Part 6
Τους έταξα πως θα προσπαθήσω, δίχως εννοείται και να στοχαστώ να το κάμω. Όχι γιατί και γω δεν είμουνα και δεν είμαι ακόμα της ιδέας πως τα ποιήματα είναι καιρός χαμένος, μα από την πείρα, που είχα από τον ξάδερφό μου, είχα πια και την πεποίθηση πως τανώτερα μυαλά δεν είναι καμωμένα για πραχτικές δουλειές. Σωστά ή όχι, πρέπει να τα ταγίζη η κοινωνία για τις πνευματικές υπερεσίες που της προσφέρνουν. Αλλά δεν είτανε μονάχα αυτός ο λόγος. Είχα και το φόβο πως αν του ξεστόμιζα τέτοιο πράμα, θα θύμωνε και θα μου έκοβε ολότελα τη φιλία. Κ' η φιλία του άρχισε να γίνεται για μένα σημαντικώτερη, γιατί η Θάλεια, καθώς τη λέγανε την αδερφή του, άρχισε να μου αρέση όλο και περσότερο. Της άρεσα και γω; Αυτό είταν το λιγώτερο που μ' ένοιαζε. Φτάνει πως οι γονιοί της με βλέπανε με καλό μάτι, πως ο πατέρας της θυμήθηκε ότι μια φορά που είταν υποτελώνης σ' ένα σκάλωμα της επαρχίας μου, είχε ακούσει για τον πατέρα μου πως είταν ένας από τους καλούς νοικοκυρέους και κομματάρχες. Θυμότανε μάλιστα πως τότες είταν κι αντιπρόσωπος του βουλευτή που είχε την εξουσία. Μου γύρεψε πολλές κομματικές πληροφορίες και τον είδα πως ευχαριστήθηκε από την ενημερότητά μου. Το μοναχό κακό είταν τα παλιά μου ρούχα. Δε μου άρεσε ποτέ νάμαι κακοντυμένος και πάντα φρόντιζα νάχω μια φορεσιά να φαίνουμαι στον κόσμο. Μα είχα βλέπεις βάλει χρέη από τις πρώτες μου εξέτασες και τα χρήματα, που έλαβα από τον πατέρα μου για να κάμω ρούχα, πήγανε σ' αυτά.
Κ' έτσι αναγκαζόμουνα κ' έπλενα με τσιγένι το σακκάκι μου κάθε φορά που θα πήγαινα στου Βελαδράπα. Πολλές φορές κατέβαινε και μου άνοιγε η ίδια η Θάλεια, κάποτε ανέβαινε και στην κάμαρα του αδερφού της κι όταν εκείνος διάβαζε κανένα ποίημά του, ξεκαρδιζότανε στα γέλια, ή αν τύχαινε να μην έχη πολλή όρεξη, τον κοίταζε μονάχα με λοξή ματιά, που μου θύμιζε τη ματιά του ποιητή Βιδούρη. Και σα μ' έπιανε και μένα να χαμογελώ, την έβλεπα κ' ευχαριστιότανε και για να την ευχαριστώ και γω το έκανα συχνότερα απ' ότι άξιζε και σε περίσταση ακόμα, που από συνήθεια πια με συγκινούσαν κάπως τα ποιήματα του φίλου μου. Άμα είναι κανείς ερωτεμένος γίνεται ρομαντικός δίχως να θέλη. Πολλές φορές εκεί που ο Βελαδράπας τραγουδούσε τα ξανθά μαλλιά τα λυτά στους ώμους, τα γαλανά ονειρεμένα μάτια, εκεί που φανταζότανε την ερωμένη του να τριγυρνά στους παραδείσιους αιθέρες, ή να φωτίζη με το γέλιο της τους βυθούς του Ταρτάρου και να μαρμαρώνη τον Κέρβερο με τη ματιά της, μ' έκανε και με να πέφτω σε όνειρα, ναλλάζω με τη φαντασία μου το χρώμα των μαλλιών και των ματιών και να βλέπω μια μορφή, που έμοιαζε της Θάλειας, να βγαίνη γελαστή στην πόρτα ενός μικρού σπιτιού στην επαρχία, άμα ακούη τα πατήματά μου στη σκάλα, ναρπάζη τα δικόγραφα από το χέρι μου και να με φέρνη μέσα σε μια καλοσυγυρισμένη τραπεζαρία, που μας καρτερούσε το φαγί. Μια μέρα μάλιστα δεν ξέρω πώς μου ξέφυγε και ξομολογήθηκα στο Βελαδράπα παρόμοιο όνειρο.
«Στο βάθος μένεις ακόμα πεζότατος», μου είπε χαλώντας τα μούτρα του: «Θαρρώ κι ακούω την αδερφή μου».
«Δεν ξέρεις πώς τη βαριούμαι αυτή την αδερφή μου», μου είπε μια άλλη μέρα που τον έμπλεξε να την πάη κάπου κ' έμεινε μαζί της όλο το απόγεμα. Όταν την έβγαζε περίπατο, του έκανε μεγάλη ευχαρίστηση αν τους έβρισκα στο δρόμο και κολλούσα μαζί τους. «Μ' έσωσες», μου έλεγε στο αυτί. Εννοείται πως και γω δεν άφινα ποτέ περίσταση να πάη χαμένη. Όμως ένοιωθα πως η Θάλεια στενοχωριότανε ανάμεσα στους δυο. Ντρεπότανε τη ντυμασιά μας, που λίγο ταίριαζε με τη δική της, πάντα περιποιημένη και πάντα μοντέρνα. Όταν τους έσμιγα, προτιμούσε να τραβούμε όλο σταπόμερα. Πολύ πιο δύσκολα αποφάσιζε ναρθή μαζί μου στο θέατρο. Μιαδυό φορές, που έτυχε να τους μπλέξω, φρόντισε κ' είδε κάποια φιλενάδα της και της φώναξε μπροστά μου: «Κρίμα, καημένη, να μην καθούμαστε κοντά κοντά». Μ' έφερε στην ανάγκη ν' αλλάξω τη θέση μου με τη φιλενάδα της. Μια άλλη φορά πάλι, που ο αδερφός της είχε μέρος στην παράσταση και μείναμε μονάχοι στην πλατεία, δε δέχτηκε που της προσφέρθηκα να πάμε να τη φιλέψω ένα γλυκό. Πως η αφορμή είταν πράματις τα ρούχα μου, το είδα όταν τέλος κατάφερα να βρω ένα ράφτη να μου κάμη με πίστωση μια καλή φορεσιά. Τη φόρεσα μια Κυριακή μαζί με ολοκαίνουργα παπούτσια και καπέλο της μόδας και παρουσιάστηκα στην πόρτα της. Η ματιά της άρχισε να πέφτη απάνω μου ιλαρότερη. Και δεν έφερε αντιλογία ύστερα όταν ο αδερφός της μας τράβηξε στο Ζάππειο, οπού του άρεσε να κοιτάζη τις όμορφες που σεργιανούσαν. Τη ντυμασιά του Βελαδράπα φαίνεται να την είχε συνηθίσει και να μην της έκανε πια εντύπωση. Έδειχνε κιόλας πως είταν αμελημένη επίτηδες για να ταιριάζη με τα μακριά μαλλιά και το σφηνάτο μούσι.
Η Θάλεια άρχισε νάρχεται πιο πρόθυμα στο θέατρο και δεν της έφτανε νάχη μόνο μπιλιέτα τζάμπα, μα ήθελε και καλές θέσες, στα μπροστινά καθίσματα. Καταλάβαινα πως χαιρότανε κιόλας, σα δεν κάθιζε μαζί μας ο αδερφός της και στα διαλείμματα σηκωνότανε τώρα εκείνη πρώτη και περπατούσαμε ένα γύρο στην πλατεία. Όσο περσότερο τη γνώριζα, δεν την εύρισκα καθόλου βαρετή, καθώς την εύρισκε ο αδερφός της. Καθάλλο μάλιστα. Ταιριάζανε οι γνώμες μας σε όλα και στη γλώσσα ακόμα. Το μαλλιαρό ιδίωμα, που ακούγαμε στη σκηνή που έπαιζε ο Βελαδράπας, μας πείραζε και τους δυο στα νεύρα. Εννοείται πως εγώ φυλαγόμουνα να πω τη γνώμη μου μπροστά στο φίλο μου, μα η αδερφή του τον πείραζε κ' ευχαριστιόμουνα μέσα μου. Έπειτα μου άρεσε στη Θάλεια το μετρημένο και πραχτικό μυαλό της. Μου φαινότανε σα νάκουγα τη μάννα μου, άμα μου μιλούσε σοβαρά για πράματα του κόσμου. Φυσικά, σα βγαλμένη από το Αρσάκειο, είταν αναπτυγμένη πιότερο από τη μάννα μου, μα στο βάθος έμενε πιστή, αγνή ελληνοπούλα. Τη φρονιμάδα της φαινότανε να την ξεχνούσε μοναχά σαν έβλεπε κανένα νέο καλοντυμένο και καλοκαμωμένο. Αν την κοίταζε, της άρεσε να τον κοιτά κι αυτή. Σιγά σιγά όμως πήρανε ν' αριεύουν οι ματιές στους άλλους. Στο μεταξύ της είχα διηγηθή και γω την ιστορία μου, τα οικογενειακά μου, τα σχέδιά μου για το μέλλον και τα ρέστα. Ήξερα πως δεν της άρεσε και πως ούτε το σκεφτότανε να φύγη από την Αθήνα και της είπα πως λογάριαζα να μείνω να κάμω εκεί το δικηγόρο. Κ' έτσι σα να συνεννοηθήκαμε καλήτερα. Και μια μέρα που η δούλα έλειπε κ' ήρθε μονάχη της και μου άνοιξε την πόρτα, καθώς δόσαμε τα χέρια μας, ανεβήκαμε τη σκάλα χωρίς κανένας από τους δυο μας ν' αποφασίση να ταφήση πρώτος. Μιαν άλλη μέρα πάλι στην κάμαρα του Βελαδράπα, κάποια στιγμή που έλειψε τούτος, τη βρήκε η μάννα της ακκουμπημένη στον ώμο μου. Φαίνεται όμως να μην το πήρε για κακό και δεν έπαψε κι αυτή κι ο γέρο Πετροδίκης να με βλέπουνε με καλό μάτι και να με κρατούνε συχνά να τρώγω σπίτι τους.
Πέρασαν έτσι δυοτρείς μήνες. Είχε έρθει το χινόπωρο κι ο πατέρας μου μού είχε στείλει χρήματα κ' έκαμα καινούργια φορεσιά. Η Θάλεια είταν ευχαριστημένη.
Μια Κυριακή απόγεμα είχαμε βγει περίπατο με τα δυο αδέρφια. Εκεί που κόβαμε βόλτες στο Σύνταγμα, η Θάλεια παρατήρησε έναν που πήγαινε κάμποσα βήματα μπροστά μας και μας τον έδειξε για την παράξενη ντυμασιά του. Φορούσε βελουδένιο καφετί κοστούμι· το σακκάκι είτανε με δίπλες και με ζώνη στη μέση, το πανταλόνι κοντό ως το γόνα και στο κεφάλι του είχε ένα μικρό πρασινωπό καβούκι μ' ένα φτερό ορθό αποπίσω.
«Θα κατέβηκε από το ποδήλατο», είπα.
«Ιταλιάνος θάναι», είπε η Θάλεια.
«Γερμανός, βάζω στοίχημα», είπε ο αδερφός της.
«Ό,τι κι αν είναι, σε περνάει, Βελαδράπα· δες έχει και μακριά μαλλιά».
Γελάσαμε.
«Πάμε να τονέ δούμε κι από μπροστά τι φάτσα έχει», ξαναείπε η Θάλεια.
Γοργέψαμε το βήμα και τονέ φτάσαμε στην άκρη της πλατείας. Μα καθώς γύρισε και βρέθηκε αντίκρυ μας, τα χάσαμε κ' οι τρεις. Ο άγνωστος έβγαλε το καπέλο του και στάθηκε μπροστά μας.
«Βρε, βρε!» φώναξε σε μια στιγμή ο Βελαδράπας και τον αγκάλιασε.
Η πρώτη σκέψη μου είτανε να φύγω, άμα τέλος υποψιάστηκα και γω πως ο άγνωστος με τα γενάκια, που φιλιότανε με το Βελαδράπα, δεν είταν άλλος παρά ο ξάδερφος μου ο Νίκος. Μα εκείνος, σα να μην είχε τρέξει τίποτες αναμεταξύ μας, μου άπλωσε το χέρι κ' έπειτα στάθηκε ξεσκούφωτος και τεντωμένος μπροστά στη Θάλεια.
«Ο κ. Κλήμης Μαινάλκας — Νίκος Γκάβρας — , η αδερφή μου», σύστησε ο Βελαδράπας.
Ο Νίκος έσκυψε το κορμί βαθιά κ' έβαλε το καπέλο του.
Η Θάλεια κοκκίνησε λίγο βλέποντας κάποιους γύρω να κοιτάζουνε λίγο περίεργα.
«Πότε ήρθες; από πού;» ρώτησε ο Βελαδράπας ενώ κινήσαμε να περπατούμε προς τα όξω.
«Χτες το βράδι, από το Μόναχο», είπε ο Νίκος, τονίζοντας την τελευταία λέξη.
«Θα μας φέρνης εντύπωσες, υλικό, έργα. Τι έχεις έτοιμα;» ξαναείπε ο Βελαδράπας.
«Είναι κι ο κ. Κλήμης ποιητής;» ρώτησε η Θάλεια κοίταζοντας το Νίκο περίεργα πάντα και λιγάκι φοβισμένα.
«Με συμπαθάτε, δεν άκουσα», είπε κείνος κ' ήρθε και μπήκε ανάμεσα από μένα και τη Θάλεια.
«Ρώτησα — γράφετε και σεις;» ξαναείπε αυτή.
«Έγραφα άλλοτε», είπε ο Νίκος.
Ο Βελαδράπας τον κοίταξε ξαφνισμένος. Κάτι έκαμε να πη, μα τον έκοψε η αδερφή του ρωτώντας πάλι το Νίκο:
«Σπουδάζατε στο Μόναχο;»
«Γλεντούσα», αποκρίθηκε κείνος.
»Είναι ωραία πόλις το Μόναχο. Μια φίλη μου είτανε πέρσι εκεί».
«Έρχουνται και χαζεύουν πολλοί έλληνες», είπε ο Νίκος.
«Είναι κι ο τάφος του Όθωνος, μου έλεγε η φίλη μου».
«Μου φαίνεται· άκουσα, νομίζω, κάτι τέτοιο».
«Ε, πού τραβάτε;» φώναξε ο Βελαδράπας, σαν είδε πως δε στρίψαμε κατά το Ζάππειο, που μας τραβούσε αυτός.
«Να κάμουμε το γύρο, να δούμε λίγη φύση», είπε η Θάλεια.
«Σήμερα μούγινες ρομαντική, που είναι ο τόπος γεμάτος μπλέμπα. Σύρτε σεις, εγώ δεν έρχουμαι. Θα πάω στο Ζάππειο», ξαναείπε ο Βελαδράπας.
Η Θάλεια στάθηκε και με κοίταξε: «Ας διαλέξη τότε ο κ. Κλήμης, σα μουσαφίρης που είναι», είπε: «Τι προτιμάτε το γύρο ή το Ζάππειο;» ρώτησε το Νίκο.
«Μου είν' αδιάφορο· έρχουμαι όπου πάτε», είπε κείνος και την κοίταξε.
Μα ο Βελαδράπας την τράβηξε από το χέρι κ' έτσι ακολουθήσαμε και μεις.
«Τι απαίσιος κόσμος», μουρμούρισε ο Νίκος σαν προχωρήσαμε στον κήπο.
Η Θάλεια τον κοίταξε: «Είναι καλήτερος στο Μόναχο;» ρώτησε σαν πειραγμένη.
Ο Νίκος χαμογέλασε.
«Δεν το πιστεύω νάναι κομψότερος εκεί ο κόσμος», ξαναείπε η Θάλεια.
«Από δω — »
«Από τας Αθήνας; Μα αι Αθήναι φημίζονται, κύριε Κλήμη. Αι Αθηναίαι φημίζονται παντού για το ντύσιμό τους. Το λένε κ' οι ίδιοι οι ξένοι που έρχονται. Η φίλη μου μού έλεγε πως δεν είδε ούτε μια γερμανίδα που να ξέρη να ντυθή».
«Αντιλήψεις διαφορετικές, δεσποινίς Θυμάρη», είπε ο Νίκος χαμογελώντας.
Ή Θάλεια κοκκίνησε: «Με συμπαθάτε, δε λέγομαι Θυμάρη, κ. Κλήμη».
«Ούτε και γω Κλήμης», είπε ο Νίκος.
«Κλήμης Μαινάλκας», διόρθωσε ο Βελαδράπας.
«Νίκος Γκάβρας», είπε ο Νίκος.
«Άντε να χαθής· εσύ μας ανακατεύεις, Βελαδράπα, με τα διπλά σου ονόματα», γύρισε η Θάλεια στον αδερφό της.
«Όπως ακούω τριπλά», πρόστεσε ο Νίκος.
Γελάσαμε όλοι. Το παρατσούκλι του φίλου μου εγώ το πρόδωσα μια μέρα της αδερφής του από παραδρομή. Της άρεσε κ' έτσι τον έλεγε πάντα από τότε.
«Έδωσες εξέτασες;» με ρώτησε ο Νίκος.
«Διδάχτορας, ομότιμός σου», με πρόλαβε κι απάντησε ο Βελαδράπας.
Δεν τονέ διόρθωσα, καθώς δεν τονέ διόρθωσα και τότε που με σύστησε στο σπίτι του μ' αυτόν τον τίτλο. Δε μ' είχε προδώσει πως είμουνα προλύτης ούτε στην αδερφή του. Όσο κι αν ζούσε στα υπερπέραν για τον εαυτό του, όταν είτανε για τους άλλους δεν ξεχνούσε ποτέ τη σημασία της πραγματικότητος.
Αφού κάμαμε ένα δυο σουλάτσα στην πλατεία, ο Βελαδράπας είπε πως κουράστηκε και καθήσαμε. Ο Νίκος έβγαλε κι άναψε μια μικρή πίπα.
«Πες μας λοιπόν πώς πέρασες στο Μόναχο;» τονέ ρώτησε ο Βελαδράπας.
«Θαυμάσια», αποκρίθηκε.
«Είχατε καιρό εκεί;» ρώτησε η Θάλεια.
«Αρκετό», είπε ο Νίκος.
«Και γλεντούσατε όλον τον καιρό;»
«Τι θέλατε να κάνω;»
«Όλο μπίρα πίνουνε στο Μόναχο, μου έλεγε η φίλη μου. Πίνατε και σεις πολλή;»
«Προτιμούσα το κρασί», είπε ο Νίκος.
Θυμήθηκα τα κρασιά του Ζαμπακίδη και λίγο να τονέ ρωτήσω πώς πήγε το εμπόριο μ' αυτά. Μα η Θάλεια δεν άφησε:
«Με τι το πίνατε;» ξαναείπε: «Η γερμανική κουζίνα είναι ελεεινή. Η φίλη μου δεν μπόρεσε να φάη ούτε μια φορά της προκοπής δυο μήνες που έμεινε στη Γερμανία. Οι Γερμανοί είναι, λέει, χοντράνθρωποι, δεν έχουνε πολιτισμό».
Ο Νίκος γέλασε. Η Θάλεια μου έρριξε μια ματιά, μα δεν είτανε για το Νίκο. Ήθελε να με κάμη να προσέξω στην πλατεία που σεργιανούσε ο κόσμος. Ο αδερφός της φαινότανε πως είτανε τις τελευταίες μέρες ερωτεμένος με κάποια, που δεν μπορούσαμε να την ανακαλύψουμε. Εκείνη τη στιγμή είχε πέσει η υποψία της Θάλειας κάπου και γι' αυτό μου ένεψε.
«Σε τσακώσαμε», φώναξα του Βελαδράπα που είχε ξεχαστή και φαινόταν πως δεν άκουγε τι λέγαμε.
Κοκκίνησε. Γελάσαμε όλοι.
«Ο ίδιος ο αιώνιος μένεις, καημένε», του είπε ο Νίκος που κατάλαβε.
«Θα μας πης λοιπόν, τι έγραψες;» ρώτησε ο Βελαδράπας για ναλλάξη την κουβέντα: «Τι γίνεται το δράμα σου;»
«Τόσκισα», απάντησε ο Νίκος.
«Γιατί;»
«Γιατί δεν άξιζε».
«Άσε ταστεία».
«Καλά θα κάμης να τα σκίσης όλα όσα έγραψες και συ».
«Μπράβο! Πήτε του τα και σεις, κ. Γκάβρα!» φώναξε η Θάλεια: «Βλέπεις», γύρισε στον αδερφό της, «δεν είμαστε μεις μονάχα που σου το λέμε πως χάνεις τον καιρό σου. Θάσουνα τώρα δικηγόρος».
«Άσε, καημένη, τα σαχλά. Φτάνει να τα λέη ο μπαμπάς», της είπε με θυμό ο Βελαδράπας.
«Βλέπεις, τα λέει κι ο φίλος σου. Δεν έχω δίκιο, κ. Γκάβρα; Δε θάκανε καλήτερα να διάβαζε να πάρη το χαρτί του;» ξαναείπε η Θάλεια.
«Ποιο χαρτί;» ρώτησε ο Νίκος.
«Το δίπλωμα».
Ο Νίκος γέλασε.
«Γιατί γελάτε;»
«Κάθε ρωμιός χρωστά να πάρη δίπλωμα».
«Εσείς άκουσα το πήρατε».
«Σας το χαρίζω».
«Ευχαριστώ· έχω το δικό μου». Η Θάλεια χαμογέλασε.
«Και τι σας χρησιμεύει;» χαμογέλασε κι ο Νίκος.
«Δε μιλώ για τις αστείες αθηνέικες ομίχλες· μιλώ για τις ομίχλες του βαθιού μοτίβου», είπε ο Νίκος.
Η Θάλεια με κοίταξε. Ο Βελαδράπας άνοιξε το στόμα.
«Για τις ομίχλες των Αλπολάγκαδων, των ψηλών κορφών, της Βοριοθάλασσας. Αυτές θέλουνε δυνατές ψυχές να τις βαστάξουν», ξακολούθησε ο Νίκος.
«Πήγες και στη Βοριοθάλασσα; Είναι όμορφη;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
«Μουσική ομορφιά. Εκεί η φύση δεν κάνει πλαστική επίδειξη, καθώς εδώ. Δεν είναι σα σκιαγραφία. Δε σε υπνωτίζει, σε μεταρσιώνει».
Η Θάλεια γέλασε: «Μιλείτε με προκατάληψη για την ελληνική φύση. Το παθαίνουν πολλοί που πηγαίνουνε στην Ευρώπη. Ξιπάζουνται».
Ο Νίκος χαμογέλασε.
«Σωπάτε, κ. Γκάβρα», ξακολούθησε η Θάλεια, «θα μου πήτε μένα για το κλίμα της Αττικής, γι' αυτόν τον ορίζοντα που τονέ θαυμάζουν όλοι οι ξένοι; Δε ντρεπόσαστε να λέτε πως ζουν αλλού καλήτερα από δω;»
«Με παρανοήσατε. Δε σας είπα πως αλλού ζούνε καλήτερα· σας είπα πως εμείς εδώ δε ζούμε», τόνισε τα τελευταία λόγια ο Νίκος.
«Καλά, τότε να πεθάνουμε όλοι. Αυτό θα θέλετε;»
«Όχι αυτό, μα να το νοιώσουμε πως δε ζούμε και τότε θαρχίσουμε να ζούμε. Άμα δηλαδή το καταλάβουμε πως η ζωή αυτή δεν είναι αληθινή ζωή, αλλά νεκροφάνεια».
«Και ποια είναι αληθινή ζωή; Στις ομίχλες;» γέλασε η Θάλεια.
«Αυτό δε λέγεται με λόγια· το αισθάνεται κανένας», της απάντησε ο Βαλαδράπας.
Η αδερφή του τού έδωσε μια φάπα ανάλαφρη. Γέλασε κι ο Νίκος.
«Τι μου χρησιμεύει; Πώς, δε χρησιμεύουν τα διπλώματα;»
«Αλλού ναι, στην Ελλάδα όχι».
«Γιατί,;»
«Αν είχατε βγει πέρα από το Μπρίντεζι, δε θα ρωτούσατε».
Η Θάλεια κοκκίνησε: «Δε σας καταλαβαίνω, κ. Γκάβρα», μουρμούρισε.
»Για να με καταλάβη κανένας, δεσποινίς μου, πρέπει να ζη».
«Και γω δε ζω;»
«Όχι μόνο εσείς, μα κανείς δε ζει σ' αυτόν τον τόπο».
Δεν τέντωσε τα μάτια μονάχα η Θάλεια, μα κι ο Βελαδράπας έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
«Και στους άλλους τόπους ζούνε καλήτερα από δω; Έχουνε πουθενά αυτόν τον ουρανό, αυτή τη θάλασσα;» Η Θάλεια έδειξε με το χέρι της κατά το Φάληρο.
Ο Νίκος χαμογέλασε.
«Και γω δεν το πιστεύω νάχη η φύση πουθενά αλλού τέτοιες γραμμές, τόση μεγαλοπρέπεια», είπε κι ο Βελαδράπας τεντώνοντας το χέρι πλατιά και φέρνοντας το μάτι γύρω με κίνημα του κεφαλιού.
«Δε λέω πως λείπει κάποια τραγικότητα από το τοπείο αυτό», είπε ο Νίκος, «μα έπρεπε νάχης δει τις Άλπεις, τις κορφές (είπε κάποια ονόματα γερμανικά), τους βράχους, τα δάση, τακρολίμνια, τις ομίχλες — »
«Ουφ! Αφήστε με καλέ και σεις με τις ομίχλες σας», φώναξε η Θάλεια — «θα παραβάλω αυτό το φως με τις ομίχλες; Πλήττω που τις ακούω».
Ο Νίκος την κοίταξε χαμογελιόντας: «Έπρεπε να τις δήτε πρώτα».
«Τι να τις δω; Σαν και δεν είδαμε ποτέ μας καταχνιά, κ. Γκάβρα; Για τι μας παίρνετε; Έπεσε πέρσι το χειμώνα μια, που αν κρατούσε καμιά ώρα ακόμα, θα πήγαινε σκαστή όλη η Αθήνα».
«Για τον Πάλα, αλήθεια, δε ρώτησα. Τι γίνεται; τον είδες», ρώτησε σε λίγο ο Βελαδράπας.
«Πέρασε από το Μόναχο για λίγες μέρες», είπε αδιάφορα ο Νίκος.
«Και πού πήγαινε;»
«Στη Γαλλία».
«Στη Γαλλία!» είπε ξαφνισμένα ο Βελαδράπας.
«Έμπλεξε με κάποιους ρούσσους κ' έγινε δημοκράτης».
«Στον εικοστόν αιώνα δημοκράτης!» ξαφνίστηκε πάλι ο Βελαδράπας.
«Και γω δημοκράτις είμαι», είπε η Θάλεια, «δεν τη χωνεύω την αριστοκρατία. Όλες σημέρα σου κάνουν τον αριστοκράτη. Βλέπεις μπακαλοπούλες και σου ξεφυτρώνουνε μεμιάς με τα φασαμαίν στο χέρι. Δεν ξέρετε πως τις σιχαίνουμαι. Νάναι καμιά από οικογένεια, υποφέρεται. Έχει δικαίωμα να το κάνη».
«Δε σου είπε ο Πάλας, δεν ξανάγραψε τίποτες;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
Ο Νίκος κούνησε τους ώμους.
«Και συ το λες αλήθεια πως δεν ξαναγράφεις;»
«Τι; ψέματα;»
«Αδικείς την τέχνη. Τα γράμματα, που είχες στείλει στην αρχή, αναστατώσανε τα πνεύματα. Κ' η σκηνή, που δημοσίεψες από το δράμα σου, είταν αριστούργημα. Μας έβαλες όλους κάτω. Το αναγνώρισε κι ο Αβραμίκος κι ας τον είχες χτυπήσει. Είπε πως φαντάζεται το δράμα σου σα νέο είδος τέχνης, μεταμουσικό να το πούμε».
«Ποιος είναι ο Αβραμίκος;» ρώτησε η Θάλεια.
«Ο καλήτερος κριτικός μας», είπε ο Βελαδράπας.
«Ο μωρότερος», τον έκοψε ο Νίκος· «σκολαστικός, δε νοιώθει τίποτες. Κανένας σας δε νοιώθει γρι από τέχνη».
Η Θάλεια όμως βαρέθηκε τις κουβέντες για την τέχνη και σηκώθηκε.
Σηκωθήκαμε όλοι μας και σουλατσάραμε όσο που πήρε και βράδιασε. Άμα γυρίσαμε στην πόλη, συνοδέψαμε τη Θάλεια ως την πόρτα της.
«Ελπίζω να σας ξαναδούμε», είπε δίνοντας το χέρι της πρώτα στο Νίκο.
Εκείνος στάθηκε προσοχή, σκύβοντας το κορμί και κρατώντας το καπέλο του στο χέρι: «Αν σας κάνη ευχαρίστηση», είπε.
Η Θάλεια μπήκε μέσα και σαν είδα πως έμεινε ο Βελαδράπας μαζί μας, σκέφτηκα ναφήσω μονάχους τους δύο ποιητές. Δεν είχα καμιά όρεξη να μπλέξω πάλι με το Νίκο και το κάλεσμα, που του έκαμε η Θάλεια, δε μου άρεσε πολύ. «Όχι», στοχαζόμουνα, «ο Νίκος πρέπει να μείνη μακριά». Μα εκεί που γύρευα να βρω μια πρόφαση να τονέ χωριστώ κιόλα, εκείνος άδραξε άξαφνα το μπράτσο μου:
«Πού κάθεσαι;» με ρώτησε.
«Εκεί που καθόμουνα», είπα ξερά.
«Μπράβο· μου φαίνεται, έχεις έναν καναπέ».
«Μα σκεπάσματα δεν έχω».
«Μας δίνει η σπιτονοικοκυρά σου. Τώρα πάμε πουθενά να φάμε. Βελαδράπα, θα μείνης βέβαια μαζί μας».
«Α μου συμπαθάς, να σου κάμω κιόλας το τραπέζι», είπε κείνος.
«Σε καμιά μπίρα να πάμε· δεν τρώω ποτέ ζεστό φαγί το βράδι», είπε ο Νίκος.
«Εγώ έχω να σμίξω κάποιον», είπα, άμα φτάσαμε στην μπίρα που θα μπαίνανε.
«Και πού θα μ' εύρης έπειτα;» με ρώτησε ο Νίκος: «Δεν περνάς να με πάρης από δω;»
Κούνησα το κεφάλι κ' έφυγα με την ιδέα να μην ξαναγυρίσω. Πήγα στο ξενοδοχείο να φάω και γω κι από κει στον καφενέ για να βρω καμιά συντροφιά. Δε βρήκα κανέναν κι αποφάσισα τα πάω σπίτι μου να κοιμηθώ. Μα πάλι συλλογίστηκα πως ο Νίκος το ήξερε το σπίτι και θαρχότανε κει. Και να μην το ήξερε, θα τον έφερνε ο Βελαδράπας. Είδα πια πως έμπλεξα γι αυτό το βράδι, βαρέθηκα να μένω μόνος και γύρισα θέλοντας και μη στην μπίρα.
3
Τους βρήκα καθισμένους δίπλα δίπλα και μιλούσανε.
«Έλα κάθησε και συ νακούσης», μου είπε ο Βελαδράπας.
Ο Νίκος μόλις πρόσεξε που κάθησα αντίκρυ του και ξακολούθησε την κουβέντα του. Μιλούσε για το Βερολίνο κ' έλεγε πως δεν του άρεσε. Το βρήκε αμερικάνικο πολύ κι ο αμερικανισμός, είπε, φοβάται πως θα φάη τη Γερμανία.
«Ο σοσιαλισμός θέλεις να πης;» τονέ ρώτησε ο Βελαδράπας.
«Και τα δυο. Η Γερμανία πρέπει να κλειστή στο γοτθικό της πνεύμα».
«Το γοτθικό είναι το μεγάλο βέβαια. Δεν τόνοιωσε ο Γκαίτε πρώτος;» ξαναρώτησε ο Βελαδράπας.
«Ο Λούθηρος. Λούθηρος — Μπίσμαρκ, αυτοί είναι οι δυο πόλοι», απάντησε ο Νίκος και ξακολούθησε να μιλή για το Μόναχο τώρα: «Είναι η μόνη πόλη του κόσμου, είπε, που μπορεί να ζήση ένας νους μορφωμένος αισθητικά».
«Ναι, αυτό το είπε κι ο Ίψεν», είπε ο Βελαδράπας.
«Άλλο είπε ο Ίψεν αυτός δεν ένοιωσε καλά τη ζωή, τη σύγχυζε».
«Είταν όμως αριστοκράτης», ξαναείπε ο Βελαδράπας.
«Κι αυτό το παρανόησε· δεν κατάλαβε διόλου το Γκαίτε».
«Στο Μόναχο τον καταλάβανε το Γκαίτε;»
«Γκαίτε και Μπετόβεν, αυτό είναι το Μόναχο. Ο Φάουστ κ' η ένατη συμφωνία χυμένα στον αέρα. Μεταρσιώνεσαι παντού. Νοιώθεις βαθιά σου το μεσαίωνα. Σε όποιον καφενέ κι αν μπης, θυμάσαι το καπελιό του Άουερμπαχ, σε κάθε γωνιά δρόμου έχεις κ' ένα Γκρέτχεν μπροστά σου. Πολλές φορές, βλέποντας τους φοιτητές να γλεντούνε, θαρρούσα κ' είτανε μαζί τους ο Μεφίστος».
«Μονομαχούν οι φοιτητές, ε;»
«Όλοι είναι πετσοκομμένοι. Ο γερμανός, που δεν έχει σπαθιές στο πρόσωπο, δε θεωρείται άνθρωπος».
«Αυτό μου φαίνεται λίγο αντιαισθητικό», είπε ο Βελαδράπας.
Ο Νίκος γέλασε.
«Μα τα κορίτσια πώς τους θέλουν έτσι;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
«Οι γερμανίδες δεν είναι ρωμιές», είπε ο Νίκος κι ο Βελαδράπας έμεινε σκεφτικός.
«Είναι όμορφες οι γερμανίδες;» ξαναρώτησε έπειτα από λίγο.
«Έχεις δει την Αμαρτία του Στουκ;» του είπε ο Νίκος.
Ο Βελαδράπας κούνησε το κεφάλι.
«Ε, τέτοιες είναι».
«Είναι χειραφετημένες αλήθεια;»
«Γυναίκες είναι. Τι μεγαλήτερη χειραφεσία θέλει η γερμανίδα, όταν μπορή και βγαίνη ελεύτερα στο δρόμο με το νόθο της παιδί, δίχως να ντρέπεται κανένανε; Σου θυμίζει το ποίημα του Γκαίτε». Είπε γερμανικά κάποιους στίχους και τους ξήγησε, αφού το γύρεψε ο Βελαδράπας: «Μη με ρωτάτε από ποιόνε τόχω το παιδί στην κοιλιά». Κάτι τέτοιο απάνω κάτω.
Ο Βελαδράπας τέντωσε το αυτί του κι ο Νίκος ξακολούθησε: «Η γερμανίδα είναι έρωτας και μουσική. Ο άντρας της τα δίνει και τα δυο. Τι άλλο θέλει;»
«Η γυναίκα λοιπόν, καθώς τη θέλει ο Νίτσε», είπε ο Βελαδράπας.
«Για σώπα — σαν και παίζουν. — Α, όχι. Μου φάνηκε πως άκουσα κάποιο μοτίβο από το Σίγφριδ», είπε ο Νίκος, αφού πρόσεξε στο κομάτι, που είχε αρχίσει ένα βιολί κ' ένα πιάνο που παίζανε στην μπίρα.
«Άκουσες Βάγνερ στο Μόναχο;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
«Σαν κι άκουσα τίποτες άλλο;»
«Μα ο Νίτσε τον καταδικάζει».
«Άδικα. Έχω ψυχολογήσει την αιτία και θα τη γράψω σε μελέτη».
«Ώστε έτσι τόλεγες πως δε θα ξαναγράψης;» ρώτησε γελούμενα ο Βελαδράπας.
«Ελληνικά είπα δε θα ξαναγράψω».
Ο Βελαδράπας κάτι θέλησε να ξαναπή, μα τον έκοψε ένας που ήρθε στο τραπέζι κ' έδωσε το χέρι του Νίκου.
«Μαινάλκα, τρόμαξα να σε γνωρίσω», του είπε.
Δε θα τονέ γνώριζα και γω πως είταν ο Θέμης Φλοίσβος, α δεν άκουγα να πη τόνομά του ο Βελαδράπας, που τον προσκάλεσε να καθήση, ξεχνώντας το περσινό ξυλοκόπημά τους. Είχε αφήσει και κείνος τα μουστάκια κ' έκοψε κιόλα τα μακριά μαλλιά. Τα ρούχα του είταν καθαρώτερα και στο λαιμό του κάτω από το ψηλό φωκόλο κυμάτιζε πλατειά γραβάτα δεμένη φιόγκο. Η μεταμόρφωση μου ξηγήθηκε σε λίγο σαν άκουσα πως αναγκάστηκε να γίνη δημοσιογράφος για να ζήση.
«Και δε γράφεις πια δράματα;» τονέ ρώτησε ο Νίκος.
«Πώς δε γράφω; Έδωσα ένα στο Αθηναίο και θα το παίζανε το καλοκαίρι, μα φοβηθήκανε γιατί είτανε πολύ επαναστατικό. Δεν μπορούσε να το νοιώση ο κόσμος κ' έτσι δεν αποφασίσανε να κάμουνε τα σκηνικά».
Αφού μιλήσανε κάμποση ώρα για το θέατρο και για το δράμα, ο Φλοίσβος ρώτησε το Νίκο πώς πέρασε στη Γερμανία κ' έτσι η κουβέντα ήρθε πάλι στο Μόναχο. Ο Νίκος διηγήθηκε τα ίδια πράματα κι άλλα καινούργια. Θέατρο, μουσική, στρατός, γυναίκες και το γοτθικό.
«Και καλλιτέχνες, ποιητές σύχρονους δε γνώρισες;» τονέ ρώτησε ο Θέμης Φλοίσβος, που άκουγε με προσοχή όλη την ώρα.
«Ένα δυο που αξίζουνε, τους γνώρισα», είπε ο Νίκος και διηγήθηκε πως μ' έναν από δαύτους έγινε φίλος και διασκέδασε πολύ μαζί του. Μας περίγραψε τα γλέντια τους σ' ένα καλλιτεχνικό κέντρο, είδος βακχικής κατακόμβης. Εκεί μέσα, είπε, αιστάνθηκε τα ελευσινιακά μυστήρια και το διονυσιακό μοτίβο και γνώρισε τη χτηνωδία της γυναίκας.
«Κ' ύστερα απ' αυτή τη ζωή να ξαναρθής εδώ σ' αυτή τη μούχλα! Πώς σου φαίνεται αλήθεια;» τονέ ρώτησε ο Φλοίσβος.
«Τη βροχή νοστάλγησα περσότερο απ' όλα», είπε ο Νίκος και σώπασε.
«Σου πήρα τέλεια συνέντευξη. Αύριο θα δης θα κάμη κρότο», είπε σε λίγο ο Φλοίσβος τρίβοντας τα χέρια του.
«Μην κάμης τίποτα αηδίες», είπε αδιάφορα ο Νίκος.
Ο Φλοίσβος γέλασε: «Πάω, φεύγω τώρα», είπε και σηκώθηκε.
«Κάτσε λίγο, θα φύγουμε όλοι», είπε ο Βελαδράπας.
«Πάω να γράψω, δεν μπορώ».