράζη;»

Δεν της απάντησα.

«Είστε γελοίος», μου ξαναείπε ύστερα από μικρή σιωπή.

Κι αλήθεια γελοίος φαινόμουνα στον εαυτό μου όλη την ώρα έπειτα, σαν την αφήσαμε στην πόρτα της και γυρίσαμε με το Βελαδράπα και το Νίκο στον καφενέ, όπου σμίξαμε το Θέμη Φλοίσβο.

Το άλλο απόγεμα έφυγα νωρίτερα από το γραφείο μου και τράβηξα στου Βελαδράπα. Βρήκα τα δυο αδέρφια που μαλλώνανε. Ο Βελαδράπας ήθελε να γράψη κ' η Θάλεια τονέ βίαζε να τη συνοδέψη όξω να δη τη διαδήλωση, που θα γινότανε. Του είχε πάρει το χειρόγραφο και τόκρυψε.

«Γράφεις κι αύριο. Έλα τώρα, σήκω», τον τραβούσε.

«Λες πως βρίσκεται η όρεξη, όποτε σου καπνίση εσένα; Έπειτα το ξέρεις πως σιχαίνουμαι την πολιτική και τα πλήθη», φώναξε ο Βελαδράπας.

Βοήθησα και γω και τονέ σηκώσαμε από το τραπέζι.

Η Θάλεια πήγε να βάλη το καπέλο της.

«Άι σιχτίρ, δεν είναι ζωή αυτή! Το φριχτότερο πράμα είναι να μη σε νοιώθουνε στο σπίτι σου», μουρμούρισε ο Βελαδράπας βουρτσίζοντας τη ζακέτα του και σιάζοντας τα μαλλιά μπρος στον καθρέφτη. Το μούσι, του είχε απαιτήσει εκείνες τις μέρες ο θιασάρχης του και το ξούρισε.

Η Θάλεια ξαναήρθε κρατώντας στο χέρι ένα ψαλλίδι κ' ένα μάτσο άσπρο και μπλε κορδόνι. Έκοψε ένα κομάτι και τόδεσε στο στήθος της.

«Έλα, στάσου να σου βάλω και το δικό σου», είπε ύστερα στον αδερφό της.

«Κάνε μου τη χάρη, ξεφορτώσου με· δε φτάνει που μούκοψες τη διάθεση».

Η Θάλεια, σα να μην άκουσε, έκοψε ένα κομάτι και τονέ σίμωσε.

«Άμε στο διάολο, σου είπα· θα με κάμης και γελοίο τώρα», την έσπρωξε ο Βελαδράπας.

«Καλά, μη θες να βάλης κ' έπειτα ξαναγύρεψε τάλληρο του μπαμπά», του είπε κείνη σοβαρά.

Μουρμούρισε λίγο, μα την άφησε και του έδεσε το κορδόνι στην κουμπότρυπα. Εγώ κι από οικογενειακή παράδοση και σα δημοκράτης που είμουνα, συμπαθούσα το κορδόνι και δεν είχα λόγο να της φέρω αντίσταση.

Βγήκαμε στην Ομόνοια. Η Θάλεια μετρούσε μ' ευχαρίστηση τα μαγαζιά και τα σπίτια, που είχαν κρεμασμένα κορδονικά σημάδια, κι ο Βελαδράπας ξέχασε την ανορεξία του κοιτάζοντας τις όμορφες στο δρόμο και στα παράθυρα και σκουντώντας με όταν καμιά του άρεσε ξεχωριστά. Η διαδήλωση πέρασε τέλος κ' η Θάλεια κουρασμένη πια γύρεψε να καθίσουμε.

«Πάμε στην μπίρα», είπε ο Βελαδράπας, «να βρούμε και τους άλλους».

«Ποιους άλλους;» ρώτησα.

«Το Νίκο και τη λοιπή παρέα».

«Με συμπαθάτε εμέ να σας αφήσω», είπα και στάθηκα.

«Ελάτε και δε θα χάσετε· να τους δήτε πώς είναι όλοι τους», μου είπε η Θάλεια.

«Τους ξέρω».

«Την ποιήτρια και τον ποιήτριο δεν τους ξέρετε».

Θέλοντας και μη πήγα κοντά τους.

Σε μια σκοτεινή άκρη της μπίρας καθότανε ο ξάδερφός μου και τριγύρω του οι ίδιοι νέοι που είχα δει στο εξοχικό καφενεδάκι. Έλειπε μόνο ο Θέμης Φλοίσβος και παραπάνω είταν ένας άλλος μελαχρινός νέος και μια κυρία.

«Νάτοι, εδώ είναι κ' οι δυο», μου είπε η Θάλεια σαν μπήκαμε στην πόρτα και τους είδε.

Σηκωθήκανε και χαιρετήσατε τη Θάλεια κι ο Βελαδράπας με παρουσίασε στους δυο άγνωστους·

«Ο κ. Ιππόλυτος Κλεαρέτης, η δεσποινίδα Ιππολύτα Κλεαρέτη».

Καθήσαμε. Η Θάλεια κ’ η τελευταία ρίξανε λοξές ματιές η μια στην άλλη.

«Λοιπόν, ταποφασίσαμε, Θυμάρη», είπε του Βελαδράπα ένας από τους συγκαθούμενους, που είχα ακούσει πως έγραφε ποιήματα με το ψευδώνυμο Ταγχόιζερ, «το Σφυρί, θάναι ο τίτλος».

«Σύμφωνοι», είπε ο Βελαδράπας.

«Ποια στήλη θα πάρης εσύ; Ποιόν κύκλο; Καθένας πρέπει να διαλέξη μια περιοχή και κει να χτυπά. Εγώ πήρα το δράμα, ο Κλεαρέτης τη λυρική ποίηση, η Κλεαρέτη τη μουσική και τη φιλοσοφία, ο Μαινάλκας τη γερμανική ζωή».

«Αλλά γερμανικά θα σας τα στέλνω», αντίκοψε ο Νίκος.

«Είπαμε· τα μεταφράζει ο Κλεαρέτης· του τα στέλνουμε».

«Πού θάναι ο Κλεαρέτης;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Θα γυρίζω στην Αίγυπτο για συντρομές», είπε ο ίδιος ο Κλεαρέτης.

«Κ’ η δεσποινίδα Κλεαρέτη στη Ρουσσία», είπε ένας άλλος.

«Τότε εγώ παίρνω το θέατρο», είπε ο Βελαδράπας.

«Μα το δράμα το ανάλαβα εγώ», τον έκοψε ο Ταγχόιζερ.

«Άλλο δράμα κι άλλο θέατρο», ξαναείπε ο Βελαδράπας· «δεν είναι έτσι, Νίκο;»

Ο Νίκος κούνησε το κεφάλι.

«Και γω πήρα την ιστορία και τη φιλοσοφία της τέχνης», πετάχτηκε από τη γωνιά ο σγουμπός με τα γυαλιά και με το βιβλίο στο χέρι, δίχως να σηκώση απ' αυτό τα μάτια του.

«Καλά», είπε ο Βελαδράπας, «μα την πολεμική ποιος θα την πάρη;»

«Πολεμικό θάναι όλο το περιοδικό απ' άκρη σ' άκρη. θα σπάζη, θα γκρεμίζη αλύπητα τα είδωλα — »

Τις κορυφές, τον Αβραμίκο πρώτον», είπε ο σγουμπός με τα γυαλιά.

«Τη γενική πολεμική εννοώ», ξαναείπε ο Βελαδράπας, «τα κύρια άρθρα».

«Η πολιτική αποκλείνεται — » του απάντησε κάποιος.

«Μα τα κοινωνικά ζητήματα;» ξαναρώτησε ο Βελαδράπας.

«Κι αυτά», φώναξε ο Ταγχόιζερ: «Καθαρή τέχνη. Σημαία μας θάναι το γύρισμα στον τραγικό, στον ηρωικό λυρισμό».

«Και στη σκληράδα», ξαναπετάχτηκε ο σγουμπός, δίχως να σηκώση τα μάτια του από το βιβλίο. Σήκωσε μόνο το γρόθο του στο ψήλος του ώμου.

Ο Νίκος λάγγεψε με το σαγόνι.

«Και ποιος θάμπη διευθυντής κ' εκδότης;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Κανείς», είπε ο Ταγχόιζερ: «Ούτε τόπος ούτε χρόνος θα γράφεται στο ξώφυλλο. Το Σφυρί μονάχα με παχιά μεγάλα γράμματα. Διαμαντένια γράμματα σε μαύρο ξώφυλλο».

«Εγώ λέω πράσινο, να συμβολίζη την αναγέννηση», είπε ένας.

«Κόκκινο, επαναστατικό», είπε άλλος.

«Καλήτερα ένα σφυρί μονάχα, δίχως γράμματα», είπε ο σγουμπός με τα γυαλιά και κοίταξε το Νίκο.

Ο Νίκος ένεψε με το κεφάλι.

«Κ' οι συντρομές που θάρχουνται, αν δε βάλουμε κατατόπι;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Βάζουμε ένα άγνωστο ψευδώνυμο, ποστ ρεστάντ».

«Εγώ λέω ναλλάξουμε όλοι μας ψευδώνυμα», πρότεινε κάποιος.

«Γράφουμε τότε όλοι ανώνυμα», είπε άλλος.

«Έτσι χάνεται η ατομικότητα. Το όνομα είναι η δύναμη· εγώ θα γράφω πια με τόνομά μου», είπε ο Νίκος.

«Μα έτσι λείπει το μυστήριο, που δίνει την επιβολή», είπε ο Ταγχόιζερ.

«Η ατομικότητα τη δίνει», φώναξε ο σγουμπός.

«Θαποκλειστή κ' η επιστήμη;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

Η Θάλεια με σκούντησε.

«Όπου δεν έχει σχέση με την τέχνη».

«Μα στην εποχή μας τέχνη κ' επιστήμη — τι λες, Νίκο;»

Ο Νίκος είχε ξεχαστή.

«Η ποίηση του μέλλοντος θα είναι επιστημονική», απάντησε ο σγουμπός κι ο Βελαδράπας ησύχασε.

Η Θάλεια τους έρριχνε ματιές όλη την ώρα και γύριζε και κοίταζε κ' εμένα σα να μου έλεγε; «Βλέπεις που δεν ήθελες ναρθής;» Περσότερο όμως κοίταζε την Κλεαρέτη φυλάγοντας τις στιγμές που εκείνη δεν την πρόσεχε. Μα κ' η Κλεαρέτη δεν κοίταζε λιγώτερο τη Θάλεια κι όταν η μια έπιανε την άλλη, γυρίζανε κ' οι δυο τα μάτια αλλού.

«Δες πόσες κορδέλες έχει απάνω της, πώς είναι τα μαλλιά της· κοίταξε τι φτερά έχει βάλει στο καπέλο της, τι παπουτσάρες που φορεί», βρήκε την περίσταση να μου μουρμουρίση η Θάλεια διάφορες στιγμές εκεί που συζητούσαν οι άλλοι.

Κ' είταν αλήθεια παράξενα ντυμένη αυτή η Κλεαρέτη. Φορούσε ένα πράσινο φόρεμα μ' ένα σωρό κόκκινα φιογκάκια, πλατύ καπέλο με φανταχτερά φτερά και τα ποδήματά της είταν καταλασπωμένα. Καθόταν αμίλητη όλη την ώρα κοιτάζοντας τον έναν και τον άλλον κι ακκουμπώντας τον αγκώνα στην καρέκλα του αδερφού της, καθώς τονέ νόμιζα τον Κλεαρέτη. Εκείνο που μου έκαμε λιγάκι εντύπωση είταν πως δεν του έμοιαζε καθόλου. Εκείνος μαυριδερός νόστιμος νέος, τούτη άσπρη, ξανθή σχεδόν και τρομερά άχαρη. Η χλωμάδα του προσώπου της, τα μαλλιά της, τα χτενισμένα αλά Κλεό, που της κρεμόντανε στα μάγουλα, και τα ξέθωρα και βαθουλά μάτια της σε κάνανε να μην μπορής να την κοιτάξης. Κι ωστόσο έβλεπα τα μάτια ολονών τριγύρω της να τη θωρούνε μ' ευχαρίστηση, τόσο που η Θάλεια, αν και καταφρονούσε αυτόν τον κύκλο, φαινότανε πως πειραζότανε λιγάκι που την προσέχανε λιγώτερο από την Κλεαρέτη.

«Πρέπει λοιπόν ναρχίσουμε να ετοιμάζουμε ύλη», είπε πάλι ο Βελαδράπας.

«Εγώ αύριο τελειώνω τη μελέτη για το Μποτιτσέλι», είπε ο σγουμπός.

«Κ' η Ιππολύτα μας έδωσε κιόλα ένα ποίημα», είπε ο Ταγχόιζερ, που φαινότανε σα μισοαναγνωρισμένος διευθυντής του περιοδικού.

«Πού είναι το; δεν τόχεις εδώ να τακούσουμε;» ρώτησε ο Βελαδράπας και τεντώθηκε.

Η Θάλεια με ξανασκούντησε.

«Έλα, Ιππολύτα, διάβασέ το», είπαν κι άλλοι.

«Ας το διάβαση ο Ιπόλυτος· εγώ έχω άθλια απαγγελία», άνοιξε τέλος το στόμα της η ποιήτρια κοκκινίζοντας.

«Όχι, εσύ διάβασέ το· δικό σου είναι», είπε ο Κλεαρέτης κ' έβγαλε από την τσέπη ένα τετράδιο.

«Η ιδέα είναι δική σου», ξαναείπε κείνη.

«Εσύ τόγραψες», της είπε ο Κλεαρέτης.

«Εμπρός, ποιήτρια, διάβασέ το συ», φώναξε ο Νίκος.

Η Θάλεια δεν μπόρεσε να μη γελάση κι ο αδερφός της την αγριοκοίταξε.

Το διάβασε ο Ιππόλυτος. Σα φιλοσοφικό, που είπαν όλοι τους πως είταν, η Θάλεια και γω δε νοιώσαμε τίποτες. Τον τίτλο μόνο _Μελικέρτη_ κ' ένα σωρό ονόματα ακούσαμε κοντά στη Θέληση και τη Δύναμη, τη Σοφία και τη Σκέψη, τη Διαιώνιση και την Εξέλιξη· αϊτούς και φίδια, σφυριά και κύτταρα, Άδες και Σύμπαντα, Τιτάνες και Τιτάνιες και το γύρισμα ή επωδό που το λένε: Ω Ρουθ, βάρα το τύμπανο, ω Όμπερον, ρίχνε άμμο στην κλεψύδρα.

«Μ' αυτό θαρχίσουμε», είπε ο Ταγχόιζερ παίρνοντας το τετράδιο από τον Κλεαρέτη: «&Μελικέρτη& με μεγάλα στοιχεία στην πρώτη σελίδα. Ωραίος τίτλος — Από τα μάρμαρα του πόνου», διάβασε παρακάτω στο χειρόγραφο.

«Από το μούρμουρο του πόνου», τονέ διόρθωσε η Κλεαρέτη.

«Βρήκες καλά τον τόνο στο ρυθμό και στη γλώσσα, Ιππολύτα», της είπε ο Νίκος κοιτάζοντάς τηνε στα μάτια: «Κρίμα που δεν τόγραψες γερμανικά».

«Στη γλώσσα όχι· δεν είμαι σύμφωνος», πετάχτηκε ο Βελαδράπας· «αν αρχίσουμ' έτσι, θα φτάσουμε στην καθαρεύουσα».

«Είπαμε, στη γλώσσα ελευθερία. Καθένας ας τη γράφη σύμφωνα με το αίσθημά του. Οι κανόνες είναι σχολαστικισμοί», φώναξε ο σγουμπός και ξανάσκυψε στο βιβλίο του.

«Πολύ ωραία! Να πέσουμε στην αναρχία;» άναψε ο Βελαδράπας και μαζί του η γλωσσική συζήτηση.

Οι γνώμες είτανε τόσο ανάκατες και χωρισμένες, που δεν μπορούσα να πάρω κάβο μες το θόρυβο. Η Θάλεια ευτυχώς θυμήθηκε πως την περιμένανε στο σπίτι κι άδραξε το Βελαδράπα από το χέρι:

«Άσε τις κουβέντες τώρα· περιμένει ο μπαμπάς». Τρόμαξε να τονέ σηκώση.

«Θα μείνης;» ρώτησε ο Βελαδράπας το Νίκο.

Εκείνος κοίταξε μια στιγμή την Κλεαρέτη κ' έπειτα τη Θάλεια. Τόσο επιδειχτικά που η Θάλεια κοκκίνησε και χαιρερετώντας όλους μ' ένα κούνημα του κεφαλιού έτρεξε στην πόρτα. Ο Νίκος έκαμε να σηκωθή, μα είταν αργά.

Ο Βελαδράπας είτανε θυμωμένος μ' όλους: «Ε, καλά δεν τους τάπα; Δε βαστιούνται. Γίνουνται όργανα του Κλεαρέτη, που θέλει να εκμεταλλευτή το περιοδικό και να τσεπώνη συντρομές στην Αίγυπτο. Γι' αυτό φοβάται την καθαρή δημοτική», άρχισε σα βγήκαμε στο δρόμο.

«Την είδες τι σουρουκλεμέ σου είναι; Να της φαίνεται πως είναι κι όμορφη! Δεν πιάνει να ράψη το φουστάνι της, που είναι καταξυλωμένο και το κρατεί με καρφίτσες, μα θέλει να μου γράφη ποιήματα», άρχισε μαζί κ' η Θάλεια από την άλλη μεριά.

«Αν είν' έτσι, δε θα λάβω μέρος. Γράφω καλήτερα στο Σύμπαν», μουρμούρισε ο Βελαδράπας.

«Λέτε να τα γράφη μοναχή της; Δεν πιστεύω· εκείνος της τα γράφει. Δεν είδατε πώς μαλλώνανε; Ο ένας έλεγε ταλλουνού: δικό σου είναι», ξακολούθησε η Θάλεια.

«Μαζί τα γράφουν», είπε ο Βελαδράπας· «ο Κλεαρέτης δεν μπορεί να γράψη στίχους, δίνει την ιδέα μόνο και τη γράφει η Ιππολύτα».

«Δε ντρέπεσαι! Αυτή δεν μπορεί να βγάλη λόγο απ' το στόμα της και θα γράψη και ποιήματα; Εκείνος τα γράφει και θέλει να την περνά κι αυτή για λόγια».

«Αδερφός της είναι;» ρώτησα.

Η Θάλεια γέλασε: «Τι αδερφός της, καλέ; Αρρεβωνιαστικός της. Λένε δηλαδή, μα δεν τους πιστεύω. Δεν είδατε πώς καθόντανε; Δεν είδατε ξετσιπωσιά!»

«Κ' έχουν τα ίδια ονόματα;» ρώτησα.

«Είναι ψευδώνυμα», είπε ο Βελαδράπας.

«Από πού είναι;»

«Από τη Σμύρνη, λέει», είπε η Θάλεια.

«Ο Κλεαρέτης· αυτή είναι από την Πόλη», είπε ο Βελαδράπας.

«Είτανε γκουβερνάντα στην Οδησσό κι από κει την έκλεψε κείνος και γυρίζουνε μαζί και ζητιανεύουν».

«Ποιος σου τάπε αυτά;» θύμωσε ο Βελαδράπας: «Τι θα πη την έκλεψε; Ο Κλεαρέτης γυρίζει στα κέντρα του ελληνισμού με τα βιβλία του κι ανταποκριτής εφημερίδων. Όταν πέρασε από την Οντέσσα τη γνώρισε σ' ένα ελληνικό σπίτι που είτανε δασκάλα».

«Τι δασκάλα! Γκουβερνάντα είτανε. Φαίνεται», τον έκοψε η Θάλεια.

«Δασκάλα της μουσικής· παίζει έξοχο πιάνο. Λοιπόν εκεί γνωριστήκανε και παντρεύτηκαν».

«Δίχως παπά», γέλασε η Θάλεια.

«Δίχως παπά βέβαια, μοντέρνος γάμος».

Η Θάλεια γέλασε πιο δυνατά.

«Δε φταις εσύ, φταίω εγώ που σε φέρνω σ' ανθρώπους», της είπε ο Βελαδράπας: «Δε σ’ αφίνω να κάθεσαι με τη μαμά και με την Παναγιώτα στην κουζίνα».

Κόντεψε να πιαστούνε στα χέρια. Βριζόντανε όσο που φτάσαμε στην πόρτα τους. Τους άφησα εκεί κ' έφυγα.

6

Όταν πήγα τη νύχτα αργά στο σπίτι μου, βρήκα στο τραπέζι μια σημείωση του Νίκου. Μου έγραφε να πω σε όποιον έρθη και με ρωτήση γι' αυτόν πως δεν τον είδα ολότελα απόταν ήρθε στην Αθήνα. Περσότερα θα μου πη άμα με σμίξη. Είδα κιόλας πώς έλειπε η βαλίτσα του και τα ρούχα του από το ντουλάπι. Δόξασα το Θεό που τον ξεφορτώθηκα κ' έπεσα και κοιμήθηκα.

Το πρωί, άμα σηκώθηκα και πήρα να ντυθώ, άκουσα να χτυπά βιαστικά η πόρτα μου. Ντύθηκα γλήγορα και πήγα κι άνοιξα. Ξαφνίστηκα σαν είδα την ξαδέρφη μου, την αδερφή του Νίκου.

«Πού είναι; Πες μου γλήγορα τι κάνει;» φώναξε χυμώντας μέσα.

«Ποιος τι κάνει;» ρώτησα.

«Ο Νίκος».

Γέλασα.

«Μπράβο σου, γελάς κιόλα. Να μ' αφήσης άυπνη όλη νύχτα καταμόναχη στο ξενοδοχείο! Πήγα να τρελλαθώ όσο να ξημερώση. Καλά, δεν ήρθες στο σταθμό, δεν ερχόσουνα κάνε ψες το βράδι στο ξενοδοχείο;»

Απάνω κάτω κατάλαβα τι έτρεξε, προτού μου ξηγήση πώς μου τηλεγράφησε να πάω να την πάρω στο σταθμό κι αφού δε με βρήκε κει, κίνησε κ' ήρθε σπίτι μου και μου άφησε σημείωση να πάω να την εύρω στο ξενοδοχείο.