31433

Chapter 8

Chapter 853 wordsPublic domain

Η γλώσσα μας δεν άλλαξε αρκετά. Κοιτάξτε την κλίση· έχουμε ακόμη ονομαστική, γενική, αιτιατική, μάλιστα και κλητική! Η ονομαστική, η γενική, στη δέφτερη κλίση, κ' η αιτιατική, σώζουν την κατάληξή τους. Η κοινή λέει πάντα ο _ κόπος, του κόπου, τον κόπο, _ σαν την αρχαία, πάντα κλίνει _ η γλώσσα, της γλώσσας{55}. _ Αν πάρετε κι άλλες πολλές λέξες, θα διήτε μόλις διαφορά. Ας συγκρίνουμε το σημερνό μας _ κόπος _ με ταρχαίο. Μπορεί να πη κανείς που λίγο άλλαξε. Ξέρω που η οξεία χάθηκε και που μια τέτοια διαφορά κάτι σημαίνει· μα είναι γενική διαφορά κ' έγινε σ' όλη μας τη γλώσσα· κανείς πια δε μιλεί μ' οξείες μ' άλλα λόγια κανείς δεν υψώνει τη φωνή βάζοντας τον τόνο{56}. Το ο και κείνο, μάλιστα στα τέλος της λέξης, θα το προφέρη ο καθένας σήμερα μ' ανοιχτό στόμα (o ouvert), μόλον ότι τόλεγε η αρχαία κλειστά{57}, πάει να πη με το στόμα πάντα στρογγυλεμένο, μα λιγώτερο ανοιχτό. Θα συφωνήσετε όμως μαζί μου που τέτοιες διαφορές μόλις φαίνουνται, και που πρέπει κανείς, για να τις διή, να προσέξη στην προφορά, γιατί στο χαρτί δεν τις βλέπει, και — πολύ πιο έφκολα θα διή τι διαφορά υπάρχει μεταξύ του Brentas και του chanter. Αμέσως την παίρνει το μάτι. Όσο πιώτερο σπουδάζει κανείς σήμερα, την κοινή γλώσσα του λαού, τόσο πιο σωστό του έρχεται να τη συγκρίνη με τη δημοτική της λατινικής (latin vulgaire) που μιλιούνταν απάνω κάτω στο δέφτερο ή στον τέταρτο αιώνα του Χριστού, στον καιρό που δεν είταν ακόμη πρι γίνουν οι νεολατινικές γλώσσες ό τι έγιναν τώρα. Μ’ άλλα λόγια, για να προφτάξη η γλώσσα μας τη γαλλική, για να _ χαλάση _ καλά και να μας δείξη με την αρχαία, την ίδια διαφορά που έχουν τα γαλλικά σήμερα με τα λατινικά, μας χρειάζουνται χίλια, χίλια πεντακόσια χρόνια, αν ξακολουθήση και πάρη η γλώσσα μας τον ήσυχο δρόμο που πήρε ίσια με τώρα.

Βλέπετε που οι σημερνοί μας γλωσσολόγοι δε θα διούν τέτοια πρόοδο. Δε θα πη όμως που πρέπει να καταφρονήσουν τη γλώσσα του λαού, γιατί δεν είναι αρκετά προχωρημένη. Αν είχαμε σήμερα κανένα κείμενο που να μας σώζη τη δημοτική της λατινικής, τι δε θα δίναμε για τέτοιο θησαβρό! Ίσια ίσια γιατί βρίσκεται πιο κοντά στην αρχαία, μας φύλαξε καλήτερα η γραικική την ιστορική σειρά κάθε αλλαγής, και μπορούμε να διούμε, για να πη τινάς, πόσα σκαλιά έπρεπε να κατεβή ένας τύπος αρχαίος για να φτάξη ίσια με τα χρόνια μας. Τους βαθμούς αφτούς δεν τους έχουμε πάντα μήτε στις νεολατινικές γλώσσες. Είδαμε για ποιο λόγο· γιατί λείπουν τα μνημεία της λατινικής δημοτικής. Η μεσιανή περίοδο που βρίσκεται τώρα η γραικική, είναι που της δίνει τόση αξία. Ταποτελέσματα, θέλω να πω τα τελειωμένα, τα κατωρθωμένα πράματα, δεν έχουν αξία για τους φιλοσόφους· του Φιλόσοφου ο σκοπός είναι να διή πώς αρχίζουν, πώς προκόφτουν, πώς ξετυλιούνται λίγο λίγο τα ιστορικά φαινόμενα. Στοχαστήτε τώρα τι δε θα δώσουν — αν και σε χίλια χρόνια διαβάζουν ακόμη οι αθρώποι (μόλις φαίνεται πιθανό, γιατί θα σωθή ως τότε το χαρτί και προτού μάλιστα να σωθή, θα βαρεθούν καμιά μέρα τα βιβλία) — τι δε θα δώσουν, όταν η γλώσσα μας προχωρήση σαν τις νεολατινικές, για κανένα κείμενο που θα μπορέση να δείξη τη σημερνή κατάσταση της κοινής, τη φωνολογία της, το τυπικό της! Τι δε θα δώσουν, ας πούμε, για τα δημοτικά τραγούδια!

Μα και τόσο καιρό δεν είναι ανάγκη να προσμένουν τα παιδιά μας, για να διούν τη γλώσσα τους ναλλάξη. Πολλοί παρατήρησαν, — και κατάντησε σήμερα να είναι γενική αλήθεια — που όσο δε γράφηκε μια ζωντανή γλώσσα, τόσο πιο έφκολα προχωρεί, δηλαδής αλλάζει και _ χαλνά. _ Ο λόγος είναι απλός κι αμέσως φαίνεται. Κάθε γλώσσα μεταμορφώνεται, μόνο που μιλιέται. Για να σταθή, πρέπει κανείς να τη σταματήση όχι για πάντα, μα τουλάχιστο για μερικά χρόνια. Τους τύπους που κάθε μέρα περνούν από το στόμα και τρέχουν, πρέπει να βρεθή ένας να τους καθίση στα χαρτί κ' έτσι, με κάποιο τρόπο, να τους κόψη το δρόμο. Όταν το κατορθώση, τότες στέκουνται για μια ώρα. Τέτοιο πράμα, μόνο τα βιβλία το καταφέρνουν. Ένας ποιητής ή ένας πεζογράφος παίρνει τους ζωντανούς, τους _ δημοτικούς _ τύπους της γλώσσας που μιλιέται στον καιρό του· τους δίνει με τα έργα του βάση και χώμα, κ' έτσι τους ριζώνει μέσα στη μνήμη των αθρώπων. Καταντούν τύποι κλασσικοί.

Ας φέρουμε παράδειμα τη γαλλική φιλολογία. Όταν άρχισε να γράφεται η γαλλική γλώσσα, παραδέχτηκαν οι πεζογράφοι κ' οι ποιητάδες, για να γράψουν τα βιβλία τους, τη σύνταξη, τη φωνολογία, το τυπικό του λαού. Σε κείνο τον καιρό, ο λαός έκλινε, ας πούμε, j'aime, tu aimes, il aime. Μα κοιτάξτε τι έγινε. Όποιος πιάση σήμερα να γράψη, θα πη φυσικά και δίχως να το συλλογιστή μια στιγμή tu aimes· έτσι — είναι τώρα τρεις αιώνες και παραπάνω — κατάντησε συνήθεια να γράφουμε και να λέμε. Ίσως όμως νομίζετε που ο τύπος από τότες δεν άλλαξε; Άλλαξε. Ο λαός έκαμε καινούριο τύπο κι αντίς tu aimes, έβγαλε δέφτερο πρόσωπο taimes, γιατί το u, που βρίσκεται ανάμεσα στην προσωπική αντωνυμία και στο ρήμα, δεν έχει πια το λόγο του, αφού το πρώτο και τρίτο πρόσωπο δεν έχουν κανένα φωνήεντο σ' αφτή τη θέση, και φαίνουνται σα να είναι με το ρήμα μια και μόνη λέξη. Αφτό το _u_ χαλνούσε το νόημα του aimer, και λέγοντας tu aimes, νόμισε ο λαός πως έλεγε κανένα άγνωστο ρήμα uaimer. Πολύ φρόνιμα λοιπόν ωμάλωσε κ' έσιαξε τα τρία πρόσωπα και τάκαμε να μοιάζουν το ένα με τάλλο. Όσο σωστός όμως κι αν είναι ο τύπος taimes, του είναι αδύνατο να προκόψη. Γιατί; Γιατί η γραμμένη και γραφούμενη γλώσσα μάς συνήθισε να κλίνουμε tu aimes, έτσι έσωσε τον τύπο tu aimes. Ο λαός δεν κατώρθωσε να μας μάθη το δικό του τον τύπο, μήτε μάλιστα κατώρθωσε ο ίδιος να τον παραδεχτή όλους διόλου. Πιο συχνά θακούσετε στο Παρίσι να λέη ο λαός tu aimes παρά taimes. Το δέφτερο πρόσωπο tu aimes, ο αρχαίος αφτός ο τύπος, ακόμη ζη, και ζη γιατί γράφηκε στην ώρα του.

Στην Ελλάδα, καθώς ξέρετε, ακουλούθησαν τα πράματα έναν άλλο δρόμο. Σήμερα που όλος ο κόσμος λέει ο _ πατέρας _ και που χάθηκε η περιττοσύλλαβη ονομαστική, όσοι γράφουνε γράφουν _ πατήρ. _ Αντίς να πάρουν τον τύπο το ζωντανό παίρνουν έναν τύπο αρχαίο. Είναι σα να είχαν κλίνει και γράψει στη Γαλλία amas, στον καιρό που έλεγαν όλοι tu aimes. Η γλώσσα που γράφεται χωρίστηκε από τη γλώσσα που μιλιέται. Είναι σα να είταν αναμεταξύ τους κανένας γκρεμνός· η μια στέκεται από τη μια μεριά, η άλλη από την άλλη. Μ’ αφτό τον τρόπο, η κοινή γλώσσα, η δημοτική, έμεινε ανεξάρτητη. Δεν έχει βιβλίο, σκολειό, παράδοση, που να τη βαστάξη, και μπορεί να τραβήξη ίσια το δρόμο της, χωρίς κανένας να της πη στάσου. Αφτό το χρωστούμε στην καθαρέβουσα, κ' είναι μια τύχη για τους γλωσσολόγους που δε γράφηκε η γλώσσα του λαού· έτσι θα προκόψη και θα _ χαλάση, _ που λένε, πολύ πιο έφκολα. Δε θα περάση πολής καιρός και θα διούμε κάμποσα περίεργα φαινόμενα. Η γλώσσα μας θα καταντήση πολύ πιο αξιοσπούδαστη παρά που μας φαίνεται σήμερα. Είναι πιθανό να βγουν τύποι _ άθρους _ ή _ άρρους _ ή _ άρους αντίς _ άθρωπος· _ θα ξεχάσουν το _ς_ και μάλιστα μπορεί να πουν ο _ άρου _ για όλο τον ενικό αριθμό. Τα ουδέτερα και ταρσενικά θάχουν την ίδια κλίση. Τα ουσιαστικά θα χάσουν την κατάληξή τους και το τελικό ς μόλις θα μείνη στην ονομαστική. Ξέρετε που οι γλώσσες, όσο προχωρούν, τόσο γίνουνται και πιο απλές. Στην αρχή μας δείχτουν άπειρο πλούτο· έπειτα το κλιτικό και συζυγικό τους σύστημα σομμαζώνεται, ή, αν το θέλετε κ' έτσι, ομαλώνεται και μας παρουσιάζει πιώτερη ενότητα κι αρμονία. Η αρχαία και κείνη με τον καιρό πολύ έσιαξε το τυπικό της και τη φωνολογία της. Η δική μας θα πάθη το ίδιο, τώρα μάλιστα που κανείς δε θέλει να τη γράψη. Ισως στερηθούν και τα ρήματα την προσωπική τους κατάληξη, σαν τα γαλλικά ρήματα στον ενεστώτα της οριστικής κτλ.{58}. Μα δεν είναι ανάγκη να κοιτάξουμε μόνο τι θα συνέβη κατόπι. Κάμποσα τέτοια συνέβηκαν ίσια με σήμερα, μόνο και μόνο για το λόγο που δε γράφηκε η γλώσσα μας απαρχής, σαν που μιλιούνταν. Είταν ένας καιρός που έκλιναν το _ πράμα, του πραμάτου, το _ γόνυ, του γονάτου. _ Δε βρέθηκε κανένας συγραφέας για να σώση αφτούς τους τύπους. Γρήγορα λοιπόν ήρθε η ώρα που έκλιναν _ το πράμα, του πραμάτου_, μα _το γόνα _ (μεσαιωνικός τύπος, που διαβάζεται στο Σοφιανό και στον Ημπέριο Γ'. 600), _ του γονάτου. _ Κι αφτό το _ γόνα, _ δε βγήκε κανένας να το καθιέρωση κ' έτσι να το συνηθίσουμε. Προχώρησε τότες η γλώσσα και φάνηκε μια ονομαστική _ γόνατο, _ γιατί η γλώσσα μας έχει τάση να ισοσυλλαβίζη τα περιττοσύλλαβα, κι αν προσέξη κανείς σ' αφτό το νόμο, έφκολα θα καταλάβη που γρήγορα θαρχίση ο λαός να λέη _ το πράματο, _ σαν που λέει _ το κέρατο, ταλόγατο, το γόνατο. _ Πρέπει μάλιστα να προσμένουμε τέτοιο τύπο· — η ονομαστική _ πράματο _ ίσως ακούγεται και σήμερα πουθενά στην Ελλάδα· τουλάχιστο θακουστή, αφού δεν παραδεχτήκαμε στα πεζά την κλίση _ πράμα, πραμάτου, γόνατο, γονάτου.

Είναι μερικοί — όχι βέβαια πολλοί, γιατί τέτοιες ιδέες δεν μπορεί να τις έχη ο καθένας — που νομίζουν το εναντίο, και θαρρούν πως με τα γράμματα, με τα βιβλία, με τη γραμματική, με τα σκολειά, θα σιάξουν τη γλώσσα και θα ξαναφέρουν πίσω την αρχαία. Αν έχουν τέτοια γνώμη, εμείς πάλε γιατί να τους τη σηκώσουμε; Τι μας πειράζει; Η ιστορία δεν αλλάζει για το χατίρι κανενός όσο κι αν πη κανείς που θα γίνη ένα πράμα, αν οι ιστορικοί νόμοι δεν το συχωρνούν, ποτές δε θα γίνη σαν που το θέλει η ιδέα μας. Πρέπει κανείς να το συλλογιστή καλά, για να βγάλη προφητεία, και με φαίνεται που βγαίνει προφήτης, λέγοντας που η αρχαία θα γυρίση πίσω. Δεν έχουμε κανένα ιστορικό διδόμενο, που να βασιστή τέτοιο συμπέρασμα. Σας παρακαλώ όμως να μη με κάμετε και μένα προφήτη. Σας λέω πράματα που τα ξέρει όλος ο κόσμος· οι αξιότιμοι γλωσσολόγοι που βρίσκουνται στο Συνέδριο, βέβαια δε θαναιρέσουν τα λόγια μας. Να πη κανείς που η γλώσσα θαλλάξη, γιατί δε γράφεται, λέει μιαν αλήθεια γνωστή· το παρατήρησαν κι αλλού. Είναι νόμος γενικός· προφητεία δεν είναι. Άμα πούμε όμως που γρήγορα ή «βαθμηδόν» θαναστήσουμε την αρχαία, κάμνουμε προφητείες, γιατί ως τώρα καμμιά γλώσσα δε φάνηκε Λάζαρος.

Ανάγκη μεγάλη δεν είναι, πολλά λόγια και πολλές σοφίες δε χρειάζουνται για ναποδείξη κανείς που το πράμα είναι αδύνατο. Ένα μόνο φτάνει να πούμε. Ας φανταστούμε που ο κόπος μας δεν πήγε του κάκου, που τόντις κοντέβει η μέρα που όλοι μας μαζί θα μιλούμε την αρχαία, θα λέμε τους αρχαίους τύπους, θα κλίνουμε _ ο πατήρ, τοις πατράσι, _ θάχουμε απαρέφατο· θα ξέρουμε μόνο _ κάθημαι _ κι όχι _ κάθουμαι, ετοίμη _ κι όχι _ έτοιμη, ήκουσα _ κι όχι _ άκουσα. _ Ας υποθέσουμε μάλιστα που αφτή η μεγάλη μέρα έφεξε πια σήμερα. Να μας όλους που ελληνίζουμε και πάμε. Πόσο καιρό νομίζετε να βαστάξη τέτοια χρυσή εποχή; Η αρχαία, με τους αθρώπους που είχε να τη γράφουν, άλλαξε. Θέλετε η δική μας η αρχαία να μην αλλάξη και κείνη; Είστε βέβαιοι που όλος αφτός ο κόπος δε θα καταστραφή καμιά μέρα; Την αλλαγή την έφερε γενικός γλωσσολογικός νόμος κ' ιστορικά περιστατικά. Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε το δρόμο που μπορεί να πάρη η ιστορία. Δεν μπορούμε απαρχής να φτειάξουμε την ιστορία με το θέλημά μας. Δεν μπορούμε να κάμουμε να μη μιλούν τις γλώσσες αθρώποι — κι όσo τις μιλήσουν αθρώποι, πάντοτες θα πάθουν οι γλώσσες τα ίδια παθήματα. Πιστέβω κανείς στη ζωή του να μη νόμισε πως είναι δυνατό, ένα έθνος αλάκαιρο να ξέρη τη γραμματική σαν που την ξέρει ο δάσκαλος στο σκολειό, — κι όχι μόνο να την ξέρη, μα ποτές του να μην την ξεχάση, μήτε όταν κλάψη μήτε όταν τύχη και χαρή, να βασανίζεται, να τυραννιέται μέρα νύχτα μήπως του ξεφύγη κι αλλάξη τους μαθημένους τύπους, μήπως η παλιά συνήθεια τον ξανακάμη σκλάβο Θα προσέξη να μην πη ποτές, ποτές του και με κανέναν τρόπο τη μάννα του _ μάννα _, το παιδί του _ παιδί _, και την κόρη του _ κόρη _ · να λέει πάντοτε: _ μήτερ _, να μη φωνάξη ποτές του παιδιού του· «Παιδάκι μου, σώπα· έλα! μην κλαίς», παρά να του λέη· «Σίγησον, ω παι»· να μη μιλήση ποτές μέσα του την κοινή γλώσσα· να μάθη να συλλογέται αρχαία, ακόμη κι όταν είναι μοναχός του· να μη φανή άθρωπος, να γίνη θαματουργός. Και δε φτάνει, μόνο οι προκομμένοι να συνηθίσουν και να μάθουν καμιά ώρα μια γραμματική που μας είναι σήμερα ξένη, και που κανείς δεν την ξέρει φυσικά του, πρέπει κ' οι πιο πρόστυχοι, οι πιο χωριάτες, σ' όλη την Ελλάδα, σε κάθε χωριό, σε κάθε τρύπα, να ξεχάσουν τη μητρική τους γλώσσα. Αν τη θυμηθούν, ας είναι και μια μόνη στιγμή στη ζωή τους, αν τους ξεφύγη ένας μόνος χυδαίος τύπος, τέλειωσε πάει! Άλλαξε η γλώσσα. Ένας χαλασμένος τύπος χάλασε τη γλώσσα όλη. Ο χαλασμένος ο τύπος πρώτα θα μας δείξη, που κι άλλες πολλές λέξες πήραν την ίδια σειρά· μα είναι κι άλλο. Παρατήρησαν οι γλωσσολόγοι — και λογαριάζουν αφτή την παρατήρηση μέσα στους πιο σταθερούς νόμους που τους στάθηκε δυνατό να ξεδιαλίσουν ίσια με σήμερα, — που ένας τύπος καινούριος σώνει για ναλλάξη ένα σύστημα αλάκαιρο ή της κλίσης ή της συζυγίας. Αφτό είναι που λέγεται αναλογία, _ συνεκδρομή _ σαν που τόλεγαν πριν οι αρχαίοι γραμματολόγοι. Φανταστήτε τώρα αν είναι τόντις δυνατό μια γλώσσα να πάη πίσω. Έτσι δεν ξολοθρέβουνται οι γλώσσες. Κάποτες θαρρούμε που ο λαός λίγο λίγο θα φωτιστή από τα βιβλία μας και που με τα χρόνια θα συνηθίση και τη γλώσσα μας. Με φαίνεται όμως που για να τη συνηθίση, θάπρεπε τουλάχιστο να την καταλάβαινε — και δεν την καταλαβαίνει. Το πολύ πολύ αρπάζει μια λέξη από δω κι από κει. Μα δεν έχει να κάμη που ένας χωρικός, ένας δούλος, ένας εργάτης μαθαίνει πού και πού κανέναν τύπο αρχαίο και σας τον ξαναλέει. Ακούμε τα τέτοια κι ανάφτει η φαντασία μας — αμέσως νομίζουμε πως έφκολα θα μάθη και τους άλλους τύπους ο χωρικός. Μα για να γίνη τέτοιο πράμα, έπρεπε πρώτα πρώτα κι αφτοί οι προκομμένοι, όχι μόνο να μη λεν ποτέ τους, αλλά και να μην καταλαβαίνουν πια κανέναν τύπο καινούριο.

Για την ώρα βλέπουμε πολύ φανερά με τι τρόπο μεταμορφώνει ο λαός τους αρχαίους τύπους που μαθαίνει στο σκολειό. Μια τέτοια μεταμόρφωση έχει μάλιστα δικούς της ιδιαίτερους νόμους, και θα είταν περίεργο γλωσσολογικό ζήτημα, να μπορούσε κανείς να βάλη αφτούς τους νόμους με τη σειρά τους. Όποιος το κάμη θα μάθη κάμποσα. Πρώτα θαπαντήση τύπους στη γλώσσα μας που δεν τους έχει καμιά άλλη γλώσσα, Θακούση το λαό κάπου να λέη _ ζωμί _ και κάπου _ ζουμός _. Γιατί; Γιατί θελήσαμε να του μάθουμε τη λέξη _ ζωμός _ αντίς το _ ζουμί _ που έλεγε. Άμα το ω έγινε ο, ο τύπος _ ζωμός _ δεν μπορεί να είναι πια σήμερα τύπος σωστός, κι ο λόγιος ο ίδιος που λέει _ ζωμός, _ ορθά δεν το λέει, αφού και κείνος δε βάζει πια _ ω μέγα, _ μόνο προφέρνει _ όμικρο _. Τούτο τόμικρο όμως είταν ανάγκη να γίνη _ ου, _ σαν που το δείξαμε πιο απάνω (σελ 109,3)· με τέτοιο τρόπο είπε ο λαός _ ζουμί _. Είναι λοιπό δυο κανονικοί τύποι, ο τύπος _ ζωμός _ με ω και μ' οξεία για την αρχαία, ο τύπος _ ζουμί _ με ου και χωρίς οξεία για τη νεοελληνική. Ανακάτωσαν όμως τους δυο τύπους, και μπέρδεψαν τις δυο γλώσσες τη μια με την άλλη, την αρχαία και τη νέα· τότες φάνηκε ένας τύπος που είναι λάθος και στην αρχαία και στη νέα, ο τύπος _ ζωμί _. Το λάθος μας τόφερε το σκολειό· το χρωστούμε στο σκολειό. Ο λαός που έλεγε ήσυχα τον κανονικό του τύπο _ ζουμί _, άκουσε να το λεν άλλοι _ ζωμός _· είπε αμέσως και κείνος ένα, _ ο, ζομός _ {59}, ή άφησε το _ ου _ και πήρε την κατάληξη _ -ος, ζουμός _. Δε μας είναι φυσικό, πάει να πη δεν είναι κανονικό να λέμε σήμερα ζωμός για τούτο φτειάνουμε τέτοιους τύπους. Ό τι δεν είναι φυσικό, ό τι δεν είναι κανονικό, είναι αδύνατο να το μάθη κανείς σωστά, αφού σωστό δεν είναι. Μπορούσα να σας αναφέρω πολλά τέτοια τέρατα και σύναξα κάμποσους ανώμαλους τύπους σαν το _ ζουμός _ και μάλιστα πολύ πιο περίεργους, _ ητοίμασε _ αντίς _ ετοίμασον, την αμάξη _ και χίλια άλλα. Όλοι αφτοί οι τύποι έχουν την ίδια αρχή· έρχουνται από την καθαρέβουσα. Αν αφίναμε το λαό να μιλήση τη γλώσσα του, δε θα τους ακούγαμε ποτές. Με το σύστημα τούτο δε φέρνουμε πίσω την αρχαία· χαλνούμε την αρχαία και τη νέα. Κ' έτσι θα είναι πάντα.

Για το γλωσσολόγο όμως, αφτό το σύστημα έχει τα καλά του. Του δίνει αφορμή να μελετήση κάμποσα σπάνια γλωσσικά φαινόμενα, θα διή κι άλλα πολλά, που θα του δείξουν πώς λίγο λίγο μορφώθηκε η γλώσσα μας. Η γλώσσα του λαού δε χαλνά πάντα τους αρχαίους τύπους που της μαθαίνει το σκολειό· συχνά κανονίζει την καθαρέβουσα, την ξανασιάζει, την αλλάζει με το ίδιο σύστημα που ακουλούθησε, είναι τώρα χρόνια και καιρός, για ναλλάξη την αρχαία. Ξαναρχίζει κάθε μέρα τον ίδιο κόπο, γιατί όσες αλλαγές έτυχε να γίνουν, είχαν τον ιστορικό τους λόγο κι αφτός ο λόγος δε χάθηκε ακόμη· πάντα υπάρχει. Με τους ίδιους φωνολογικούς νόμους ξαναφτειάνει ο λαός τους ίδιους δημοτικούς τύπους.

Παραδείματος χάρη, είναι σ' όλους γνωστό που δυο ο, το ένα κοντά στάλλο, είναι σαν ένα μόνο ο στην προφορά. Μα πώς έγινε τέτοιο πράμα; Με μιας έγινε; Τάτονα και τα τονισμένα _ ο _ μήπως πήραν όλα τον ίδιο δρόμο στην ίδια εποχή; Όχι βέβαια! Πρώτα συναιρέθηκαν τάτονα _ ο· _ τότες μόνο άρχισαν και πρόφεραν ένα _ ο _ τονισμένο κ' ένα άτονο _ ο _ κατόπι από το τονισμένο, σα σκέττο _ ο _. Κι από πού βλέπουμε που αλήθεια έτσι έγινε το πράμα: Μας το δείχτει η καθαρέβουσα. Η λέξη _ πρόοδος _ κ' η λέξη _ προοδεύω _ δημοτικές δεν είναι, ωςτόσο σήμερα κατάντησαν, μπορεί να πούμε, κοινή συνήθεια· και τις δυό τις ξέρει ή τουλάχιστο θα τις καταλάβη όλος ο κόσμος. Παρατηρήστε τώρα με τι τρόπο και σεις οι ίδιοι θα προφέρετε τη μια και την άλλη λέξη. Άμα δεν προσέξετε, θα πήτε όλοι σας _ προδεύω _. μα λέτε ακόμη και σήμερα _ πρόοδο _, με δυο _ ο _. Έχουμε λοιπό δυο τύπους, το ρήμα _ προδεύω, εις, ει _ κτλ. και το κοινό όνομα _ η πρόοδο, της πρόοδος _ κτλ. Πήραμε τον ίδιο δρόμο που πήρε πρώτα κ' η γλώσσα. Το παράδειμα τούτο είναι σπουδαίο· εκεί που δεν έχουμε κείμενα να καταλάβουμε πώς έγινε μια αλλαγή, με τι τρόπο και με τι σειρά μετατράπηκαν τα γλωσσικά φαινόμενα, φτάνει να μελετήσουμε τη ζωντανή τη γλώσσα και να διούμε πώς αλλάζει τους μαθημένους τύπους· αμέσως βλέπουμε πώς άλλαξε όλη η γλώσσα κ' έτσι φωτίζεται η μεσαιωνική μας γραμματική. Τότες μας έρχεται πιο έφκολο να καταλάβουμε γιατί ο τύπος _ ζώο _ {60} είναι κοινός και γιατί δε λεν όλοι _ το ζω, του ζού, τα ζω _, με την ίδια συνήθεια κ' εφκολία που λεν πατέρας. του πατέρα, τους πατέρες _. Το ρήμα _ σπρώχτω (=εισπροωθώ) _ είναι κοινό, γιατί τα δυο άτονα _ ο _ μπόρεσαν αμέσως κ' έγιναν _ ο _ απλό. Μα ο τύπος _ το ζω _ δε βρίσκεται παρά στα χωριά· δεν κατάντησε γενικός. Η κοινή γλώσσα άργησε κι ακόμη αργεί να τον παραδεχτή. Ίσια ίσια γιατί ο τύπος _ ζώο _ είχε τόνο στο πρώτο το ο (ω)· για τούτο φάνηκε ο συνηρημένος τύπος ύστερις από τους άλλους, που είχανε δυο άτονα _ ο _, με τη σειρά, ή που έβαζαν τόνο μόνο στο δέφτερο _ ο _ ή στο δέφτερο φωνήεντο, γιατί ο νόμος είναι ο ίδιος για όλα τα φωνήεντα (πρβλ. διγούμαι και διήγημα κτλ. Πιο έφκολα θα πούνε δηγούμαι παρά δήγημα, που ωςτόσο κι αφτό αρχίζουνε και το λένε). Ισως μερικοί νομίζουν, ίσως μάλιστα και σας είπαν που δεν αγαπώ την καθαρέβουσα. Πόσο μ' αδικούν! πόσο με κατηγορούν! Είδετε τώρα πόσο αψηλά ξεναντίας ανεβάζω την καθαρέβουσα, αφού προσπαθώ να σας δείξω τι πολύτιμη μπορεί να είναι η σπουδή της και για τα ιστορικά προβλήματα που αγαπά σήμερα η επιστήμη.

Σας αρέσουν αφτά τα προβλήματα και σας, αξιότιμοι Κύριοι. Ποιος έδωσε πιώτερη προσοχή από σας στα μνημεία, στη μελέτη της νεοελληνικής; Έχετε μέσα στο Σύλλογό σας τόσα γερά και φρόνιμα κεφάλια, τόσους σοφούς, που δεν ξέρει κανείς ποιόνα να πρωτοπή. Ιστορία, γλωσσολογία, ποίηση, τέχνη, αρχαιολογία, φυσική, χυμία, αστρονομία, ξένες γλώσσες, περσικά, ρουσσικά, αραβικά, λατινικά, ηθική και παιδαγωγία, δεν είναι ζήτημα που να μην ξετάζετε και που να μη βρέθηκε ένας από σας να φανή πρώτος. Αφτό θα πουν όσοι διάβασαν τους τόσους τόμους που δημοσιέψετε ίσια με σήμερα. Τις σοφές σας μελέτες τις παρατήρησε πολύ κι απόρησε με την ποικιλία τους και με το σοβαρό τους χαραχτήρα η δική μας η Association pour l'encouragement des études grecques en France. Με παράγγειλε να σας πω πόση συμπάθεια έχει για το Σύλλογο. Για να σας το δείξη, σας έδωσε βραβείο. Ένα μάλιστα παρατήρησε η επιτροπή μας, θέλω να πω τον πόθο και τη φροντίδα σας να μαζώνετε κείμενα δημοτικά. Αφτή είναι η μεγάλη και σοβαρή δουλειά· τέτοιο έργο θέλησε και κείνη να το παινέση. Και τούτος ο λόγος μου ίσια ίσια με κάμνει τώρα να σας μιλήσω για τάλλα δυο ζητήματα που ήθελα να μελετήσουμε σήμερα μαζί, — ένα λεξικό και μια γραμματική.

Φαντάζουμαι, τώρα που μιλώ στο Σύλλογο μπροστά, που μιλώ μπροστά σε καμιά Ακαδημία. Και δεν έχω δίκιο; Δεν είστε μια ελληνική Ακαδημία; Τέτοιος τίτλος είναι τιμή σας. Είναι όμως και βάρος. Ό τι κάμνουν αλλού Ακαδημίες, πρέπει εσείς εδώ να το κάμετε μοναχοί σας. Το πρώτο έργο μιας Ακαδημίας είναι να βγάλη Γραμματική και Λεξικό, ή τουλάχιστο να διορίση να γίνουν τέτοια βιβλία κ' ίδια να τα προτοιμάση. Δεν έχω ανάγκη να σας πω με τι τρόπο πρέπει να γίνουν. Το ξέρετε χωρίς να σας το μάθη κανείς, κι αν είχα να σας μιλήσω για τέτοια εργασία, δε θα μ' έφτανε η λίγη ώρα που μπορώ να καθήσω μαζί σας. Μια σύντομη γραμματική της κοινής μας γλώσσας είναι το πιο χρήσιμο και το πιο αναγκαίο βιβλίο που μπορεί να γραφή σήμερα. Στην Εβρώπη τέτοια βιβλία διδάσκουνται στα σκολειά. Κάθε λαός μαθαίνει να διαβάζη και να γράφη τη γλώσσα που μιλεί· μαθαίνει και την ιστορία της. Αν έπρεπε ή στην Ιταλία, ή στη Γερμανία, ή στη Γαλλία, να σπουδάζουν τα παιδιά μόνο τις αρχαίες γλώσσες, σε λίγο καιρό δε θα ήξερε πια κανείς τη ζωντανή τη γλώσσα· δε θα ήξερε όμως και τις αρχαίες, γιατί το κάθε πράμα γίνεται στον κόσμο με την ώρα του. Για να ξέρη, κανείς καλά μια γλώσσα που δε μιλιέται, χρειάζουνται ανύπαρχτα περιστατικά· πρέπει να γεννηθή στον καιρό που μιλιούνταν ακόμη αφτή η γλώσσα. Αλλιώς, εκεί που πάει να μιλήση αρχαία, ο νους του, που πια αρχαίος δεν είναι, παίρνει άλλη σειρά, έχει άλλες ιδέες, και πώς θέλετε να ταιριάξουν παλιές φορεσιές με πρόσωπα καινούρια; Οι χιτώνες κ' οι χλαμύδες είναι πολύ ωραία ρούχα· στοχαστήτε όμως να μας έβλεπε σήμερα κανείς στο Συνέδριο όλους ασπροντυμένους και ξυπόλυτους. Θα του έρχουνταν κάπως παράξενο. Η γλώσσα και κείνη είναι σαν το χιτώνα και τη χλαμύδα· δεν το βλέπει κανείς αμέσως, γιατί δε φαίνεται η χλαμύδα η δική μας, και τη φορούμε στο κεφάλι μέσα· μα λιγώτερο παράξενη φορεσιά δεν είναι. Ο άθρωπος δεν μπορεί να γίνη διαφορετικός απ' ό τι είναι. Είναι όπως τον έκαμαν τα χρόνια που γεννήθηκε. Η ψυχική του ενέργεια αλλάζει αδιάκοπα· τα γλωσσικά του όργανα παίρνουν άλλες συνήθειες. Παλιό τυπικό μαζί με καινούριες ιδέες να παν πλάγι πλάγι, είναι μόνο και μόνο μπερδεμός για το τυπικό, χαμός για τις ιδέες.