Ιφιγένεια εν Ταύροις: Δράμα σε πράξεις πέντε
Part 2
ΟΡΕΣΤΗΣ. Του θανάτου είναι ο δρόμος που πατούμε: Σε κάθε βήμα πιο η ψυχή ησυχάζει. Του Απόλλωνα όταν γύρεψα να πάρη τη φριχτή συνοδεία των Ερινύων από κοντά μου, φάνηκε να τάζη με λόγια θετικά, γεμάτα ελπίδα λυτρωμό και βοήθεια στο ναό της ακριβής της αδελφής του, που άρχει στους Ταύρους• κι αληθεύει τώρα, κάθε πόνος μαζί με τη ζωή μου σβήνει. Πώς εύκολα, σαν ένα χέρι θείο μου σφίγγει την καρδιά, το νου πρααίνει, τ' όμορφο φως του ήλιου μπορώ ν' αφήσω! Αν στα εγγόνια δε δόθηκε του Ατρέα νάβρουν στη μάχη τέλος δοξασμένο, και γώ, ως οι πρόγονοί μου κι ο πατέρας, θύμα να πέσω αν πρέπη άθλιου θανάτου: Ας γίνη! Κάλλιο στο βωμό εδώ, πάρα σε γωνιά κολασμένη, όπου τα δίχτυα συγγενής δολοφόνος στήνει. Ως τότε αφήστε μου γαλήνη, ω καταχθόνιες, που, σα σκυλιά στο αγρίμι, μανιωμένες χιμάτε στο αίμα, που απ τα βήματά μου σταλάζοντας, το πέρασμά μου δείχνει, Αφήστε με! σε λίγο κατεβαίνω σε σας• και με και σας το φως της μέρας δεν πρέπει να θωρή. Της γης τ' ωραίο, χλωρό λιβάδι για στοιχειά δεν είναι. Κάτω εκεί θα σας έβρω: εκεί όλους δένει όμοια μοίρα σ' αιώνια θαμπή νύχτα. Μονάχα εσέ, Πυλάδη, σύντροφέ μου αθώε στο κρίμα και στην εξορία, πώς άθελα σε παίρνω στο θλιμμένον τόπο πρώιμα! Η ζωή είτ' ο θάνατός σου μου δίνουν μόνο ελπίδα ή φόβο ακόμα.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Σαν εσέ, δεν είμ' έτοιμος, Ορέστη, στο βασίλειο των ίσκιων να κατέβω. Ζητώ απ τα μπερδεμένα μονοπάτια, που δείχνουν να οδηγούν στη μαύρη νύχτα, πώς στη ζωή και πάλι ν' ανεβούμε. Δε σκέφτομαι το θάνατο• γυρεύω να βρω μην οι θεοί τρόπο και δρόμο για κάποια ποθητή φυγή ετοιμάζουν. Ο θάνατος, ή τον φοβάσαι είτ' όχι, φτάνει ακράτητος. Κι όταν θα σηκώση το χέρι η ιέρεια αγιάζοντας να κόψη την κόμη μας, μονάχη σκέψη θάχω το λυτρωμό μας. Ύψωσε απ τη θλίψη την ψυχή σου! τον κίντυνο ταχύνεις διστάζοντας. Ο Απόλλωνας μας είπε πως στο ιερό της αδερφής βοήθεια, παρηγοριά και γυρισμός προσμένουν. Διπλόγνωμα δεν είναι των θεών τα λόγια, ως τα φαντάζεται ο θλιμμένος.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Τη μαύρη σκέπη της ζωής τριγύρω στο νιο κεφάλι μου άπλωσε η μητέρα. κ' έτσι μεγάλωνα, ο ίδιος ο πατέρας, και το βουβό μου βλέμμα ήταν πικρή κατάκριση εκεινής και του εραστού της. Πόσες φορές, σαν η αδερφή μου η Ηλέκτρα στη φωτιά κοντά αμίλητη καθόταν μες στη βαθειά στοά, στην αγκαλιά της χιμούσα φοβισμένος και με μάτια ξαφνισμένα την κοίταζα να κλαίη πικρά. Τότε πολλά για το μεγάλο πατέρα μας μιλούσε κείνη. Πόσο ποθούσα να τον δω, νάμουν κοντά του! Μια ήθελα γώ να πάω στην Τροία, μια εκείνος νάρθη. Ήρθε η μέρα —
ΠΙΛΑΛΗΣ. Ω άφησε για κείνη την ώρα να μιλούν στοιχειά στον Άδη! Το θύμημα καιρών πιο ωραίων ας δίνη νέα δύναμη σε μας για άθλα καινούρια. Οι αθάνατοι έχουν χρεία κάποιους ανθρώπους καλούς, στην πλατειά γη να τους δουλεύουν. Και σένα σε χρειάζονται• για τούτο συνοδειά δε σε δώσαν του πατέρα, σαν κατέβηκε αθέλητα στον Άδη.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Ω, αδράζοντας το φόρεμά του, νάχα κοντά του πάει!
ΠΙΛΑΔΗΣ. Για με νιαστήκαν όποιοι σε φύλαξαν• γιατί και γώ δεν ξέρω τι θα γινόμουν, αν δε ζούσες• όταν με σένα και για σένα απ τα μικρά μου χρόνια ζω μόνο και να ζήσω θέλω.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Μη μου θυμάς τις μέρες τις ωραίες, που ήβρα άσυλο στο σπίτι σου• με αγάπη και φρονιμάδα ο γενναίος σου ο πατέρας πήρε κοντά του τ' άνθος το φρυμένο, ενώ φαιδρός συ πάντα σύντροφός μου, σαν πεταλούδα πλουμιστή τριγύρω σε σκοτεινό λουλούδι, κάθε μέρα με νέα ζωή φτερούγιζες, σκορπούσες μες στην ψυχή μου τη χαρά σου, τόσο που ξεχνώντας τη μοίρα μου, μαζί σου σ' ένα όνειρο γοργής σερνόμουν νιότης.
ΠΙΛΑΔΗΣ. Αφότου σε αγαπώ αρχινά η ζωή μου.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Η συμφορά μου πες, και λες αλήθεια. Το πιο φριχτό της μοίρας μου είναι τούτο: Σα μολυσμένος, που παντού τον διώχνουν, πόνο κρυφό και θάνατο στα στήθη φέρνω• κι όπου γερόν πατήσω τόπο, τριγύρω οι ανθερές μορφές αμέσως τη θλιβερή όψη αργού θανάτου παίρνουν.
ΠΥΛΑΛΗΣ. Ο θάνατος αυτός θάβρισκε πρώτον, Ορέστη, εμέ, αν φαρμάκωνε η πνοή σου. Δεν είμ' ακόμα όλο όρεξη και θάρρος; Και η όρεξη κ' η αγάπη τα φτερά είναι σ' έργα μεγάλα.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Έργα μεγάλα; Ναι, ήταν καιρός, που εμπρός μας τάχαμε! Όταν κυνηγούσαμε σ' όρη και λαγκάδια τ' αγρίμια, λαχταρώντας πως στο στήθος και στη γροθιά με τους τρανούς προγόνους μια μέρα ίσοι, με ρόπαλο και ξίφος στους ληστές και στα τέρατα θα ορμούμε• και στο γιαλό όταν γέρναμε το βράδυ, ένας στον άλλον ήσυχα ακουμπώντας, και στα πόδια μας έπαιζε το κύμα και πλατύς ανοιχτός άπλων' ο κόσμος μπροστά μας, στο σπαθί το χέρι ωρμούσε και μέλλοντ' άθλα χύνονταν σαν τ' άστρα τριγύρω μας αμέτρητα απ τη νύχτα.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Είν' άπειρο το έργο, που μας βιάζει την ψυχή ο τελειωμός του. Καθεμιά μας πράξη εξαρχής τη θέλαμε μεγάλη τόσο, όπως γίνεται όταν με τα χρόνια σε τόπους και γενιές λαών τη σέρνει των ποιητών το στόμα υψώνοντάς τη. Ηχεί γλυκά ό τι έκαμαν οι πατέρες, όταν γερτός στο βραδινό ίσκιο ο νέος με τους αχούς της άρπας το ρουφάει• κι ό τι εμείς κάνουμε είναι, ως και για κείνους ήταν, άπλερος μάταιος κόπος! Έτσι, το ό τι μας φεύγει κυνηγούμε, το δρόμο που περνούμε μην ψηφώντας, και πλάι μόλις το βήμα των προγόνων θωρούμε και τα χνάρια της ζωής τους. Στον ίσκιο τους κοντά τρέχουμε πάντα, που στεφανώνει ισόθεος στη μακρότη σε σύννεφα χρυσά τα κορφοβούνια. Δεν έχω ιδέα μεγάλη για όποιον τρέφει στο νου, πώς ο λαός να τον υψώση: Μα εσύ, νέε, των θεών ας χρωστάς χάρη, που με σε τόσο πρώιμα τόσα έκαμαν!
ΟΡΕΣΤΗΣ. Όταν αυτοί στον άνθρωπο δωρίζουν ευχάριστο έργο, από δεινά να σώση τους δικούς του, το κράτος του ν' αυξήση, ν' ασφαλίση τα σύνορα κ' εχτροί παλιοί να πέσουν ή να φύγουν τότε να ευχαριστή! που ένας θεός την πλέον μεγάλη της ζωής του έδωσε χάρη. Μα εμένα μ' έχουν για φονιά διαλέξει της σεβαστής πάντα μητρός μου, μ' έχουν, με το νόημά τους να εκδικήσω ανόσια μιαν ανομία, στον όλεθρο σπρωγμένον. Πίστεψε, πείσμα τόβαλαν στο γένος του Ταντάλου• και γώ, ο στερνός, δεν πρέπει αθώος, δεν πρέπει τίμια να χαθώ.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Στο γιό οι θεοί δεν εκδικούν τις πράξες των πατέρων• καλός, κακός, καθένας τα έργα του πληρώνει• των γονέων κληρονομιέται η ευχή κι όχι η κατάρα.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Εμάς, θαρρώ, δε φέρνει εδώ η ευχή τους.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Η βουλή των τρανών θεών ωστόσο.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Ώστε η βουλή τους είναι που μας χάνει.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Κάμε ό τι σε προστάζουν και καρτέρει! Την αδερφή του Απόλλωνα αν του φέρης και στους Δελφούς κ' οι δυο είναι, λατρεμένοι από ένα λαό μ' αίσθημα γενναίο, γι' αυτή την πράξη σου ίλεο θα σου γίνη το θείο ζευγάρι, κι απ των καταχθόνιων τα χέρια θα σε σώση. Τώρα κιόλα καμιά τους δεν τολμά εδώ στο άγιο δάσος.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Τουλάχιστο έτσι ήσυχο τέλος θάχω.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Αλλιώς εγώ στοχάζομαι και δένω όχι άκριτα το τι έγινε με το ό τι μέλλεται, κ' έτσι ο νους μου το εξηγεί: Καιρό ίσως να ωριμάζη η τρανή πράξη στη βουλή των θεών. Η Άρτεμη θέλει να φύγη απ το ακρογιάλι των βαρβάρων κι απ τις σκληρές ανθρώπινες θυσίες. Σε μας ήταν δωσμένο τ' όμορφο άθλο, σε μας έπεσε ο κλήρος κι από θάμα τώρα εδώ είμαστ' αθέλητα φτασμένοι.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Πλέκεις μαζί σοφά με σπάνια τέχνη τους πόθους σου και των θεών τη γνώμη.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Τι είναι η σοφία τ' ανθρώπου, αν δεν ακούη των ουράνιων το θέλημα με σέβας; Σε δεινή πράξη ένας θεός καλεί το γενναίον άντρα που έσφαλε, τον βάζει ό τι θαρρούμε αδύνατο να κάμη. Ο αντρείος νικά• πληρώνοντας το κρίμα, θεούς και κόσμο με τιμή δουλεύει.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Να ζήσω αν πρέπη και να πράξω κάτι, ένας θεός ας πάρη απ το βαρύ μου το μέτωπο τη ζάλη, που στο δρόμο το γλιστερό, απ το μητρικό βρεγμένον αίμα, με σέρνει στους νεκρούς. Με σπλάχνος ας ξεράνη τη βρύση, που πηδώντας μπρος μου απ της μάνας τις πληγές, με μιαίνει παντοτινά.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Πιο ατάραχος καρτέρει! Πληθαίνεις το κακό κι ο ίδιος παίρνεις των Ερινύων το έργο. Ήσυχος μείνε, να στοχαστώ άφησέ με. Κι όταν τέλος σμιχτή χρειαστή δύναμη, σε κράζω κ' οι δυο μαζί στοχαστικά τολμούμε την πράξη.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Λέω κι ακούω τον Οδυσσέα.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Μη χλευάζης! Καθένας ας διαλέγη τον ήρωά του κι ας γυρεύη απάνω στα χνάρια του τον Όλυμπο. Το λέω: δε βρίσκω νάναι ο στοχασμός κι ο δόλος ντροπή για κείνον που τολμά μεγάλα.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Εγώ τιμώ όποιον είναι αντρείος κ' ίσιος.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Γιαυτό και δε σου γύρεψα τη γνώμη. Το πρώτο βήμα έχει γίνει. Ως την ώρα πολλά έμαθα απ τους φύλακές μας. Ξέρω πως μια ξένη, θεόμοιαστη γυναίκα τον άγριο νόμο τον κρατεί δεμένον. Αγνή καρδιά και δέηση και λιβάνι προσφέρει στους θεούς. Πολύ εγκωμιάζουν την αγαθή. Πιστεύουν απ το γένος των Αμαζόνων είναι κ' έχει φύγει για να σωθή από συμφορά μεγάλη.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Η φωτεινή της βασιλεία έχει χάσει τη δύναμη άμα σίμωσε ο κακούργος, που πίσω του, ως πλατειά νυχτιά, η κατάρα τρέχει και τον σκεπάζει. Η ιερή δίψα του αιμάτου λύνει την παλιά συνήθεια απ τα δεσμά της για όλεθρό μας. Τ' άγριο του βασιλιά το πνεύμα μας σκοτώνει• δεν μπορεί να μας σώση μια γυναίκα.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Τύχη μας νάναι αυτή γυναίκα! Ο άντρας κι ο πιο καλός, το νου του τον μαθαίνει στη σκληράδα και τέλος κάνει νόμο και κείνο που μισεί• γίνεται ωμός, αγνώριστος σχεδόν από συνήθεια. Μόνο η γυναίκα σταθερή στη γνώμη μένει. Κάλλιο βασίζεσαι σε κείνη σε καλό και κακό. — Σώπασε! Να την• άσε μας μόνους. Ποιοι είμαστε δεν πρέπει αμέσως να της πω, να φανερώσω τη μοίρα μας αφύλαχτα. Εσύ φύγε, και πριν με σέ μιλήση αυτή, σε σμίγω.
ΣΚΗΝΗ Β'
Ιφιγένεια, Πυλάδης.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Πούθε έρχεσαι, πούθε είσαι, ω ξένε, λέγε. Θαρρώ πως πιο πολύ μ' Έλληνα μοιάζεις παρά με Σκύθη. (Του λύνει τα δεσμά.) Η λευτεριά, που δίνω εγώ, κίντυνος είναι• κι ας θελήσουν οι αθάνατοι απ αυτόν να σας λυτρώσουν!
ΠΥΛΑΔΗΣ. Γλυκειά φωνή! Της μητρικής μου γλώσσας καλοπρόσδεχτε αχέ στον ξένον τόπο! Τα γαλανά βουνά του πατρικού μου λιμανιού ξαναβλέπω ο σκλαβωμένος ευφρόσυνα μπροστά μου. Ας σε ασφαλίση αυτή η χαρά πως Έλληνας και γώ είμαι! Για μια στιγμή το έχω ξεχάσει πόση ανάγκη σου έχω και το νου μου μόνο στο λαμπρό δράμα γύρισα. Ω για πες μου, αν τα χείλη σου κάποιο πεπρωμένο δεν τα σφαλή, από ποια από τις φυλές μας η ισόθεη κρατεί καταγωγή σου;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μαζί σου μιλεί η ιέρεια, που την έχει διαλέξει κι αφιερώσ' η ίδια η θεά της. Τούτο ας σου φτάση• πες μου, εσύ ποιος είσαι και ποια τύχη με ολέθρια βουλή σ' έχει εδώ φερμένον με το σύντροφό σου;
ΠΥΛΑΔΗΣ. Εύκολο να σου πω με τη βαρειά του συντροφιά ποιο δεινό μας κυνηγά. Τόσο εύκολα ας μπορούσες να μας δώσης και συ το φαιδρό βλέμμα της ελπίδας! Από την Κρήτη είμαστε, γιοι του Αδράστου. Είμ' ο νιώτερος, Κέφαλο με λένε. κι ο άλλος Λαοδάμας, πρωτογεννημένος. Ανάμεσό μας ένας τρίτος, άγριος και τραχύς τη χαρά και την ομόνοια από μικρός χαλούσε στα παιγνίδια. Τη μητέρα υπακούγαμε ήσυχα όσο πολεμούσε ο πατέρας μας στην Τροία• μα όταν με πλούσια λάφυρα ήρθε πάλι και πέθανε σε λίγο, ευθύς τ' αδέρφια τα χώρισε η διχόνοια για το κράτος και για το θρόνο. Εγώ του πρώτου μέρος πήρα. Τον αδερφό σκότωσε κείνος. Για το φόνο οι Ερινύες εδώθε κείθε τον κυνηγούν με ορμή. Μ' ελπίδα ωστόσο ο δελφικός ο Απόλλωνας μας στέλνει στον άγριο αυτό γιαλό. Στης αδερφής του το ιερό να προσμείνουμε βοήθεια μας πρόσταξε. Μας πιάσαν και μας στείλαν εδώ σε σένα για θυσία. Το ξέρεις.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Έπεσε η Τροία; Ακριβέ, βεβαίωσέ με
ΠΥΛΑΔΗΣ. Έπεσε! Ω ασφάλισέ μας σωτηρία! Τάχυνε τη βοήθεια, που μας έχει ταμένη ένας θεός. Τον αδερφό μου σπλαχνίσου τον! Καλό ένα λόγο πες του! Μα πρόσεχέ τον, σα μιλής μαζί του, το ικετεύω θερμά: Τι μ' ευκολία από χαρά και θύμηση και πόνο κυριεύεται, ανταριάζεται η καρδιά του. Η μανία τον ξανάβει κ' η ψυχή του η ελεύτερη κι ωραία στις Ερινύες παραδίνεται σκλάβα.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Όσο μεγάλη κι αν είναι η συμφορά σου, σε ικετεύω, λησμόνα την κι απάντησέ μου πρώτα.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Η τρανή πόλη, που αντιστάθη δέκα χρόνους στο στράτεμα όλο των Ελλήνων, είναι σωρός, πια δε σηκώνεται. Όμως κάποιοι των πιο καλών μας τάφοι κράζουν στο βάρβαρο γιαλό το νου μας. Κείτεται εκεί ο Αχιλλέας με τον ωραίο του φίλο.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Θεϊκές μορφές και σεις γίνατε σκόνη!
ΠΥΛΑΔΗΣ. Κι ο Παλαμήδης κι ο Αίας ο Τελαμώνιος δεν ξανάειδαν τον ήλιο της πατρίδας.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μόνη της). Σιγά για τον πατέρα μου, δε λέει με τους πεσμένους τ' όνομά του. Ναι! Ζη ακόμα! θα τον δω! Καρδιά, έχε ελπίδα!
ΠΥΛΑΔΗΣ. Μα μακάριοι οι χιλιάδες, που πεθάναν τον πικρόγλυκο θάνατο απ το χέρι του εχτρού! Γιατί άγριους τρόμους και θλιμμένο τέλος, αντί για θρίαμβο, έχει ετοιμάσει σ' όσους γυρίσαν ένας ωργισμένος θεός. Η ανθρωπινή φωνή δε φτάνει σε σας; Όσο μακριά αυτή πάει, τη φήμη σπέρνει ανάκουστων έργων, που έχουν γίνει. Η συμφορά, που τις στοές γεμίζει της Μυκήνας με θρήνους δίχως τέλος, κρυφή σου μένει εσένα; — Η Κλυταιμνήστρα με τη βοήθεια πλάνεψε του Αιγίσθου τον άντρα της, την ίδια την ημέρα που γύρισε τον σκότωσε! — Το γένος του βασιλιά αυτού θα τιμάς! Το βλέπω, το στήθος σου του κάκου με το λόγο, τον τρομερό ανεπάντεχα, παλεύει. Κόρη είσαι φίλου του; είσαι γεννημένη γειτονικά σ' αυτήν τη χώρα; Μην το κρύβης και σε μένα μην το ρίξης, που πρώτος σου μηνώ τη φρίκη τούτη.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Λέγε, πως η δεινή έχει γίνει πράξη;
ΠΥΛΑΔΗΣ. Την ίδια μέρα που ήρθε ο βασιλιάς, απ το λουτρό όπως βγήκε δροσισμένος κ' ήσυχος, απ το χέρι της συμβίας το φόρεμα γυρεύοντας, χιτώνα που τεχνικά πολύδιπλος μπλεκόταν η ολέθρια απάνω του έρριξε στους ώμους, στο ευγενικό κεφάλι γύρω• κι όπως να ξεμπλεχτή του κάκου πολεμούσε σαν από δίχτυ, εκεί ο προδότης Αίγισθος τον χτύπησε, και πήγε σκεπασμένος στους νεκρούς ο μεγάλος βασιλιάς.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Και πληρωμή ποια πήρε ο συνωμότης;
ΠΥΛΑΔΗΣ. Το κράτος, και την κλίνη που είχε πρώτα.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ώστ' έσπρωξε στο κρίμα άχρειος πόθος;
ΠΥΛΑΔΗΣ. Κ' εκδίκησης παλιάς μεγάλο πάθος.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Και πώς την είχε ο βασιλιάς προσβάλει;
ΠΥΛΑΔΗΣ. Με δεινή πράξη, που αν ο φόνος είχε δικιωμό, θα τη δίκιωνε. Με δόλο στην Αυλίδα την έκραξε και κει, όταν κρατούσε τα πλοία των Ελλήνων κάποια θεά με ορμητικούς ανέμους, την Ιφιγένεια, την πρώτη του κόρη, μπρος στο βωμό της Άρτεμης θυσία την πρόσφερε για χάρη των Ελλήνων. Αποστροφή της άφησε αυτό, λένε, βαθιά μες στην καρδιά, ώστε παραδόθη του Αιγίσθου και τον άντρα της στου ολέθρου τον τύλιξε τα δίχτυα μοναχή της.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (σκεπάζοντας το κεφάλι). Ω, φτάνει! θα με ξαναδής.
ΠΥΛΑΔΗΣ. Σα νάναι απ της βασιλικής γενιάς τη μοίρα βαθιά συγκινημένη. Όποια κι αν είναι, το βασιλιά θάχη γνωρίσει βέβαια, και για καλό μας από μέγα σπίτι την πούλησαν εδώ. Σώπα, καρδιά μου, και στο άστρο της ελπίδας που μας λάμπει στοχαστικά χαρούμενοι ας στραφούμε!
ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ
ΣΚΗΝΗ Α'
Ιφιγένεια, Ορέστης.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δυστυχισμένε, τα δεσμά σου λύνω μοίρας πιο θλιβερώτερης σημάδι. Η λευτεριά που δίνει το ιερό είναι, σαν της ζωής την τελευταία λάμψη στο βλέμμα του βαριά άρρωστου, θανάτου μηνυτής. Δεν μπορώ, ούτε θέλω ακόμα να πιστέψω πως είσαστε χαμένοι! Με χέρι φονικό πως θα μπορούσα να σας τάξω στο θάνατο! Κι όσο είμαι ιέρεια γώ της θεάς, κανένας, όποιος κι αν είναι, δεν μπορεί την κεφαλή σας να γγίξη. Αλλά κι αν αρνηθώ το χρέος, που ο βασιλιάς άγρια απαιτεί, διαλέγει μιαν άλλη απ τις παρθένες μου και τότε μένει η θερμή μου ευχή μόνος βοηθός σας. Τιμημένε συντοπίτη! Αν κι ο δούλος, που έχει τους πατρικούς θεούς αγγίξη στη γωνιά μας, καλόδεχτος μας είναι στον ξένον τόπο, εγώ με ποια χαρά μου πρέπει εσάς να δεχτώ, που την εικόνα των ηρώων, που έχω μάθει απ τους γονιούς μου να σέβουμαι, μου φέρνετε και μέσα την καρδιά μου δροσίζετε με νέα κι όμορφη ελπίδα!
ΟΡΕΣΤΗΣ. Επίτηδες σωπαίνεις γνωστικά γένος κι όνομα; Ή μπορώ να μάθω ποια θεόμοιαστη αντικρύζω;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Θα με γνωρίσης. Τώρα λέγε μου ό τι μισά απ τον αδερφό σου άκουσα μόνο. τα τέλος εκεινών, που από την Τροία γυρνώντας, στο κατώφλι τους βουβά σκληρή, αδόκητη μοίρα τους εδέχτη. Μικρή με φέραν στο ακρογιάλι τούτο, μα τη δειλή ματιά καλά θυμούμαι, που με φόβο και ξάφνισμα είχα ρίξει σ' αυτούς τους ήρωες. Ξεκινούσαν σάμπως νάνοιγε ο Όλυμπος και νάστελνε κάτω τις μορφές του λαμπρού πανάρχαιου κόσμου, του Ιλίου φοβέρα, και πιο απ' όλους ήταν θαυμαστός ο Αγαμέμνονας. Ω πες μου! Στο σπίτι του πατώντας, από δόλο της συμβίας του έχει πέσει και του Αιγίσθου;
ΟΡΕΣΤΗΣ. Το είπες!
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αλί σου, δύστυχη Μυκήνα! Έτσι έσπειραν τα εγγόνια του Ταντάλου κατάρα σε κατάρα με γεμάτα άγρια χέρια! Κι ολέθρια, ως τα ζιζάνια, κεφάλια σειώντας, και χιλιάδες σπόρους τινάζοντας, φονιάδες συγγενείς σε τέκνα τέκνων γέννησαν για αιώνιο αλληλοσπαραγμό! — Φανέρωσέ μου εκείνο που απ τους λόγους του αδερφού σου γοργά το σκότος μου έκρυψε του τρόμου. Πώς ο γιός ο στερνός του τρανού γένους, το γλυκό τέκνο, που έχει να εκδικήση τον πατέρα του, ο Ορέστης πώς εσώθη τη μέρα της σφαγής; Μην όμοια τύχη στου θανάτου τον τύλιξε τα δίχτυα; Γλίτωσε: Ζη; Ζη η Ηλέκτρα;
ΟΡΕΣΤΗΣ. Ζουν.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Χρυσέ ήλιε, τις πιο όμορφές σου αχτίδες δάνεισέ μου, για χάρη απίθωσε τις μπρος στο θρόνο του Δία! Γιατί φτωχή εγώ κι άφωνη είμαι.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Με τη βασιλική γενιά αν σε δένουν φιλοξενίας δεσμοί ή στενώτεροι άλλοι, καθώς η ωραία χαρά σου το προδίνει, τότε δάμασε, κράτα την καρδιά σου! Γιατί σκληρό για έναν που χαίρεται είναι το ξαφνικό το κύλημα στη λύπη. Μονάχα του Αγαμέμνονα το τέλος ξέρεις, βλέπω.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μην τούτο δε μου φτάνει;
ΟΡΕΣΤΗΣ. Έμαθες μόνο τη μισή τη φρίκη.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τι να σκιαχτώ άλλο; Ο Ορέστης ζη κ' η Ηλέκτρα.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Και για την Κλυταιμνήστρα δε φοβάσαι;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ούτ' ελπίδα ούτε φόβος τη λυτρώνει.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Κι αυτή άφησε τον τόπο της ελπίδας.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μετανιωμένη, το αίμα της μονάχη λυσσώντας έχυσε;
ΟΡΕΣΤΗΣ. Όχι, από το ίδιο το αίμα της ωστόσο βρήκε τέλος.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Καθαρώτερα μίλει, μη μ' αφήνης να συλλογιούμαι. Το άγνωστο τα μαύρα φτερούγια χιλιοπανωτά χτυπά στη φοβισμένη κεφαλή μου γύρω.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Διαλέξαν οι θεοί λοιπόν εμένα για μηνυτή μιας πράξης, που ποθούσα μες στο βασίλειο το άφωνο της νύχτας να κρυβόταν; Χωρίς το θέλημά μου με βιάζει το γλυκό σου στόμα. Ωστόσο και θλιβερά αν ζητήση, θα τα λάβη. Σαν έπεσε ο πατέρας, για να σώση τον αδερφό της έκρυψε η Ηλέκτρα κι ο θειος του ο Στρόφιος πρόθυμα τον πήρε, τον ανάθρεψε πλάι με το δικό του γιό, τον Πυλάδη, που έπλεξε τριγύρω στο νιόφερτο δεσμούς φιλίας ωραίους. Κι ως μεγαλώναν, μέσα τους κι ο πόθος μεγάλωνε, το φόνο να εκδικήσουν του βασιλιά. Ανεπάντεχοι, ντυμένοι ξενικά, στη Μυκήνα φτάνουν, τάχα το μήνυμα πως φέρνουν του θανάτου του Ορέστη με τη στάχτη του. Η βασίλισσα τους δέχεται και μπαίνουν. Στην Ηλέκτρα ο Ορέστης φανερώνεται και κείνη του φυσά της εκδίκησης τη φλόγα, που η ιερή της μητέρας παρουσία την έπνιξε. Κρυφά τον πάει στον τόπο που είχε ο πατέρας πέσει, που του αιμάτου του αδιάντροπα χυμένου παλιό χνάρι με αχνές έβαφε αράδες, υποψία γεμάτες, τις συχνά πλυμένες πλάκες. Του ιστορά με την πύρινή της γλώσσα πως το μιαρό κακούργημα είχε γίνει, την άθλια και δουλόπρεπη ζωή της, των προδοτών των τυχερών το θράσος και ποιοι τ' αδέρφια κίντυνοι προσμέναν από τη μάνα που έγινε μητριά τους• εδώ του δίνει το παλιό λεπίδι, που φρύαξε στο γένος του Ταντάλου, κ' η Κλυταιμνήστρα πέφτει από γιού χέρι.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αθάνατοι, που πάντα σε νέα νέφη μακάριοι ζήτε την καθάρια μέρα, για τούτο με χωρίσατε απ τον κόσμο τόσα χρόνια, κοντά σας με φυλάτε τόσο, το παιδικό μου δώσατ' έργο την πύρα της ιερής φωτιάς να τρέφω, την ψυχή μου, παρόμοια με τη φλόγα, σε αδιάκοπη θεόσεβη λαμπράδα μου σύρατε ψηλά στα δώματά σας, μονάχα για να νιώσω του σπιτιού μου πιο αργά και πιο βαθιά τις φρίκες; — Λέγε για τον άμοιρο! Πες για τον Ορέστη!
ΟΡΕΣΤΗΣ. Ω ας είχα να σου πω το θάνατό του! Πώς βράζοντας απ το αίμα της σφαγμένης ανέβηκε το πνεύμα της μητέρας και στις πανάρχαιες της νυχτιάς τις κόρες κράζει: «Ο φονιάς της μάνας μη σας φύγη! Στον κακούργο χιμάτε! Είναι ταμένος σε σας!» Ακούν αυτές κ' η βαθουλή τους ματιά με δίψα αϊτού κοιτάζει γύρω. Ταράζονται στις μαύρες τις σπηλιές τους κι απ τις γωνιές αγάλια οι σύντροφοί τους, ο Δισταγμός και το Μετάνιωμα, έξω σέρνονται. Απ τον Αχέροντα ανεβαίνει μπρος τους καπνός και μες στο ανταριασμένο στριφούλισμά του ο στοχασμός της πράξης γυρνά άκοπα συγχύζοντας του ενόχου το κεφάλι. Κι αυτές, που το χαμό έχουν έργο, πατούν τη γη τη θεοσπαρμένη, όθε παλιά τις έδιωξε κατάρα. Το γλήγορό τους πόδι το φευγάτον κυνηγά και του δίνουν ησυχία μονάχα για να τον τρομάξουν πάλι.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Άθλιε και συ είσαι σε παρόμοια θέση και νιώθεις τι τραβά ο δυστυχισμένος.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Τι μου λες; Ποιά ονομάζεις όμοια θέση;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Του αδερφού σε βαραίνει και σε ο φόνος• το ξέρω απ το μικρότερο αδερφό σου.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Δεν το βαστώ, ω ψυχή μεγάλη, νάσαι με τον ψεύτικο λόγο απατημένη. Ένας ξένος στο δόλο μαθημένος, ύφαμα ας πλέκη πλανερό στα πόδια του ξένου για παγίδα: Ανάμεσό μας αλήθεια ας είναι! Είμ' ο Ορέστης και το ένοχο κεφάλι γέρνει στον τάφο και ζητά το θάνατο: μ' όποια μορφή κι αν θέλη, καλώς νάρθη! Όποια κι αν είσαι, λυτρωμό και σένα και του φίλου μου θέλω• εμέ όμως όχι. Χωρίς να θέλης, φαίνεται, εδώ μένεις• τρόπο φυγής ζητάτε, εμέν' αφήστε. Το κορμί μου νεκρό ας ριχτή απ το βράχο, ως τη θάλασσα το αίμα μου ας αχνίση, στο βάρβαρο γιαλό κατάρα ας φέρη! Μα εσείς γυρίστε στην ωραία Ελλάδα, μια νέα ζωή χαρούμενη ν' αρχίστε! (Κάνει πέρα).
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω πληρωμή, του πιο τρανού πατέρα κόρη πιο ωραία, μου κατεβαίνεις τέλος! Πώς στέκεσαι θεόρατη μπροστά μου! Μόλις σου φτάνει η ματιά μου τα χέρια, που με στεφάνια και καρπούς γεμάτα τους θησαυρούς του Ολύμπου φέρνουν κάτω Καθώς ο βασιλιάς από το πλήθος γνωρίζεται των δώρων — γιατί του είναι λίγο ό τι γι' άλλους χίλιους είναι πλούτος — έτσι και σεις, θεοί, απ τα φυλαγμένα, ετοιμασμένα με καιρό και γνώση χαρίσματα γνωρίζεστε. Τι μόνο σεις το καλό μας ξέρετε• το κράτος του μέλλοντος το διάπλατο θωρείτε, όταν τη θέα μας κρύβη κάθε βράδυ ο πέπλος της αντάρας και των άστρων. Ακούτε ατάραχοι, όταν σας ζητούμε παιδικά το γληγόρεμα των πόθων μα το χέρι σας άγουρους δεν κόβει τους ουράνιους χρυσούς καρπούς• κι αλί του, που ακράτητος στο πείσμα σας τους φάει ξινούς για θάνατό του. Ω μην αφήστε την ευτυχία, που χρόνους καρτερούσα, κι ούτε τη στοχαζόμουν, σαν τον ίσκιο του πεθαμένου φίλου να μου φύγη κούφια, αφήνοντας τρίδιπλο τον πόνο!
ΟΡΕΣΤΗΣ (πηγαίνοντας πάλι κοντά της). Αν τους θεούς για σε και τον Πυλάδη καλής, μη μελετήσης τ' όνομά μου! Τον κακούργο, που σμίγεις, δεν τον σώζεις• συμφορά μόνο παίρνεις και κατάρα.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Στη μοίρα σου είν' η μοίρα μου δεμένη.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Όχι! Μόνο, ασυντρόφευτο άφησέ με να πάω στους πεθαμένους! Κι αν ακόμα το φονιά με τον πέπλο σου σκεπάσης, από των πάντα ακοίμητων το μάτι δεν τον φυλάς, κ' η παρουσία η δική σου, ω ουράνια, μόνο απόμερα τις σπρώχνει, δεν τις διώχνει. Τ' αδιάντροπα χαλκά τους πόδια το άγιο το δάσος να πατήσουν δεν τολμούν• όμως ακούω μακρόθε κει και δω το άγριο τους γέλιο• Έτσι προσμένουν λύκοι γύρω απ το δέντρο, όπου ο διαβάτης σκαρφάλωσε. Εκεί απόξω μονιασμένες ησυχάζουν μα αν βγω απ' αυτό το δάσος. τότε, τα φιδωτά κεφάλια σειώντας κι ολούθε σκόνη υψώνοντας, πετιούνται και χιμούνε στο θύμα τους.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μπορείς, Ορέστη, ένα γλυκό ν' ακούσης λόγο;
ΟΡΕΣΤΗΣ. Για ένα φίλο των θεών φύλαξέ τον.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αυτοί σου δίνουν φως ελπίδας νέας.
ΟΡΕΣΤΗΣ. Σε καπνό μέσα βλέπω το αχνό θάμπος του Αχέροντα στον Άδη να μου φέγγη.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μιαν αδερφή έχεις μόνο, την Ηλέκτρα;
ΟΡΕΣΤΗΣ. Γνώρισα μόνο αυτή• η καλή της μοίρα, που εμάς φριχτή μας φάνηκε, την πρώτη απ του σπιτιού μας τα δεινά νωρίς την πήρε. Ω μη ρωτάς, και συ μη σμίγης τις Ερινύες! Φυσούν απ την ψυχή μου χαιρέκακα τη στάχτη• δεν αφήνουν τα στερνά δαυλιά μέσα μου να σβήσουν της πυρκαϊάς του γένους μας. Αιώνια, επίτηδες λοιπόν συδαυλισμένη και θρεμμένη με θειάφι από τον Άδη, θα καίη η φωτιά μαρτύριο στην ψυχή μου;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Φέρνω γλυκό θυμίαμα στη φλόγα. Ω, της αγάπης την αγνή πνοή σιγοφυσώντας, άφησε του στήθους να σου δροσίση τη φωτιά! Ακριβέ μου, Ορέστη, δεν μπορείς ν' ακούσης; Σου έχει τόσο στις φλέβες το αίμα σου ξεράνει η συνοδεία των τρομερών δαιμόνων; Περνά, ως απ το κεφάλι της Γοργόνας το κορμί σου γητειά και το πετρώνει; Αν το χυμένο μητρικό αίμα κράζη με μουγκή φωνή κάτω προς τον Άδη, της αγνής αδερφής η ευχή δεν πρέπει βοηθούς θεούς από ψηλά να κράξη;
ΟΡΕΣΤΗΣ. Κράζει! Κράζει! Τον όλεθρο μου θέλεις; Μην κρύβεται καμιά Ερινύα σε σένα; Ποια είσαι συ, που η φωνή σου μου ταράζει τόσο φριχτά στα βάθη τους τα σπλάχνα;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Της καρδιάς σου τα τρίσβαθα το λένε: Ορέστη, εγώ είμαι! Δες την Ιφιγένεια! Ζω!
ΟΡΕΣΤΗΣ. Συ;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αδερφέ μου!
ΟΡΕΣΤΗΣ. Ω, άφησέ με! Φύγε! Άκουσέ με, μη γγίξης τα μαλλιά μου! Φωτιά άσβηστη αποπάνω μου πετιέται, σαν απ της Κρέουσας τον πέπλο. Άφησέ με Σαν ο Ηρακλής, θέλω γώ ο ανάξιος, μόνος θάνατο ντροπιασμένο να πεθάνω.