Part 4
Την άλλη μέρα, ότι ξύπνησα, πήγα ίσια και χτύπησα στην πόρτα του. Άμα άκουσε πως είμαι γω, άνοιξε κ' ήρθε στη σάλα, Είτανε με το πουκάμισο μονάχα και μ' ένα λινό πανταλόνι. Στα πόδια του είχε δεμένους κάτι πάτους, που μοιάζανε πιότερο με γουρουνοτσάρουχα παρά με αρχαία πέδιλα, καθώς τα ήθελε να είτανε. Στο χέρι του κρατούσε την πέννα.
«Θα πλευριτώσης, κακομοίρη», του είπα, σαν τον είδα που άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο μπαλκόνι.
«Μέσα είναι κακός αέρας», μου απάντησε· «τι με θέλεις; Λέγε γλήγορα».
«Ξέρεις, λέω να φύγω», μουρμούρισα.
«Καλά θα κάμης· κατευόδιο».
Τον κοίταξα: «Δεν έχεις να μου δώσης τίποτα;»
«Τι να σου δώσω;»
«Το εικοσιπεντάρικο το ξέχασες;»
«Α ναι· αν έχω να σ' το δώσω».
«Πώς δεν έχεις; Προψές είδα — »
«Αυτά είναι για να τυπώσω το δράμα μου», μ' έκοψε κ' έκαμε να φύγη.
Τον κράτησα: «Ασ' ταστεία. Το θέλω για τα ναύλα μου».
«Καλά, να λογαριάσω και σου λέω ύστερα», είπε και τράβηξε να μπη στην κάμαρά του.
«Τι ύστερα! Τώρα θα μου το δώσης», φώναξα τρέχοντας πίσω του.
«Τώρα γράφω», απάντησε.
Και μπήκε μέσα και συρτώθηκε.
Το μεσημέρι ήρθε πάλι και κάθισε στο τραπέζι. Ντυμένος όπως και την περασμένη μέρα. Έρριξε μερικές ματιές σε όλους μας, πότε αδιάφορες, πότε περιπαιχτικές, λάγγεψε, μουρμούρισε στίχους, λογόπαιξε με κάτι που είπε ο πατέρας του, χτύπησε τη Μαρία στο χέρι που δεν κρατούσε καλά το περούνι, έκοψε το φαγί στη μέση και κάπνισε ένα τσιγαρέτο· έπειτα, όταν απόφαγε, σηκώθηκε να πάη στην κάμαρά του. Το βράδι δεν παρουσιάστηκε. Το άλλο μεσημέρι ήρθε στο τραπέζι κ' έκαμε τα ίδια.
Πέρασαν έτσι τέσσερες πέντε μέρες. Δοκίμασα να τονέ ζυγώσω, στάθηκε αδύνατο. Του έστειλα σημείωση με τη Μαρία, μα δεν έλαβα απόκριση. Αναγκάστηκα να γράψω του πατέρα μου να μου στείλη τα έξοδα για να γυρίσω σπίτι. Και περίμενα. Απένταρος καθώς είμουνα δεν μπορούσα να μπω ούτε στον καφενέ να σκοτώσω την ώρα μου. Στο σπίτι είταν αδύνατο να υποταχτή κανείς στην πειθαρχία που μας είχε βάλει ο Νίκος, να μη μιλούμε δυνατά, να πατούμε στα δάχτυλα. Από τάλλο μέρος η γκρίνια των γερόντων όλο και δυνάμωνε. Οι άνθρωποι που τους είχανε δώσει τα καπνά τους, σα μάθανε πως ήρθε ο Νίκος, γυρεύανε λογαριασμό κι ο Νίκος δεν μπορούσε να βρη ακόμα τη σημείωση πόσα πούλησε και πόσα άφησε. Ο πατέρας του άρχισε να φοβάται μήπως τα πούλησε όλα κ' έφαγε τα χρήματα, όξω από τις πεντακόσιες ή εξακόσιες δραχμές, που του είχε στείλει με τη Μαρία το βράδι που ήρθε. Έγραψε στο μεσίτη, που του είπε ο Νίκος πως είχε αφήσει τα καπνά, μα απάντηση δεν ερχότανε. Δεν έμενε άλλο παρά να πάη κάποιος στη Σύρα και να ξετάση να μάθη την αλήθεια. Μα ποιος να πάη; Ο θειος δεν κοτούσε. Μια φορά δοκίμασε να βγη όξω από το σύνορο του τόπου του κ' η εξουσία του βουλευτή του δεν έφτασε ως εκεί να τονέ γλυτώση. Έπρεπε να πουλήση γλήγορα γλήγορα η θεια ένα κομάτι οικόπεδο που είχε, για να πληρωθή ένας δανειστής που τον προσωποκράτησε. Φαίνεται ναπομένανε κι άλλοι απλήρωτοι κι ο θειος δεν αποφάσιζε να ξαναταξιδέψη. Έτσι έπεσε σε μένα ο κλήρος να πάω να δω τι γίνανε τα καπνά και να τους γράψω. Μου δώσανε τα έξοδα και τράβηξα στη Σύρα.
Εκεί έμαθα: Πρώτα πως ο Νίκος δεν παρουσιάστηκε στη δίκη τον. Έπειτα πως αφού δοκίμασε να πουλήση τα καπνά και δεν του δίνατε την τιμή που γύρευε, τάφησε στο μεσίτη και τράβηξε σε διάφορες δόσες απάνω από χίλιες πεντακόσιες δραχμές. Περσότερες δεν του έδωσε ο μεσίτης.
Δε συλλογιόμουνα τόσο το Νίκο όσο τους γερόντους εκεί που μια μέρα ολάκερη δίσταζα να τους μηνήσω αυτά που έμαθα. Ρώτησα το μεσίτη σαν τι μπορούσανε να πιάσουν τα καπνά. Άλλες δυόμισυ χιλιάδες το πολύ, μου είπε, αν φροντίσω να τα παζαρέψω μόνος μου. Αποφάσισα τέλος να τα γράψω αυτά στο θειο μου, όταν άξαφνα έλαβα γράμμα του Νίκου. Μου γύρευε πρώτα να τονέ συμπαθήσω για τον τρόπο που μου φέρθηκε τις τελευταίες μέρες. Άμα όμως συλλογιστώ, μου έλεγε, πως τα ποιητικά έργα γεννιούνται με πόνους σαν τα παιδιά, και πως ο αληθινός ποιητής καταντά νευρικός σαν τη γυναίκα, θα τονέ νοιώσω και δε θα θελήσω να τον εκδικηθώ, μη στρέγοντας στη χάρη που μου γυρεύει αδερφικά. Όπως κάμω ας κάμω. Πρέπει να τονέ σώσω τη φορά αυτή και να μη φανερώσω στον πατέρα του πως τράβηξε τόσα χρήματα από το μεσίτη. Το λιγώτερο τα μισά πρέπει να σκεπαστούνε.
Έδειξα το γράμμα στο μεσίτη, γυρεύοντας τη βοήθεια του. «Τα κατάλαβα», μου είπε, «από το γράμμα που μου έστειλε ο πατέρας του. Μα μια και γνώριζα το Νίκο, ανάβαλα ναπαντήσω. Βάλε λοιπόν τα δυνατά σου να πουλήσης τα καπνά περσότερο». Με σύστησε στον έναν και στον άλλον κι άρχισα να τρέχω και να παζαρεύω, αφού έγραψα στο μεταξύ του θειου μου και γύρεψα τη γνώμη του. Με άφησε λεύτερο να τα δώσω όσο μπορώ καλήτερα. Μόνο να μην ταφήσω και να φύγω με παρακάλεσε. Περάσανε τρεις βδομάδες για να καταφέρω να σκεπάσω τα μισά απ' όσα είχε πάρει ο Νίκος και να παραδώσω στα χέρια της θειας μου, καθώς μου το απαίτησε ρητά, κοντά τρεις μετρητές χιλιάδες.
Ως τόσο το εμπορικό μου κατόρθωμα δεν είτανε τόσο μεγάλο όσο το φαντάστηκα. Οι τρεις χιλιάδες μόλις φτάσανε να πληρωθούν εκείνοι που είχανε δώσει του θειου μου τα καπνά τους. Όχι μόνο για το προικιό της Μαρίας δεν περίσσεψε λεφτό, μα ούτε για τον υπομοίραρχο δεν έμεινε να πάρη τους τόκους του αυτόν το χρόνο.
Ο πατέρας μου είχε στείλει στο μεταξύ εκεί τα έξοδα του ταξιδιού μου και θέλησα να φύγω αμέσως την άλλη μέρα. Μα η θεια ήθελε σώνει και καλά να με κρατήση όσο να περάσουν τα Χριστούγεννα που ερχόντανε σε λίγες μέρες.
Ο Νίκος με δέχτηκε στην κάμαρά του το ίδιο βράδι, μου πρότεινε μάλιστα να κοιμηθώ στον καναπέ του γιατί έκανε κρύο στη σάλα.
«Αδύνατο να σ' ενοχλήσω», του είπα.
«Μην είσαι αστείος», είπε, «μη θυμάσαι τις προάλλες. Είχα κάποιο λόγο τότε».
Δέχτηκα. Άμα όμως ήρθε η ώρα για να πέσουμε, είδα πως πήρε το καπέλο του κ' έφυγε δίχως να μου πη πού πάει. Γύρισε τα χαράματα και την άλλη μέρα ξύπνησε όταν εμείς είχαμε πια αποφάει. Από τη Μαρία έμαθα πως τη ζωή αυτή την έκανε από δυο βδομάδες.
«Και πού ξενυχτά;» τη ρώτησα.
Σήκωσε τους ώμους.
«Έχει καμιά αγαπητικιά;»
Έφυγε δίχως ναπαντήση. Είδα πως δε φορούσε πια τα πασουμάκια και πως είτανε πιο πολύ χλωμή κι ανόρεχτη.
Το απόγεμα με φώναξε ο Νίκος στην κάμαρά του. Είχε φάει και ντυνότανε.
«Νωρίς ξύπνησες», του είπα.
«Δεν μπορώ να κοιμηθώ τη νύχτα».
«Θα τέλειωσες το δράμα σου και γλεντάς τώρα».
«Σ — »
«Μπα, δεν το τέλειωσες; Ακόμα;»
«Μπορεί κανένας να εργαστή δω μέσα; Στην προστυχιά, στην αηδία. Με τέτοια χτήνη γύρω του. Άσ' τα. Έρχεσαι νάβγουμε όξω;»
«Πού να πάμε;»
«Στον καφενέ. Πού αλλού; Εκεί περνώ τη σιχασιά μου όσο να φύγω».
«Τόχεις για την Αθήνα πάλι;»
«Ποια Αθήνα! Τι να κάμω εκεί στην άλλη μούχλα;»
«Αλλά;»
«Στη Γερμανία θα πάω».
Χαμογέλασα.
«Δεν το πιστεύεις; Να, δες, μαθαίνω και γερμανικά»
Έβγαλε από την τσέπη του ένα φυλλάδιο και μου τόδωσε. Είτανε αλήθεια ένα κομάτι από γερμανική μέθοδο, από κείνες που πουλούνε στους δρόμους.
«Και τι θα κάμης στη Γερμανία;»
«Να δω τη Γερμανία. Τι με κοιτάς; Όποιος δεν έχει δει τη Γερμανία δεν είναι άνθρωπος. Δεν ξέρει τι θα πη ζωή. Γελάς ε; Τόσο νοιώθεις. Νάμουνα σαν εσένα, θα πήγαινα να πάρω εκεί το δίπλωμά μου».
«Δος μου χρήματα — »
«Τι χρήματα; Αφορμές· γιατί σου λείπει η ζωή μέσα σου. Τι με κοιτάς; Εδώ είναι καιρός χαμένος. Άκου τι μου γράφει ο Πάλας».
Έβγαλε από την τσέπη του ένα πολυσέλιδο γράμμα και μου διάβασε μερικά μέρη. Αν είτανε πρωθυπουργός, έλεγε, θάστελνε όλα τα παιδιά να σπουδάζουνε στη Γερμανία και θάκοβε μισθούς σ' όλους τους συγγραφείς και καλλιτέχνες να παν εκεί να δούνε τη ζωή με τα στραβά τους. Έτσι μόνο μπορούσε να γίνη στο ρωμέικο ένα στουρμ και ντραγγ».
«Τι, τι;» ρώτησα.
«Ύστερα σου λέω γι' αυτό· άκουσε πρώτα παρακάτω: Μόνο αν μπάσουμε το γερμανικό πνεύμα, θα μπορέσουμε να ζήσουμε. Για να ζήση κανένας, πρέπει πρώτα να βρη τον εαυτό του, πράμα που μόνο εδώ στη Γερμανία γίνεται. Εδώ θα καταλάβης την αρχαία Ελλάδα, εδώ θα νοιώσης τον Αισχύλο και τον Παρθενώνα, άμα ακούσης την ένατη συμφωνία και μπης στους κόσμους του Μπαΐκλιν. Θαντικρύσης το μεγάλο, θα αισθανθής το τραγικό βάθος της αιωνιότητας, που αν δεν ακούσης τον ψαλμό της μέσα σου, μην το στοχάζεσαι πως θα δημιουργήσης. Αυτό που βλέπεις γύρω σου είναι ψευτιά. Αυτού δεν ξέρει κανένας τι θα πη ζωή, αυτού δε νοιώθει τίποτες κανένας. Ό,τι σας ξιππάζει αυτού, εδώ το ξέρουνε κ' οι κελνερίνες — »
«Τι είναι κελνερίνες;» ρώτησα.
«Θηλυκά γκαρσόνια. Πρέπει να ξέρης πως οι άντρες στη Γερμανία δεν κάνουν ταπεινωτικές δουλειές».
«Αλλά τι κάνουν;»
«Αντρικές δουλειές. Πρώτα πρώτα γίνουνται στρατιώτες όπως στην αρχαία Ελλάδα».
«Δε σε πολυκαταλαβαίνω», του είπα.
Γέλασε: «Θάτανε αφύσικο κιόλα να καταλάβαινες. Η Γερμανία δε νοιώθεται έτσι εύκολα. Έλα πάμε».
8
Με τράβηξε ίσια στον καφενέ. Ένας κύριος με γιαλιά και μαλλιά μισόψαρα, μας έγνεψε από ένα τραπέζι. Ο Νίκος τονέ χαιρέτησε γερμανικά και γερμανικά έκαμε τη σύστασή μας. Ο κύριος, αφού είπε κατιτίς του Νίκου, γύρισε και με ρώτησε γερμανικά κάτι και μένα.
«Δεν ξέρετε γερμανικά;» είπε άμα είδε πως τον κοίταξα με ανοιχτό στόμα.
«Ούτε τόνομά σας δεν κατάλαβα», του απάντησα.
«Δόκτορ Ζαμπακίδης», είπε και μου ξαναέδωσε το χέρι.
Ο Νίκος άρχισε να μιλή μαζί του γερμανικά. Μα για να συνεννοηθούν, έπρεπε να ξαναλένε κ' οι δυο τη φράση ρωμέικα.
«Προχώρεσε, βλέπω, ο ξάδερφος μου στα γερμανικά», είπα για να πω κάτι και γω.
«Πολύ. Έχει ταλέντο κ' ενθουσιασμό γι' αυτήν τη γλώσσα. Κ' είναι αλήθεια ωραία γλώσσα».
«Έχω ακούσει το εναντίο», είπα.
Ο Νίκος γέλασε: «Ταρέσουνε τα γαλλικά. Άμα ακούω γαλλικά σβηούμαι στα γέλια».
«Όχι δα· μην είσαι υπερβολικός· και τα γαλλικά είναι ωραία γλώσσα», είπε ο Ζαμπακίδης.
«Ωραία για καλαμπούρια. Αστεία σαν το λαό που τη μιλεί. Με πιανουν τα νεύρα μου νακούω για φραντσέζους», φώναξε ο Νίκος λαγγεύοντας.
«Πού τους ξέρεις τους φραντσέζους;» του είπα.
«Γνώρισα ένα σωρό· όλοι γελοίοι. Έπειτα ξέρω δυστυχώς τη φιλολογία τους. Για γυναίκες. Έθνος που δεν έχει έναν ανώτερο ποιητή, ένα μουσικό, ένα ζωγράφο της προκοπής. Αφίνω δα φιλόσοφο· κανέναν!»
«Ξέχασες το Ρουσσώ, για να σου πω μονάχα έναν», είπε ο Ζαμπακίδης.
«Έστω· μα κι αυτόνε τον καταδιώξανε. Ο Μεγάλος Φρειδερίκος τον έσωσε, όπως έσωσε και το Βολταίρο».
Ο Ζαμπακίδης τον κοίταξε.
«Δεν τους σώζει ένας Ρουσσώ», ξακολούθησε ο Νίκος· «έπειτα κ' εκατό Ρουσσώ νάχανε βγάλει, δεν εξιλεώνεται το κακό που κάμανε στην ανθρωπότητα».
«Ποιο κακό;» ρώτησα.
«Την επανάσταση».
«Κ' έκαμε κακό η επανάσταση;»
«Τι μεγαλήτερο κακό ήθελες! Έβγαλε στη μέση τη μεσαία τάξη».
«Και την επιστήμη», είπε ο Ζαμπακίδης.
«Ποια επιστήμη; Την άρνηση της ζωής; Δε μ' αφίνεις, αδερφέ Δημητρό· τάπαμε τόσες φορές· βαριούμαι τη συζήτηση».
«Είσαι υπερβολικός· έπειτα μου φαίνεται πως συγχύζεις λίγο τα πράματα», είπε ο Ζαμπακίδης με χαμόγελο.
«Εγώ συγχύζω ή εσύ δεν ξέρεις τι σου γίνεται;» φώναξε ο Νίκος: «Ή γιατί σου αρνούμαι την ωφέλεια της επιστήμης σου για τη ζωή; Δε σου το απόδειξα προχτές πως η επιστήμη έφαγε την αρχαία Ελλάδα; Είδες τι αλλιότικα έγινε στη Ρώμη. Βλέπεις και τη Γερμανία σήμερα».
«Μα σου είπα, πως δε σε κατάλαβα καλά», είπε ο Ζαμπακίδης.
«Γι αυτό σούδωσα κ' εγώ να διαβάσης το άρθρο μου, για να με καταλάβης καλήτερα».
«Δεν το κατάλαβα περσότερο από τα λόγια σου». Ο Ζαμπακίδης χαμογέλασε.
«Βέβαια θα πρόσεξες στη γλώσσα», είπε ο Νίκος κι αρχίσανε να συζητούνε το γλωσσικό ζήτημα. Ο Ζαμπακίδης έλεγε πως η γλώσσα πρέπει νάχη μια γραμματική, ο Νίκος υποστήριζε πως γραμματική είναι το ατομικό αίσθημα. Θέλησα νανακατευτώ κ' εγώ στην κουβέντα, μα τα μπέρδεψα γλήγορα και σώπασα.
«Άσ' τα τώρα κ' έλα να κάμουμε το μάθημά μας», του είπε τέλος ο Ζαμπακίδης.
Ο Νίκος έβγαλε από την τσέπη του το φύλλο της γερμανικής γραμματικής.
Πήρα μιαν εφημερίδα να διαβάσω για να μην τους ενοχλώ.
Δε θα περάσανε πέντε λεπτά όταν άκουσα τη φωνή του Ζαμπακίδη:
«Α, α! Έτσι δεν κάνουμε τίποτα· πώς θα πάμε παρακάτω;»
«Σου είπα, τη γραμματική τη βαριούμαι», είπε ο Νίκος και χασμουρήθηκε.
«Τότε άφησε την ιδέα να μάθης γλώσσα. Χωρίς γραμματική είναι κόποι άδικοι», ξαναείπε ο Ζαμπακίδης.
Ο Νίκος γέλασε: «Σαν και με νοιάζει εμένα η γλώσσα; Τα στουρμ και ντραγγ δε γίνουνται με τη γραμματική».
Και σηκώθηκε.
«Άντε κάμε το στην πρέφα τώρα. Καθήσανε και σε καρτερούνε», του είπε ο Ζαμπακίδης με χαμόγελο.
Πράματις σ' ένα τραπέζι παραπέρα προσμένανε το Νίκο δυο κύριοι με την τράπουλα στο χέρι.
Ο Ζαμπακίδης με κοίταξε μια στιγμή, άμα έφυγε ο Νίκος, δίχως να μιλήση.
«Αυτό είναι το μάθημα που κάνετε;» ρώτησα γελώντας.
«Τα παίρνει αψά τα πράματα», μου απάντησε σα να μην πρόσεξε το ρώτημά μου: «Έτσι και τώρα με τη Γερμανία».
«Σπουδάσατε στη Γερμανία;» ρώτησα.
Έγνεψε με το κεφάλι.
«Νομικά;»
«Όχι· φιλοσοφία και γεωλογία».
«Κ' εξασκείτε — ;»
«Γεωπονία στον κήπο μου», είπε με χαμόγελο.
Τον κοίταξα.
«Σας φαίνεται παράξενο;» μου είπε — «αυτού τέλειωσε το δικό μου στουρμ και ντραγγ».
«Τι είναι αυτό το στουρμ και ντραγγ; Δε με φωτίζετε!»
«Πνευματικός αναβρασμός, πώς να σας το πω: κάτι σαν αυτό που θέλει να κάμη τώρα ο ξάδερφος σας» .
Και μου ξήγησε την ιστορική του σημασία.
«Και κάματε κ' εσείς εδώ ένα τέτοιο πράμα;» τονέ ρώτησα.
«Έκαμα! θέλησα δηλαδή να κάμω, όπως κι ο Νίκος».
«Είστε ποιητής κ' εσείς;»
«Πού να βρεθώ ποιητής; Σας είπα, σπούδασα γεωλογία».
Τον κοίταξα λίγο περίεργα.
Χαμογέλασε: «Ξαφνίζεστε, βλέπω. Νομίζετε πως δεν μπορεί να ονειρευτή κ' ένας γεωλόγος ένα στουρμ και ντραγγ;»
Ξακολούθησα να τον κοιτάζω.
«Ε λοιπόν, παρόμοια σαν τον ξάδερφό σας θέλησα κ' εγώ ναναμορφώσω».
«Τον κλάδο σας;» ρώτησα σαν είδα πως σώπασε.
«Τι κλάδο μου! Μόνο τον κλάδο μου;»
«Τι άλλο;»
«Την κοινωνία ολάκερη, τη ζωή, τον κόσμο. Ν' ανατρέψω τον ίδιον το θεό».
«Πώς; με τι τρόπο; Με τη γεωλογία;»
«Μάλιστα, με τη γεωλογία».
«Δε σας καταλαβαίνω· για πέτε μου», είπα σαν τον είδα πως ξανασώπασε κοιτάζοντας κατά το τραπέζι που είχε καθήσει ο Νίκος.
«Τι να σας πω; Σας είπα σπούδασα στη Γερμανία. Πολλά απ' αυτά που λέει ο Νίκος τάκουσα κ' εγώ εκεί. Ίσως κάπως λιγώτερο συγχυσμένα, μα αυτό δεν έχει να κάμη. Φτάνει πως τάκουσα και φτάνει πως κατάλαβα πως η ζωή δεν πάει τον ίσιο δρόμο της. Ή είστε αντίθετης γνώμης;»
Συμφώνησα για να μην τονέ διακόψω.
«Ε λοιπόν, πίστεψα πως σ' αυτό φταίει η θρησκεία και βιάστηκα να πάρω τα διπλώματά μου και να γυρίσω εδώ να τη χτυπήσω».
«Πώς να τη χτυπήσετε;»
«Να πώς. Κατάφερα τρεις άλλους φίλους μου, που σπουδάζανε κι αυτοί στη Γερμανία, και κάναμε ένα σύλλογο, ομάδα, καθώς την είπαμε. Μαζέψαμε αναμεταξύ μας κάμποσα χρήματα, έγραψα εγώ μια μελέτη αναιρώντας την ιδέα του θεού και τη μωσαϊκή κοσμογονία με τη θεωρία της γνώσης και με τη γεωλογική επιστήμη, δέσαμε τις βαλίτσες μας, ήρθαμε στην Αθήνα και ρίξαμε την μπόμπα».
«Ποια μπόμπα;»
«Τη μελέτη μου, που την τυπώσαμε σε βιβλίο με χρήματα της κάσσας μας».
Σώπασε μια στιγμή χαμογελώντας.
«Ε, και — ;» έκαμα να ρωτήσω.
«Το αποτέλεσμα θέλετε να πήτε; Κάποιος καλόγερος, αρχιμαντρίτης ή δεσπότης δε θυμούμαι, αναίρεσε σε μιαν εφημερίδα τη φιλοσοφική βάση της μελέτης μου. Τη γεωλογική μου την κουρέλιασε κάποιος υφηγητής της γεωλογίας, αποδείχνοντας πως είχα κάμει σφάλματα στη μετάφραση των κειμένων που είχα παραθέσει στο βιβλίο μου».
«Κ' εσείς δεν απαντήσατε;«
«Τι ναπαντούσα; Ο συνάδερφός μου γεωλόγος είχε δίκιο στα σφάλματα που μου βρήκε. Γι' αυτό επιμένω τώρα του Νίκου να μην καταφρονή τη γραμματική!»
«Και του καλόγερου δεν του απαντήσατε;»
«Αυτού είχα να του απαντήσω. Μα πού; Ποια εφημερίδα μού άνοιγε τις στήλες της να χτυπήσω τη θρησκεία;»
«Γιατί δεν τυπώνατε νέο βιβλίο;»
«Με τι χρήματα; Ο πατέρας μου δε μου ξανάστειλε πεντάρα. Δεν ήθελε ούτε να με δη, σαν έμαθε πως τάβαλα με το θεό».
«Κ' η κάσσα σας;»
«Ποια κάσσα;»
«Του συλλόγου που είπατε».
«Ο σύλλογός μας διαλύθηκε».
«Γιατί;»
«Οι σύντροφοι μου δεν τον περιμέναν τέτοιον πόλεμο. Οι δυο απ' αυτούς μάλιστα με αποκηρύξανε στον τύπο, άμα διαδόθηκε πως είχαμε κρυφή εταιρία για να πολεμήσουμε τη θρησκεία».
«Τόσο θάρρος είχανε;»
«Τι θάρρος; Κάμανε σα γνωστικοί άνθρωποι. Ο ένας είναι τώρα γιατρός με μεγάλη πελατεία, ο άλλος τμηματάρχης σε κάποιο υπουργείο. Ο τρίτος, που μου έμεινε πιστότερος, δικηγορεί στο ειρηνοδικείο του χωριού του».
«Κ' έπειτα τι έγινε;»
«Αφού ναυάγησε η θρησκευτική ανατροπή, γυρίσαμε το νου με αυτόν τον τρίτο σε άλλη ανταρσία. Θελήσαμε να σηκώσουμε αναβρασμό σε άλλη σφαίρα».
«Σε ποια;»
«Τι ανάγκη να το μάθετε; Φτάνει να σας πω πως έλαβε τέλος χειρότερο. Ο σύντροφός μου κατάντησε στο ειρηνοδικείο που σας είπα, κ' εγώ αφού πείνασα και γυμνήτεψα κάμποσα χρόνια στην Αθήνα, γύρισα εδώ σαν πέθανε ο πατέρας μου και καλλιεργώ τον κήπο κ' ένα μικρό αμπελάκι που μου άφησε, σα δεν μπορούσε να με αποκληρώση ολότελα».
«Τόσο κατάκαρδα το πήρε που είσαστε άθρησκος;»
«Εγώ περσότερο που είταν εκείνος θρήσκος. Όταν αργότερα, που έμαθε πως δυστυχώ, μου έγραψε να γυρίσω σπίτι, του έβαλα τον όρο να μην πατήση παπάς στο κατώφλι αν με θέλη νάρθω. Δεν το δέχτηκε και δεν ήρθα ούτε στο θάνατό του, για να μην απαντηθώ με τους παπάδες».
«Τόσος φανατισμός!»
«Αρχές, βλέπετε· &πριντσίπιεν&, καθώς τις λένε στη γλώσσα που αγαπά ο ξάδερφός σας».
«Και μένετε πιστός σ' αυτές;»
«Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ο λόγος μας είτανε για τον ξάδερφό σας, που παίρνει κι αυτός αψά τα πράματα και βιάζεται να πάη στη Γερμανία».
«Είστε της ιδέας να μην πάη;»
«Εγώ; Θεός φυλάξοι! Να μη βιαστή του λέω μονάχα. Να καθήση κανένα χρόνο ακόμα εδώ μαζί μου, να μάθη κάπως τα γερμανικά. Κ' έπειτα — πιστεύω θα σας είπε — »
Κούνησα το κεφάλι δίχως να το θέλω.
«Για τη δουλειά που λέμε, θάναι πιο σίγουρο να περιμείνουμε ένα χρόνο ακόμα».
Τον κοίταξα.
«Ακούστε λοιπόν να σας τα πω με τη σειρά, αν δε βαριέστε», ξακολούθησε. «Καθώς σας είπα, έχω έναν κήπο στο σπιτάκι που κάθουμαι. Στην εξοχή είναι, μα πολύ κοντά. Αν θέλετε, έρχεστε καμιά μέρα με το Νίκο να δήτε τα κουνέλια, τις κότες και τις μαλτέζικες κατσίκες μου. Αυτό είναι όλο το ζωικό βασίλειο μου μαζί μ' ένα μαντρόσκυλο και δυο γάτες. Το φυτικό είναι πλουσιώτερο· ελάτε μόνος να το δήτε. Τώρα ας σας πω για το αμπελάκι μου, γιατί αυτό έχει σχέση με το θέμα. Καθώς θακούσατε, τα κρασιά του τόπου δεν αξίζουν και πολύ· δεν ξέρει ο κόσμος να τα κάμη, δε νοιάστηκε κανένας να τον οδηγήση».
«Μα άκουσα πως η Κυβέρνηση», έκαμα να πω.
«Παρακαλώ, αφήστε την Κυβέρνηση. Δεν μπερδεύουμαι στα πολιτικά. — Είναι αλήθεια πως λίγοι με συμπαθούν εδώ στον τόπο κι αυτοί πολύ λίγο. Μα εγώ τον αγαπώ. Βλέπετε εδώ γεννήθηκα, μεγάλωσα — αδυναμία τέλος, καθώς το λέει ο Νίκος. Από τη σκληρή ζωή, που έχω κάμει τόσα χρόνια, συνήθισα τόσο στην απλότητα, ώστε να μου φτάνη μόνο ο κήπος μου για να συντηρούμαι. Έτσι το αμπελάκι μου απομένει σαν περίσσεμα να πήτε. Μια στιγμή σκέφτηκα να το χαρίσω στο δήμο για τους φτωχούς κ' έτσι να γλύτωνα από το βάσανό του. Μα ύστερα στοχάστηκα πως θα το τρώγαν οι πλούσιοι και μου ήρθε μια άλλη ιδέα. Να κάμω δοκιμές μονάχος μου σ' αυτό, πώς μπορούσε να καλητερέψη ο φυτός του τόπου και να γίνη το κρασί περσότερο της προκοπής. Να σας διηγηθώ τους τρόπους που έβαλα σ' ενέργεια, θα σας κουράση. Φτάνει να μάθετε πως ήρθα σ' ευχάριστα αποτελέσματα· βρήκα μια μέθοδο να μην ξυνίζη το κρασί πριν από το χρόνο, καθώς το παθαίνουν όλα εδώ. Το μόνο που με βασανίζει ακόμα είναι το χρώμα. Δεν μπορώ να βρω το μέσο να το κάνω τόσο κιάρο όσο χρειάζεται. Γι' αυτό λέω του Νίκου να μη βιάζεται. Έχω ελπίδες να το καταφέρω ίσια με το χρόνο».
Και δε δείξατε τη μέθοδό σας και στους άλλους, να την εφαρμόσουνε κι αυτοί;»
Χαμογέλασε: «Φαίνεστε που δεν ξέρετε ακόμα τον κόσμο. Ποιος ακούει από μέθοδο; Ο κόσμος για να πειστή, θέλει να δη πρώτα θετικά πράματα. Ο καλήτερος ο τρόπος για να διαδώσης ένα νέο πράμα είναι να το εφαρμόσης πραχτικά. Κ' εγώ για να πείσω εδώ τον κόσμο, πρέπει να μπορέσω να διαδώσω την εφεύρεση μου όξω από τον τόπο. Μα γι' αυτό εγώ είμαι ανίκανος. Αδύνατο να πείσω τον εαυτό μου νάβγη πια όξω από αυτόν τον τόπο».
«Γιατί;»
«Πολλά ρωτάτε. Σας φαίνουμαι παράξενος; Ας σας το πω. Γιατί φοβούμαι μην πεθάνω. Και δεν είναι παράξενο μην πεθάνω από το φόβο μου μόλις βγω από το σύνορο του τόπου».
«Τόσο φοβάστε το θάνατο;»
«Όχι τον ίδιον το θάνατο, μα το θάνατο όξω από το τόπο μου. Παραξενεύεστε ε; Ας σας το πω κι αυτό: ο πόθος μου είναι να θαφτώ σ' αυτό το χώμα που γεννήθηκα, ναναπαυτώ στον τάφο των γονιών μου, πλάι στον πατέρα μου». Σώπασε μια στιγμή: «Ναι, πλάι στον πατέρα μου, μη με κοιτάτε», ξακολούθησε με χαμόγελο· «θα θυμάστε που σας είπα πως δεν ήρθα να τονέ δω που πέθαινε, για να μην απαντηθώ με τους παπάδες. Αχ να ξέρατε τι παράξενος που είναι ο άνθρωπος και τι κρυφές δίπλες έχει η ψυχή του. Τι ωφελεί, αν θαρρή κανένας πως μπορεί και τις ξεδιαλύνει. Κ' εγώ φαντάζουμαι πως το μπορώ, ωστόσο κάθε Παρασκευή πάω στον τάφο του πατέρα μου και του ανάβω ένα κερί. Αλλά με κάματε κ' έφυγα από την ομιλία μας. Τι λέγαμε;»
«Πως δε θέλετε να ταξιδέψετε».
«Α ναι. Λοιπόν έπρεπε να βρω κάποιον άλλον — »
«Και διαλέξατε το Νίκο;» τον έκοψα γελώντας.
«Μη γελάτε, το ξέρω όσο κ' εσείς πως δεν είναι ο κατάλληλος. Πρώτα γιατί είναι άνθρωπος που ακούει μόνο τις ορμές του. Τώρα τον είδατε, άφησε το μάθημά μας, ξέχασε τα μεγάλα όνειρα για τη διασκέδαση της στιγμής. Έπειτα δεν είναι κείνος που θάπαιρνε το έργο αυτό με την ψυχή του, με την αγάπη του κοινού καλού. Το παίρνει μόνο για τον εαυτό του, γιατί του γίνεται μέσο να πάη στη Γερμανία. Μα εμένα μου φτάνει αυτό. Το ζήτημά μου είναι να βγη το κρασί μου όξω από την Ελλάδα. Άμα τα καταφέρω αυτό, θα πειστή ο κόσμος και θάρθη μόνος του να μου γυρέψη να τονέ φωτίσω, αντίς να τρέχω τώρα εγώ να τον πείσω με τα λόγια. Κ' έτσι τελειώνει πια το έργο μου. Το σκούντημα θέλω να δώσω γω, τα παραπέρα έρχουνται μόνα τους. Θα τους ξυπνήση όλους το συμφέρο. Με καταλάβατε τώρα;»
«Σας κατάλαβα. Μα ο Νίκος!»
«Ας τονέ βοηθήσουμε κι αυτόν να γίνη μέγας. Καλό και τούτο για τον τόπο. Να βγάλη ένα μεγάλον ποιητή».
«Μεγάλος ποιητής ο Νίκος;» Γέλασα πάλι.
«Γιατί όχι; Δεν έχει τόσους το ρωμαίικο; Κ' ένας ο Νίκος παραπάνω».
«Δεν τονέ συμβουλεύετε καλήτερα να πιάση μια δουλειά να ζήση», είπα.
Χαμογέλασε: «Φαίνεται πως δε σάλεψε μέσα σας η ορμή για το μεγάλο. Να τονέ συμβουλέψω; Μα δε σας είπα πριν την ιστορία μου; Θαρρείτε πως δε με συμβουλέψανε κ' εμέ; Αχ δεν το ξέρετε πως κάνει ευτυχισμένον τον άνθρωπο η ιδέα πως είναι κατιτίς ξεχωριστό σ' αυτόν τον κόσμο. Μη νομίσετε πως θα σώσετε τον κόσμο, αν ξερριζώσετε τέτοιες ορμές».
«Όχι τον κόσμο, μα ένα νέο ήθελα να σώσω».
Γέλασε δυνατά τώρα: «Δοκιμάστε αφού το θέλετε. Ωστόσο πιο πραχτικό θάτανε, ανίσως δοκιμάζατε κατιτίς άλλο. Και γι' αυτό θα σας χρωστούσα κ' εγώ χάρη. Δεν ξέρω αν το προσέξατε πως είμαι ανήσυχος όλη την ώρα που μιλούμε. Έτσι είμαι πάντα σαν κάθεται να παίξη ο Νίκος. Σηκώνουμαι γλήγορα και φεύγω. Αφίνω στη μέση και το σκάκι μου, που παίζω κάποτε μ' ένα γιατρό. Και τώρα αν δεν έπιανα μ' εσάς εδώ κουβέντα, θα είχα φύγει από ώρα. Μη με κοιτάτε, δεν μπορώ να σας το πω, πολύ περσότερο να το ξεστομίσω στον ίδιον. Εσείς έχετε θάρρος πιο πολύ μαζί του. Σας λέω πως δυστυχώς το ξέρουν κι άλλοι εδώ μέσα και το μουρμουρίζουνε. Δε θάθελα να είμαι μπροστά, αν βγη ολότελα στο φόρο. Γι' αυτό φεύγω! Αν νοιώθετε από το παιγνίδι που παίζει, πηγαίνετε καθήστε κοντά του μια στιγμή, βεβαιωθήτε μόνος σας και κάμετε το χρέος σας Κάντε μου αυτή τη χάρη και συμπαθάτε με που σας αφίνω».
Και μου έδωσε το χέρι του κ' έφυγε. Μου είχε πει την υποψία του καθαρώτερα απ' όσο φανταζότανε και πρώτη ιδέα μου κ' εμέ είτανε να σηκωθώ να φύγω. Μα η περιέργεια με κράτησε κι αποφάσισα και πήγα και κάθησα κοντά στο Νίκο. Δεν άργησα να το βεβαιωθώ πως είτανε συνεννοημένος με τον έναν από κείνους, που παίζανε μαζί, και γελούσανε τον άλλον.
«Δεν ταφίνεις τώρα νάβγουμ' όξω λίγο», του είπα σιγά μια στιγμή που είδα πως μπορούσε ναφήση το παιγνίδι.
«Γύρισε σε λίγο να με πάρης», απάντησε. Κέρδιζε κ' είτανε σε καλή διάθεση και πείραζε τον άλλον που έχανε.
Βγήκα έναν περίπατο και ξαναγύρισα. Τονέ βρήκα τώρα ξαναμμένο. Δεν έπιανε καλό χαρτί και τα είχε βάλει μ' έναν παπά, που είχε καθήσει στο πλευρό του κ' έκανε χάζι το παιγνίδι. Δυοτρείς άλλοι, που καθόντανε γύρω, γελούσανε και κάνανε νόημα του παπά να μη σηκωθή.
Ξανάφυγα και γύρισα άμα νύχτωσε. Δεν είταν ο παπάς εκεί και κάθησα κοντά στο Νίκο.
«Θαργήσης ακόμα;» τονέ ρώτησα.
«Τώρα καθώς έμπλεξα», μου απάντησε· «δε βλέπεις πόσα μ' έχουνε γραμμένον. Κάτσε λίγο, μπας και μου φέρεις γούρι».
Κάθησα, μα δεν τον ωφέλησα.