Υπεράνθρωπος: Διήγημα

Part 2

Chapter 2 1 words Public domain Markdown

Δίχως να το θέλω με πήρε ο ύπνος και με πήρε για να ξαφνιστώ περσότερο και να πεταχτώ τρομαγμένος από ένα τράνταγμα της πόρτας. Έτρεξα εκεί διστάζοντας αν πρέπη νανοίξω ή όχι.

«Έλα τώρα, αστείε· άνοιξε· μέσα είσαι», γνώρισα τη φωνή του Νίκου.

Δεν μπόρεσα να κρατήσω τα γέλια, σαν άνοιξα την πόρτα. Είταν ο Νίκος δίχως το μουστάκι του.

«Τι γελάς, χάχα;» μου είπε, μ' έσπρωξε και τράβηξε και κάθησε στο κρεβάτι μου, πετώντας στο τραπέζι το καπέλο του με κίνημα, που πρώτη φορά το παρατηρούσα σ' αυτόν και που δε φαινότανε να τόχε ακόμα μαθημένο καλά.

«Δε σε περίμενα πως θάχες τόσο εμπορικό μυαλό. Ε, βγάλαμε πολλά; Με γεια τα ρούχα κιόλας. Συριανά είναι;»

Δε μου απάντησε. Πήρε την εφημερίδα από το τραπέζι και την έφερε κοντά κοντά στα μάτια του, μισοκλείνοντάς τα.

«Μπα! Έγινες και κοντόφταλμος στη Σύρα;»

Δε με πρόσεξε πάλι. Λάγγεψε μόνο, κουνώντας νευρικά ώμο και σαγόνι μαζί. Σαν είδα πως δεν είχε όρεξη για κουβέντα, πήρα και γω το βιβλίο μου και κάθησα κοντά στο παράθυρο.

Πέρασε λίγη ώρα δίχως μιλιά.

«Να, δες τα πάλι!» Σηκώθηκε άξαφνα πετώντας την εφημερίδα και χτυπώντας με το χέρι το τραπέζι.

Ξαφνίστηκα: «Τι είναι;» ρώτησα.

«Όλο στη Γαλλία, όλο με τη Γαλλία!»

«Τι έκαμε η Γαλλία;»

«Να, τα θωρηχτά τα στέλνουνε να καθαριστούνε κει».

«Πού ήθελες να πάνε;»

«Στη Γερμανία».

«Γιατί; Καθαρίζουνε καλήτερα στη Γερμανία;»

«Βέβαια καλήτερα. Όλα τα κάνουνε καλήτερα στη Γερμανία. Μα εμείς όλο με τη Γαλλία. Από τη Γαλλία παραγγελίες, από τη Γαλλία αναμορφωτές, γαλλικές στολές ο στρατός, γαλλικό συρμό ο κόσμος, γαλλικά στα σκολειά, γαλλικά μιλεί η καλή κοινωνία, γαλλική επιστήμη, γαλλική φιλολογία. Γι' αυτό είμαστε σε τέτοιο χάλι». Σηκώθηκε και περπάτησε θυμωμένος πέρα δώθε: «Πότε θα νοιώση τέλος αυτός ο τόπος πως του χρειάζεται να μπάση λίγο γερμανικό πνεύμα!»

«Ώστε είσαι με το γερμανικό κόμμα. Δε μου λες αλήθεια, έφαγες καμιά προχτές και συ;» τονέ ρώτησα.

Δεν απάντησε.

«Κι ο γερμανομανής ο φίλος σου πώς λέγεται;»

«Ποιος απ' όλους;»

«Εκείνος που ήρθε ύστερα και κάθησε κοντά μας».

«Διαμαντής Πάλας».

«Έξυπνος φαίνεται».

«Το δυνατότερο μυαλό της ρωμιοσύνης».

«Στη Γερμανία σπούδασε;»

«Τώρα θα πάη».

«Τι θα σπουδάση;»

«Τη ζωή».

«Είναι πολύ φίλος σου;»

«Πνευματικός φίλος. Διανοητική αλληλεγγύη έχουμε».

Μου αποκρινότανε περπαντώντας πάντα πέρα δώθε. Αυτή τη φορά παρατήρησα πως δεν πέταξε το τσιγάρο του ύστερα από λίγες ρουφηξιές· κόντευε μάλιστα να του κάψη τα δάχτυλα. Το ίδιο, όταν τα πρόσεξα καλήτερα, μου κάμαν εντύπωση τα ρούχα που φορούσε. Ούτε καινούργια φαινόντανε, ούτε καλά κομμένα στο κορμί του. Έρριξα μια ματιά και στο καπέλο του, απάνω στο τραπέζι, και μου φάνηκε πως είταν η ίδια η σταχτιά ρεπούμπλικα με τους πλατιούς γύρους, που φορούσε εκεί όξω στο ποιητικό συνέδριο ο πνευματικός φίλος του, ο Διαμαντής Πάλας, καθώς τον είπε. Όλ' αυτά με κάμανε να υποψιαστώ και να το βρω λιγάκι αφύσικο πως γύρισε τόσο γλήγορα από το ταξίδι του. Μου πέρασε στο νου πως όλη η ιστορία του ταξιδιού είτανε μονάχα ποιητική φαντασιοπληξία, μύθος που τον έπλασε μονάχα για να με ξαφνίση. Θυμήθηκα τη φορτωτική που είχε ξεχάσει στη βαλίτσα και το πως δεν ήξερε να μου πη πόσες οκάδες καπνά είχε· και γέλασα μέσα μου με την αφέλεια που είχα να τα πάρω μετρητά.

«Λοιπόν πώς πέρασες στη Σύρα; Δε μου είπες», τονέ ρώτησα και γω για να παίξω.

«Ποια Σύρα; Απόψε φεύγω για τη Σύρα», απάντησε δίχως να σταθή.

«Απόψε! Πού είσουνα τόσες μέρες;»

Με κοίταξε: «Αύριο πηγαίνουν τα καπνά. Να φύγω απόψε, τα προφτάνω».

Το είπε τόσο σοβαρά που φουρκίστηκα.

«Έλα, άσ' τα χωρατά. Τι γούστο βρίσκεις να μου πουλάς τέτοια παραμύθια;» είπα βαριεστισμένος αληθινά να χάνω την ώρα μου και γύρισα τα μάτια στο βιβλίο.

«Τι παραμύθια! Σου είπα φεύγω απόψε, θέλω μάλιστα να με δανείσης ένα εικοσιπεντάρικο. Γι' αυτό ήρθα», είπε σταματώντας και κοιτάζοντάς με.

«Πού να το βρω;»

«Τότε πώς να κάμω; Αύριο στις δέκα πρέπει νάμαι στη Σύρα».

«Ας έφευγες την ημέρα που ήρθες, πρι να φας τα ναύλα σου».

«Για να μη φύγω, θα πη πως έπρεπε να μείνω», είπε σοβαρά.

Γέλασα.

«Μη γελάς. Σήκω γλήγορα και βρες μου το εικοσιπεντάρικο. Πρέπει να φύγω δίχως άλλο».

Και ξακολούθησε να επιμένη. Έσκυψα κ' έκανα πως διάβαζα. Μα είταν αδύνατο να του γλυτώσω. Μου πήρε το βιβλίο από τα χέρια.

«Το εικοσιπεντάρικο και χάθηκα», μου είπε.

Έμπλεξα. Αφού τον παίδεψα κάμποσο κι αφού μου έταξε πως θα μου το στείλη αμέσως από τη Σύρα, αποφάσισα να του το δώσω με τον όρο να μου δείξη πρώτα τη φορτωτική από τα καπνά. Κ' έτσι σηκώθηκα να πάμε στο ξενοδοχείο που καθότανε. Πήρα το καπέλο μου και τράβηξα κατά την πόρτα.

— «θέλω μια χάρη ακόμα», μου είπε σταματώντας με· «να μου δανείσης το παλτό σου».

«Είναι γαλλικού συρμού και δε σου κάνει», απάντησα.

«Έλα. άσ' τις αηδίες».

Έρριξε το μάτι γύρω για να δη που το είχα κρεμασμένο.

«Είναι παλιό», του ξαναείπα.

«Έλα τώρα, γελοίε, βγάλ' το· τόχεις στο ντουλάπι».

Άνοιξα τα ντουλάπι και βεβαιώθηκε πως δεν είταν εκεί.

«Θα τόχης στο ράφτη, μπαγαπόνταρε. Πάμε να το πάρουμε».

«Άντε πάμε».

Το είχα κάτω από το μαξιλάρι μου, για να το κάνη πιο ψηλό, κ' έτσι γλύτωσε.

3

Σε δυο βδομάδες έδωσα εξέτασες κι αντίς το λίαν καλώς που καρτερούσα το λιγώτερο, ξαφνίστηκα ακούγοντας πως έπρεπε να ξαναπαρουσιαστώ ύστερα από έξι μήνες. Δε μου ναυαγούσανε μόνο τόσα άλλα όνειρα, μα έχανα και την ελπίδα να ψαρέψω με το δίπλωμα καναδυό κατοστάρικα από τον πατέρα μου και να ξοφλήσω κάποιους λογαριασμούς. Μέσα σ' αυτούς είταν και το εικοσιπεντάρικο που δανείστηκα για να δώσω του Νίκου. Δεν μου έμενε άλλο μέσο παρά να γράψω τουτουνού να με δανείση τώρα καμιά διακοσαριά δραχμές από τα κέρδη του κ' έτσι να βγω από τη δύσκολη τη θέση που βρέθηκα. Έστειλα το γράμμα και περίμενα. Ξαφνίστηκα όταν έλαβα μια κάρτα του από τη Σμύρνη. Πώς βρέθηκε εκεί, μου έλεγε πως θα μου το γράψη αργότερα· μου ζητούσε μόνο να του στείλω αμέσως πενήντα φράγκα στόνομα κάποιας Μαριγώς ή Κατίνας Χασάπη, δε θυμούμαι καλά. Ανάγκη μεγάλη μούγραφε, που δεν παίρνει αναβολή.

Άλλη τόση αναβολή όμως έπαιρνε κ' η δική μου ανάγκη.

Δεν μπορούσα να μείνω άλλο στην Αθήνα. Μα πάλι πώς να παρουσιαστώ στο σπίτι μου και με τι πρόσωπο να βγω στον κόσμο στον τόπο μου; Στην απελπισία μου ήρθε μια ιδέα. Να πάω για κανένα μήνα στους γονιούς του Νίκου, όσο να κρυώση το πράμα. Η μάννα του Νίκου είταν αδερφή της δικής μου κι ο πατέρας του, άνθρωπος αγαθός καθώς τον ήξερα, μου παρουσιάστηκε εκείνη την ώρα σαν ο μόνος συγγενής που θα μπορούσε να νοιώση τη στενοχώρια μου. Κοντά σ' αυτό, στον τόπο που καθόντανε αυτοί με γνώριζε τόσο λίγο ο κόσμος, ώστε για την ώρα γλύτωνα από κάθε ενόχληση. Πούλησα λοιπόν ό, τι μπορούσα από τα πράματά μου, δανείστηκα λίγες δραχμές από ένα φίλο μου, κ' έτσι πήρα το βαπόρι κ' έφτασα στο μικρό τον τόπο που κατοικούσαν οι θειοί μου.

Με δεχτήκανε χαρούμενοι και με βάλανε στην κάμαρα του Νίκου. Τους διηγήθηκα το πάθημά μου κι ο θειος μου δέχτηκε να μεσιτέψη στον πατέρα μου. Ύστερα από τόση στενοχώρια κι από την κλεισμάρα της μελέτης τόσους μήνες, η ησυχία που βρήκα εκεί είτανε σωστό ξανάσασμα. Το χινόπωρο είτανε κιόλας ήμερο και το μέρος όμορφο, στην άκρη από τη θάλασσα. Δε μετάνοιωσα που ήρθα και γλήγορα θαύρισκα το θάρρος και την όρεξη να ξαναρχίσω το διάβασμα, αν από την πρώτη κουβέντα που άνοιξα με τη θεια μου δε μου φανερωνότανε πως και δω δε βασίλευε η ησυχία που φαινότανε.

«Εμπόριο λοιπόν ο Νίκος», της είπα, σα μείναμε μοναχοί την άλλη μέρα του ερχομού μου.

Αναστέναξε: «Εμπόριο στη φυλακή».

«Στη φυλακή;»

«Τι, δεν τα ξέρεις;» μου είπε. «Δε σου τόπε ο Νίκος γιατί πήγε στη Σύρα;»

Τότε έμαθα πως καθαυτό αφορμή του ταξιδιού του Νίκου δεν είταν το εμπόριο. Τον περασμένο χρόνο που είταν έφεδρος, αποσπασμένος στην αστυνομία της Σύρας, είχε δείρει κάποιον εκεί και κείνος τον κατάγγειλε. Του ήρθε λοιπόν η κλήση να πάη να δικαστή. Σα θα πήγαινε που θα πήγαινε, κατέβηκε του πατέρα του η ιδέα να πάρη μερικά καπνά μαζί του. Η μητέρα του αντιστάθηκε, μα δεν την ακούσανε. Τώρα ήρθανε όπως τα φοβότανε. Εδώ κ' ένα μήνα τους έγραψε ο Νίκος πως τονέ βάλανε δεκαπέντε μέρες φυλακή κ' έτσι δεν μπόρεσε ακόμα να φροντίση για τα καπνά. Από τότε δεν τους ξανάγραψε.

«Είπες τον είδες στην Αθήνα που πέρασε. Πόσες μέρες κάθησε;» με ρώτησε η θεια.

«Ή μια ή δυο· να σου πω σε γελώ. Είμουνα σκοτισμένος με το διάβασμα».

«Τι μια ή δυο; Μια βδομάδα ύστερα από την ημέρα που έφυγε αποδώ ήρθε άνθρωπος από την Αθήνα και μας είπε πως τον είδε κει ακόμα».

Δεν απάντησα για να μην μπερδευτώ.

«Δε φταίει αυτός· φταίει ο πατέρας του. Και νάταν καν μοναχά ο δικός μας ο καπνός! Μα αυτοί πήγανε και μπλεχτήκανε και με τον κόσμο».

Και μου διηγήθηκε πώς καταφέρανε δυοτρείς άλλους που είχαν απούλητα καπνά και τους τα πήρανε βερεσέ. Αυτή χάλασε τον κόσμο να τους πείση να μην το κάμουνε, μα στάθηκε αδύνατο.

Την άλλη μέρα πάλι εκεί που τρώγαμε ήρθε η κουβέντα του Νίκου.

«Να μη μας ξαναγράψη εκείνο το παιδί!» είπε ο θειος.

«Καρτέρα», απάντησε η θεια· «τα καπνά είναι χαμένα. Τήρα μοναχά πώς θα ξεμπλέξουμε με τον κόσμο, που θα γυρεύη τα λεφτά του».

«Δε μ' αφίνεις και συ! Σαν και θα πης ποτέ καλό λόγο. Όλο στο κακό πάει ο νους σου!»

Εκείνη θέλησε να ξαναπή κάτι, μα ο θειος την έκοψε με θυμό:

«Άσ' την αυτή την κουβέντα!»

«Αυτή η γκρίνια της μ' έκαμε και καταστράφηκα», γύρισε σε μένα ο θειος, άμα η θεια βγήκε όξω: «Ό,τι κι αν έπιανα, να κάνω, όλο το ενάντιο μούλεγε. Θα χάσης, θα ζημιωθής, θα μας χαντακώσης, με τρωγότανε πάντα. Πάντα το κακό. Όσο πούρθε κι αυτό στο τέλος. Έτσι και τώρα που είπα να βάλω σε μια σειρά αυτό το παιδί. Αφού δεν ήθελε να κάμη εδώ το δικηγόρο, αφού δεν μπορέσαμε να το καταφέρουμε να πάρη τη θέση που του βρήκαμε, ας δοκιμάση, είπα, κάνε το εμπόριο, σαν είδα που είχε όρεξη. Μπας κ' έμπαινε σε δρόμο, μπας και γλυκαινότανε στον παρά κι άφινε τα γραψίματα και τις φυλλάδες, που δε βγάζουνε καρβέλι».

«Έχει πολλά καπνά μαζί του ο Νίκος;» ρώτησα.

«Τρισήμισυ χιλιάδες οκάδες».

«Και πόσα μπορεί να βγάλη;»

«Σα σταθή άξιος, και τέσσερες και πέντε χιλιάδες δραχμές».

«Μπράβο!»

«Αμ' τι λες;» είπε ο θειος κι αστράψανε τα μάτια του.

«Ώστε είναι γερή δουλειά;»

«Μα αν δεν είτανε, θαποφάσιζα να μπερδευτώ;»

«Ο Νίκος μου είπε πως θα τα μοιράσετε όσα βγάλη».

«Δε ντρέπεσαι! Έτσι του είπα για να τονέ βάλω στο φιλότιμο. Μου φτάνει εμένανε ό, τι αξίζει ο δικός μου ο καπνός, κι αν του πάρω και καμιά χιλιάδα ακόμα να πλερώσω κάτι κουτσοχρέη στο παζάρι».

Κι ο θειος ρούφηξε το κρασί του, ενώ η θεια, που μπήκε μέσα στο μεταξύ και ξανακάθησε στο τραπέζι, κούνησε το κεφάλι της.

«Θα μ' αφήσης, γυναίκα; δε βαστιέσαι!» φώναξε θυμωμένα κ' έκαμε νακκουμπήση το ποτήρι του στο τραπέζι.

Μα το ποτήρι σκόνταψε και το κρασί χύθηκε στο τραπεζομάντηλο.

«Γούρι, θα πουληθούνε τα καπνά», είπα, εκεί που η θεια με την ψυχοπαίδα της πήρανε και σκουπίζανε το τραπέζι. Η όψη τον θειου ξαστέρωσε πάλι με το λόγο μου.

Παρόμοια μαλλώματα γινόντανε συχνά, σχεδόν κάθε φορά που ερχότανε η ομιλία για την επιχείρηση του Νίκου. Από αυτά και από τις κουβέντες με τη θεια μου έμαθα πως από το καλό αποτέλεσμα της επιχείρησης κρεμόντανε περσότερα ζητήματα απ' όσα μου είπε ο θειος· να σουβατισθούνε οι τοίχοι του σπιτιού, που τα σανίδια ξεβγαίνανε παντού από τις τρύπες των τσατμάδων, να διορθωθούνε τα ξεχαρβαλωμένα τα παράθυρα, να στεριωθή η κουζίνα και το παράρτημά της, που προσθετά καθώς είταν από τον καιρό που μεταφερθήκανε από την αυλή, όπου βρισκόντανε στα παλιά τα χρόνια, είχανε ξεκολλήσει από τάλλο σπίτι και γέρνανε κατά την αυλή στηριγμένα προσωρινά με δυο χοντρούς πάλους. Και κοντά σ' αυτά έπρεπε να δοθή και μέρος για το προικιό που είχανε τάξει της Μαρίας, της ψυχοπαίδας του σπιτιού.

Ο Νίκος είταν το μονάκριβο αγόρι των γερόντων. Είχαν ακόμα μια κοπέλα, μα είταν από χρόνια παντρεμμένη μ' έναν υπομοίραρχο και μαλλωμένη με τους γονιούς της. Ο θειος είταν ακόμα έμπορος, απάνω στις δόξες του, όταν την πάντρεψε κι ο γαμπρός άφησε την προίκα στα χέρια του. Μα η γκρίνια της θειας, που κατάστρεψε τον άντρα της, ρούφηξε μαζί και την προίκα του υπομοίραχου κ' ύστερα από πολλούς καυγάδες συμβιβάστηκε τούτος να του δίνουνε χρονικής το μισό εισόδημα από το μοναχό χτήμα που είχε απομείνει της θειας. Το εισόδημα εκείνης της χρονιάς είτανε κάπου χίλιες οκάδες καπνός, που τον είχε κι αυτόνε μαζί του ο Νίκος. Κ' έτσι ένας από τους πολλούς που καρτερούσανε από την επιχείρηση είτανε κι ο υπομοίραρχος.

Τούτα μου τα διηγήθηκε η Μαρία, που είτανε περσότερο σαν κόρη του σπιτιού παρά σαν υπερέτρια. Την είχε πάρει η θεια μου από μικρή που ορφάνεψε, με το σκοπό να την παντρέψη. Μεγάλωσε μαζί με τα παιδιά και στατυχήματα της θειας στάθηκε πιο πονετική από την κόρη της. Θα κόντευε τα εικοσιπέντε χρόνια και δε γύρεψε ποτέ τη δούλεψη της, δε μελέτησε για παντρειά. Κρατούσε όλο το σπίτι μοναχή, περνούσε με τη θεια όλες τις πίκρες και τις στενοχώριες. Γι' αυτό κ' η θεια, όταν τέλος στρέχτηκε να δώση τα καπνά από το χτήμα της, έβαλε όρο σε πατέρα και γιο πως το πρώτο μερδικό από το κέρδος θα μπη στην τράπεζα για την προίκα της Μαρίας.

Η Μαρία είταν ήσυχο, ήμερο, απλό κορίτσι. Ούτε όμορφη, ούτε άσκημη. Την ήξερα από μικρός που ερχόμουνα με τη μάννα μου στη θεια, κ' είχε μαζί μου τόσο θάρρος, ώστε σαν τέλειωνε το βράδι τη δουλειά της στην κουζίνα, έπαιρνε το πλέξιμό της και ρχότανε μέσα στην κάμαρά μου και κουβεντιάζαμε. Τι λέγαμε; Πες τίποτα. Ό,τι μπορεί να πη κανείς με μια κοπέλα, που μοναχή σκοτούρα της έχει το πλύσιμο, το μαγεριό, το σάρωμα, το στρώσε ξέστρωσε. Για όλα αυτά μου διηγότανε, για τις στενοχώριες του σπιτιού και το περσότερο τι γινότανε στη γειτονιά και τι ακουγότανε στη χώρα. Απ' αυτή έμαθα πώς το λέγανε το νόστιμο κορίτσι που καθότανε καρσί, τίνος είτανε το άλλο που καυγάδιζε ολημέρα με τις γειτόνισσες, για ποια περνούσε ο ένας κι ο άλλος νέος, ποια είχε προίκα πιο πολλή και ποια τους πιότερους εργολάβους. Δίχως να ξέρω καλά τα πρόσωπα, σε λίγες μέρες ήξερα τη ζωή όλου του τόπου. Κι όσα περσότερα μάθαινα, τόσο περσότερα ρωτούσα. Η Μαρία είχε ανάγκη να διηγάται και γω ανάγκη να μιλώ με κάποιον. Άλλον κανένανε δε γνώριζα στον τόπο. Δυοτρείς δικούς του θειου μου μόνο, μα ηλικιωμένους· και τι νάλεγα με δαύτους στον καφενέ, που τους έσμιγα κάποτε; Καναδυό νέοι σπουδαστές, που είχα γνωρίσει από το Νίκο άλλοτες, λείπανε τώρα. Σιγά σιγά είχα ξεθαρρέψει πάλι με τα βιβλία μου, μα όρεξη σωστή για διάβασμα δεν είχα. Ο νους μου χρειαζότανε ακόμα κάποιο ξέσκασμα, που δεν μπορούσα να το βρω ούτε στους καυγάδες του σπιτιού, που όλο κι αψώνανε όσο δεν ερχότανε μήνυμα από το Νίκο, ούτε στα σκέδια που μου κατάστρωνε ο θειος μου πώς μπορεί να καλλιεργηθή μεθοδικώτερα το χτήμα της γυναίκας του. Απ' όλα αυτά μου είτανε πιο ευχάριστες οι φλυαρίες της Μαρίας. Κι αν κάποτες ο θειος τραβούσε περσότερες μαστίχες στην αγορά και τα σκέδιά του ανοίγανε πλατύτερα φτερά το βράδι στο τραπέζι, αν κανένα σπουδαίο περιστατικό της μέρας του έδινε αφορμή να με μπάση βαθύτερα στον κομματικό οργανισμό του τόπου, ή αν το μάλλωμά του με τη θεια έφτανε ως το σημείο να την πιάσουν αυτή τα νεύρα της και να χρειαστή τα γεροκόμια της Μαρίας, η κάμαρα του Νίκου, που πήγαινα να κοιμηθώ, μου φαινότανε σαν άδεια. Γελούσα ο ίδιος με τον εαυτό μου σαν το κατάλαβα πόσο είχα συνηθίσει τη Μαρία.

Είπα όμορφη δεν είταν. Ο τρόπος της δεν είχε καμιά χάρη, το ντύσιμο της απελπιστικό· όπως μπουγάδιαζε στο πλυσταριό, όπως δούλευε στην κουζίνα ερχότανε στην κάμαρά μου. Όμοια οι κουβέντες της άχαρες· τα ίδια και τα ίδια πάντα. Τι εύρισκα σ' αυτές; τι μου άρεσε; Είχα κάμει από τα παράθυρα εργολαβίες με πιο όμορφες κοπέλες, μπορεί να είχα κρυφοσμίξει και καμιά σε κάνα απόμερο ή σε σκοτεινή μπασιά τη νύχτα. Όμως πρώτη φορά βρισκόμουνα μονάχος με κορίτσι και μιλούσα έτσι φανερά και λεύτερα μαζί του. Κι αυτό με ξάφνιζε. Μ' ευχαριστούσε να νοιώθω κοντά μου το θηλυκό, νακούω φωνή γυναίκεια να μιλή. Κ' η Μαρία μιλούσε. Σκυφτή στο πλέξιμο της φλυαρούσε. Κι όταν πάλι σώπαινε και στη σιγή της κάμαρας δεν ακουγότανε άλλο από τις βελόνες της κι από το τσιτσίρισμα της λάμπας, μ' έπιανε κάτι σαν ανησυχία κάποτε. Μιαδυό φορές σήκωσε άξαφνα τα μάτια και μ' έπιασε να την κοιτάζω. Μου φάνηκε σα να στενοχωρήθηκε. Ένα άλλο βράδι χαμογέλασε. Κι ως τόσο δεν κουνήθηκα. Μια μέρα πάλι ήρθε ξαφνικά στην κάμαρά μου. Εκεί που έπλενε της μπήκε μια αγγίδα στο χέρι, η θεια δεν έβλεπε καλά, και δίνοντάς μου μια βελόνα, με παρακάλεσε εμέ να της τη βγάλω. Την κάθισα στον καναπέ δίπλα μου και πήρα το ανασκουμπωμένο μπράτσο της στα γόνατά μου για να μου δώση χέρι καλήτερα. Έβαλε τάλλο το χέρι της στον ώμο μου κι ακκούμπησε κει το κεφάλι. Έκαμα την εγχείριση, γύρισα και την κοίταξα και την άφησα να ξαναπάη στη δουλειά της. Πολλή ώρα ύστερα ένοιωθα το ανατρίχιασμα από το γγίξιμο, άκουγα στο μάγουλό μου το γαργάλισμα από την ανάσα της. Είχα τόσο τη ντροπή, το φόβο της γυναίκας; Δεν το πιστεύω. Είταν ο σεβασμός στο σπίτι που με φιλοξενούσε, είταν τα όσα άκουσα από τη θεια για τη Μαρία, που με κρατούσανε; Μπορεί. Κοντά σ' αυτά όμως ο τρόπος της Μαρίας είχε κατιτίς παράξενο, το μάτι της κάτι ξερό και θλιβερό μαζί. Πολλές φορές, εκεί που φλυαρούσε και μωρολογούσε, κοβόταν άξαφνα η όρεξη της και σώπαζε. Έτσι που με ξάφνιζε και μ' ενοχλούσε. Μα τόβρισκα και φυσικό. Γιατί όσο κι αν η θεια, με όλη την αναγνώριση που της είχε, θαρρούσε την αφοσίωση της Μαρίας σα φυσική υποχρέωση στο σπίτι, όπου μεγάλωσε κ' έφαγε το ψωμί του, όμως κ' εμένα δε μου φαινότανε λιγώτερο φυσικό, πως ένα κορίτσι δεν παρατούσε τον εαυτό του δίχως καμιά θλίψη ολότελα.

Θάχε περάσει κοντά μήνας από τότε που ήρθα κι ο Νίκος ούτε φαινότανε ούτε ακουγότανε.

«Δεν είναι από καλό του», έλεγε πάντα η θεια, σαν ερχότανε η κουβέντα του.

Ο θειος είτανε πιο πολύ αισιόδοξος. Πότε υποψιαζότανε πως θα μπήκε για περσότερο καιρό στη φυλακή και ντράπηκε να το γράψη, πότε πάλι πίστευε πως καρτερεί να πουλήση τα καπνά σε καλή τιμή και νάρθη να τους ξαφνίση με τα χρήματα. Η Μαρία άκουγε δίχως να μιλή. Μου έρριχνε κάποτε καμιά λοξή ματιά μονάχα.

Ένα βράδι, που είχε ξανασυζητηθή το πράμα στο τραπέζι, σαν ήρθε ύστερα μέσα στην κάμαρα, μου είπε άξαφνα κοιτώντας με στα μάτια:

«Να σε ρωτήσω κατιτίς, θα μου πης την αλήθεια;»

Αν ξέρω, θα σου την πω», αποκρίθηκα.

«Στη ζωή σου;»

«Στη ζωή μου».

«Έχει ο Νίκος καμιά αγαπητικιά στην Αθήνα;»

Δεν πιστεύω — δεν ξέρω».

«Δεν μπορεί, θα ξέρης. Μούκαμες όρκο τη ζωή σου. Πες μου το· μη φοβάσαι, δεν το λέω της θειας».

Με ξανακοίταξε με τέτοιον τρόπο, που αν ήξερα πράγματι, θα της τόλεγα.

«Στην Αθήνα όχι», απάντησα.

«Στη Σύρα;»

«Πού να ξέρω!»

«Ξέρεις και δεν το λες. Γι' αυτό κάθεται κει».

Έσκυψε στο πλέξιμό της.

«Πάνε τα καπνά», μουρμούρισε σε λίγο.

«Και γω φοβούμαι, πάνε», μου έφυγε και μένα ο λόγος.

Γύρισε και με κοίταξε δίχως να μιλήση.

Θυμήθηκα πως περίμενε κι αυτή το μερδικό της από τα καπνά κι όσο κι αν είμουνα βέβαιος πως δεν το πολυπίστευε, όμως μετάνοιωσα που της έκοψα έστω και μια μικρή μονάχα ελπίδα. Θέλησα να σκεπάσω το λάθος μου, γυρίζοντας την κουβέντα σταστεία:

«Εγώ σου είπα ό, τι ήξερα σ' ότι με ρώτησες. Θα μου πης και συ να σε ρωτήσω;» της είπα.

Με κοίταξε:

«Τι;»

«Εσύ δεν αγαπάς κανένανε;»

Κοκκίνησε και ξανάσκυψε στη δουλειά της.

«Ντρέπεσαι να το πης· σ' έπιασα». Σηκώθηκα και τη ζύγωσα.

Δεν κουνήθηκε. Της έπιασα με τα δυο μου χέρια το κεφάλι και την κοίταξα στα μάτια:

«Κάποιον αγαπάς».

Με κοίταξε αμίλητη.

«Κάποιον αγαπάς», ξαναείπα και έσκυψα πιότερο απάνω της.

Μια τρυπησιά, που μούδωσε στο χέρι με τη βελόνα της, μ' έκανε να της αφήσω το κεφάλι και να καθήσω στην καρέκλα μου.

Σηκώθηκε κ' έφυγε δίχως να μου κάμη το κρεβάτι καθώς πάντα. Την άλλη μέρα μου φάνηκε πως είτανε θυμωμένη. Όμως το βράδι ξαναήρθε και φλυάρησε στην κάμαρα του Νίκου.

Ο θειος με πήρε ένα απόγεμα και πήγαμε στο χτήμα της θειας καμιά ώρα όξω από τη χώρα. Είτανε ζεστή χινοπωριάτικη λιακάδα, ο κάμπος χλοϊσμένος, ήσυχος, ο κόσμος όργωνε, έσπερνε, τα κοπάδια βοσκούσαν κ' έτσι άνοιξε περσότερο η διάθεση του θειου. Εκεί μου ανάπτυξε και μου ξήγησε επιτόπια τις μεταρρύθμισες που είχε στο νου του. Μου μιλούσε για σπίτια, για μαντριά, για ξεχερσώματα, γι' αυλάκια και χαντάκια, γι' αλώνια και για λιάστρες και για στέρνες και δεν ξέρω για τι άλλο με τόση ζωηράδα, σα να τάβλεπε πραματικά μπροστά του. Έδειχνε τη θέση του καθενός, περίγραφε τη λειτουργία του, λογάριαζε τα έξοδα, τα έσοδα, τα κέρδη. Εγώ εννοείται δεν έβλεπα άλλο από μια ξυλάστρα σε μια λαγκαδιά με ράχες χαμηλές όλο και πέτρα γύρω, ένα μισογκρεμισμένο σπίτι, ένα πηγάδι μ' ένα φράξο δίπλα του και μ' έναν άδειον περιστεριώνα, ένα ξερόρεμα στο σύνορο και κει κοντά σ' ένα γούπατο βαρκό μιαν άπλα με κλήματα, που κρεμόντανε απάνω τους τα τελευταία κίτρινα φύλλα. Κατάλαβα πως είταν η σταφίδα, που μου είχε πει η Μαρία πως τη φυτέψανε, όταν οι άλλοι λογαριάζανε να ξεριζώσουν τις δικές τους, κ' η θεια κλαιγότανε πως το καλλιέργημά της τρώει διπλά έξοδα από τα έσοδα που δίνει.

Αφού ο θειος μου έκαμε καφέ και για να με περιποιηθή καλήτερα έκοψε κ' ένα πεπόνι από τα κρεμασμένα στο ταβάνι του σπιτιού, αφού τάγισε έπειτα και το σκύλο που είχε κει για να του φυλά το χτήμα, με πήρε και με πήγε μισή ώρα μακρήτερα ίσια με τη μάννα του νερού, που ερχότανε, καθώς μου είπε, από το ποτάμι που περνούσε πίσω από τις ράχες. Σε κάποια βραδινή κουβέντα μας πριοτήτερα μου είχε αναπτύξει ένα άλλο σκέδιο γενικώτερο· πώς θα μπορούσε να ποτιστή όλος ο κάμπος από το νερό της μάννας. Σ' αυτό το σκέδιο βάσιζε το πρόγραμμά του μια φορά που γύρεψε να γείνη δήμαρχος στον τόπο. Μα τα κόμματα δεν τον αφήσανε να βγη. Τον πολεμήσανε. Αυτόν τον πόλεμο και το ναυαγισμένο σκέδιό του ξαναθυμήθηκε και τώρα και με την ομιλία αυτή γυρίσαμε στο σπίτι. Είχε νυχτώσει καλά κ' η θεια μας καρτερούσε ανήσυχη γιατί είμαστε χωρίς παλτά. Τα βράδια είταν κρύα.

Ο θειος, κουρασμένος καθώς είτανε, νύσταξε γλήγορα ύστερα από το φαγί. Πέρασα και γω στην κάμαρά μου. Ζέστα γλυκειά κι αναλαμπή από τη γωνιά με ξαφνίσανε, καθώς άνοιξα την πόρτα.

Η Μαρία ήρθε αποπίσω με τη λάμπα.

«Σαν έλειψες, σφουγγάρισα την κάμαρα και σου άναψα λίγη φωτιά για να στεγνώση», είπε αφίνοντας τη λάμπα στο τραπέζι.

Γύρισα και την κοίταξα. Μου φάνηκε σαν αλλοιώτικη. Είχε ριγμένο στις πλάτες της ένα κόκκινο σαλάκι. Και της πήγαινε. Έβαλα το χέρι μου στον ώμο της κ' έκαμα να τη φέρω πιο κοντά μου.

«Δεν έστρωσα της θειας ακόμα», είπε και τραβήχτηκε.

Δεν έκαμα να την κρατήσω. Όσο να γυρίσω εκείθε, είχε κλείσει την πόρτα πίσω της. Φουρκίστηκα με τον εαυτό μου. Να την αφήσω να μου φύγη! Άκουγα τα πατήματά της όξω στο σαλότο, που πήγαινε κ' ερχότανε, κι ανατρίχιαζα προσμένοντας νανοίξη η πόρτα και να ξανάμπη με το πλέξιμό της, όπως κάθε βράδι.

Μα άξαφνα η θεια της φώναξε από μέσα: «Δεν ακούς, μωρή; Βροντάει κάτω η αυλόπορτα».

Στάθηκα μια στιγμή τεντώνοντας το αυτί. Έπειτα πετάχτηκα κι άνοιξα την πόρτα μου, την ώρα που η Μαρία έτρεξε προς την μπασιά.

«Ο Νίκος θάναι», μου είπε η θεια βγαίνοντας από την άλλη πόρτα:

«Πάει η οργισμένη δίχως φως. Δεν παίρνεις από μέσα το λυχνάρι;»

Πήγα στην κουζίνα και το πήρα και βγήκα στην ταράτσα. Προτίμησα να φέξω από κει στην αυλόπορτα. Καθώς έπεσε το φως κάτω, μου φάνηκε πως είδα έναν ίσκιο που έσπρωχνε τη Μαρία από πάνω του.

«Έλα φέξε μας στη σκάλα», είπε μια φωνή. Είτανε του Νίκου.

Πήγα με το φως στη σκάλα. Ο Νίκος μπρος και πίσω του η Μαρία ανέβαζαν ένα μπαούλο. Παραμέρισα και περάσανε.

«Την έφαγες, ε; Μήτ' ένα δίπλωμα δεν είσαι άξιος να πάρης, κακομοίρη!» είταν ο πρώτος λόγος του Νίκου, μόλις άφησε το μπαούλο στην κορφή της σκάλας: «Έλα, βόηθα και συ· κουράστηκα», είπε και πήρε το φως από τα χέρια μου.

Μπάσαμε με τη Μαρία μέσα το μπαούλο και κείνος ακολούθησε. Η μητέρα του ξαφνίστηκε καθώς τον είδε:

«Μπα, παιδί μου, θέατρο γίνηκες!» του είπε.

Κατάλαβα πως εννοούσε το ξουρισμένο μουστάκι του:

«Είναι μόδα τώρα Θεια», της είπα.

Ο Νίκος δεν έδωσε απόκριση και τράβηξε στην κάμαρα του:

«Μου άναψες και φωτιά· καλά μου έστρωσες εδώ», μου είπε ρίχνοντας ματιά στη Μαρία, που έτρεξε κοντά του και τονέ ρώτησε αν έφαγε.

«Όχι· έχετε τίποτες;» της είπε.

«Αυγά θα σου τηγανίσω».

Δεν της απάντησε. «Πώς την έπαθες, βρω κουτεντέ;» γύρισε πάλι σ' εμένα.

«Να σου τηγανίσω αυγά;» ξαναρώτησε η Μαρία.

«Τηγάνισε ότι διάολο θέλεις». Κάθησε στον καναπέ, πετώντας το καπέλο του στο τραπέζι.

Ο θειος τον άκουσε φαίνεται από μέσα και του φώναξε.

«Τι ρεκάζει, Δεν έρχεται δω;» είπε ο Νίκος.