Υπεράνθρωπος: Διήγημα

Part 3

Chapter 3 2 words Public domain Markdown

«Είναι πεσμένος», του είπε η μάννα του — «έλα μια στιγμή μέσα να σε δη».

«Αύριο με βλέπει· τώρα είμαι κουρασμένος». Ξαπλώθηκε καλήτερα στον καναπέ.

Ο πατέρας του ξαναφώναξε από μέσα.

«Δεν τονέ λυπάσαι γέροντ' άθρωπο να τονέ σηκώσης από το στρώμα», του ξαναείπε η μάννα του.

«Με σκότισε κι αυτός και συ κατάλαβες;» Γύρισε κατά τη φωτιά, μουρμουρίζοντας κάτι, στίχους μου φάνηκε.

Ο πατέρας του δεν ξαναφώναξε κι ο Νίκος έμεινε λίγες στιγμές στην ίδια θέση. Έπειτα σηκώθηκε άξαφνα και τράβηξε προς την τραπεζαρία. Η μάννα του τον ακολούθησε και η περιέργεια μ' έσπρωξε κ' εμέ να πάω κοντά τους.

Οι γέροι δεν είχανε ξεχωριστή κρεββατοκάμαρα και κοιμόντανε στην τραπεζαρία. Ένα καντήλι τη φώτιζε θαμπά από το τζάκι και καθώς μπήκα, είδα το θειο ανακαθισμένο στο στρώμα του δίπλα στη γωνιά. Φορούσε το νυχτικό άσπρο σκούφο του κ' είχε ριχτή στους ώμους μια παλιορόμπα.

«Καλώς ώρισες», είπε του Νίκου.

Τούτος αφού του έδωσε το χέρι, κάθισε στον καναπέ. Η μάννα του και γω σταθήκαμε κοντά στην πόρτα κι αποπίσω μου έτρεξε η Μαρία από το μαγεριό.

Πέρασε μια στιγμή αμίλητη.

«Ε, τι χαμπέρια;» είπε τέλος ο θειος.

Ο Νίκος δεν απάντησε.

«Πώς πέρασες στο ταξίδι;»

«Καλά», μουρμούρισε ο Νίκος.

Πέρασε πάλι μια στιγμή δίχως να πη τίποτε κανείς.

«Και τα καπνά — ; Τα πούλησες καλά;» ρώτησε πάλι ο πατέρας του.

«Πούλησα ένα μέρος», είπε ο Νίκος.

«Και τάλλα;»

«Τάφησα».

«Πού; σε ποιόνε τάφησες;»

«Σ' άνθρωπο δικό μου».

«Πάνε τα δόλια τα καπνά», αναστέναξε ο θειος χτυπώντας τα χέρια.

Η θεια σταύρωσε τα δικά της κ' έσκυψε το κεφάλι. «Σε ποιόνε τάφησες, μωρέ; Πού τάφησες; Στη Σύρα;» ξαναρώτησε απελπισμένα ο πατέρας του.

«Μαρία! Διάολε! Φέρε μου να φάω», φώναξε ο Νίκος.

Η Μαρία έτρεξε στο μαγεριό.

«Δε φταις εσύ· έχει δίκιο η μάννα σου. Εγώ δε βάζω ακόμα γνώση. Μα δε σε πάντεχα τόσο μαγκούφη», ξαναφώναξε ο θειος.

«Σώπα, κάνε μου τη χάρη· δεν ήρθα για καυγάδες», είπε ο Νίκος ατάραχα.

Η Μαρία ήρθε και κατέβασε τη λάμπα, που κρεμότανε στη μέση της κάμαρας απάνω από ένα στρογγυλό τραπέζι. Είταν η λάμπα που είχε στο μαγαζί του ο θειος τον καιρό που είταν έμπορος.

«Δε μου λες κάνε πόσα πούλησες και πόσα άφησες, προκομμένε», ρώτησε ο γέρος.

«Μέσα έχω τη σημείωση· αύριο τη βλέπεις», απάντησε ο Νίκος.

Η Μαρία άναψε τη λάμπα κ' έκανε να βάλη το γιαλί.

«Τι αύριο, διάολε!» θύμωσε ο πατέρας του: «Δεν ξέρεις πόσα πούλησες; Πόσα λεφτά έφερες;»

«Να φάω πρώτα και σου λέω», ξαναείπε ο Νίκος ήσυχα.

«Τήρα αυτάδεια! Να φάη πρώτα ο γάιδαρος!» φώναξε ο θειος και τινάχτηκε ορθός.

Ο Νίκος σηκώθηκε κι αυτός με ορμή. Μα καθώς έκαμε να περάση, σκούντησε με τον αγκώνα τη Μαρία και τουτηνής της έφυγε το γιαλί από το χέρι κ' έπεσε κομάτια απάνω στο τραπέζι.

«Σ' τον πήρε ο διάολος τον κέφαλο και σένανε! Δεν τηράς μπροστά σου· μπας και σου φύγη λόγος!» φώναξε πάλι ο θειος και χύμησε απάνω της με σηκωμένο χέρι.

Η θεια μπήκε στη μέση. Ο Νίκος γλύστρησε στο μεταξύ από την πόρτα. Τον ακολούθησα στην κάμαρά του.

«Πώς φέρνεσ' έτσι στον πατέρα σου;» έκαμα να του πω.

«Εσύ κοίτα τη δουλειά σου», μου απάντησε απότομα: «Πότε θα ξαναδώσης εξέτασες;»

«Άμα ξαναπάς και συ για εμπόριο».

Γελάσαμε κ' οι δυο. Έβγαλε κι άναψε τσιγάρο.

Η Μαρία ήρθε να του βάλη τραπέζι: «Πήγα ναν τη φάω εγώ», του είπε.

«Οι γυναίκες είναι για να δέρνουνται. Φέρε γλήγορα να φάω».

«Φαίνεσαι που έρχεσαι από την Ανατολή», του είπα.

Σεργιάνισε στην κάμαρα κοιτάζοντας χάμω.

«Είναι όμορφη η Σμύρνη;» τονέ ρώτησα σαν έφυγε η Μαρία.

«Γιατί δε μούστειλες τα χρήματα, παλιάθρωπε;» είπε σταματώντας.

«Γιατί δεν είχα».

«Δεν ξέρεις τι μου χάλασες!» Ξανασεργιάνισε πέρα δώθε.

«Μα πώς βρέθηκες ξαφνικά στη Σμύρνη;»

«Σωστό ρομάντσο, τραγικό ρομάντσο».

Η Μαρία, μπαίνοντας με το φαγί, τον έκοψε. Κάθησε στο τραπέζι κι άρχισε να τρώη.

«Τι μου τόφερες έτσι το τυρί;» της φώναξε άξαφνα. «Θες να σ' το πετάξω στο κεφάλι; Δεν ξέρεις πως το θέλω ξεροτηγανισμένο;»

«Εσύ με βίασες. Ναν το ξαναβάλω στη φωτιά».

Η Μαρία έκαμε να πάρη το πιάτο.

«Έλα, άσ' το. Φέρε μου κρασί».

Η Μαρία πήγε κ' έφερε τη μπουκάλα.

«Αυτό έχει μοναχά;» της είπε ο Νίκος, σαν είδε πως δε γέμισε καλά το ποτήρι.

«Καλά που έμεινε κι αυτό· πού να το ξέραμε πως θάρθης, να παίρναμε πιότερο».

«Δεν έπαιξε το μάτι σου; Δεν καρτερούσες τίποτες;»

Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια.

«Σα μ' άφησες δίχως κρασί, θα τα πετάξω στη φωτιά και γω», είπε ο Νίκος αδειάζοντας το ποτήρι.

Ο πατέρας του, που δεν έπαψε να τρώγεται μέσα με τη θεια, τη στιγμή αυτή φώναξε δυνατότερα.

«Θα μου βγάλη το φαγί από τη μύτη!» είπε ο Νίκος κι άφησε με βρόντο το ποτήρι στο τραπέζι.

«Δεν πιστεύω νάκλεισε το κρασοπουλιό καρσί· δος μου να πάω να γεμίσω την μποτίλια», είπε η Μαρία.

Σα να μην την πρόσεξε. Έμεινε λίγες στιγμές συλλογισμένος: «Στάσου πρώτα», είπε κ' έβαλε το χέρι στην τσέπη. Έβγαλε ένα μάτσο χαρτονομίσματα, κράτησε μερικά — εικοσιπεντάρικα μου φανήκανε — κ' έδωσε τάλλα της Μαρίας: «Σύρε μέσα δος του τα, να συχάση».

Η Μαρία τα πήρε και βγήκε.

«Θα τονέ δης που θα σωπάση», γύρισε και μου είπε εμένα.

«Πούλησες λοιπόν καπνά;» τονέ ρώτησα.

Ξακολούθησε το φαγί του δίχως ναπαντήση.

Η Μαρία ξαναήρθε σε λίγο.

«Ε, τι είπε;» ρώτησε ο Νίκος.

«Γύρεψε και του πήγα το κερί. — Να πάω για κρασί τώρα;» είπε η Μαρία και πήρε τη μπουκάλα: «Ας έβγη ένας σας να σταθή στην ταράτσα· μοναχή φοβάμαι».

Σηκώθηκα, άδραξα την μποτίλια από το χέρι της και βγήκα.

Άμα γύρισα, βρήκα τη Μαρία που σήκωνε τα πιάτα.

«Καθένας νοιώθει τον προορισμό του», είπε ο Νίκος και με κοίταξε με χαμόγελο: «Τη ζωή δεν τη γελάς».

«Καλά· μα δε μας λες λοιπόν πώς πέρασες στη Σμύρνη;»

«Υπέροχα. Σαν όνειρο». Σώπασε μια στιγμή και με κοίταξε: «Νέος κόσμος», ξακολούθησε, «τρανός κόσμος. Οι τούρκοι είνε λαός κυρίων. Είχε δίκιο ο Μπίσμαρκ. Εκεί ένοιωσα τι θα πη κύριος. Να μην είμαι τούρκος!»

Η Μαρία, που μπήκε κείνη τη στιγμή με δυο ποτήρια στο χέρι, τον κοίταξε ξαφνισμένα. Απίθωσε τα ποτήρια στο τραπέζι και τα γέμισε κρασί.

«Ναι, τούρκος! Ανώτερος λαός, αριστοκράτης», ξαναείπε ο Νίκος πίνοντας από το ποτήρι του.

«Γνώρισες πολλούς τούρκους;» τονέ ρώτησα.

«Τι, είναι τούρκοι στη Σύρα;» πετάχτηκε η Μαρία.

«Τούρκοι μονάτοι· μέρος τούρκικο δεν είναι;»

«Ώστε σου αρέσανε· λαός πολιτισμένος, ε;» τον κοίταξα γελώντας.

«Τι θα πη πολιτισμός;» θύμωσε· «η ευρωπαϊκή οχλοκρατία; Η κατάπτωση, η παρανόηση της ζωής; Των ωρών ο γύρος στην Ασία θα σταματήση». Άδειασε το ποτήρι του και γύρεψε από τη Μαρία και του το ξαναγέμισε.

«Έμεινες πολύ στην Αθήνα τώρα;» ρώτησα.

«Ούτε ανέβηκα· θάτανε τέλεια απογοήτεψη έπειτα από το δράμα της Ιωνίας. Έπρεπε ναπομονωθώ».

Η Μαρία έστεκε και τον κοίταζε.

«Ε, Μαρία, τι κάθεσαι; Δεν πας να κοιμηθής; Δε σου έφερα τίποτες. Μην καρτεράς», της είπε.

«Καρτερώ να μου πης πού να σου στρώσω», μουρμούρισε η Μαρία.

«Πού αλλού από το κρεββάτι μου;»

Η Μαρία γύρισε και με κοίταξε.

«Κοιμούμαι δω στον καναπέ», είπα.

«Όχι, φίλε μου· δεν μπορώ να κοιμηθώ με άλλονε στην ίδια κάμαρα. — Στρώσε στη σάλα».

Η σάλα είταν πλαγινά στην κάμαρά του κ' η Μαρία μπήκε κει να συγυρίση. Ο Νίκος σηκώθηκε και περπατούσε:

«Είταν αποκάλυψη αυτό το ταξίδι. Πρέπει να μετουσιωθή σ' ένα έργο», είπε σα μονολογώντας.

«Ρομάντσο ή — », έκαμα να τονέ ρωτήσω.

«Δράμα, δράμα· είταν τόσο τραγικό».

«Καμιά ερωτοδουλειά;» ρώτησα σιγά, όταν η Μαρία έφυγε από τη σάλα.

«Κι αυτό μαζί· όλος ο κόσμος· εκεί ένοιωσα τον Μπάιρον. Πρέπει να νικηθή η Μοίρα».

«Διηγήσου μου λοιπόν».

«Τι να σου διηγηθώ! Δε διηγούνται αυτά. Τα ζει κανένας μόνο· τα αισθάνεται. Είναι δράμα, σου είπα. Πρέπει να μονωθώ και να το γράψω. Τι είναι αυτή η Ανατολή!»

«Καμιά χανούμισσα;»

«Κι αυτή. Είναι πολλά· αδιήγητα».

Η Μαρία ξαναήρθε μέσα.

«Δε σου είπα διάολε! δε σου τάφερα. Μην καρτεράς».

«Ήρθα να σου στρώσω καθαρά σεντόνια», είπε κείνη μουδιασμένα.

Ο Νίκος περπάτησε πάλι πέρα δώθε, κοιτάζοντάς την που συγύριζε το κρεββάτι του. Μα σε λίγο, σα να του ήρθε ξαφνική ιδέα.

«Φέξε μου δω», μου είπε εμένα κ' έκαμε κατά την πόρτα.

Πήρα τη λάμπα και πήγα κοντά του στο σαλότο. Άνοιξε εκεί το μπαούλο του, έψαξε μέσα σ' ένα ανακάτωμα από ασπρόρρουχα πλυμένα κι άπλυτα, χαρτιά, παπούτσια, κ' έβγαλε ένα δεματάκι.

Γυρίσαμε στην κάμαρα.

«Έλα να σ' τα δώσω», είπε της Μαρίας.

«Τάφερες;» είπε κείνη γελαστή, απλώνοντας το χέρι.

Ο Νίκος ξετύλιξε το δέμα: «Έλα, άπλωσε το πόδι σου», της είπε.

Η Μαρία κατέβασε τα μούτρα: «Δε σου είπα γω παντόφλες», μουρμούρισε.

«Για δες τις πρώτα», είπε ο Νίκος κρατώντας τις ψηλά μπροστά της.

Είταν ένα ζευγάρι χρυσοκεντημένα πασουμάκια.

«Έλα, φόρεσέ τις».

«Έτσι;» είπε η Μαρία κ' έδειξε τα πόδια της. Είτανε ξυπόλυτη, καθώς σφουγγάρισε.

«Έτσι τις φορούν οι τούρκισσες».

Η Μαρία τις φόρεσε και περπάτησε στην κάμαρα, κοιτάζοντας τα πόδια της: «Ίσα ίσα μούρχονται», είπε με χαμόγελο: «Μα εγώ σου είπα παπούτσια», ξαναμουρμούρισε κοιτάζοντας το Νίκο.

«Σα δε σ' αρέσουνε, φέρ' τις πάλε δω», έκαμε θυμωμένα εκείνος.

Δεν τον πρόσεξε. Τις έβγαλε, τις κοίταξε, τις ξανακοίταξε και τις φόρεσε πάλι και κοίταξε τα πόδια της: «Έτσι τις φορούν αλήθεια οι τούρκισσες;» είπε.

«Έτσι», αποκρίθηκε ο Νίκος.

«Βγαίνουν έτσι στο δρόμο;»

«Οι τούρκισσες δε βγαίνουνε στο δρόμο».

«Τότες πού τις είδες;»

«Στα μπαλκόνια, στις αυλές τις είδα».

Η Μαρία τον κοίταξε.

«Στάσου μια στιγμή», της είπε ο Νίκος. Μπήκε στη σάλα, ξέστρωσε το σεντόνι από τον καναπέ και γύρισε και την τύλιξε μ' αυτό, αφίνοντας να φαίνουνται μόνο τα μάτια της κ' οι άκρες από τα πασουμάκια: «Σύρε δες μέσα στον καθρέφτη», της είπε· «έτσι είναι οι τούρκισσες».

Πήρε τη λάμπα και της έφεξε. Η Μαρία στάθηκε αντίκρυ στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε μια στιγμή:

«Και δε σκιάζουνται τα παιδιά που τις βλέπουν;» είπε πετώντας το σεντόνι αποπάνω της.

Ο Νίκος δεν απάντησε. Σεργιάνιζε στη σάλα.

Η Μαρία, αφού ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη στρίβοντας τα πόδια για να τα δη πώς φαίνουνται κι από τις φτέρνες, κάθησε κάτω κ' έβγαλε το ένα πασουμάκι: «Με το χέρι είναι κεντισμένο· στον κατηφέ», είπε κοιτάζοντας το. «Πόσο έχουνε;» ρώτησε το Νίκο.

«Τι σε μέλει; Σ' αρέσουνε μονάχα;» της είπε κείνος.

Η Μαρία ξαναφόρεσε το πασουμάκι και σηκώθηκε. Ο Νίκος πήρε τη λάμπα και ξαναήρθαμε στην κάμαρά του:

«Σύρε κοιμήσου τώρα», της είπε, «κι αύριο — »

«Κι αύριο τι;» Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια.

«Άντε τώρα», τη σκούντησε.

Έκαμε να φύγη, μα την κράτησε. «Στάσου πρώτα», της είπε, την πήρε στη σάλα, της μουρμούρισε κάτι και γύρισε σε με.

Τον κοίταξα. Γέλασε κι άδειασε το ποτήρι του.

Σε λίγο μπήκε η Μαρία μέσα σκεπασμένη πάλι με το σεντόνι. Με κοίταξε κατάματα, κούνησε το κεφάλι και γύρισε κ' έφυγε από την πόρτα.

Άρχισα να τα χάνω λιγάκι.

«Έτσι την είδα», μου είπε σιγαλά ο Νίκος, «έτσι απάνω κάτω. Γυρίζω με τόνειρο σπασμένο. Μα πρέπει να νικηθή η Μοίρα». Γέμισε πάλι το ποτήρι κ' ήπιε.

«Μα λέγε μου λοιπόν, ποια είδες έτσι;» τονέ ρώτησα.

«Τι να σου πω! Δεν τάδες;»

«Τι να δω;»

«Τα πασουμάκια».

«Πού ταγόρασες;»

«Ηλίθιε!»

«Τότε πού τα βρήκες;»

«Νάξερες τι ιστορία έχουνε! Να μπορούσα να σου την πω!»

«Νισάφι· πες λοιπόν!»

«Τι να σου πω! Την ξέρεις την Κόρη των Αθηνών του Μπάιρον;»

Κούνησα το κεφάλι για να γλυτώνω.

«Ε λοιπόν, την είδα ζωντανή», μου είπε κοιτάζοντάς με.

«Τη Μαριγώ Χασάπη;» ρώτησα γελώντας.

«Τη σκλάβα, τη σωστή γυναίκα. Έζησα μια τραγωδία. Να μούστελνες τα χρήματα — ».

«Τι θάκανες;»

Δε μου απάντησε. Κάθησε μπροστά στο τραπέζι με σκυμμένο το κεφάλι.

«Είναι το μόνο σημείο που συμφωνώ με το Σοπενάουερ», γύρισε και μου είπε άξαφνα σε λίγο.

Τον κοίταξα.

«Δεν αρκούνε δυο θέλησες», ξακολούθησε, «χρειάζεται κ' η θέληση του Παντός. Κ' έτσι αρχίζει η τραγωδία της ζωής. Ο αγώνας με τη Μοίρα. Ήρωας είναι όποιος τη νικά. Αυτό θάναι το δράμα μου».

Έσκισε δυοτρείς φορές αμίλητος την κάμαρα κ' έπειτα στάθηκε μπροστά μου: «Έλα, πιε», είπε γεμίζοντας τα ποτήρια. «Στη θύμησή της! Του ποιητή του είναι δοσμένο να γεύεται τις τραγικότητες. Γι' αυτό ζει στόνειρο· με τους ίσκιους, με τις προβολές της βάναυσης ζωής. Η ζωή χωρίς την τραγικότητα είναι πλήξη. Έλα, πιε στη θύμησή της!»

Ήπιαμε.

«Θα μου πης λοιπόν την ιστορία;» έκαμα να του πω.

«Ο ποιητής δε βεβηλώνει το είναι του. Πιε, πιε μονάχα».

Μα η μπουκάλα είχε αδειάσει.

«Σύρε ξαναγέμισέ τη», μου είπε όταν το παρατήρησε.

«Θα κλείσανε τώρα», του απάντησα.

Ξαπλώθηκε στον καναπέ κ' έμεινε αμίλητος. Δοκίμασα να τον ξαναρωτήσω κάτι, μα δε μου έδωσε απόκριση. Τέλος βαρέθηκα και γω και προτίμησα να τον αφήσω να ησυχάση.

5

Είταν αργά άμα σηκώθηκα την άλλη μέρα. Είχα ξυπνήσει την αυγή, μου φάνηκε πως άκουσα μιλήματα μέσα στην κάμαρα του Νίκου, μα η νύστα μου νίκησε την περιέργεια και ξανάκλεισα τα μάτια.

Άμα ντύθηκα, έκαμα να μπω στην κάμαρα του Νίκου, μα η πόρτα είτανε συρτωμένη από μέσα κ' έτσι πήγα στην τραπεζαρία. Βρήκα τη θεια καθισμένη με τη ρόκα της κοντά στη φωτιά και σκουντουφλιασμένη. «Παρακάτσατε τη νύχτα με τον προκομμένο», με ρώτησε σε λίγο αφού κάθησα εκεί κοντά της· «τι σούλεγε;»

«Τίποτες· κουβεντιάζαμε», της είπα: «Πού είναι τος; δεν ξύπνησε ακόμα;»

«Σύρε μέσα να τονέ δης' κλειδώθηκε· δεν άφησε ούτε τον πατέρα του να μπη». Αναστέναξε: «Κλειδώθηκε και γράφει με τη λάμπα. Τον πειράζει ο ήλιος, λέει, κ' έκλεισε το παραθύρι. Κάποιος λέει νάχη τον ήλιο κι αυτός καίει φως μέρα μεσημέρι. Και νάτανε κάνε φτηνό και το πετρέλαιο».

Η Μαρία μου έφερε καφέ. Η όψη της γελούσε. Τον άφησε στο τραπέζι και γύρισε να φύγη.

«Έλα δω, μωρή· τι κάνει μέσα;» της φώναξε η θεια.

«Ξέρω γω; Σαν και ξαναπήγα μέσα;» είπε η Μαρία αδιάφορα.

Γύρισα και την ξανακοίταξα. Είτανε χτενισμένη, πιο συγυρισμένη και στα πόδια της φορούσε τα πασουμάκια.

«Είδες τι της έφερε;» μου είπε η θεια.

«Όμορφα είναι», μουρμούρισα.

«Μούφερε και τα παπούτσια· με κουμπιά και με λουστρίνι», είπε γελούμενα η Μαρία: «Να τα φέρω να τα δης;»

Και βγήκε γλήγορα χτυπώντας τα τακούνια από τα πασουμάκια.

«Μου πήρε ταυτιά από την αυγή με το βρόντο· μα ας τα χαρή μια μέρα η κακομοίρα. Κορίτσι είναι κι αυτή», είπε η θεια.

Η Μαρία γύρισε, με τα παπούτσια. Είταν από τα έτοιμα που πουλούνε στο Αναβρυτήριο

«Καλά δεν είναι;»

Τα πήρα κ' έκαμα πως τα κοίταζα: «Ωραία είναι», της είπα.

«Σαν κοντά μου κάζονται· δε σε στενεύουνε;» ρώτησε η θεια.

«Αμπά! Σα νάτανε παραγγελιά. Να δης να τα φορέσω».

Μου τάδραξε από το χέρι. Μα μόλις κάθησε να τα φορέση, ο Νίκος τη φώναζε από μέσα. Τάφησε κ' έφυγε γλήγορα.

Κάθησα να πιω τον καφέ μου και πήρα την εφημερίδα από το τζάκι. Της θειας της άρεσε νακούη τα νέα κι αν και μου είταν κάπως βαρετό να κάθουμαι να της ξηγώ κάθε φράση που διάβαζα, όμως για χάρη της θυσίαζα πρόθυμα μια ώρα κάθε πρωί.

Εκεί που άρχισα να της διαβάζω, η Μαρία μας έκοψε, ξαναμπαίνοντας μέσα με δυο κονίσματα στα χέρια της.

«Τι είν' αυτά, μωρή;» ρώτησε η θεια.

«Μου τάδωσε ναν τα φέρω δω· δεν τα θέλει μέσα, λέει. Είναι ανεβασμένος στο τραπέζι και θέλει να κατεβάση και το κονοστάσι». Η φωνή της Μαρίας έτρεμε.

Η θεια πετάχτηκε άγρια στην πόρτα: «Σύρ' τα πάλι μέσα», είπε της Μαρίας, «βάλ' τα γλήγορα κει που είτανε. Όσο είμαι ζωντανή, το ορίζω γω το σπίτι μου».

«Μαρία! Έλα πάρε κι αυτά, μην τα πετάξω απ' το παράθυρο», φώναξε από την κάμαρά του ο Νίκος, ενώ η μάννα του έβγαινε στο σαλότο.

«Θα σε πετάξω πρώτα εσένα εγώ απ' το σπίτι, γάιδαρε», του φώναξε κ' η μάννα του και χύμησε να μπη στην κάμαρα.

Ο Νίκος πρόλαβε κ' έκλεισε την πόρτα: «Έλα, Μαρία, παρ' τα· αλλιώς θα τα πετάξω κάτω, σου είπα», ξαναφώναξε από μέσα.

Η Μαρία έκαμε να πάη από την άλλη πόρτα, μα η θεια την άρπαξε:

«Μην πειράξης, κακομοίρη, τίποτας, γιατί τζογάπι δε μου δίνεις. Βάλε πάλι τα κονίσματα στον τόπο τους, μην πας γυρεύοντας για μεγαλήτερα».

Ξαναχτύπησε δυνατά την πόρτα.

Μα αντίς νανοίξη αυτή, ακούστηκε νανοίγη το παράθυρο.

«Θα τα πετάξη αλήθεια», μουρμούρισε η Μαρία, σμίγοντας τα χέρια μπροστά στο στήθος κ' έτρεξε στο παράθυρο του μαγεριού.

Χύμησα κ' έπιασα τη θεια, που αγρίεψε περσότερο και χτυπούσε δυνατότερα την πόρτα, βρίζοντας ολοένα.

«Τα πέταξε», μου έκαμε νόημα η Μαρία, βγαίνοντας από το μαγεριό και τρέχοντας στη σκάλα.

«Έλα, άσε τον το ζουρλό, δεν τα πετά· έτσι το κάνει», γύρεψα να ησυχάσω τη θεια.

«Θα τον πετάξω όξω απ' το σπίτι μου. Θα φέρω την εξουσία», φώναζε κείνη.

Τρόμαξα να την μπάσω στην τραπεζαρία. Έπεσε τρέμοντας στον καναπέ. Την έπιασε το νευρικό της, καθώς τόλεγε.

Έτρεξα να κράξω τη Μαρία, ναρθή να τη βοηθήση. Τη βρήκα που ανέβαινε τη σκάλα κρατώντας το κονοστάσι που είχε πετάξει ο Νίκος από το παράθυρο. «Θα ρίξη ο θεός φωτιά να μας κάψη», μου είπε με δάκρυα, δείχνοντας ένα κόνισμα σπασμένο στη μέση.

Το άδραξα από το χέρι της και το απίθωσα χάμω: «Μην πης πως τα πέταξε», της είπα σιγαλά και την έσπρωξα στην τραπεζαρία, μπαίνοντας και γω μαζί της.

Πέρασε ώρα ως που να ησυχάση λίγο η θεια. Κόντευε πια μεσημέρι. Ξάφνω θυμήθηκα το κονοστάσι, που είχα αφήσει πριν όξω από την πόρτα και πήγα να το πάρω, μην τόβρη ο θειος που θαρχότανε κ' έχουμε νέες φασαρίες. Το πήρα κι αυτό και το σπασμένο κόνισμα και πήγα στην κουζίνα να τα κρύψω. Έβαλα το κονοστάσι μέσα στο κασόνι με τα κάρβουνα, το κόνισμα όμως δίσταζα να το πετάξω εκεί. Καθώς κρατούσα τα κομάτια του και τα κοίταζα, ξαφνίστηκα. Τα ταίριασα κι αν είχα τα χέρια μου άδεια, θάκανα αλήθεια το σταυρό μου. Τόσο παράξενος μου φάνηκε ο άγιος που είτανε ζωγραφισμένος εκεί. Φορούσε μακριά αρβανίτικη φουστανέλα ίσια με το γόνα και ψηλή τουρλωτή φέσα. Δε θυμούμαι καλά αν είχε τσαρούχια και βλαχόκαλτσες ή τουζλούκια. Απάνω από το κεφάλι του διάβασα τα λόγια «ο άγιος Γεώργιος ο εξ Ιωαννίνων». Δεν μπόρεσα να μη γελάσω κ' η Μαρία που ήρθε άξαφνα στην κουζίνα μ' έπιασε με το χαμόγελο.

«Γελάς», μου είπε· «δε λες θα μας οργιστή ο θεός; Είδες πώς τόκαμε; Να μη στοχάζεται την αμαρτία!» Δίπλωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος: «Δεν τάκουσες εψές; Γίνηκε τούρκος. Τώρα έχει ένα μακρί τσιμπούκι και καπνίζει».

«Δε φορεί και φέσι;» ρώτησα.

Δε μου απάντησε. Στάθηκε μια στιγμή: «Δε με κάνει και μένα τούρκισσα», είπε τινάζοντας γοργά από τα πόδια της τα πασουμάκια: «Δεν τα ξαναφορώ, δεν ξαναπηγαίνω μέσα!»

«Μην τα ξαναφοράς, μην ξαναπάς μέσα», της είπα σιγαλά κ' έπιασα το χέρι της.

Δε σήκωσε τα μάτια από χάμω.

«Κοίτα, άκου με, Μαρία», της ξαναείπα· «να, κρύψε πουθενά το κόνισμα, μην το δη η θεια. Κ' ύστερα, πάρε και ποδέσου ταχτικά, σα φρόνιμο κορίτσι που είσαι».

Μου έρριξε μια ματιά σαν ξαφνισμένη, πήρε το κόνισμα κι άφησε το χέρι μου.

6

Όταν ήρθε ο θειος το μεσημέρι, βρήκε ησυχασμένη τη θεια. Είτανε πεινασμένος, μα φαινότανε χαρούμενος. Αφού ρώτησε πώς το κάμανε το κρέας και βίασε τη Μαρία να βάλη γλήγορα τραπέζι, άρχισε να διηγάται πόσους ξεπλήρωσε όξω στην αγορά με τα χρήματα που είχε φέρει ο Νίκος. Η θεια έκανε πως δεν τον άκουγε. Μόνο σαν της είπε πως πλήρωσε και στο εμπορικό εκείνα που είχε ψουνίσει αυτή, γύρισε και τον έκοψε:

«Δέκα δραχμές τις έβαλε; Ενιά κι ογδοήντα είτανε. Να πας να τις γυρέψης πίσω τις δυο δεκάρες».

«Καλά, θα πάω», της απάντησε ο θειος και ξακολούθησε την κουβέντα του, δίχως να προσέχη στο μουρμούρισμά της:

«Ξανάσανα λιγάκι», είπε τέλος γυρίζοντας σε μένα.

«Τώρα νακούσουν κ' οι άλλοι πως γύρισε ο έμπορας και θα ιδής ξανάσασμα», ξαναπετάχτηκε η θεια από την άκρη της.

«Σώπα, γριά, μη σεκλετίζεσαι κι όλα θα κονομηθούνε. Δεν αφίνει κανέναν ο θεός να πάη χαμένος», της απάντησε ήσυχα ο θειος: «Ο Νίκος πού είναι; Δε βγήκε όξω;» ρώτησε τη Μαρία, που ήρθε κ' έβαζε τραπέζι.

«Μέσα είναι», είπε κείνη.

«Άντε φέρε το φαγί και πες του κι αυτουνού ναρθή να φάμε». Πήγε κ' έπιασε τη θέση του στην κορφή του τραπεζιού.

Κάθησα και γω στη δική μου, προσμένοντας με κάποια ανησυχία νέα ταραχή, άμα θάκουγε ο θειος πως δεν έρχεται ο γιος του στο τραπέζι. Η Μαρία έφερε το φαγί και κάθησε κι αυτή, αφού περίμενε να καθήση πρώτα η θεια.

Ο θειος πήρε να σερβίρη κατά τη συνήθεια του, όταν άνοιξε η πόρτα και παρουσιάστηκε ο Νίκος. Στάθηκε μια στιγμή, πήγε κ' έρριξε μια ματιά όξω από την τζαμόπορτα του μπαλκονιού κ' ύστερα ήρθε και κάθησε στη θέση του αμίλητος και σοβαρός. Είτανε φρεσκοξυρισμένος. Καθώς μπήκε στην πόρτα, η μακριά ζακέτα που είδα πως φορούσε, μου θύμησε το Βελαδράπα. Μα όταν κάθησε, είδα πως είταν κατακαίνουργη. Κι ο λαιμοδέτης του της ώρας και δεμένος σφιχτά, στενόμακρα, καθώς είταν τότε η μόδα.

«Μπα πανάθεμα τα χαμπέρια σου, Νίκο!» φώναξε ύ θειος» σαν τον είδε από κοντά, καθώς κάθησε δίπλα του: «Εψές δε σε πρόσεξα. Έτσι έρχεσαι από τη Σύρα; Ή σημέρα το ξούρισες;» Και γέλασε.

«Πώς, δε σ' αρέσω;» του είπε ο Νίκος, γέρνοντας το κεφάλι στον ώμο και κοιτάζοντάς τονε λοξά και με χαμόγελο. Έπειτα έκαμε ένα σπασμό με το σαγόνι του και γύρισε στο φαγί του.

Μ' εμάς τους άλλους δεν άλλαξε ούτε λόγο· ούτε μας έρριξε ολότελα ματιά. Μα μια κίνηση του χεριού, που μου θύμησε τον ποιητή Βιδούρη, μας έδειξε μονάχα ένα ασημένιο βραχιόλι που φορούσε κάτω από το μανικέτι του. Σε καναδυό ρωτήματα του πατέρα του απάντησε ξερά, λακωνικά κι αφού άδειασε το πιάτο του και το ποτήρι, σηκώθηκε.

«Αχά, πού πας;» τονέ ρώτησε ο θειος.

«Έχω δουλειά μέσα», είπε.

«Πότε θαδειάσης, που σε θέλω;»

«Σαν αποφάς, έλα φώναξέ με».

Έφυγε. Η μάννα του ούτε γύρισε να τον κοιτάξη όλη την ώρα, ούτε έβγαλε κι αυτή λόγο από τα στόμα της.

Μου είτανε τόσο στενόχωρα εκεί μέσα, που μόλις σηκωθήκαμε από το τραπέζι, πήρα το καπέλο μου και βγήκα όξω.

Καθώς μπλέκανε τα πράματα, δεν είχα πια ελπίδα να μεσιτέψη ο θειος μου και να καταφέρη τον πατέρα μου να με ξαναστείλη στην Αθήνα. Στο τελευταίο γράμμα του που είχα λάβει, μου το ξέκοψε· έπρεπε να πάω να μείνω στο σπίτι όσο νάρθη η ώρα για να ξαναδώσω εξέτασες· θα προτιμούσα βέβαια νάμενα στου θειου, μα τώρα που ήρθε ο Νίκος πώς να μείνω; Αν έλεγα, θα μου δίνανε την καμαρούλα, που κοιμότανε η Μαρία. Μα διάβολος βαστούσε ολημέρα σε μια τρύπα; Κ' έπειτα θα μπορούσα να βρω ησυχία μέσα σε τόσες φασαρίες; Το βρήκα λοιπόν καλήτερο να γυρίσω σπίτι μου. Είχα δει πως ο Νίκος κράτησε κάμποσα χρήματα κ' είπα πως μπορούσε να μου δώση το εικοσιπεντάρικο που μου χρωστούσε κ' έτσι να φύγω. Αφού σεργιάνισα όλο ταπόγεμα όξω, γύρισα ταποβραδίς στο σπίτι με την απόφαση αυτή.

Δε βρήκα κανένανε στην τραπεζαρία που μπήκα. Είτανε σκοτεινά κιόλας κ' η φωτιά σβηστή. Στάθηκα και συλλογιόμουνα. Καθώς περνούσα, είχα δει φως στην κάμαρα του Νίκου, όμως δεν αποφάσιζα να πάω να του χτυπήσω. Μια έκανα προς τα κει, μια στεκόμουνα. Ή Μαρία μ' άκουσε κ' ήρθε μέσα.

«Εσύ είσαι;» μου είπε.

«Πού είν' η θεια;» τη ρώτησα.

Μου αποκρίθηκε πως πήγε κάπου να συλλυπηθή και δεν ήξερε κι αυτή πώς άργησε τόσο.

«Κοίτα, ξέχασα νανάψω φωτιά», είπε άξαφνα κ' έτρεξε όξω.

Ξαναγύρισε φορτωμένη ξύλα.

«Μέσα είν' ο Νίκος;» τη ρώτησα εκεί που άναβε τη φωτιά.

«Μέσα είναι».

«Δεν ξανάγινε τίποτες;»

«Όχι».

«Κουβέντιασε με τον πατέρα του; Δε μαλλώσανε;»

«Όχι».

Άναψε τη φωτιά και σηκώθηκε από τη γωνιά.

«Για να σου πω, Μαρία», της είπα.

«Τι θέλεις; Νανάψω πρώτα τη λάμπα».

Έκαμα να την πιάσω από το χέρι.

«Τι θέλεις;» με ρώτησε απότομα ξεφεύγοντας.

«Σύρε πες του Νίκου πως τονέ θέλω».

«Τι τονέ θέλεις;»

«Τονέ θέλω».

Βγήκε. Άκουσα που άνοιξε την πόρτα του Νίκου και σε λίγο που την ξανάκλεισε.

«Δεν αδειάζει τώρα», μου είπε ξαναμπαίνοντας.

«Αδειάζει δεν αδειάζει. Έχω ανάγκη να τονέ δω, άντε ξαναπές του».

«Σύρε πες του το μοναχός σου».

«Άντε, κάμε μου τη χάρη. Πες του πως θα φύγω», την ξαναπαρακάλεσα.

«Πού θα πας να φύγης;»

«Σπίτι μου».

«Γιατί;»

«Δε με βαρέθηκες τόσον καιρό;»

«Γιατί να σε βαρεθώ; Τι μου κάνεις να σε βαρεθώ;»

Πήρε κι άναψε τη λάμπα και περίμενε να ζεσταθή το γιαλί για να της δώση φως.

«Να ζήσης, σύρε πες του Νίκου», της ξαναείπα και ξαναέκαμα να της πιάσω το χέρι.

«Δεν πάω, σου είπα· θα με φωνάξη». Μ' έσπρωξε κ' έδωσε φως της λάμπας. Την κοίταξα. Είδα πως φορούσε πάλι τα πασουμάκια.

«Τα ξανάβαλες; Δεν είπες — ;»

«Δεν είδες πώς μούρχουνται και τα παπούτσια», μ' έκοψε κ έτρεξε όξω.

Αποφάσισα να πάω να μπω στην κάμαρα του Νίκου κι ότι θέλει ας γίνη. Μα καθώς έκαμα να βγω από την πόρτα, η Μαρία ξαναήρθε φορώντας τα καινούργια παπούτσια.

«Βλέπεις, δεν είναι κοντά, που είπε η θεια. Εδώ μοναχά με μαζώνει λίγο, μα θ' ανοίξη μου είπε ο Νίκος». Έβαλε το πόδι στην καρέκλα και μούδειξε το μέρος. Έπειτα το κατέβασε, σήκωσε λίγο το φουστάνι και μούδειξε πάλι τα παπούτσια.

«Καλά, ωραία είναι», της είπα και στάθηκα και την κοίταξα.

Σε λίγο ήρθε η θεια, κατόπι ο θειος και καθήσαμε και φάγαμε. Ο Νίκος παράγγειλε πως δεν αδειάζει και του πήγε η Μαρία το φαγί στην κάμαρά του.