Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης Κωμωδία εις πέντε πράξεις

Part 3

Chapter 3 67 words Public domain Markdown

ΛΟΓ. (Εισερχόμενος εις την φυλακήν οδύρεται) ιώ!.. ιώ.. έπαθον τλάμων, έπαθον άξι οδυρμών.. Φευ! φευ! και δη, πώς αν ολοίμαν; θανάτω κατακλησέμην... ώμοι, τάλας! ιώ, ιώ!... φευ, φευ!! παι, παι παι! παπαί, παπαί, παπαί παι.

ΣΚΗΝΗ Δ'.

(Ο Ανατολίτης καθήμενος έσωθεν ακούει τους οδυρμούς του Λογιωτάτου αλλά δεν τον διακρίνει.

Ανατολίτης και ο Λογιώτατος.

ΑΝΑΤ. Ποιος είναι πρε, φωνάζει γιο, γιο, εφ' πεφ παπά, πουχ; (προς τον Λογιώτατον) σακίν εσύ είσαι Λογιώτατο;

ΛΟΓ. Έγωγε.

ΑΝΑΤ. Έι... και γιατί κλαις για; γιατί φωνάζει εφ πουφ;... τι έπατες;

ΛΟΓ. Και δη ακρίτως, και αδίκως κεκάθειργρμαι.... τούτο δε οδυρόμενος τυγχάνω.

ΑΝΑΤ. Αντάμ εσύ ντε ξέρο τι άντρωπο.. είσαι και χάψι βάνανε εσένα, ηλληνικά μιλάς... (με θυμόν) μίλα ρωμαίκα πγια, πρε!!! ως πότε ηλληνικά; τι έπατες λεμ; ντεν ακούς;

ΛΟΓ. Αδίκως εφυλακίσθην.

ΑΝΑΤ. Άι. Εσύ μονάχα; να κι' εγώ.. αστρονόμο χάψι έβανε, αμά ντεν κλαίω... ντε φωνάζω πουφ μουφ... μην κλαις... σώπα σώπα.... έλα κοντά, πάρε καλαμάρι σου, πένα σου, γράψαι αναφορά ς' το Κύριο Διοικοτή, φίλο ντικό μου είναι, να βγάνη όξου.. άιδε· κάμε γλίγωρα να στείλουμε.

ΛΟΓ. Και δη γραπτέον.... ευ έχει.

ΑΝΑΤ. Εμ μεβ, άφστο πγιά.. γράψαι.

ΛΟΓ. (Γράφει την αναφοράν ελληνιστί - προς τον ανατολίτην) γέγραφα.

ΑΝΑΤ. Έγραψες;

ΛΟΓ. Ναι.

ΑΝΑΤ. Άι χωριάτ' ογλού χωριάτ!!! ναίσεκ, ντε λες, μόναι ναι; ντιάβαστο τώρα ν' ακούσω.

ΛΟΓ. (Αναγινώσκει την αναφοράν)

» Εκλαμπρότατε, ενδοξώτατε, υπερένδοξε, Κύριε » και τα λοιπά, και τα λοιπά. » Ευθυμούντων ημών σήμερον την της Ελλάδος πα- » λιγγενεσίαν εν τω εδωδιμολεσχοποικιλοβρωματο- » πωλείω,

ΑΝΑΤ. Ιστέκα ιστέκα... τούτο ούλο ένα λόγος είναι!

ΛΟΓ. Μια λέξις προ, προ προ υπερπαρασύνθετος.

ΑΝΑΤ. Έι ύστερα; τούτο είναι ντεκαπέντε πήχες άνταμ άιδε να τγιούμε... λέγε παρακάτου.

ΛΟΓ. Και δη εσθιοπινονταδοντορχουμενοευφραινομένων.

ΑΝΑΤ. Βάι βάι βάι, πώς τ' όβγανες απ' το ιστόμα σου τούτο και ντεν κόπηκε το μισό μέσα! τούτο τζεγγέλια τέλει να τραβούνε δέκα αντρώποι, και γκιουζ μπελά {169} να βγάνουνε... εκατό πήχες είναι τούτο αρτίκ σωστό.

ΛΟΓ. Σίγα — (αναγινώσκει) « άφνω ο Αλβανός μετά του Κρητός εμαχεσάτην.

ΑΝΑΤ. Ποιο χέστηκε; άιντε να τγιούμε, τι τα πης ακόμα.

ΛΟΓ. Και γαρ ο Κρης τους όιας κουράδια καλών, ο δ' » Αλβανός το σκορ εννοών τούμπαλιν.

ΑΝΑΤ. πούμπα έκανε κανένας για;

ΛΟΓ. » Και δη τούτο δ' ένεκα μαχεσαμένων.

ΑΝΑΤ. Άνταμ ιστέκα μη γράφης πρε! ντροπής είναι — χιτζ ολμάσσα {170} μαγαρίστηκε πες το

ΛΟΓ. (Σίγα κάθαρμα, αναγινώσκει) » αναστάς ο Αλβανός, κάκτανε τον Κρήτα.

ΑΝΑΤ. Αρβανίτη όνομα Αναστάση λέανε;

ΛΟΓ. Παύσε καταφλυαρών — και δη τυπτέον σε εν τω στόματι ανεδέστατε· αναγινώσκει « τοιγαρούν ο » αστυνόμος συλλαβών ημάς τους αθώους, έθετο » εν τη φυλακή, μηδέν δεινόν εργασμένους· — και » προσπίπτομεν εκλιπαρούντες την ημετέραν πα- » νεκλαμπροϋπερενδοξότητα, όπως διατάξηται την » εκ της φυλακής ημών έξοδον. Ίνα η σου το ό- » νομα δεδοξασμένον, και το μέγα έλεος εν τοις » περασιν.»

ΑΝΑΤ. Βαϊ κιοπόγλου {171} βάι...βάι, ητ' ογλού, βάι — έτζι γράφουνε αναφορά; εσύ τροπάρι έγραφες — μέγα έλεος, υπερένδοξε έγραψες, κάτε ένα λόγο μακρύ εκατό πήχες έγραψες, άντρωπο μαγαρίστηκε έγραψες, αρβανίτη ανάσταση λέανε έγραψες; — κρίμαστο — κρίμαστο — εγώ τάρεψα εσύ λογιώτατο άντρωπο είσαι, γράμματα ηξέρεις είπα για να κάμης αναφορά — άμα σαν ισκυλί πισμάνεψα {172} — σκίστο, σκίστο — πάρε άλλο χαρτί να γράψης αναφορά — άμα εγώ να λέω κι' εσύ να γράφης — τ' άκουσες μπόκογλου {173};

ΛΟΓ. Τι δε μέλλω γράφειν; και δη λέξον μοι.

ΑΝΑΤ. (υπαγορεύει τον Λογιώτατον «Ευγενέστατε Κύριε ντοικητή» (Προς τον λογιώτατον) Τι έγραψες;

ΛΟΓ. Ευγενέστατε Κύριε Διοικητή τι έγραψες;

ΑΝΑΤ. Όχι μπρε σασκίν, {174} μη γράφεις «τι έγραψες »; σβύσαι βάι — βαϊ μπουτουλά, βάι.

ΛΟΓ. Έσβυσα — και δη είπας μοι βράψαι όπερ αν με είπης Ουκούν σαυτόν αιτιώ. —

ΑΝΑΤ. Λέγε διώ τώρα, τι λοής έγραψες;

ΛΟΓ. » Ευγενέστατε Κύριε ντοικητή.

ΑΝΑΤ. Ντιοικητή — άφεριμ {175} (υπαγορεύει) « λευτερία ήρτε μάταμε, μισέ Μπαστιά λουκάντα κάτζαμε, εκεί πέρα φάγαμε, έπγιαμε, τραβουντήσαμε, χορέψαμε, άμμα αρβανίτη μέτυσε — τι έγραψες;

ΛΟΓ. « Αρβανίτη μέτυσε.»

ΑΝΑΤ. Μέτυσε άφεριμ — είδες ιστέ τώρα γίνεται αναφορά. « (τιμή στα μουζουνέ σου) Κηρτικό είπε Αρβανίτη κουράδια, αρβανίτη είπε να φας εσύ » — τι έγραψες;

ΛΟΓ. Να φας εσύ — [ΑΝΑΤ] άφεριμ! « Κουράδια μουράδια λέωντας, και καυγαλαστίζοντας, (αρτίκ τώρα να πω κι' εγώ κάμποσα ηλληνικά) πιστόλα αρβανίτη τραβίξωντας, κηρτικό απάνου σφίξωντας, κηρτικό χέρι χτηπήσωντας· αραβνίτη έφυγεν» — τι έγραψες;

ΛΟΓ. « Αρβανίτη έφυγε.»

ΑΝΑΤ. Έφυγε πιρ όλ {176}. Ιστέ τούτο είναι αναφορά με τα σάρτια της σουμπουρλούδικη {177} γράψαι (υπαγορεύει « τώρα αστρονόμο έπγιασε εμάς, έβανε χάψι» — τι έγραψες.;

ΛΟΓ. « Εμάς έβανε χάψι.»

ΑΝΑΤ. Χάψι — χάψι ιστέκα τζάνουμ κομμάτι να συλλογιστώ — (συλλογίζεται ολίγον) α! — γράψαι (υπαγόρευε)

« τζάνουμ, Κύριε Ντιοικητή χέργια σου να φιλήσω, ποντάργια σου να φιλήσω, ισκυλί σου να γενώ, στείλε Αστρονόμο ένα ντιαταγή, να βγάνη ημάς όξου. »

ΑΝΑΤ. Τι έγραψες;

ΛΟΓ. Όξου.

ΑΝΑΤ. Είδες τώρα; έτζι γράφουνε αναφορά όχι τροπάρι έγραψες εσύ — έι σώτηκε πγια.

ΛΟΓ. (Τω δίδει την αναφοράν) Και δη υπόγραψον.

ΑΝΑΤ. Εγώ ντε ξέρω να γράψω — εσύ γράψε όνομά μου.

ΛΟΓ. Και δη πώς σε γραπτέον;

ΑΝΑΤ. Χατζή Σάββα Χατζή Μουράτη γυιό, Αραϊντζή {178} Καΐσερλη {179} Ζιντζήρ ντερελί {180} ντούλο σας. — (Προς τον Λογιώτατον) Έγραψες! ντιάβασε ν' ακούσω όνομά μου τι λοής έγραψες, γιατί εσύ είσαι κομμάτι σασκίνη.

ΛΟΓ. Χατζή Σάββας Χατζή Μουράτη Αραϊντζή Καϊσερλή, ζιμτζ τερελλελί.

ΑΝΑΤ. Βάι κιοπόγλου — τερελλελί συ είσαι, ντερελί γράψε· έγραψες;

ΛΟΓ. Ναι.

ΑΝΑΤ. Μπρε έριφ {181} — νέσκαι πες — άι χωϊράτι. Τώρα φώναξε ένα άντρωπο απέ το παρατύρι, ντόσε να πάη.

ΛΟΓ. Τον δεσμοφύλακα;

ΑΝΑΤ. (Με θυμόν) νεστοφύλακα μεστοφύλακα ντε ξέρω — άνταμ — βάι, βάι, βάι!!! εσύ τι άντρωπο είσαι; εσύ καντηναλάφτη είσαι, μπουταλά είσαι, λόκο λαπαντζή {182} είσαι, — κρίμαστο — εγώ τάρεψα Λογιώτατο άκουσα άντρωπο ισκιουζάρη {183} είναι είπα, — αμά εσύ ένα λιανάσπρο ντεν αχρίζης — (με περισσότερον θυμόν) φώναξε έριφ, ένα άντρωπο εφ!! — ιψυχή μου έσφιξες πγια — σαγλ[ί]κ ιλάν {184} να μη βάνανε εσένα χάψι, ήτ' ογλού ήτ' {185} — τι κυττάζεις; τώρα χώνω γρότο μου ιστομά σου μέσα, α! φώναξε ένα άντρωπο λέω μπρε, — να ένα τριάρι (τω δίδει έν νόμισμα) δόστο εκείνο άντρωπο, μπαμπά σου χιζμεκιάρη ντεν είναι να πάη μπετιαβά {186}.

ΣΚΗΝΗ Ε'.

(Οι στρατιώται φυλακίζουν τον Πελοποννήσιον και τον Κύπριον.)

Στρατιώται, Πελοποννήσιος και ο Κύπριος.

ΣΤΡ. (Προς τον Πελοποννήσιον.) Κόπιασε ς' το φρέσκο, Κύριε λογοθέτη........

ΠΕΛ. Οπού σμίγει με μουρλούς, αυτά παθαίνει, με τέτοιους μαγκούφιδες π' όσμιξα σήμερα κι' άλλα μου πρέπανε να πάθω, — απομονή.

ΣΤΡ. (Προς τον Κύπριον) κόπιασε κ' η αφεντιά σου Κύριε Σολομώ, μπακαλάο, πώς σε λέλε - έμπα μέσα, μέσα.

ΚΥΠ. Στον τόπον μας πρώτα κρίνουσίν τον τόν άνθρωπο κ' ύστερις χαψψώνουσίν τον — εδώ ούλα λωά κάμνουσίν τα τά πράγμαγατά τους.

ΣΤΡ. (Τους αφίνουν και αναχωρούν.)

ΣΚΗΝΗ ς'.

(Οι στρατιώται φέρουν τον Χίον εις την φυλακήν, όστις τους φιλοδωρεί καθ' οδόν να μη τον περάσουν από την αγοράν,)

Στρατιώται και ο Χίος.

ΣΤΡ. Περπάτιε — α......τρέχα......

ΧΙΟΣ. Κι' εν μπορείτεν εσείς άματις να κάμετεν κανένα μόδο για να φύγω αφ' την άλλην πόρτα;

ΣΤΡ. Όχι, όχι.... δεν μπορούμε, μόνον περπάτιε.

ΧΙΟΣ. Και μη με περάστεν αφ' το παζάρι, κ' ότι θέτεν πάρτε.

ΣΤΡ. Τι θα μας δώκεις;

ΧΙΟΣ. Εκατό γρόσια δίνω σας.

ΣΤΡ. Φέρτα.

ΧΙΟΣ. (τα δίδει) Πάρτεν τα.... ουγού! και μην πάμ' αφ' το παζάρι και μη με δη ο πάης μου!... αφτά στενά να ζήτεν.... αφ' τα στενά.

ΣΤΡ. Δεν σε πάμε απ' το παζάρι, μόνε περπιάτιε γλίγωρα (τον γυρίζουν από το στενόν μέρος, τον φυλακίζουν και αναχωρούν)

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

(Ο Χίος εμβαίνων εις την φυλακήν κάθεται μεταξύ της εισόδου υπό το σκότος και οδύρεται.)

Χίος (καθ' εαυτόν) είτα ο Ανατολίτης.

ΧΙΟΣ. Αλοί μου του κακόσουρτου!!.. αλοί, αλοί, αλοί!!! Ίντ' αν τούτο π' ούπαθα.. κακοσορτιά μου... κ' αν το μάθ' ο πάης μου... κ' αν το μάθ' η αγαπητικιά μου ε θα κλώση {187} πλια μαζή μου.. αλοί μου του κακόσορτου, αλοί αλοί αλοί!!!! (λυποθυμεί.)

ΑΝΑΤ. Ποιος είναι σκοτεινά φωνάζει αλοί αλοί! εν τώ κανένα τούρκο ντεν είναι — μήτε αλή είναι, μήτε μουσταφά — είναι Λογιώτατο, Μωραΐτη, Κυπριώτη κι' εγώ.... τούρκο ντεν είναι (προς τον Χίον τι τέλεις; φωνάζεις αλοί αλοί; ντε μιλάς έι.. εσένα λέω, ντεν ακούς; τώρα φώναζε αλοί, τώρα σώπασε.

ΧΙΟΣ. Ωχού... κι' αφήτε με, γιατί μούρτενε λειγοθυμιά.

ΑΝΑΤ. Α κατάλαβα.. φοβητσιάρη είναι κρύφτηκε να μη δγη κανείς — χιώτη πολύ φοβάται χάψι, γιατί πέφτη ιχτυμπάρι {188} του και ντε τέλει να δγη κανείς.... εκείνο τώρα απ' το φόβο του κατουρήθηκε, άφστο, άφστο, μην το πειράζη κανένας.

ΣΚΗΝΗ Η'.

(Οι στρατιώται φυλακίζουν τον Ξενοδόχον)

ΣΤΡ. Ορίστε μέσα κι' αφεντοξυλιά σου, που μέθυσες σήμερα τον κόσμο, και μας έκαμες κ' ευγάλανε τα ποδάρια μας νερό.

ΞΕΝ. (εισέρχεται με τα κατάστιχα εις τας χείρας) ήσβυσα πλια ο κακόσορτος — παν τα κρέδιτά μου, ε με χαιρετά πλια κανείς.

ΣΤΡ. Όλοι τώρα εδώ είσται; κυττάξετε καλά να μη φύγη κανένας, γιατί φίδη που τον έφαγε αν τον πιάσουμε ύστερα — (αναχωρούν.)

ΣΚΗΝΗ Θ'.

(Ο Ανατολίτης φυλακισμένος απορεί δια την αργοπορίαν της εις την αναφοράν του απαντήσεως.)

ΑΝΑΤ. Εφ' — σφίχτηκα — ακόμα ντιαταγή ντε βγήκε τζάνουμ, ντιοιτητή είναι φίλο μου γιατί άργησε έτζι για; — να βράντιασε — χάψι τα κοιμητούμε απόψαι... κανένα ντεν έχω να στείλω, νε ντούλο έχω μαζή μου, νε τίποτα... τούτοι ούλοι χαμπάρι ντεν έχουνε... εμένα ιψυχή μου πολύ ισφίκτηκε... άτζαπα να κάμω άλλο ένα αναφορά πώς γένεται; λογιώτατο τώρα ντε τα γράψη μπιλέ, τα ζαλίσει κεφάλι μου... είναι μπουταλά... τι να κάμω ντε ξέρω!... σάμπρι τα κάνω αρτίκ, γένηκε.

ΣΚΗΝΗ Ι.'

(Ο Ξενοδόχος ζητεί από τους εν φυλακή την πληρωμήν των εις το Ξενοδοχείον εξόδων των, και παρουσιάζει ένα λογαριασμόν πολλά υπέρογκον.)

Ξενοδόχος και οι λοιποί.

ΞΕΝ. Καλέ σεις ούλοι εδώ στενε;... κ' ε θα με πληρώστεν εκείνα που φάγετεν κ' ίπγιτεν στη λοκάντα μου, που για σας έσβυσα διαβόντρου γυιοί;

ΑΝΑΤ. Χινζ ποτές άντρωπο στη χάψι μέσα πλερώνει! ταμάμ πραματευτή... Χαρατζή μπιλέμ στη χάψι μέσα χαρατζή ντε υρεύει.

ΞΕΝ. Ν' εν τ' όχεται στο νου σας να με πλερώστενε μαθές; να μου φάτεντε κι' εσείς το βιος μου, διαβόντρου κουλούκια;

ΑΝΑΤ. Έι... τα τα πλερώσουμε αγάλια αγάλια, τώρα ούλοι χάψι είμασται, κ' εσύ μπυλέμ χάψι είσαι. Ιστέκα... τι φοβάσαι; για.

ΞΕΝ. Ας λογαριαστούμενε δα, κ' ύστερις πλερώνετεν πλια.

ΑΝΑΤ. Βγάλε τευτέρι σου να δγιούμε, πόσα κρουστούμε;

ΞΕΝ. Εν τα πέρασα ς' το τεφτέρι, μα τα θυμούμ' απ' όξω.

ΑΝΑΤ. Και ντεν έγραψες ντεφτέρι σου;

ΞΕΝ. Όσκε... εν πρόφταξα... στη λίσταν τα πέρασα μονάχα.

ΠΕΛ. (Καθ' εαυτόν.) Τι ξέρεις τώρα πόσα θα μας πάρη, πόσα θα βάνη παραπονεμένα, τρεις ς' το ξύδι, τρεις ς' το λάδι και έξη στο ξυδόλαδο, έτερα πατζά σιμίτια, έξοδα των εξόδων, κι' άλλα, κι' άλλα, ό,τι του βαστάξει πγια η ψυχούλα του........ (προς τον ξενοδόχον) και πόσα σε χρουστούμε;

ΞΕΝ. (Λογαριάζει ολίγον με έν κάρβουνον) Εννιακόσια εννενήντα εννιά γρόσια. τριάντα εννιά παράδες κι' ένα άσπρον.. μα τ' άσπρο ας τα αφίσουμεν πλια γιατ' είναι μικρό πράμα.

ΑΝΑΤ. Βάι, βάι!!! ντε λες χίλια; ντυω άσπρα τέλει να γενούνε χίλια.

ΠΕΛ. Και πού στο διάτανο τα ξοδέψαμε τόσα το μαγκούφι;

ΞΕΝ. Κι' εν είναι πάσα ένα με το λογαριασμό τους; σταθήτεν.... όφκολος είν' ο λογαριασμός..... πόσοι ήσαστεν.

ΠΕΛ. Πέντε.

ΞΕΝ. Εννιά.

ΑΝΑΤ. Εφτά, άνταμ.... να, μέτρα.... Λογιώτατο, ένα,......Μωραΐτη, ντυω,......Κυπριώτη, τρία,......Χιώτη, τέσσερα,......Αρβανίτη, πέντε,...... Κηρτικό, έξη,......Εγώ, επτά.

ΞΕΝ. Αμ' ο Λογιώτατος;

ΑΝΑΤ. Πρώτα εκείνο είπα, άνταμ!

ΞΕΝ. Αμ' ο Κυπριώτης; — ΑΝΑΤ. Κ' εκείνο είπα.

ΞΕΝ. Εν τους μετρήσετεν καλά.

ΑΝΑΤ. Εσύ μέτρησε, να γτιούμαι.

ΞΕΝ. Μέτρα — η αφεντιά σας; — ΑΝΑΤ. Ένα.

ΞΕΝ. Ο Κυπριώτης; ΑΝΑΤ. Ντυω.

ΞΕΝ. Ο Κρητικός; — ΑΝΑΤ. Τρία. — ΞΕΝ. Εσείς;

ΑΝΑΤ. Τέσσαρα. — ΞΕΝ. Ο Μωραΐτης; — ΑΝΑΤ. Πέντε, — ΞΕΝ. Ο Λογιώτατος; — ΑΝΑΤ. Έξη. (Καθ' εαυτόν.) Αλλά αλέμ. εγώ γιαγνήσι μέτρησα.

ΞΕΝ. Ο Χιώτης; — ΑΝΑΤ. Επτά. — ΞΕΝ. Αρβανίτης; — ΑΝΑΤ. Οχτώ.

ΞΕΝ. Κι ο Μισέ Μπουρλής;

ΑΝΑΤ. Εννιά — τζάνουμ εγώ γαιατί μέτρισα εφτά για;

ΞΕΝ. Εν είνε τώρη εννιά; σταθήτεν τώρη κ' ύστερις πάλι τους μετρούμεν — ας κάμουμε τώρη το λογαριασμό,

ΑΝΑΤ. Λογάριαστο να τγιούμε.

ΞΕΝ. Εννιά πορτζιόνες σούπα από 48 παράδες, γρόσια 48 και 9 παράδες.

ΑΝΑΤ. Εγώ κολοκύτι τζορμπά ντεν έφαγα.......... βγάλε ένα όξου — ιστέκα, τι τα πη πορτζόνι;

ΞΕΝ. Μερτικό.

ΑΝΑΤ. Τώρα κατάλαβα — λέγε παρακάτου.

ΞΕΝ. Εννιά πορτζιόνες βραστό.

ΑΝΑΤ. Κι' απέ τούτο ντεν έφαγα — βγάλε όξου ένα.

ΞΕΝ. Αφήτεν τώρα να τα λογαριάσουμεν εννιά εννιά, κ' ύστερις τα ξεπέφτουνε. (λογαριάζει.) Εννιά βραστά από 56 παράδες, 56 γρόσια και 2 παράδες — ΑΝΑΤ. Τι λες άνταμ; ντεν κάμει τόσα.

ΞΕΝ. Ύστερις, ύστερις βρίσκουμεν το φάλος (λογαριάζει με ταχύτητα — Εννιά ψητά γρόσ. 75 και 9 παρ. — Κιοφτέδες 78 και 5 παράδ. — Ντολμάδες 88 γρόσ. — Μακαρόνια 25 γρ.

ΑΝΑΤ. Λογιώτατο έφαγε μακαρόνια άλλο κανένα ντεν έφαγε. — ΞΕΝ. Σωπάτεν, μη με φαλάρετεν. Σαλάτα γρόσια 20. — Ξυδόλαδο στη σαλάτα 3 και 7 παρ. — Αυγά 13 και 2 παρ.. — Μπουρέκι 45 — Καταΐφι 52 γρ. — Ζάχαρι κανέλα κτλ. 20 γρ. — Το πρετζέσι τ' αρβανίτη 57 γρόσ.

ΑΝΑΤ. Τι λες άνταμ : ΞΕΝ. Κ' άθεν τ' όφκιανα κατά πώς τ' όθελεν, εν εσώνανε κι' άλλα τόσα. Φρούτα 95 γρ. — Του Λογιωτάτου το πλακούτα 27 γρ.

ΛΟΓ. Πολλού λέγεις — ου γαρ εγευσάμην τοσούτου.

ΞΕΝ. Εν ηξέρω αν ήφαγες πολύ, ή λίγο· στη λίσταν τόσον είν' περασμένο.

ΛΟΓ. Υπερηρίθμηκας παραλογισάμενος.

ΞΕΝ. Εν τα καταλαβαίνω τα λιανικά. — Σας τ' όπα, τόσα είναι — έ θε πολλά λόγια.. τα πολλά λόγια είναι φτώχια — (λογαριάζει.) — Κρασί 188,27.

ΑΝΑΤ. Ιστέκα — ίπγιαμε ημείς τόσο κρασί για;

ΞΕΝ. Κ' εν ίπγετεν διαβόντρου γυοί, και μεθύσετεν, κ' ηκάμετεν τόσα κουζουλά πράγματα, κ' ησβύσετεν κι' εμένα τον κακόσορτο;

ΑΝΑΤ. (Καθ' εαυτόν.) Άμμα καλούπι, α!(Προς τον Ξενοδόχον) Λέγε ακόμα να δγιούμε είναι κι' άλλα;

ΞΕΝ. Τον παστσουρμά σας να σας χαρώ — ΑΝΑΤ. Πόσα είναι; — ΞΕΝ. 108 γρόσ. — ΑΝΑΤ. Γιατί; τι έβανες μέσα, και πήγανε τόσα;

ΞΕΝ. Παστουρμά. — ΑΝΑΤ. Έι. — ΞΕΝ. Αυγά.

ΑΝΑΤ. Έι — ΞΕΝ. Βούτουρο κρομύδια. — ΑΝΑΤ. Έι.

ΞΕΝ. Κανέλες πιπέργια, γαρούφαλα, μοσκοκάρυδα, κ' άλλα τω λογιώ μυρωδικά.

ΑΝΑΤ. Και τι τα ήτελε τόσα μπαχάργια; {189}

ΞΕΝ. Καλέ διαβόντρου γυέ, όντας μύριζεν, κ' ήλεγες ωχ, ωχ, ωχ, ήτανε καλά, και τώρη έ θες να πλερώσης;

ΑΝΑΤ. Τα πλερώσω, μα να ξέρω πού πάησε τόσος παράς.

ΞΕΝ. — Τ' αυγά ήτανε αφ' της Χίντγιες, το βούτουρο αφ' τη Αμέρικα, ο παστουρμάς αφ' την Περσία, και τα μυρωδικά αφ' το Αμστερδάμ.

ΑΝΑΤ. Τώρα κατάλαβα — έι ύστερα;

ΞΕΝ. Αυτά, να σας χαρώ, κι' ωχ αμάν αμάν.

ΑΝΑΤ. Εμείς καταλάβαμε π' ούναι καλούπι, άμμα τι τα κάμουμε; πάεισε πγια — κάμε σούμα τώρα. —

ΞΕΝ. (Σουμάρι) γρ... 999 και 39.

ΑΝΑΤ. Αμέ το άσπρο;

ΞΕΝ. Τ' άσπρο ήτανε απέ μιαν πρέζα πιπέρι π' ούβαλεν ο Λογιώτατος στη μήτη του κ' ηφτερνίστηκεν.

ΛΟΓ. Άπαγε — ουκ αισχύνη ψευδόμενος;

ΞΕΝ. Κι' εν το βάλετεν στη μήτη σας; — κ' ίντ' ατάνε που βάλλετε μαθές και φταρνιζούσασται μιαν ώρα; — (Προς τους άλλους) Πληρώστε με τώρη.

ΑΝΑΤ. Τώρα ήμαστε χάψι, σαν εύγουμεν όξου, τότες πλερώνουμεν — ν' άρτη κι' Αρβανίτη, να ντώση μερτικό του κι' εκείνο.

ΞΕΝ. Υπογράφτεν άματι το λογαριασμό.

ΑΝΑΤ. Ότι γράψει κανείς, μέσα στη χάψι ντεν πγιάνετε.

ΞΕΝ. Φτάνει να τα θυμούστενε.

ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.

(Ο Λογιώτατος μην έχων χρήματα διά την απότισιν του μέρους του συλλογίζεται) Λογιώτατος και ο Ανατολίτης.

ΛΟΓ. (Καθ' εαυτόν) Ενώ δε πώς αν τον έρανον απότισέ μοι; και δη αργύρια ου κέκτημαι — φευ!!

ΑΝΑΤ. Ολάν Λογιώτατε, τι συλλογιέσαι και μουρμουρίζει; — ΛΟΓ. Πώς αποτίσω τον έρανον μηδόλως αργύρια κεκτημένος και δη τούτο τυγχάνω σκεπτόμενος... — ΑΝΑΤ. Α κατάλαβα ντεν έχεις παράδες να πλερώσης μερτικό σου.

ΛΟΓ. Ναι μην — ΑΝΑΤ. Και τι έχεις; — ΛΟΓ. Βίβλους.

ΑΝΑΤ. Βιβλία κιτάπια έχεις; να δγιω.

[ΛΟΓ.] Δημοσθένην, Ισοκράτην, Θουκυδίδην, και λοιπούς.

ΑΝΑΤ. Εγώ σουκράτη μουκράτη κιδύδη μιδύδη μοτεστένη κοτεστένη ντεν πέρνω — Άι Βασίλη κιτάπι έχεις;

ΛΟΓ. Και δη και τούτον έχων τυγχάνω. — Ιδού.

ΑΝΑΤ. Ιστέ αυτόνα παίρνω, μερτικό σου εγώ πλερώνω μη συλλογιέσαι. (Καθ' εαυτόν) Ζάβαλη Λογιώτατο φτωχό είναι, παρά ντεν έχει — τούτοι ούλοι Λογιώτατοι καϊμένοι ούλοι πτωχοί είναι κρίμα στο κακόμοιρο — τι να κάμω; να ντώσω εγώ αρτίκ ρεφενέ του. ιψυχικό είναι.

ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.

Ο Ανατολίτης και ο Λογιώτατος.

ΑΝΑΤ. (Καθ' εαυτόν) Είδες καλούπι; άνταμ, απέ λοκάντατζη τι χαΐρη καρτερείς; ό,τι τέλει πέρνη — έφαγες; τα πλερώσης πολλά λόγια ντε τέλει, ας κουρεύεται τώρα — Αστρονόμο ντε φάνηκε ντιαταγή ντε βγήκε... βράντιασε σκοτίνιασε εντώ τα κοιμητούμε, τζαρές {190} ντεν είναι — ας πγιω ένα τζιπούκι κι' αλλάχ κερίμ {191} (καπνίζει) (προς τον Λογιώτατον) τώρα που κατούμαστε έτζι, ντουλειά ντεν έχουμε — τάανουμ Λογιώτατο ένα πράμα συλοΐστηκα, άτζαπα να πω κάμεις ριτζά {192} να σε κάμω, να μη με πης όχι.

ΛΟΓ. Φράτον μοι, και δη σοι υπισχνούμε ίνα σοι ποιήσω όπερ αν μοι είποις.

ΑΝΑΤ. Εμένα πατέρα μου είναι τρία χρόνια πέτανε... βιος πολύ άφηκε — κολυβά του, μολύβα του ιψυχικά του φαλάν φιλάν ούλα έκαμα — τώρα τα βάνω μια πέτρα μεάλη μνήμα του απάνου, τα γράψω, ιστέ ήτανε καλό άντρωπο, ήτανε ραϊτζή, όποιος γλέπει να λέη τεός χωρέστο, άκουσες; τζάνουμ ένα τέτοιο να γράψης εγώ κόπου σου πλερόνω.

ΛΟΓ. Επιτύμβιον τοιγαρούν ποιητέον — και δη ποιήσω διά στίχων — ούτω βούλει;

ΑΝΑΤ. Εσύ ιξέρεις αρτίκ — όπως τέλεις εσύ κάμτο. άμμα ντγιε σακίν σα αναφορά έκαμες να μη γένη και τούτο.

ΛΟΓ. Στιχουργητέον και δη.

ΑΝΑΤ. Αρτίκ ιστίχο μιστίχο, ιξέρεις.

ΛΟΓ. Ποίον δε ην όνομα αυτώ;

ΑΝΑΤ. Όνομά του! Χαντζή Μουράτη λέανε — τόπο του Καΐσερλη — ζεναάτη {193} αραϊντζή ήτανε — έτζι να γράψης τζάνουμ.

ΛΟΓ. (Στιχουργεί έπειτα στρέφει προς τον Ανατολίτην.) Και δη εστιχουργησάμην — άκουσον ουν.

ΑΝΑΤ. Λέγε ν' ακούσω.

ΛΟΓ. Ενθάδε κείται Χατζή Μουράτης κλήσει.

ΑΝΑΤ. Ιστέκα — κλήσει τι τα πη;

ΛΟΓ. Ονόματι.

ΑΝΑΤ. Και ντεν έγραψες έτζι;

ΛΟΓ. Και δη τοιούτον έστι το στιχουργείν.

ΑΝΑΤ. Λέε παρακάτου.

ΛΟΓ. « Τέχνη Αραϊντζής και Καισαρεύς τη φύσει,

ΑΝΑΤ. Φύσει τόπο του τα πη;

ΛΟΓ. Ναι μην. — ΑΝΑΤ. Άφεριμ άφεριμ.

ΛΟΓ. « Δέη δε θεώ αμαρτιών του λίσει.

ΑΝΑΤ. Κλύσι, φύσι, λύσι — καλό! για να τεργιάζη ιστίχο...

ΛΟΓ. « Ληστής πάλαι πλήρης εν ασωτίαις » πίστει έλαβε τας κλεις της βασιλείας.

ΑΝΑΤ. Ιστέκα, ιστέκα, — ιλιστής τι ντουλιά έχει εντώ πέρα για;

ΛΟΓ. — Σίγα. — « Ούτος ο πτωχός........

ΑΝΑΤ. (Τον αντικόπτει.) Φτωχός ντεν ήτανε άνταμ, τρακόσγια πουγγιά άσπρα άφησε.

ΛΟΓ. Αλλ' ιπιρτιβειης ω μιαρέ — και δη άκουε, είτα λέγε.

ΑΝΑΤ. Ακούω αμμά γιατί λες ιψέματα;

ΛΟΓ. Ούτος ο πτωχός Μουράτιος κραυγάζει.

ΑΝΑΤ. Οχ.... Μουράτη γυιός ντεν ήτανε, πατέρα του Χατζή Γιορδάνη λέανε

ΛΟΓ. Μνήσθητί μου Κύριε, πίστει φωνάζει.

ΑΝΑΤ. Ντε φωνάζει πγια τώρα, — αρτίκ σώπασε — όντας επέτανε τρεις φοραίς είπε, μνήσθητι μου Κύριε, αρτίκ μπιτούν {194} σώπασε — εσύ γράφεις εμεν {195} ούλο φωνάζει σάνκιμ είναι βρυκόλακα.

ΛΟΓ. « Ο αναγνώσας τα δε τα γεγραμμένα, » άφεσιν ζήτει αυτού τα πεπραγμένα, » γνώσθι συ ο μη Θεόν φοβάσαι.

ΑΝΑΤ. Εφοβούτανε ντεό άνταμ, τι λες; ούλη μέρα κι' ούλη νύκτα εκκλησία του πήγαινα — σαρακοστή λάδι μπιλέμ ντεν έτρωγε — ιξένο ντίκιο ντεν ήτελε — μερμίγκι απάνω ντεν επατούσε — έι, λέγε μπακαλούμ. {196}

ΛΟΓ. « Αυτός ο Θεός δύναται σε κολάσαι.

ΑΝΑΤ. Όχι, όχι, όχι! τεός καλάσει — βάι! τεός χωρέσει πες, άνταμ — τι έκαμες; ουφ. = ουφ.

ΛΟΓ. Ναι δη σοι αναγνωστέον ολοσχερές, ίνα γνως την έννοιαν αυτού. {197}

ΑΝΑΤ. Τι; απ' την αρχή να ντιαβάσης; να σ' αλατήσω να βρωμήσης, κοπόγλου κοπέκ, = τίποτα άνταμ. τίποτα.... άρατα τέματα, έγραφες... ούλα ανάποντα έγραψες.. =μπρε άνταμ εκείνο ιστέ έτζι γράφουνε; « Εντάτε κείτεται ντούλο του τεού » Χατζή Μουράτη, αραϊντζή, καϊσερλή, καλό » άντρωπο ήτανε, όποιος γλέπει μνήμα του να » λέη, τεός χωρέστο· πάει λέωντας εγώ έτζι είπα » να γράψης.»

ΛΟΓ. Συ αγράμματος ων ου γινώσκεις, και δη εξηγητέον σοι έν καθ' έν........

ΑΝΑΤ. Έι αρτίκ, εγώ πιρόσκες, μηρόσκες, κατόλου ντεν ακούγω τίποτε ντεν ξέρεις άνταμ ζαβαλη Λογιώτατο, άιδε να γυρίσης κόσμον να γένης άντρωπο.. ηλληνικά πγια να μη μιλάς.... ρωμαϊκα να μιλάς, γιατί ντρωπής είναι κόσμος εσένα αναγελάει....

ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.

(Οι στρατιώται συνέλαβαν τον Αλβανόν και τον φέρουν εις την φυλακήν, όπου τον εξετάζει ο Αστυνόμος)

Ο Αλβανός, οι Στρατιώται, έπειτα ο Αστυνόμος.

ΑΛΒ. Πρα ορέ... άστο ορέ, πρα........

ΣΤΡ. Προβάτιε διάολε.

ΑΛΒ. Άστο ορέ... φτου. αλλά μπελιάβερσιν.

ΑΣΤ. (Τρέχων εισέρχεται.) Γεράσιμέ μου!!

ΣΤΡ. Σκιάβ αφέντη.

ΑΣΤ. Όμορφα μη σας σκαπάρ' απ' τα χέργια.

ΣΤΡ. Όσκαι αφέντη· καλά τον έχουμε.

ΑΣΤ. Μπράβο Αντζουλή μου, Καντήλα μου, γιαμά σας μεριτάρει από εκατό τζικίνια.

ΣΚΗΝΗ ΙΔ'.

(Ο Αστυνόμος εξετάζει τον Αλβανόν με ταχύτητα έμπροσθεν της φυλακής.)

Ο Αστυνόμος, ο Αλβανός και οι στρατιώται.

ΑΣΤ. Πινομή σου; το όνομά σου;

ΑΛΒ. Πώς το λένε ορέ εμένα; Τζέλιο Γκέκα.

ΑΣΤ. Πούθε είσαι.

ΑΛΒ. Γκέκα ορέ, Γκέκα.

ΑΣΤ. Άλλος διάολλος ετούτος — και γιατί μουρέ λάβωσες τον Κρητικό;

ΑΛΒ. Πω — γιατί να το λες ορέ έφαγες κουράδιαις, το χτύπησες ψύχα ψύχα.

ΑΣΤ. Εγώ μουρέ; να ξαφνικό να σ' ούρτη.

ΑΛΒ. Ορέ εσύ εγώ, εγώ εσύ, πώ χτύπησες Κριτίκα. γιατί να το τρως κουράδιαις

ΑΣΤ. Όρσαι κοπλιμέντα! (Προς τους στρατιώτας.) Βάλεττο νε μέσα αρέστο.

ΑΛΒ. Ορέ Αστρονόμο! = πρα πώς το κάνεις έτζι ορέ; πού ορέ να το πηγαίνη μέσα;

ΑΣΤ. Στη φυλακή Μπώγια.

ΑΛΒ. Πω να το κρένης πρώτα ορέ = π' ούναι Κρητίκα να το φέρνης κι' εκείνο ορέ.

ΣΤΡΑΤ. — Μέσα, μέσα......

ΑΛΒ. Άστο, ορέ! μην το τραβάς — αλλά μπελάβερσι.

ΣΤΡ. (Τον φυλακίζουν και αναχωρούν.)

ΣΚΗΝΗ Ις'.

Ο Ανατολίτης και οι λοιποί (έσωθεν της φυλακής.)

ΑΝΑΤ. Γλυτώσαμε, γλυτώσαμε, πιάσανε Αρβανίτη νάτο φέρανε χάψι και εκείνο.

ΧΙΟΣ. Έφεραν τονε του διαβόντρο το γυιό;

ΑΝΑΤ. Νάτος, νάτος κύταξε μάτγιά του=σαν αζτζιζμένη κάτα γιαλίζουλε — σακίν να μην τονε λαλήση κανείς.

ΑΛΒ. (Πλησιάζει) Για σας ορέ.

ΟΛΟΙ. Καλώς ώρισες καπετάνιο.

ΑΛΒ. Πω τι κάνεις σκοτεινά; πρα άνοιξες ορέ το παραθούραις να γλέπης ψύχα.

Π Ρ Α Ξ I Σ Δ'.

ΣΚΗΝΗ Α'.

(Η ερωμένη του Κρητικού συνοδευμένη με την γραίαν τροφόν της ζητεί να επισκεφθή τον εραστήν της εις το αστυνομικόν κατάστημα)

Γαρούφω και Κανέλλα.

ΓΑΡ. Αυτούν για έ αι πηδάκι μου· δώ, η αστρονομίγια.

ΚΑΝ. Εδώ κανείς δεν φαίνεται, μηδέ ψυχή καμμία, τρομάρα μου πώς θα τον διώ μανούλα μου πεθαίνω.

ΓΑΡ. Κράτ' την καρδιά σου κόρη μου......

ΚΑΝ.....Ωχ τώρα τι να γένω, ξέρεις πόσο πικραίνουμε.

ΓΑΡ.......Το πικάζω δα παιδί μου. σκούπισ' τα μάτγια σου και μη κλαις.

ΚΑΝ.......Πώς θα σε διώ ψυχή μου. ο Αστρονόμος ποιος είναι;

ΓΑΡ.....Αυτός που σε κυττάει; αυτός που γλέπει σα χαζός.

ΚΑΝ.......Γιατί δε μας μιλάει.

ΟΛΟΙ. Δεν ανοίγουνε τα παράθυρα.

ΑΛΒ. Πω, πω, να φύγης ορέ — πρα θα σκάβεσαι ορέ ψύχα.

ΑΝΑΤ. Σώπα — τώρα τ' αύγουμε όξου.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ I'. ΠΡΑΞΕΩΣ

ΣΚΗΝΗ Β'.

(Η Κανέλλα ερωτά τον Αστυνόμον περί του εραστού της αυτός δε τη προτείνει να τον ερωτευθή)

Κανέλλα και ο Αστυνόμος.

ΚΑΝ. Κυρ αστρονόμο μου να ζης π' ούναν το Κρητικάκι;

ΑΣΤ. Σαράντα χρονών άνθρωπον τον έκαμες παιδάκι, και τι τον έχεις;

ΚΑΝ. Ξάδελφο να τον ιδιώ λιγάκι.

ΑΣΤ. Απέ τζη φίναι είναι κι' αυτή, όμορφο πραγματάκι, μωρ' δεν κυττάς τα μάτγια τζη, μωρ' δεν γλέπεις παρέντζα {198} με φαίνεται η Βένερε {199} που είδα στη Φιορέντζα; μωρ' δεν κυττάς το πέτο τζη {200}, δε γλέπεις τα βυζιάτζη, μωρ' δεν κυττάς τα πράτζα τζη, δε γλέπεις τα μαλλιά τζη, μωρ' δεν τα γλέπεις ούλα τζη; μ' ούφυγε το τζερβέλο {201}, πουλώ τα ρούχα μου γι' αυτή, πουλώ και το καπέλο. Ντσόγια μου, άφσ' τον κρητικό· κάμε τ' αμόρ {202} μ' εμένα.

ΚΑΝ. Ποτές δεν καταπιάνομε, φράγκο εγώ με σένα. Εκείνον είπες γέροντα κι' εσύ είσαι πγιο γέρος.

ΑΣΤ. Τριάντα χρόνους τώρα κλειώ, το φετεινό το θέρος, μη γλέπεις τα άσπρα μου μαλιά και τα άσπρα μου τα γένεια, η πίκραις μου τ' ασπρίσανε· και των πολέμων γ' έννοια, μα γώ για την αγάπη σου κυρά μ' τα κολορίρω {203}, με τζη βαμμίναις τρίχαις μου σα νιος σε φαβορίρω {204}.

ΚΑΝ. Δεν κάμω έρωτα; ποτέ μου κύρ λελέγκο.

ΑΣΤ. Ό,τι αγαπάς Κυρία μου πρόντος {205} είναι ντελέγκο, και πγιο καλ' είν' οι κρητικοί τζόγια μου απ' τζη φράγκους. Οι φράγκ' είν' πγιο γαλάντιδες από εκειούς τζη άλλους. Μόν δόσαι, την παρόλα σου.

ΚΑΝ.......Τι λες δεν απεικάζω, τον ξάδελφόν μου αν δε δγιω απ' τον καϊμό μου σκάζω.

ΑΣΤ. Γιαμά χερούργος θα γενής για να τον εγιατρέψης, Κι' εμένα απεφάσισες για να με φαρμακέψης;

ΣΚΗΝΗ Γ'.