Part 5
«Μου το κρέμασες κ' εσύ· άντε φεύγα. Πες σπίτι πως θα φάω όξω απόψε», μου είπε δίχως να γυρίση να με δη.
9
Η Μαρία πήρε το βράδι τη δουλειά της κ' ήρθε στην κάμαρα.
«Δεν ξέρεις πώς σε καρτερούσα νάρθης», γύρισε και μου είπε άξαφνα.
«Πολύ που σ' έννοιασε πούφυγα», μουρμούρισα.
Σα να μη μ' άκουσε: «Πού πήγατε το απόγεμα;» με ρώτησε.
«Περίπατο, στον καφενέ — »
«Κι αυτός γιατί δεν ήρθε να φάη; Πού τον άφησες;»
«Στον καφενέ».
«Έπαιζε τα χαρτιά, ε;»
Κούνησα το κεφάλι.
«Δε σου είπε τίποτας;»
«Τι να μου πη;»
«Δε σου είπε πως τοιμάζεται να φύγη;»
«Τι λέει ο Νίκος! Τόχεις πως τα παίρνω μετρητά;»
«Κι όμως να δης θα φύγη· και θα πάη χαμένος. Γι' αυτό σ' ήθελα. Να του πης τίποτα, μπα και του γύριζες το κεφάλι».
«Με τι χρήματα να φύγη; Ποιος του δίνει;»
«Θα το δης που θα του δώσουν», είπε και σώπασε μια στιγμή. Ύστερα μου διηγήθηκε πως ο Νίκος είχε σφίξει πάλι τη μάννα του για χρήματα. Άκουσε πως θα κάμη δάνειο για να πληρώση τον τόκο του γαμπρού της και γυρεύει, σώνει και καλά να δανειστή και γι' αυτόνε χίλιες δραχμές. Στερνή φορά λέει και τάζει πως δε θα ξαναγυρέψη τίποτες. Παρατιέται κι από κληρονομιές κι απ' όλα. Φτάνει να τονέ σώση τώρα.
«Θα τον πάρουνε στο λαιμό τους», είπα.
«Αυτό λέω και γω. Να τόλεγες και συ του θειου σου. Φοβάμαι θα τον καταφέρη ο Νίκος».
«Τι θα μου δώσης να του το πω;» της απάντησα κοιτάζοντάς τηνε με χαμόγελο.
Σαν το συλλογίζουμαι τώρα, δεν μπορώ να το πιστέψω πως είχα την καρδιά να βρω μια τέτοια απάντηση. Μα καθώς καθόταν αγνάντια μου, τυλιγμένη με το κόκκινο σαλάκι της, μου θύμισε εκείνο το βράδι ένα μήνα πρωτήτερα, που μου σφουγγάρισε την κάμαρα και μου άναψε και τη φωτιά. Όλος ο μήνας σα να μην είχε περάσει για μένα τη στιγμή αυτή, σα να μην είχε έρθει ο Νίκος και γω σα να μην έλειψα. Κ' έβλεπα μόνο τα μάτια της που γυαλίζανε υγρά και τα μάγουλά της που καίγανε.
Σηκώθηκα και της έπιασα το χέρι, μα φοβήθηκα. Είτανε κρύο κ' έτρεμε.
«Τι είσαι έτσι; τι έπαθες;» τη ρώτησα.
«Μ' έπιασε πάλε κρύο· θα μου ξανάρθη θέρμη», μουρμούρισε και μάζεψε το πλέξιμό της: «Πάω να πέσω».
Έφυγε κ' έπεσα και κοιμήθηκα και γω.
Το άλλο πρωί τη βρήκα πάλι ορθή και δούλευε σαν πάντα, μα είταν κίτρινη και φαινότανε πως έσερνε με κόπο τα πόδια της.
Ο Νίκος ξύπνησε την ημέρα αυτή νωρίτερα. Είχε διάθεση, μιλούσε και γελούσε κ' είτανε ξεχωριστά περιποιητικός στη μάννα του.
Σαν αποφάγαμε, έβγαλε και μούδωσε ένα πούρο. Ο πατέρας του δε θέλησε να πάρη· τονέ χτυπούσε στο κεφάλι.
«Πάμε μέσα να το καπνίσουμε, μην πειράξη η μυρουδιά τη μητέρα», μου είπε και σηκώθηκε.
Περάσαμε στην κάμαρά του κ' η Μαρία μας έφερε κει τον καφέ.
«Έλα, τι έρριξες τα μούτρα; Λες πως σε ξέχασα εσένα; Βάλε το χέρι σου στην τσέπη μου», της είπε ο Νίκος.
Η Μαρία το έβαλε κ' έβγαλε από κει ένα χαρτί, που είχε κάτι τυλιγμένο μέσα: «Δεν το θέλω, είναι από τα χαρτιά», είπε και το άφησε στο τραπέζι.
«Κουτή! Έλα δω, το πήρα επίτηδες για σένα», την κράτησε ο Νίκος καθώς έκαμε να φύγη.
Στάθηκε και τον κοίταξε: «Το λες, αλήθεια;»
«Θα σε γελάσω για ένα παλιοκορκέτο;»
Η Μαρία το πήρε από το χέρι του κ' έφυγε.
«Γιατί τη γελάς;» του είπα.
Με κοίταξε: «Ε, δεν είναι καλό το πούρο;»
«Πού το βρήκες; Λαθραίο θα είναι».
«Αν έχης υποψίες και συ, μην το φουμάρης». Ρούφηξε τον καφέ του και κάπνισε: «Άμα έφυγες εψές, τους τσάκισα· οχτακόσια καπίκια τους πήρα», είπε φυσώντας τον καπνό.
«Γι' αυτό έχεις σημέρα όρεξη».
Δεν απάντησε.
Νόμισα πως βρήκα την περίσταση να του πω εκείνο που ήθελα: «Δε μου λες, γιατί παίζεις χαρτιά;» τονέ ρώτησα.
«Γιατί μ' αρέσει».
«Γι' αυτό μόνο;»
«Για τι άλλο;» Με κοίταξε παράξενα.
Δεν μπόρεσα να του το πω κοφτά και γύρεψα να βρω κάποιον τρόπο: «Μα δε λυπάσαι τον καιρό που χάνεις;» του είπα.
«Ωχ, αδερφέ! θα μ' αρχίσης τώρα με ωφελιμισμούς;» απάντησε ζαρώνοντας τα μούτρα· «μου φτάνει ο Ζαμπακίδης κι ο κριτικός των «Προπυλαίων».
«Δε μου λες, τι είναι αυτός ο Ζαμπακίδης;» άλλαξα ομιλία.
«Ένας αγαθός ηλίθιος. Ανθρωπάκος».
«Μα αυτός έζησε στη Γερμανία!»
«Χωρίς να τη γνωρίση. Νάχης δει τη Γερμανία και να μιλής για κοινές ωφέλειες, να ξέρης πως ο Φάουστ έκαψε την καλύβα του Φιλήμονα και της Βαυκίδας και να τσαμπουνάς για δικαιοσύνη και ηθική», είπε και σηκώθηκε να περπατήση.
«Πώς, δεν υπάρχει ηθική στη Γερμανία;» τονέ ρώτησα.
«Τι θα πη ηθική;» μου απάντησε απότομα· «ο δυνατός στέκει απάνω απ' όλες αυτές τις κουταμάρες».
«Ώστε μπορεί να κλέβη κιόλα;» Τον κοίταξα κατάματα.
Μου φάνηκε σα να κοκκίνησε. Μα η Μαρία μπήκε μέσα και μας έκοψε: «Θάρθης να φάμε απόψε;» τονέ ρώτησε.
«Γιατί ρωτάς;» της είπε μισοαπότομα.
«Τόχω να φτιάσω πήττα. Α δεν έρθης, να την αφήσω γι' αύριο το γιόμα».
«Καλά, ας τηνε γι' αύριο το γιόμα».
Η Μαρία έφυγε.
«Ορίστε τώρα», φώναξε ο Νίκος, «να χάσης τη λευτεριά σου για ένα κομάτι σπανακόπηττα. Κι αυτό λέγεται ζωή. Αχ πότε θα γλυτώσω από δω μέσα!» Έσφιξε τους γρόθους και κοίταξε το ταβάνι: «Να σε κράζη όξω η ζωή, να σε προσμένη ο κόσμος, και συ νάσαι κλεισμένος σ' ένα κλουβί μαζί με χτήνη».
«Έλα, σήκω πάμε».
«Πού να πάμε;»
«Άλλος πάλε από δω. Πρέπει να του δώσω λόγο που θα πάμε! Ξέρεις πως είσαι βαρετός και συ;»
«Το ξέρω, μα στον καφενέ δεν έρχουμαι».
«Μια στιγμή μόνο· να με γλυτώσης μη με μπλέξη ο Ζαμπακίδης κ' ύστερα φεύγεις».
«Τόχεις να κάτσης πάλε στα χαρτιά;»
«Ω διάβολε, λογαριασμό θα σου δώσω!» Έκαμε να πάρη το καπέλο του. Τον κράτησα: «Μπορώ να σου πω κάτι;» του είπα.
«Τι θες;»
«Έρχουμαι μαζί σου, μα με τη συμφωνία — »
«Να μην παίξω, ε;»
«Όχι να μην παίξης. Να μην παίξης μόνο, καθώς έπαιζες εχτές».
«Πώς έπαιζα;»
«Ξέρεις, κάτι νοιώθω από το παιγνίδι — ».
«Ε και — ;»
«Ο τρόπος που έπαιζες δε μ' άρεσε».
Με κοίταξε.
«Ούτε κι ο τρόπος που έπαιζε ο δεξιός σου». Τον κοίταξα και γω κατάματα.
Δεν μπόρεσε να μην κοκκινήση: «Αναιδέστατε», μουρμούρισε, άδραξε το καπέλο του κ' έφυγε.
Το βράδι δεν ήρθε να φάη κ' η Μαρία μπήκε, ετοίμασε την κάμαρα για τη νύχτα κ' έφυγε δίχως να καθήση.
Σε λίγο πήρα να γδυθώ και γω να πέσω, όταν άνοιξε άξαφνα η πόρτα αγάλια και παρουσιάστηκε ο Νίκος.
«Πέφτεις να κοιμηθής;» με ρώτησε δίχως να βγάλη το καπέλο του.
«Αν έχης όρεξη, ξαναντύνουμαι», είπα.
«Όχι, δεν ήρθα για να κάτσω, ήρθα να μου δώσης χρήματα».
«Έχω δυοτρείς δραχμές — σ' τις δίνω, αν τις θέλης».
«Χωρατεύεις. Το λιγώτερο ένα εικοσιπεντάρικο».
Είχα ένα μοναχό εικοσιπεντάρικο κι αυτό ραμμένο στη φανέλα μου να μην το χάσω. Είταν από κείνα που μου έστειλε ο πατέρας μου για έξοδα να φύγω κι ούτε μου πέρασε στο νου να του το δώσω.
«Λέγε, μου δίνεις ή να φύγω;» είπε βιαστικά.
Του έδειξα το σακκάκι μου, που είχα κρεμάσει στην καρέκλα: «Εκεί έχω το πορτοφόλι μου· άνοιξε και πάρε όσα βρης».
Πήγε, το πήρε και βρήκε μέσα τρεις δραχμές. Με κοίταξε με χαμόγελο: «Δεν έχεις άλλες; Λες αλήθεια;»
Στενοχωρήθηκα.
«Δε σου περίσσεψε κάνας παπούς από το ταξίδι;» είπε πετώντας το πορτοφόλι στην καρέκλα και τσεπώνοντας τις τρεις δραχμές.
Τον κοίταξα ξαφνισμένος.
«Σε ποια κάλτσα τονέ φυλάς; Έλα βγάλ' τον».
Το αίμα μου μαζεύτηκε όλο στο κεφάλι: «Νίκο!» μουρμούρισα.
Γέλασε: «Στάσου να σε ψάξω».
Έμεινα μαρμαρωμένος.
«Μπαγαπόντη», είπε κι άνοιξε την πόρτα κ' έφυγε.
Να τρέξω πίσω του να τονέ φωνάξω και να του γυρέψω λόγο; Να τονέ βάλω να με ψάξη, να του δείξω το εικοσιπεντάρικο, το γράμμα του πατέρα μου, να ξυπνήσω το θειο να του γυρέψω το λογαριασμό από τα έξοδά μου; Τι θάβγαζα με όλ' αυτά; Θάφερνα μόνο στο σπίτι μια ταραχή περσότερο. Βρήκα πιο φρόνιμο να σωπάσω και το πρωί να σηκωθώ να φύγω. Εκεί που τα συλλογιζόμουν αυτά, με τρόμαξε ανοίγοντας σιγά η πόρτα κατά τη σάλα. Τάχασα ολότελα, όταν είδα τη Μαρία να μπη πατώντας στα νύχια και μισόγδυμνη.
«Γλύτωσέ με», μου είπε μόλις ανασαίνοντας και σμίγοντας τα χέρια μπροστά στο σαγόνι της. Χέρια και φωνή της τρέμανε.
«Τι είναι;» ρώτησα, «τι έπαθες;»
«Σώσε με· μ' έστειλε να — ». Έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια, κλαίοντας πνιχτά.
«Πού σ' έστειλε;»
«Να — να πάρω — »
«Τι να πάρης;»
«Στην τσέπη του πατέρα του».
Έμεινα άφωνος.
«Καρτερεί μέσα· θα με πνίξη, α δεν του πάω».
«Μην πας μέσα· κάτσ' εδώ», της είπα.
«Α δεν πάω, θα πάη να πάρη ο ίδιος. Δεν τον ξέρεις. Δος μου ό, τι έχεις να του πάω, να ζήσης!» Έπιασε τα χέρια μου, τρέμοντας πάντα ολόβολη.
Ξήλωσα τη φανέλα μου και της έδωσα το εικοσιπεντάρικο που είχα.
Η Μαρία έφυγε και σε λίγο άκουσα την οξώπορτα, που άνοιξε και ξανάκλεισε σιγά. Όλη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ και σαν πήρε και ξημέρωνε σηκώθηκα και βγήκα όξω. Μου είταν αδύνατο ναπαντηθώ με το Νίκο, άμα θα ερχότανε.
10
Άμα γύρισα, κοιμότανε στην κάμαρά του. Βρήκα τη Μαρία που συνταζότανε να πλύνη την τραπεζαρία και το θειο μου φορτωμένον το σακκούλι του να πάη όξω στο χτήμα, να φέρη ψωμί στους αργάτες.
Θάρθω και γω μαζί σου», του είπα.
«Έλα και γυρίζουμε το γιόμα», απάντησε.
Είχα αποφασίσει να του γυρέψω αυτουνού να με δανείση όσα μου χρειαζόντανε να φύγω κι άμα βγήκαμε στο δρόμο, άρχισα να ψάχνω να βρω τον τρόπο πώς να του το πω. Όσες φορές είχα μιλήσει μαζί του για τη δική μου τη δουλειά, με συμβούλεψε νακούσω τον πατέρα μου. Και τώρα του είπα πως είχα τάχα φόβο μην ο πατέρας μου θυμώση, που δε γυρίζω σπίτι τις γιορτές.
«Δε ντρέπεσαι, παιδί μου», μου απάντησε, «σαν κ' έμεινες σε ξένο σπίτι για να θυμώση; Θα σε κρατούσαμε μεις, αν ξέραμε πως θα θύμωνε;»
«Αυτό λέω, δεν έπρεπε να με κρατήσετε».
«Α δεν είχε άλλα παιδιά ο πατέρας σου, δε σε κρατούσαμε. Μα αυτός έχει ένα σωρό και μείς είμαστε μοναχοί μας. Α δεν είχαμε και σένα, θα μας είχε πιάσει απελπισία. Τη βλέπεις τη ζωή που κάνουμε».
Είδα πως ο τρόπος, που άνοιξα την ομιλία, δεν είταν ο σωστός. Αντίς να φέρω στη μέση το δικό μου το ζήτημα, ξανάκρισα την ιστορία του Νίκου κι ο θειος, μια και του θύμησα τον πόνο του, δεν εννοούσε να σωπάση. Άρχισε να κλαίη τη μοίρα του και να μου ξαναλέη πράματα, που τα είχα ακούσει πολλές φορές. Αναγκάστηκα να τον παρηγορήσω γω»:
«Μην τα παίρνης έτσι κατάκαρδα», του είπα· «με τον καιρό θα φρονιμέψη ο Νίκος».
«Σα γεράση; Σα μας αφανίση και μας φάη εμάς; Δεν τον είδες τώρα, τόρριξε και στα χαρτιά. Πού βρίσκει τα χρήματα ήθελα να ξέρω».
«Σαν και παίζει με χρήματα; Παίζει να περνά την ώρα του», είπα.
«Αχ έβγα μια νυχτιά όξω να τονέ δης αν παίζη για να περνά την ώρα. Παίζει πασέτα ως την αυγή· όπου φτάση, με όλους τους ρεμπεσκέδες, τους χειρότερους παλιάθρωπους. Μια βραδιά πριν έρθης πιάστηκε κιόλας, δάρθηκε με κάποιονε. Χάρη δική μου δεν τον πήρανε στην αστυνομία. Ας τα, μην τα μελετάς. Νάτανε στο χέρι μου, θα τούδινα λεφτά να φύγη».
«Και πού να πάη;» είπα.
Μου διηγήθηκε όσα είχα μάθει από τη Μαρία κι από το Ζαμπακίδη.
«Τα παίρνεις σοβαρά κ' ελόγου σου τα σκέδια του Ζαμπακίδη;» ρώτησα λιγάκι ξαφνισμένος.
«Βρε φέρε μου λεφτά και βλέπεις! Λες πως δεν το σκέφτηκα πρωτήτερα από το Ζαμπακίδη να κάμω κρασί τη σταφίδα μου; Πού είναι μοναχά ταναθεματισμένα τα χρήματα!» Αναστέναξε και μου ιστόρησε πώς και τι θάκανε, αν είχε χρήματα.
Σα φτάσαμε στο χτήμα, ο θειος ξέχασε το Νίκο. Μου μίλησε για τις δουλειές του εκεί. Είπε στους αργάτες τι να κάμουνε, μου έφτιασε καφέ, τάγισε το σκύλο του και γυρίσαμε το μεσημέρι σπίτι.
Μα καθώς κάναμε νανεβούμε τη σκάλα, έτρεξε πίσω μας η θεια και μας κράτησε: «Ελάτε δω», μας είπε και μας τράβηξε στο πλυσταριό αποκάτω από τη σκάλα του σπιτιού.
«Τι είναι;» ρώτησε ξαφνισμένος ο θειος.
«Μας έκλεισε όξω ο Νίκος. Τον ξύπνησε η Μαρία με το σφουγγάρισμα, την έδειρε την κακομοίρα, μπήκα στη μέση να τη γλυτώσω, μούδωσε και μένα μια και μας πέταξε και τις δυο όξω με τις σπρωχτιές. Μην τα ρωτάς· μαζεύτηκε όλη η γειτονιά!»
«Θα πάω να φέρω την αστυνομία. Τον κερατά, δε βαστιέται άλλο. Θα μας βγάλη κι από το σπίτι μας», αγρίεψε ο θειος.
Τον έμπασα στο πλυσταριό.
«Μηδά αυτό, μηδά δε ράγισε και τον καθρέφτη !», ξακολούθησε η θεια, «αφίνω δα το δόλιο το κορίτσι, που θα πουντιάση έτσι βρεμμένο που είναι. Δεν είχαμε ούτε σπίρτα νανάψουμε κάνε φωτιά. Ντράπηκα να πάω στη γειτονιά».
Γύρισα κ' είδα τη Μαρία μαζεμμένη σε μιαν άκρη. Είχε το κεφάλι της σκυμμένο κι ούτε γύρισε να μας κοιτάξη.
«Θα πάω στον αστυνόμο», ξαναφώναξε ο θειος.
«Πάμε καλήτερα να σπάσουμε την πόρτα», του είπα.
Μα η θεια δεν άφησε, για να μην ξαναμαζέψουμε τον κόσμο.
«Τι διάολο, νηστικοί θα κάτσουμε;» φώναξε ο θειος «θα κάηκε και το φαγί, φοβάμαι· ή τόχες κατεβασμένο;» ρώτησε τη Μαρία.
Εκείνη δεν αποκρίθηκε.
Πρότεινα νανάψουμε φωτιά και να καθήσουμε όσο να φύγη ο Νίκος και νανοίξη η πόρτα. Μα ο θειος πεινούσε και ξαναφοβέριξε πως θα πάη στον αστυνόμο να τονέ μάθη γνώση. Η θεια του θύμησε πως έπρεπε να τονέ μάθη γνώση τότε που είτανε μικρός κι όχι τώρα καθώς τον άφησε και κατάντησε. Ο θειος θύμωσε περσότερο και της φώναξε πως αυτή φταίει που δεν άκουσε να τον κάμουν απόπαιδο, καθώς το αποφάσισε πολλές φορές. Έτσι με τη λογομαχία των γερόντων πέρασε κάμποση ώρα, όσο που ακούσαμε νανοίξη απάνω η οξώπορτα κ' έπειτα πατήματα, που κατεβαίνανε στη σκάλα. Ο θειος έκαμε να πεταχτή, μα τον κράτησα κ' έκλεισα την πόρτα. Από τη χαραμάδα είδα το Νίκο, που πέρασε στην αυλή με σιγανό ήσυχο βήμα και σκυμμένες πλάτες καθώς πάντα.
Ανεβήκαμε στο σπίτι κι ο θειος έτρεξε ίσια στην κουζίνα. Το φαγί δεν είχε πιάσει. Ο Νίκος είχε φροντίσει και το κατέβασε· έφαγε πρώτα κ' έπειτα έφυγε.
Η Μαρία δεν ήρθε στο τραπέζι. Το βράδι έμαθα από τη θεια πως έπεσε στα ρούχα θερμασμένη πάλι. Την άλλη μέρα δε σηκώθηκε. Ξαναπαρουσιάστηκε την τρίτη, που είτανε Χριστούγεννα. Είταν αλλασμένη και στα πόδια της τριζοβολούσαν τα παπούτσια, που της είχε φέρει ο Νίκος.
Το μεσημέρι, όταν μπήκα στην τραπεζαρία για να φάμε, βρήκα το Νίκο και μιλούσε με τον πατέρα του. Είτανε σε καλή διάθεση και σαν αποφάγαμε ξανάβγαλε να μου δώση ένα πούρο.
«Με σκοτίζει», είπα και δεν το πήρα.
Γέλασε: Άλλος Ζαμπακίδης, που δεν μπόρεσε να το συνηθίση στη Γερμανία».
Σε λίγο ακούστηκε η μπασιά που άνοιγε κι ο Νίκος έτρεξε γοργά στην κάμαρά του. Ήρθανε κάποιοι δικοί του θειου. Τους γνώριζα κι αρχίσαμε να μιλούμε όταν καθήσανε. Μα δεν πέρασε πολλή ώρα κ' η Μαρία ήρθε και μου ένεψε στην πόρτα. Σηκώθηκα και πήγα.
«Σε θέλει μέσα ο Νίκος», μου είπε.
«Πες του, δεν μπορώ ναφήσω τους ανθρώπους», απάντησα. Μα πριν προφτάσω να ξαναμπώ στην τραπεζαρία, ο Νίκος με άδραξε από τον ώμο:
«Έλα μέσα, ηλίθιε», φώναξε.
Να δοκίμαζα να του ξεφύγω, θάκανα θόρυβο· τον άφησα, να με τραβήξη.
«Τι αγαπάς;» είπα μπαίνοντας στην κάμαρα.
«Καταλαβαίνεις που είσαι γελοίος; Τι με κοιτάς; Έλα κάτσε, κάτι έχω να σου πω».
«Τι να μου πης;»
«Να μου κάμης συντροφιά· δεν τους βαριέσαι κείνους μέσα. Έπειτα έχουμε και κάποιους λογαριασμούς μαζί».
Σαν τον είχα δει πρωτήτερα με τόση διάθεση, νόμισα πως θα είχε κερδίσει την περασμένη νυχτιά κ' ήθελε να μου πληρώση εκείνα που μου χρωστούσε και να με καλοπιάση πάλι μ' αυτό, κατά τη συνήθεια του. Με την ιδέα αυτή κάθησα.
«Έλα, πάρε κάπνισέ το τώρα που ξεθύμωσες», μου είπε βγάζοντας πάλι ένα πούρο από την τσέπη του.
«Με σκοτίζει», ξαναείπα.
«Δε σου τόπα πως είσαι γελοίος: Φαίνεσαι που δε νοιώθεις τη ζωή», είπε και περπάτησε στην κάμαρα, σωπαίνοντας λίγες στιγμές: «Για να σου πω», γύρισε έπειτα σταματώντας μπροστά μου, «τι σούλεγε χτες η μάννα μου;»
«Τι μούλεγε;»
«Εσύ ξέρεις τι σούλεγε».
«Δε μ' αφίνεις!» έκαμα αδιάφορα.
«Τι να σ' αφήσω; Είναι ζήτημα σοβαρό για μένα και περίμενα πως θα με βοηθούσες και συ».
«Σε τι να σε βοηθήσω εγώ;» του είπα.
«Ξέρεις σε τι· δεν είναι ανάγκη να μου κρύβεσαι».
Τον κοίταξα μην ξέροντας τι να του πω.
«Έλα· άσ' τα αυτά. Θα μου κάμης τη χάρη να πης της μάννας μου να μου δώση εκείνα που της γυρεύω», ξακολούθησε.
«Εγώ να της πω;»
«Ναι, εσύ».
«Μη με μπερδεύης εμένα, σε παρακαλώ».
«Τότε μην μπερδεύεσαι μόνος σου και μην της λες να μη μου δώση πεντάρα», μου απάντησε απότομα και με κοίταξε στα μάτια.
Πράματις την περασμένη μέρα μου είχε μιλήσει η μάννα του για τη στενοχώρια, που την έβαλε γυρεύοντάς της πάλι χρήματα. Φαίνεται πως ο Νίκος είτανε ξυπνημένος κ' ήρθε στην πόρτα της σάλας κι άκουσε πως εγώ της είπα να μην του δώση πεντάρα. Μπλέχτηκα λοιπόν και νόμισα πως έπρεπε να κάμω το θυμωμένο για να γλυτώσω:
«Δε με ξεφορτώνεσαι», του είπα και σηκώθηκα.
«Δεν ξέρω ποιος φορτώθηκε τον άλλον θαρρώ πως έπρεπε να βαρεθής πια — », μου απάντησε.
«Να μένω εδώ θέλεις να πης;» ρώτησα θυμώνοντας σταλήθεια: «Δος μου το εικοσιπεντάρικο που μου χρωστάς και θα σου τόχω χάρη εγώ να φύγω».
«Πιστεύω εσύ να μου χρωστάς καναδυό άλλα», είπε.
Τον κοίταξα ξαφνισμένος.
«Το κέρδος έπρεπε να το μοιράσουμε», ξακολούθησε χαμογελώντας.
«Παραείσαι άτιμος», του φώναξα.
Με κοίταξε χαμογελώντας πάντα: «Μεταξύ μας τώρα; Δεν αφίνεις τις τιμιότητες γι' αλλουνούς; Πόσα έχεις ακόμα στη φανέλα;»
Τα έχασα σταληθινά.
«Για στάσου να σε ψάξω», είπε κ' έκαμε ναπλώση απάνω μου.
«Άντε να χαθής», του είπα και γύρισα να βγω από την πόρτα.
«Θέλεις νάρθη το κορίτσι για να τα βγάλη, ε; Ή λες πως δεν το ξέρω γιατί μου έστρωσες εδώ;» ξαναφώναξε χαμογελώντας.
Δεν μπόρεσα να κρατηθώ· του έσφιξα μια στο στόμα. Αδραχτήκαμε. Ακούσανε από μέσα την ταραχή κ' ήρθαν και μας χωρίσανε. Το μόνο, που μου έμενε, είτανε να πάρω το καπέλο μου να φύγω, αφίνοντας το Νίκο να 'βρίζη πίσω μου και μέ και τους γονιούς του, που με μπάσανε στο σπίτι τους.
Να μείνω πια στου θειου μου είταν αδύνατο. Έπρεπε να φύγω αμέσως με όποιον τρόπο. Στην απελπισία μου ήρθε στο νου μου ο Ζαμπακίδης. Τονέ βρήκα στον καφενέ, του είπα ό, τι μπορούσα να του πω από την ιστορία και του γύρεψα να με βοηθήση να φύγω. Το έκαμε πρόθυμα και το άλλο πρωί έφυγα με το βαπόρι.
Γύρισα σπίτι μου. Σε κάνα μήνα η θεια μας έγραψε πως ο Νίκος έφυγε και πάει με κρασιά στη Γερμανία. Αυτή δεν ήθελε να του δώση χρήματα, μα ο Νίκος είχε τον πατέρα του με το μέρος του και της είταν αδύνατο να βαστάξη την διπλή γκρίνια.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
1
Σε λίγους μήνες ήρθα πάλι στην Αθήνα να ξαναδώσω εξέτασες. Τον ξάδερφο μου τον ξαναθυμήθηκα μια μέρα μόνο, που απάντησα στο δρόμο το Βελαδράπα και με ρώτησε για κείνον. Ο Βελαδράπας όμως ήξερε πιο πολλά από μένα: δηλαδή πως ο Νίκος είχε στείλει σε κάποια εφημερίδα έξοχες εντύπωσες από το ταξίδι του. Η περιγραφή της Βενετίας κι ο τρόπος που ένοιωσε, λέει, τη Βενετσιάνικη τέχνη κάμανε μεγάλη αίσθηση σε όσους καταλαβαίνουν από τέχνη κι ο ύμνος του στο σύνορο της Γερμανίας είτανε μεγαλόπρεπη λυρική έμπνευση. Αριστοκρατική. Κατιτίς πινδαρικό και ντανουντσιακό.
«Είναι ζενιάλ ο ξάδερφός σου», μου είπε ο Βελαδράπας και μου έταξε πως θα μου στείλη τα φύλλα με τις ταξιδιωτικές εντύπωσες του Νίκου.
Την άλλη μέρα προτίμησε να μου τα φέρη ο ίδιος για να μη χαθούνε στο ταχυδρομείο. Έλαβε μάλιστα τον κόπο να μου τα διαβάση μόνος του. Δεν κατάλαβα πολλά πράματα. Τα μισά κιόλας είτανε γερμανικά και δυστυχώς κι ο Βελαδράπας δεν ήξερε να μου τα ξηγήση. Έπειτα άκουγα στην αράδα ονόματα που δεν τα γνώριζα. Μου φανήκανε σαν είδος ψυχοχάρτι, σαν τρισάγιο. Το μόνο που κατάλαβα καλήτερα είτανε πως δεν ξέρω ποια εικόνα ή ποιο τοπείο θύμησε στο Νίκο κάποιο ποίημα του Βελαδράπα και τα παράθεσε.
«Δεν είναι το καλήτερό μου», είπε αφού το διάβασε.
«Έχετε πολλά γραμμένα;» τονέ ρώτησα.
«Τυπωμένα μόνο δυο τόμους λυρικά και τρία δράματα. Αν θέλετε, σας τα στέλνω».
Διαμαρτυρήθηκα για την τιμή, που δε μου άξιζε. Ως τόσο την άλλη μέρα μου έφερε πάλι ο ίδιος όλους τους τόμους του με αφιέρωση κολακευτική και διαφορετική στον καθέναν. Δυο απ' αυτούς είχανε και την εικόνα του μπροστά μπροστά. Τον ευχαρίστησα και του έταξα πως θα τους διαβάσω όλους, άμα ξαδειάσω. Για την ώρα έκοψα μια από τις εικόνες και την κάρφωσα στον τοίχο.
Μια άλλη μέρα ξαναπέρασε από το σπίτι μου, μα δεν κάθησε πολύ όταν του είπα πως σε λίγες μέρες θάδινα εξέτασες. Μου προσφέρθηκε να μιλήση σ' έναν καθηγητή που τονέ γνώριζε στενά και την ημέρα που θα ξεταζόμουνα τονέ βρήκα και με καρτερούσε στην αυλή του Πανεπιστημίου. Κάθησε ως το τέλος κι όταν άκουσε πως με κάμανε προλύτη, έτρεξε να με παρηγορήση κ' έμεινε μαζί μου ως τα μεσάνυχτα. Το άλλο το πρωί ήρθε και με πήρε από το σπίτι μου. Με φίλεψε καφέ όξω στο «Σωκράτη», που πήγαμε και καθήσαμε, με δάνεισε ένα δίδραχμο, άμα είδε πως είμουν απένταρος, και το βράδι μούδωσε μπιλιέτο για το θέατρο. Κοντά στάλλα είτανε κ' ηθοποιός ερασιτέχνης — μύστης καθώς τόλεγε — κ' έπαιζε τους υπερέτες στις κωμωδίες και στις τραγωδίες κανέναν άγγελο.
Έτσι γινήκαμε φίλοι με το Βελαδράπα. Είταν ευγενικό παιδί, καλή καρδιά. Μόνη του αδυναμία είταν η αγάπη του στο θέατρο και στο μεγάλο, καθώς τόλεγε. Θαύμαζε το Νίκο για την ορμή του νου του και το βαθύ της σκέψης του. Ήξερε κ' έλεγε απόξω πολλά ποιήματά του και ξεχωριστά του άρεσε εκείνο που είχε κάμει στο βαπόρι, όταν πήγαινε να εμπορευτή στη Σύρα, κι από τις πολλές φορές που τάκουσα τόμαθα και γω απόξω. Πολύ συχνά συλλογιζόμουνα τι ευχαρίστηση βρίσκει ο Βελαδράπας μ' εμένα τον ανήξερο κι αμύητο στα μυστήρια της τέχνης κι από τη ντροπή μου αναγκαζόμουνα να λέω ναι σ' ό, τι μου διηγότανε, να βρίσκω ωραίο ό, τι μου διάβαζε, να του σφίγγω το χέρι όταν άκουγα καινούργιο ποίημά του και μια μέρα που με νύσταξε με το πρώτο του ποιητικό διήγημα, τη Φεγγαρώ ή Φεγγάρω δε θυμούμαι, σαν είδε πως έδειξα πως συγκινήθηκα, μου είπε ευχαριστημένος:
«Βλέπω πως αρχινάς να μπαίνης στο νόημα».
Κ' έτσι πήγαινα ταχτικά στο θέατρο κ' έπινα συχνά καφέδες δίχως να πληρώνω.
Ο Βελαδράπας είχε πάντα χαρτζιλίκι μπόλικο. Η οικογένειά του κατοικούσε στην Αθήνα κι ο πατέρας του, τελωνιακός υπάλληλος πρωτήτερα, φαινότανε πως είχε πιο πολλά από τη σύνταξή του. Η κάμαρα του φίλου μου, που μ' έπαιρνε και πηγαίναμε, αν κι απάνω στη σοφίτα, είτανε καλά συγυρισμένη, και το τσάι, που μας στέλναν αποκάτω, ερχότανε με πολλά παξιμαδάκια, Μια μέρα με γνώρισε στη μάννα του και στην αδερφή του, νόστιμο κορίτσι ως δεκοχτώ χρονώ, με γελούμενα μάτια που δε μ' αφήσανε ατάραχο. Τα ρούχα μου δεν είτανε της προκοπής για να ελπίσω να της κάμω εντύπωση, όμως μια κι ο αδερφός της δεν είτανε ντυμένος πολύ καλήτερα, έπαιρνα και γω το θάρρος να χτυπώ την πόρτα του συχνότερα παρ' ότι ένοιωθα την όρεξη της συντροφιάς του. Γιατί του άρεσε να είναι τόσο άτσαλος, ενώ, όπως φαινότανε, είχε τα μέσα να ντύνεται πιο ανθρωπινά, δεν μπορούσα να το ξηγήσω. Πως δεν είναι οργανική ανάγκη για έναν ποιητή να είναι και βρώμικος, καθώς πίστευα πρωτήτερα γιατί έτσι είχα ακούσει, είχα πια απόδειξη τον ποιητή Βιδούρη και την τελευταία μεταμόρφωση του ξαδέρφου μου. Το λόγο τον έμαθα υστερότερα άμα σχετίστηκα πιο στενά με το Βελαδράπα. Τα χρήματα, που του έδινε ο πατέρας του να κάνη ρούχα, τα ξόδευε για να τυπώνη τα βιβλία του. Κ' έτσι ταίριαζε περσότερο μαζί μου κι ακόμα περσότερο στον κύκλο, που μαζευότανε ακόμα στο καφενεδάκι του Κολονακιού, όχι όμως τόσο ταχτικά, γιατί ο ποιητής Βιδούρης έκοψε άξαφνα να πηγαίνη εκεί. Ο Βαλαδράπας με πήρε καναδυό φορές και μένα στο συγκάθισμά τους, μα ούτε κείνοι δείξανε προθυμία να με προσέξουν, ούτε και γω βρήκα πολλή ευχαρίστηση στη συντροφιά τους. Το καλό είτανε για με πως η οικογένεια του Βελαδράπα του είχε μποδισμένο να τους φέρνη σπίτι του. Μου το είπε παστρικά η μητέρα του μια μέρα, που άκουσε πως δεν υπερετώ και γω τις Μούσες. Σαν της είπα μάλιστα πως κάνω πραχτική εξάσκηση σε δικηγόρο και πως σκοπός μου είναι να δικηγορήσω και γω σε κάνα χρόνο, σηκώθηκα στα μάτια της. Την Κυριακή με καλέσανε τραπέζι κι ο γέρο Πετροδίκης μου φέρθηκε με πολύ σεβασμό και μια στιγμή που έλειψε ο Βελαδράπας μου είπε πως καταχάρηκε που είδε πως έπιασε ο γιος του φιλία μαζί μου και μ' ένα στόμα και κείνος κ' η γυναίκα του με παρακαλέσανε να βάλω τα δυνατά μου να τον πείσω ναφήση τα ποιήματα, που είναι καιρός χαμένος, και να δώση κι αυτός εξετάσες. Ο Βελαδράπας είτανε γραμμένος στη Νομική και τελειόφοιτος από δυοτρία χρόνια.