Chapter 4
Είπαμε αλλού{25} πως συνέβηκε και κάτι άλλο πολύ πιο σπουδαίο, και πως η Ελλάδα, στο Βυζάντιο κι από το Βυζάντιο, έμαθε τον εθνισμό της, έμαθε δηλαδή να είναι μια, έμαθε να είναι για πάντα ενωμένη, έμαθε να είναι σήμερις και βασίλειο ένα, πράμα που στην αρχαία την Ελλάδα θα είτανε πρωτάκουστο, που δε θα το καταλάβαινε τότες κανένας πώς μπορούσε άξαφνα ένα Νησί σαν την Κρήτη να γυρέβη ένωση, γιατί στα χρόνια τα παλιά θα γύρεβε να γίνη κράτος χωριστό, να πολεμήση κιόλας τις άλλες ελληνικές πολιτείες, για να δυναμώση αφτό.
Κάτι κερδίσαμε λοιπόν κι από το Βυζάντιο. Μα μήπως τάχα δε θαρρείτε πως κερδίσαμε κι άλλα, που δεν τα παίρνει το μάτι αμέσως, γιατί πρέπει να ψάξης κατάβαθα στην ψυχή, να τα δης μέσα της; Μήπως δε θαρρείτε πως του Κωσταντίνου ο στρατός, πως του Ιουστινιανού οι πόλεμοι, πως οι νίκες του Φωκά, πως του Βουλγαροχτόνου η ακαταδάμαστη πιμονή, πως τόσοι και τόσοι λαοί χτυπημένοι, τόσες μάχες, τόσα μεγαλεία, μήπως δε θαρρείτε, με τα δυστυχήματα μαζί, ναι! ως και με το πάρσιμο της Πόλης, δε θαρρείτε πως ζουν αφτά όλα στο αίμα το ρωμαίικο και μέρα την ημέρα το δυναμώνουνε; Ο σταβραϊτός, λέει το τραγούδι, θα δυναμώση, σα φάη κόκκαλα αντρειωμένου. Το ίδιο κ' ένα έθνος θα δυναμώση, σαν το θρέψης με τα κόκκαλα τα ιερά της Ιστορίας.
Και τι βγαίνει απ' αφτά που λέμε; Βγαίνει τάχατες πως πρέπει να κάνουμε σαν τον Ιουστινιανό, και να βάλουμε στο ράφι την Αθήνα; Ο θεός φυλάξη! Ο αγαπητός μου ο Ν. Γ. Πολίτης έδειξε στον Αγώνα του Λαμπρίδη{26}, πως τόνομα «Έλλην» έχει και στο μεσαιώνα, έχει και στο Βυζάντιο, τα περγαμηνά του. Ο Παλαμάς έδειξε στο «Άστυ{27}» πως ο Ρωμιός είτανε, και στης Επανάστασης τα χρόνια, όνομα άγιο και τιμημένο. Τόσο το καλήτερο λοιπόν αν έχουμε δυο δόξες αντίς μια. Ο σκοπός είναι, την καθεμιά να συλλογιστούμε, να ωφεληθούμε κι από τις δυο. Δεν είπε κανένας να ξεβαφτίσουμε την Ελλάδα, να την κάμουμε βασίλειο Ρωμαίικο. Δεν είπε κανένας ναρνηθούμε τον Αλέξαντρο που κι αφτός, αν και τα χάλασαν οι διάδοχοι του κατόπι, σφιχτοκράτησε και σφιχτοένωσε στο χέρι του την Ελλάδα. Δεν είπε κανένας πως πρέπει ναποξεχάσουμε τον Όμηρο και το Σοφοκλή — και γω λιγώτερο από κάθε άλλονα. Είπαμε μονάχα, γιατί ο καβγάς μας αφτός είναι, πως όρος και κυριολεξία, στο βιβλίο του Εφταλιώτη, είναι η λέξη Ρωμιοσύνη, αφού έχουμε την τύχη με μια μόνη λέξη να λέμε συνάμα και τη βυζαντινή την ιστορία και την ιστορία του ελληνισμού, όπως τον εννοούσαν ίσια ίσια σε κείνη την εποχή, να λέμε μάλιστα και του Ρωμιού τα ψυχολογικά, που θέλησε και δάφτα να τα ξεδιαλίση ο Αργύρης.
Πρέπει να πάψη το καταφρόνιο αφτό για τα δικά μας, που η καθαρέβουσα μας τόμαθε, καταφρόνιο και για τη γλώσσα, και για τόνομα το ρωμαίικο. Οι δυο μεγαλήτεροι λαοί του κόσμου στάθηκαν ως τώρα οι Έλληνες κ' οι Ρωμαίοι. Κάτι θα πη, ένας λαός να φυλάξη και τα δυο αυτά τα ονόματα. Κάφκημά του να είναι. Μας άφησε η Ελλάδα τον Παρθενώνα, μας άφησε την Αγια Σοφιά ο Ιουστινιανός, που είτανε Ρωμαίος — και για τούτο πρέπει νάχουμε σέβας για το Ρωμιό.
Από το Ρωμιό βαστούμε και τη γλυκειά μας την κουβέντα, το ύφος μας αφτό που κουβεντιάζει και παίζει. Το ξέρω πως και στο ύφος μας απάνω, μας χτυπούνε. Εγώ θαρρώ πως η αρχαία η Ελλάδα ζη πάντα, γιατί κι ο Πλάτωνας, σα δε γελιέμαι, το είχε και το ήθελε το ύφος το κουβεντιάρικο, ταπλό, που καμιά γλώσσα στον κόσμο δεν μπόρεσε ποτε της να ταρπάξη τόσο ταιριαχτά που να το κάμη και δικό της. Μας είπαν ωςτόσο πως εμείς τόχουμε τέτοιο ύφος, γιατί δε ζούμε στην Αθήνα, γιατί δεν ξέρουμε ποιές λέξες μπορεί κανείς να πη στο θέατρο, ποιες άλλες στον καφενέ, και ποιες άλλες στο «φροντιστήριο», που κάθεται και γράφει ο φιλόσοφος. Δε ζούμε στην Αθήνα, και γι' αφτό, νομίζω, βλέπουμε καλήτερα πώς κρίνουνε τους αρχαίους αλλού, πώς νοιώθουνε την ομορφιά τους, πώς πολεμούν και να τη μιμηθούνε. Η καθαρέβουσα πίστεψε πως άμα μιλεί κανείς για σοβαρά ζητήματα, πρέπει αμέσως να κάνη και τον κατσούφη. Ουσία και ύφος δεν είναι ανάγκη να μοιάζουνε σε τέτοιο βαθμό. Διέστε τον Πλάτωνα πώς παίζει φιλοσοφώντας. Μα και στην Εβρώπη, που φοβούμαι και κατάλαβε τον Πλάτωνα κάπως καλήτερα παρά που τον καταλαβαίνουν ακόμη στην Αθήνα, δε βλέπω τέτοια μαχμουρλίκια. Με τις λέξες της κουβέντας, το ύφος ζωντανέβει και πάει. Αφτό μάλιστα περνά εδώ για τέχνη. Στο Παρίσι, μια φορά κ' έναν καιρό, έλεγαν τα ίδια, δηλαδή πως κάτι φράσες είναι άτοπες ολότελα, όχι μόνο σε βιβλία επιστημονικά, μα και στο θέατρο ακόμη. Ως κ' η λέξη _ μαντίλι _ καταδικασμένη, ξωρισμένη. Την είπαν όμως, κ' οι Γάλλοι που την είπανε, δε ζούσανε, όσο ξέρω, μακριά από το Παρίσι. Τα _ χυδαία _ μάλιστα παντού τα φιλοξενίσανε, και στην ιστοριογραφία και στην επιστήμη· εννοείται, τα βάζουν εκεί που πρέπει κι όχι όπως τύχη, ξέρουνε και τα φέρνουνε με τρόπο. Αποφέβγουν το νόημα το χυδαίο· τα χυδαία όμως δεν ταποφέβγουνε διόλου, μήτε τις λέξες τις πιο δημοτικές δεν τις αποφέβγουνε — από τον καιρό που κατέβηκε ο ρωμαντισμός, όπως η ρωμιοσύνη κατεβαίνει σήμερις από τα βουνά, κι άνοιξε ολόφαρδες τις πόρτες και χούμηξαν όλα τα χυδαία, μέσα στα Παλάτια όλα.
.................................................................
.................................................................
Εσένα, κανείς να μη σ' αγγίξη! Βαστούμε ρόπαλο στο χέρι, πολύ γερό. Το ρόπαλό μας είναι η αλήθεια. Ένας ένας, όποιος προβάλη να σε χτυπήση, ένας ένας θα τσακιστή και θα πέση, τι να κάμη; Εσύ έπαθες πολλά, εγώ για σένα ήθελα να χύσω ένα δάκρι, που μέσα του να είναι όλα τα δάκρια της καρδιάς μου, που με το δάκρι μου αφτό να κλάψω τα βάσανά σου όλα μαζί. Εσύ αιώνες κ' αιώνες ζης, πολεμάς, κι αναστενάζεις. Εσένα τα όνειρά σου, εσένα οι πόθοι σου κ' οι μεγάλες σου οι λαχτάρες, εσένα κ' οι θυμοί σου πάντα, γιατί πάντα σου το είχες αφτό, βλέπουνε την ιδέα, κ' η ορμή σου πάντα θα πεταχτή στα πιο αψηλά, τα πιο μεγάλα και τα πιο ωραία. Κάποτε στραβοπατείς, κάποτε δεν το ξεδιακρίνεις το καλό, μα φτάνει να σου το δείξουνε και το δίψασες αμέσως. Εσύ ξέρεις και την αγάπη. Εσύ είσαι πανόμορφη. Τα μάτια σου τα μάβρα, γιομάτα ελπίδα, γιομάτα θλίψη που με σφάζει, μέρα δεν είναι που να μην τα θωρώ και να μην τα θαμάζω και να μην τα πονώ τα μάτια σου τα μεγάλα. Εσένα δε σου κοστίζει να θυσιαστής. Εσύ το σκοπό μονάχα κοιτάζεις. Εσύ γεννήθηκες με την πίστη. Εσύ έμαθες την πομονή, εσύ για τα γενναία συνεπαίρνεσαι. Κ' η πομονή σου, τα γενναία θα σε κάμη ναπολάψης. Περεχυμένη στους κάμπους και στα βουνά, περεχυμένη στης θάλασσας τους αφρούς, στα πρασινόφορα τα Νησιά, με πέφκους πέφκους ολόγυρά σου, με τον ουρανό σου τον ολόλαμπρο, παντού σε ξανοίγω, παντού σε προσκυνώ, παντού σε λατρέβω, αθάνατη μου εσύ ψυχή της Ρωμιοσύνης.
Γραμμένο στο Ροσμαπαμόνι, τρίτη, 8 τ' Άη Δημήτρη, 1901.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ {28}
Όπως τόχω σημειωμένο και παρακάτω, η μελέτη μου αφτή γράφηκε Άβγουστο μήνα 1886, είναι δηλαδή το πρώτο πρώτο ρωμαίικο που έγραψα, όχι μόνο προτού γράψω _ Το Ταξίδι μου _, μα προτού ακόμα κάνω το ταξίδι το ίδιο, που έδωσε και τον τίτλο του στο βιβλίο μου. Η μελέτη μου γράφηκε με το σκοπό να τη διαβάσω στο Συνέδριο του Ελληνικού φιλολογικού Συλλόγου της Πόλης, που είτανε τότες να γίνη. Δεν έγινε όμως κ' έτσι δεν έγινε μήτε τανάγνωσμά μου.
Όταν έφτασα στην Πόλη, ο Foy που εκεί καθότανε σε κείνα τα χρόνια, μου είπε αμέσως πως η τούρκικη κυβέρνηση θα εμποδίση το Συνέδριο. Στα Θεραπειά πάλε ο πρέσβης της Γερμανίας, κ. von Radowitz, περπατούσε στο ριχτίμ· κ' έλεγε πως του κάκου ήρθαμε και δε θα δούμε Συνέδριο. Μ' άλλα λόγια, το εμπόδισε όχι ο Σουλτάνος, που πρώτα είχε δώσει την άδεια, μα ο φίλος μας ο Κάιζερος. Γιατί αφτό; Γιατί, όπως είδαμε και στα 1897, ο Γουλιέλμος είχε την ιδέα που στα 1821 την είχε η Εβρώπη όλη, η αφτοκρατορική και βασιλική Εβρώπη· ο νόμιμος ο _ βασιλιάς _ είτανε για την Εβρώπη ο Σουλτάνος· οι Έλληνες είταν επαναστάτες, κ' οι βασιλιάδες επανάσταση δε θέλανε. Μπορούσε να γίνη κακό μάθημα για τους λαούς τους. Δε συλλογιούντανε διόλου πως ο Τούρκος είτανε καταχτητής, μα κι αν το συλλογιούντανε, δεν τους πείραζε, γιατί το ίδιο έκανε, αφού δεν είναι ο Τούρκος ο μόνος καταχτητής, κι όπου βλέπουνε σηκωμό, θαρρούνε αμέσως πως θα σηκωθούνε κ' οι χώρες που έχουν ίδιοι τους σκλαβωμένες. Η Κρήτη, στα 1897, του φάνηκε του Γουλιέλμου σα νάτανε κανένα Νησί άνομο, άσεβο κι αθεόφοβο που πάει άξαφνα και πολεμάει, με ποιόνα; με το βασιλιά του, πάει να πη με το Θεό. Από χρόνια, στην Τουρκιά, είχε συφέρο λοιπόν η Γερμανία να κολακέβη τον Τούρκο, μα να μην αφίνη διόλου το ρωμαίικο να παίρνη απάνω του. Κ' έτσι δεν άφησε μήτε τον ήσυχο και τον καλό Σύλλογο να κάμη ταθώο του το Συνέδριο, που το χαίρουνταν και το πρόσμεναν όλοι.
Δεν έβγαλα το λόγο μου κ' ίσως γλύτωσα τότες από κάμποσα που θάκουα ο ίδιος, — μόνο που θάκουαν τη γλώσσα μου οι Πολίτες. Ωςτόσο δεν το πιστέβω. Θυμώνουνε, σα με διαβάζουνε σαν τους τα διαβάζω, λένε πως μιλώ σαν που μιλεί όλος ο κόσμος, γιατί δεν τα βλέπουνε τυπωμένα. Το μάτι τους δε συνήθισε ακόμα· ταφτί τους εννοείται συνήθισε χρόνια και χρόνια, αφού γλώσσα τους είναι.
Μα εγώ θαρρώ πως και να με διαβάζανε, πάλε δε θα γινότανε τόσο κακό, γιατί στη μελέτη μου τη μικρούτσικη αφτή, προσπάθησα να κάμω κάτι που μου φάνηκε κάπως περίεργο. Η γλώσσα όχι μόνο μορφωμένη δεν είτανε τότες, μα κανένας ακόμα δεν την είχε γράψει για φιλολογικό, καλλιτεχνικό, επιστημονικό σκοπό. Και γω βγήκα να τους μιλήσω μ' ένα είδος ακαδημαϊκό ύφος, σα να γράφουνταν τάχατις αιώνες κ' αιώνες και σα να είτανε πια συνήθεια να μιλή κανείς, να παίζη, να χαμογελάη, να συζητά για τα πιο σπουδαία ταντικείμενα σ' αφτή μας τη γλώσσα, τη δημοτική. Και τα χοντρά και τα πρωτάκουστα γι' αφτούς που τους έλεγα, τους τάλεγα ήμερα κι απλά, σαν που θα τάλεγε κανένας σε μιαν εβρωπαϊκή Ακαδημία, έτσι, με τρόπο, μήτε πολύ πολύ σοβαρά, μα μήτε και πολύ πολύ στο ψιλό.
Δημοσίεψε ωςτόσο τη μελέτη μου ο _ Σύλλογος _, και θέλει δε θέλει, βρίσκεται τώρα η δημοτική πολιτογραφημένη στα ιερά βιβλία του Συλλόγου. Χαίρουμε πολύ, γιατί το πρώτο ποίημα που γράφηκε στη δημοτική, γράφηκε στην Πόλη, ο _ Σπανίας. _ Θάτανε αδικία να μην είχε κ' η σημερνή μας η δημοτική τη θέση που της αξίζει σ' ένα πολίτικο περιοδικό, σ' ένα μάλιστα που ως τότε γράφουνταν η καθαρέβουσα μόνη.
Δημοσιέφτηκε η μελέτη μου και χώρια, ύστερις από το Ταξίδι. Διώρθωσα τα τυπογραφικά φύλλα, σα γύρισα στα Παρίσι. Την ξανατυπώνω σήμερις χωρίς πολλά διορθώματα, μόλις με δυο τρεις αλλαγές πού και πού. Παρακαλώ τον αναγνώστη να μην ξεχάση πως είναι το πρώτο μου και πως ο ίδιος δεν έχω και τόσο μεγάλη ιδέα γι' αφτό μου το δοκίμιο· θα δη και κάμποσα, μέσα, που τώρα δεν τα συνηθίζω πια. Τότες έλεγα _ που _, τανυπόφορο το _ που _, εκεί που, κατόπι, και στο _ Ταξίδι _ το ίδιο, έβαλα _ πως _. Έχω και κάτι _ αλλά _, για να πω το _ μα _ της δημοτικής. Έγραφα τον αόριστο _ σώσετε _ αντίς _ σώσατε _. Είναι και κάτι πολίτικα, σαν την αιτιατική _ με λέτε _ κτλ., που υστερώτερα την έκαμα γενική όπως το συνηθίζουνε στην Αθήνα· _ μου λέτε _ κτλ. Κάτι άλλους τύπους τους άφησα, για να δείξω και τον πόθο που είχαμε από τότες να τα πούμε όλα στην καθάρια δημοτική. Ο τύπος _ τον εμαφτό μου _ είναι πολύ σωστός, αν και παραδεχτήκαμε σήμερις τον _ εαφτό μου. _ Το πιο περίεργο είναι που στη μελέτη μου, ο _ Ρωμιός _ ονομάζεται πάντα _ Γραικός _. Ο _ Ρωμιός _, σε κείνα τα χρόνια, δε χτυπούσε όμορφα σταφτί γράφοντας τα ρωμαίικα και μελετώντας την ψυχή της Ρωμιοσόνης, καταλάβαμε πως έχει κι αφτός τα καλά του και το μεγαλείο του.
Είναι βέβαιο που αν έγραφα σήμερα τη μελέτη μου, αλλιώς θα την έγραφα ως και την εικόνα του ποταμού, στο τέλος της μελέτης, κάπως θα τη συγύριζα. Τίποτις όμως δε θάλλαζα στις ιδέες· όσα έλεγα τότες για τη γλώσσα, προσμένω ακόμα να μας αποδείξουν πως σωστά δεν είναι. Τόσο πολύ θαρρώ μάλιστα πως από τότες είπα τα σπουδαιότερα, που ξαναδιαβάζοντας τη μελέτη μου, απόρησα βλέποντας πως σ' ένα μου άρθρο γαλλικό{29}, γραμμένο στα 1901, έβαλα κάμποσα που κι ο ίδιος τα νόμιζα κ' οι άλλοι τα είπανε πως είτανε καινούρια, κι ωςτόσο θα τα δούνε και στο πρώτο μου αφτό δοκίμιο, δηλαδή πως η διγλωσσία είναι πράμα κοινό στους λαούς της Ανατολής, και πως ίσως από δάφτους μας κόλλησε και μας το κακό. Όσα πάλι έγραψα για τα πολλά που έχουμε να κάνουμε ώςπου μάθουμε τη δημοτική, για τη μέθοδο, για τα λεξικά, για τη γραμματική που πρέπει να γίνη, για την επιστημονική και σοβαρή μελέτη της δημοτικής, το ξέρω πολύ καλά πως από αφτά όλα, τίποτις δεν έγινε ακόμη· μα σα γίνουν, αν τύχη και γίνουν ποτέ τους, όπως το ελπίζω και τόχω μάλιστα για βέβαιο, θα γίνουνε με τον τρόπο που προσπάθησα να δείξω εδώ. Εννοείται, κι ο ίδιος, μελετώντας μερονυχτίς, πιστέβω νάμαθα τη γλώσσα μας κάπως καλήτερα παρά που την ήξερα τότες. Έπρεπε να περάσουνε δεκαπέντε χρόνια ώςπου να καταλάβω πως ο τίτλος _ Ιστoρικά και γλωσσολογικά ζητήματα_ είτανε ξενισμός, και πως ρωμαίικα θα το πούμε δίχως ουσιαστικό κανένα, καθώς θα τόλεγαν κ' οι αρχαίοι, δίχως αφερημένο κι αφτοί. _ Ιστορικά και γλωσσολογικά _ να τα πούμε, μου φαίνεται πως φτάνει και πως τα λέει όλα.
Στην αρχή και στο τέλος της μελέτης, άφησα το προοίμιο το γαλλικό και τη γαλλική σημείωση, που δημοσιεφτήκανε τότες μαζί με τα ρωμαίικα στο Σύλλογο. Είναι πάντα καλός _ οιωνός _ να φαίνουνται αδερφωμένες η Γαλλία κ' η Ελλάδα.
27 του Τρυγητή, 1901.
QUESTIONS D'HISTOIRE ET DE LINGUISTIQUE
AVANT-PROPOS
Lorsque M. le Ministre de l'Instruction publique et des Beaux — Arts voulut bien me confier une mission auprès du Congrès du Syllogue philologique hellénique de Constantinople, qui devait avoir lieu en septembre 1886, j'ai longtemps hésité sur la langue dont j'aurais à me servir dans la communication que je me proposais de lire au Congrès. Le français était tout indiqué, et, je dois faire ici cet aveu, il m'eût été plus facile d'écrire cette courte étude en français. Je ne l'ai cependant pas fait. Il me parut plus juste de parler grec devant une assemblée grecque: c'était une marque de sympathie de plus à donner au Syllogue. D'autre part, je voulus rendre hommage à ma langue maternelle et je résolus d'écrire mon discours en grec.
On voudra bien excuser l' audace de cette tentative, en faveur même du sentiment qui l'a inspirée. J'ai rencontré auprès du Syllogue, et particulièrement dans la personne de son honorable Président, tant de bienveillance, on m'a témoigné tant d'amitié durant mon court séjour à Constantinople, que j'ai appris à compter sur l'indulgence de cette savante Compagnie et des amis qui m'ont reçu.
Mais je crains bien, hélas! de ne pas retrouver les mêmes dispositions auprès d'un autre public. On me fera un crime d'une chose pourtant naturelle: c'est d'avoir écrit, à l'heure où nous vivons et pour des Grecs qui ne sont plus anciens, une langue moderne comme nous tous et non pas une langue ancienne. Le Syllogue n'est composé que des membres les plus éclairés de la société grecque, et aucun d'eux ne croit plus sans doute, suivant un préjugé bien démodé, que la langue populaire est une langue barbare. D'autres sont, aujourd'hui encore, dans cette idée. 11 ne faut pas s'en étonner outre mesure. Tout le monde n'est pas obligé d'être grammairien, nul surtout n'est tenu d'être linguiste en naissant. Il est tout naturel qu'on traite de bizarre ou d'anomal tel phénomène phonétique ou morphologique dont on ne s'est pas suffisamment rendu compte. Les hommes déclarent souvent absurde ce qu'ils ne comprennent pas encore. Qu'on me permette de le dire, il y à encore en Grèce, comme à Constantinople, bien des progrès à faire dans la science du langage. Quand on en est réduit à juger d'un point en litige sans connaissance de cause, on est bien obligé de formuler des jugements _à priori_. Peu de nos compatriotes se sont probablement demandé la façon dont a pu se former le nominatif moderne πατέρας; j'ajoute que peu de nos compatriotes avaient à se poser cette question, dont l'examen constitue le travail des spécialistes. Cela n'empêche personne de décréter que πατέρας est une forme incorrecte. Cette solution du problème parait, en effet, plus commode. 11 est vrai qu'avant de se prononcer en semblable matière, il serait peut-être plus sage de réfléchir. Nous pourrions prier nos juges de vouloir bien se rendre compte, au préalable, ne fût-ce que de la formation du paradigme ancien de πατήρ et de la genèse du paradigme moderne. Leur avis, après cette courte étude, aurait probablement plus de poids. Mais il ne faut pas exiger des hommes la logique. Chacun dira son opinion, sans examen, et il n'y aura même guère moyen de lui faire changer d'avis. Cet état de choses tient à des causes purement historiques: les études grammaticales étant encore trop peu avancées en Grèce, il fallait s'attendre à voir surgir au hasard toutes les opinions.
Je ne veux pas insister sur ce point. Mais on en arrive parfois à de singulières contradictions! La forme ancienne est rétablie presque toujours au détriment de la forme moderne normale. Ainsi au lieu de έτοιμη, on dira ετοίμη (η τράπεζα είναι ετοίμη), au lieu de καταλαβαίνω, καταλαμβάνω, et εμβαίνω au lieu de μπαίνω. Or, il se trouve que μπαίνω (bèno) est une prononciation plus ancienne que εμβαίνω et que cette forme constitue, au point de vue phonétique, une violation de règle élémentaire pour le grec ancien aussi bien que pour le grec moderne {31}: elle est incorrecte de toutes façons. Ετοίμη ne contrarie pas moins l'accentuation ancienne elle- même qui veut qu'on recule l'accent, toutes les fois que la quantité le permet et on sait que le η de ετοίμη est aujourd'hui devenu bref. Έτοιμη est donc aussi légitime aujourd'hui que l'était έτοιμoς dans l'ancienne langue; la règle est la même: elle ne varie que dans son application. En disant ετοίμη, nous faisons la même faute qu'auraient faite les anciens, si, par exemple, ils avaient prononcé εδιδόσο, διδόμαι, etc.: loin de nous conformer à leur exemple, nous leur mettons une erreur sur les lèvres, sans compter que le grec ancien disait plutôt έτοιμος au féminin. Καταλαμβάνω, à cause de la combinaison moderne _ μβ _, est tout aussi choquant que εμβαίνω {31a}. On ne s'aperçoit pas beaucoup de ces anomalies qui, pour un helléniste, ont quelque chose de déconcertant, et l'on prend volontiers pour le fond ce qui n'est que l'innocente apparence: on juge d'après ce qu'on voit imprimé sur le papier et il est toujours plus facile de se conformer à la lettre qu' à l'esprit. Ετοίμη, καταλαμβάνω, εμβαίνω ont dans les livres un air d'antiquité et il reste convenu que les formes anciennes seules sont les formes nobles.
Voila un principe qu'il serait peut-être dangereux de proclamer trop haut! On laisserait croire que la noblesse, c'est la forme, non le fond. Des gens malintentionnés nous prendraient au mot et pourraient prétendre qu'on se rejette sur le canon grammatical, à défaut d'idées. Hélas! si le fait d'écrire la langue ancienne pouvait nous assurer du même coup que nous n'aurions à exprimer que des pensées élevées et que de beaux sentiments, ce serait une joie pour le monde. Tous les peuples renonceraient à leur propre langue pour se consacrer à l'usage des formes anciennes. Le français serait bien vite abandonné. Y a-t-il, en effet, des langues plus incorrectes, formées de plus de fautes que le français, que l'allemand, que l'anglais, que toutes les langues modernes? Si la perfection avait dû être cherchée dans l'imitation des types classiques, Voltaire aurait certainement écrit _ Candide _ en grec et Gœthe aurait composé son _ Faust _ en hexamètres dactyliques. Mais je crains qu'il ne faille encore d'autres qualités pour former l'écrivain. La connaissance de la grammaire ne lui suffit pas. Il lui faut d'abord une forte conviction, une pensée toujours sérieuse; il lui faut l'originalité de l'expression et la nouveauté de l'esprit. L'important, c'est d'avoir quelque chose à dire: la façon de le dire vient d'elle-même. L'amour de la vérité devient le but dominant; l'idée porte en elle son expression. Il faut aussi que l'écrivain sache plaire. Il lui est défendu d'être ennuyeux. L'exposition sèche et nue ne lui convient pas davantage. Qu'il y mette un peu de son âme. Une légère ironie, un certain enjouement ne dépareront jamais le discours le plus sévère. Combien on doit se garder d'énoncer d'un ton d'oracle les vérités même les plus transcendantes! Un artiste évitera jusqu'aux mots recherchés, jusqu'aux termes un peu rares, qui ne sont pas dans le domaine commun. C'est avec les mots les plus connus, les plus vulgaires, qu'il bâtira son œuvre. L'affectation lui fait horreur, parce qu’elle exclut la précision. La vertu la plus difficile chez l'écrivain, est par-dessus tout la teneur toujours égale, toujours soutenue du style, la constance de l'effort artistique. Les défaillances sont interdites. Tout doit sortir d'un seul jet, avec une continuité perpétuellement variée par la justesse inattendue de l'expression et la richesse d'un fonds inépuisé. C'est la ce qui fait la véritable noblesse d'une langue littéraire. Mais, _à priori_, toutes ces qualités peuvent se rencontrer aussi bien dans la langue moderne que dans l'ancienne, puisqu'elles tiennent à l'homme même. Le principe fondamental, est d'être compris. Un grand écrivain parlera toujours pour le monde entier. Il y a d'ailleurs un criterium très sur et d'application bien commode, pour juger des meilleures œuvres: dans l'ordre des productions de l'esprit, ce que comprennent sans effort les femmes les plus simples, peut être, sans autre examen, déclare excellent{32}. Ce qu'elles ne comprennent pas est inférieur. C'est là le principe, on peut le dire, qui à fondé la littérature française; c'est par là qu'elle est arrivée à cette qualité essentielle: la précision.
Il ne faut pas non plus confondre la langue et le style: c'est une distinction que j'ai essayé d'établir ailleurs{33} et qui me semble avoir la plus grande importance. De la confusion entre la langue et le style résulte, à mon sens, le malentendu qui est au fond de toutes les discussions sur la langue moderne. Un des arguments les plus fréquemment invoqués en faveur de l'usage de la langue ancienne consiste à dire: «Nous soutiendrez-vous que Racine ou que Gœthe parlaient la langue du peuple?» Sans doute. Je pense que cela n'a jamais été mis en question. Il y a là une nuance qui parait insignifiante et qui est des plus profondes. Assurément, Racine ne parlait pas en vers _ comme _ le peuple, mais c'est bien _ la langue du peuple _ qu'il écrivait. Je ne crois pas que le faubourien se serve journellement d'un style aussi solennel que celui d'Athalie:
Oui, je viens dans son temple adorer l'Éternel!
Mais chacun de ces mots est _ populaire _ encore aujourd'hui. On objectera peut-être que ce n'est pas communément l'usage d'appeler Dieu l'Éternel. C'est encore là un détail de style. Le mot _ éternel _ se retrouve dans le langage le plus familier, qui crée même la forme _ sempiternel _: un sempiternel bavard {34}. On sait, en revanche, que ce n'est pas ce qui se passe en grec: la comparaison cesse par conséquent d'être exacte. En grec, c'est le contraire du français qui à lieu: on parle la plupart du temps _comme_ le peuple; mais ce n'est pas de la _langue_ du peuple qu'on se sert. Si je veux exprimer cette idée fort simple: _ ma fille est malade, _ je dirai: η κόρη μου είναι άρρωστη. D'autre part, si je dis: η θυγάτηρ μου ασθενεί, je ne parle plus la _ langue _ du peuple, cela est certain; mais je n'exprime pas pour cela une idée d'ordre plus relevé: je parle _ comme _ le peuple dans une autre _ langue _.