Chapter 3
Αλήθεια, πολύ μου κακοφαίνεται να βρεθή ένας στενός μου φίλος σε τόσο δύσκολη θέση και γω μάλιστα να το φταίω — μα να δήτε που βρέθηκα τώρα κι ο ίδιος σε θέση δυσκολώτερη. Εμένα, οι _ ψηφίδες _ με βασανίζουνε και τα _ ψηφιδωτά _ του κ. Σωτηριάδη. Σαν τι πράματα να είναι τάχα; Εγώ λέω πως θάναι οι _ μωζάικες _. Οι μωζάικες είναι κάτι κύβοι ή κυβούλια, μικρά γυάλινα διαφορόχρωμα κομματάκια, που σαν τα βάζουνε πλάγι πλάγι με τέχνη, κάνουνε λογιώ λογιώ ζουγραφιές. Τέτοιες μωζάικες έφτειαναν πολλές πολλές στα Βυζάντιο και τις έφτειαναν, όχι μόνο για εκκλησιές, μα και για το βασιλικό παλάτι και για πλούσια σπίτια. Λίγο λίγο παράπεσε η τέχνη, και πουθενά στην Ανατολή, όσο ξέρω, ή στην Ελλάδα, δεν κατασκεβάζουνε τέτοια γυαλοκόμματα. Στη Βενετιά όμως, ακόμη και σήμερις, έχουνε φάμπρικες ξεπίτηδες για μωζάικες, και μάλιστα στην Εβρώπη τρελλαίνουνται για τα ιστορικά της μωζάικας. Γράφηκαν άπειρα βιβλία και για την τέχνη την ίδια και για την κατασκεβή, και για τα μεσαιωνικά της ιστορικά στο Βυζάντιο. Ο φίλος μου ο G. Millet έγραψε μια μελέτη για του Δαφνιού τις μωζάικες, εδώ και λίγα χρόνια, στην «Αρχαιολογική Εφημερίδα», 1894{5}. Είναι στην Εβρώπη τόσο πολύ γνωστές οι μωζάικες, που η λέξη έγινε πάγκοινη· και στα σαλόνια θα την ακούσης και στους δρόμους. Για τούτο, τη βλέπεις στα βιβλία, στα περιοδικά, στις φημερίδες, και την έχουνε σαν είδος όρο μεταφορικό, για να πουν άξαφνα πως ένα πράμα είναι τεχνητό, ή πως είναι ποικιλόχρωμο, δηλαδή πως σφαντάζει{6}.
Δεν πιστέβω μήτε στην Πόλη, μήτε στην Αθήνα, μήτε πουθενά στην Ελλάδα, η λέξη _ ψηφίς _ να είναι πολύ συνηθισμένη, βέβαια όχι όπως η μωζάικα στην Εβρώπη. Μεταφορικός όρος δεν έγινε η λέξη. Μα εγώ θαρρώ πως κ' ίδια η μωζάικα πολύ γνωστή δεν είναι. Βιβλία πολλά να γραφήκανε για τα ιστορικά της δεν είδα, και στα σαλόνια ταθηναίικα δεν την άκουσα ποτέ μου, μήτε από κυρίες μήτε από κυρίους. Να σου όμως που τη διαβάζω στάρθρο του κ. Σωτηριάδη. Και σε τι μέρος; Και με ποια έννοια; Για να πη, νομίζω, πως η γλώσσα μου είναι τεχνητή, δηλαδή να το πη με το νόημα που έχει συχνά η μωζάικα στην Εβρώπη. Και τώρα πήτε μου δεν είναι νόστιμο, εγώ που κάθουμαι στο Παρίσι, σα γράφω ρωμαίικα, λέξη να μη φυσώ για μωζάικες — ούτε για ψηφίδες — και του λόγου του, που κάθεται στην Ελλάδα, να κάνη τη γλώσσα του σωστή μωζάικα, με χίλιους όρους παρμένους από την Εβρώπη και μάλιστα, φοβούμαι, να παίρνη τους όρους που κατάντησαν πια πρόστυχοι και που γούστο δεν έχουνε; Ή μήπως έπαθε ο κ. Σωτηριάδης — και πολλοί δασκάλοι μαζί του — εκείνο που μας λέει πως εμείς το πάθαμε; Μήπως _ τοποθέτησε _ τον _ εαφτό του _ όξω από το ελληνικό _ έδαφος; _
Ο εβλογημένος! Νάλεγε τουλάχιστο την _ ψηφίδα _ του μωζάικα! Θάτανε πιο ρωμαίικο. Μα ο μεταφρασμένος ο ξενισμός έχει κάτι πιο άνοστο, κάτι πιο ξένο ακόμη κι από την καθαρέβουσα την ίδια. Κοντά στο νου, αφού ξένο θα μας φανή όχι το πράμα μονάχα, μα ως κ' η λέξη. Κ έτσι νομίζω πως το _ φραγκορωμανικό _ και μάλιστα _ το χυδαίο _, γιατί ένας καλός συγραφέας στη Γαλλία θαποφύγη τέτοιους όρους, είναι η _ ψηφίδα _ του κ. Σωτηριάδη περισσότερο από τη γλώσσα τη δική μας, τη ρωμαίικη.
Μα ξέχασα που ο κ. Σωτηριάδης μου λέει, πως μια και τοποθέτησα τον εαφτό μου όξω από το χώμα το ελληνικό, _ απόμαθα _ και τη γλώσσα την ελληνική. Βάζω στοίχημα πως δε φαντάζεται ο ίδιος τι σωστά που το είπε! Ναι, την _ απόμαθα _, γιατί εγώ ξέρω πως _ απομαθαίνω _ ρωμαίικα θα πη _ μαθαίνω κατάβαθα _, όπως και το _ αποτελειώνω τελειώνω ολότελα _, όπως το _ αποβράζω έβρασε πια και σώνει _. Αφτό που εννοεί ο κ. Σωτηριάδης, εμείς το λέμε ξεμαθαίνω. Μήπως λοιπόν και την _ ξεμάθαινε _ τη γλώσσα στην Αθήνα, όσο εγώ την _ απομάθαινα _ στο Παρίσι; Να που κάτι ξέρουμε και μεις.
Καλέ, στο Παρίσι να μας έρθη ο κ. Σωτηριάδης, πρώτα για να κάμη την προσωπική γνωριμία ενός στενού του φίλου — στο μάθημά μου, λόγου χάρη — έπειτα, ίσως, για να καταλάβη πόσο προσέχουμε, στο Παρίσι, να μη βάζουμε κάτι όρους χυδαίους σαν τις _ ψηφίδες _, γιατί εδώ προσπαθούμε να είναι το ύφος πάντα πρωτότυπο και διαλεχτό, μα στο τέλος, τι θαρρείτε; ας κοπιάση στο Παρίσι για να μάθη και τα ρωμαίικα! Δε χωρατέβω διόλου, και πρέπει μάλιστα να του δηγηθώ κάτι περίεργα ιστορικά μου. Σαν προετοιμαζόμουνα για να δώσω εξέταση, να γίνω υφηγητής — agrégé που λέμε δω —, άκουα τα μαθήματα ενός καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, του μακαρίτη του E. Benoist, που είτανε άθρωπος λιγάκι παράξενος, μα όσο γίνεται καλός. Άναφτε γλήγορα, θύμωνε, άλλο τίποτα, και μ' αγαπούσε πολύ. Μεταφράζαμε στην παράδοσή του από τα γαλλικά στα λατινικά. Φρόνιμα, ήσυχα, προσεχτικά, έψαχνα στο λεξικό μου, και κει που είχε λέξη γαλλική, έβαζα γλυκά γλυκά λατινική λέξη, το συγύριζα, τόστρωννα, μην τύχη και μου ξεφύγη κανένα λάθος. Λάθος δεν είχε. Του δίνω χαρούμενος τη μετάφραση, ρίχνει μια ματιά, δε μου την πετάει στο πρόσωπο, γιατί δεν τα συνηθίζουμε αφτά, μα μου πετάει τις φωνές, θυμωμένος· «Τη μετάφρασή σου, λέει, την έκαμες με το λεξικό. Δεν αξίζει!» — «Καλά, και πώς να την κάμω; Χωρίς λεξικό;» — «Έπρεπε να το συλλογιστής πρώτα λατινικά, ύστερα να το _ γράψης _. Τότες, θα τόγραφες όπως πρέπει. Λεξικά εδώ δε χρειάζουνται.»
Τι να σας πω; Τον άρπαξε το λόγο του ο νους μου, τον απορρούφηξε. Κατόπι, σαν άρχισα να γράφω ρωμαίικα, θυμήθηκα τον καλό μου τον καθηγητή. Αιώνια η μνήμη του! Για να γράψης μια γλώσσα, θέλει πρώτα, ο νους σου να συλλογέται κ' η ψυχή σου να γράφη, όχι τα λεξικά να ξεφυλλίζης. Οι μωζάικες είναι του δασκάλου.
Ίσως όμως βρίσκει ο κ. Σωτηριάδης πως και φρόνιμες νάτανε οι ιδέες μας, και σωστή να είταν η αρχή μας, δεν πιάσαμε καλά τη δουλειά. Μπορεί. Πώς δεν την πιάνει αλλιώς; Έτοιμος να μελετήσω το σύστημά του. Γιατί δεν άρχισε προτού ναρχίσουμε; Γιατί δεν άρχισαν άλλοι; Γιατί δε γράφει και τώρα τη δημοτική ο κ. Σωτηριάδης, να συγκρίνουμε τουλάχιστο; Είδα ως τώρα, ο κ. Σωτηριάδης να γράφη την καθαρέβουσα. Μπορεί να πιστέβη πως έτσι θα λυθή το ζήτημα. Φταίω πολύ που δεν την έγραψα και γω, να δείξω, γράφοντας την καθαρέβουσα, πώς πρέπει να γράφουμε τη δημοτική.
Μας φοβερίζει πως γρήγορα θα φανή κανένας «Παύλος», που να μας φέρη στον ίσο δρόμο. Τον προσμένω με χαρά μου και προσμένω τι θα μας πη. Ο Πάβλος του κ. Σωτηριάδη πώς θα γράφη τον _ πατέρα _; Θα τον κάμη ο _ πατερός, του πατερού _, ή θα τον αφήση _ ο πατέρας, του πατέρα _, δηλαδή όπως τον έχουμε από τώρα; Υποθέτω, θα τον αφήση. Τότες, τι καταλάβαμε;
Τι καταλάβαμε, κ' η «θανατική» μας η «καταδίκη» τι σημαίνει; Η καταδίκη μας είναι που «αγνοούν αυτοί οι άνθρωποι (εμείς δηλαδή) πως με τέτοια πράγματα ημπορούσαν ν' αρχίσουν ίσως οι πρόππαποί μας κατά τον δέκατον έκτον αιώνα, όχι όμως οι σημερινοί επίγονοι αυτών.» Τα λόγια τούτα δεν είναι του κ. Σωτηριάδη. Του τάλεγε αφτά «είς εκ των αρίστων συγγραφέων _ δημοτικών _ (;;) λογοτεχνημάτων.» Ντράπηκε όμως να μας δηλώση τόνομά του. Κ' είχε δίκιο. Είναι ανοησία. Τίποτις άλλο — αφού _ νόημα _ δεν έχει.
— Ανοησία; Να πάλε και τα συνηθισμένα μας. Αρχίζεις πάλε και φωνάζεις. — Φωνάζω, τι να κάμω; Φαρμάκια να στάζω; — Τίποτα, φίλε μου. Άσκημα, πολύ άσκημα τόπιασες το ζήτημα, και συ κ' οι φίλοι σου. Δεν έπρεπε να σηκώσετε πόλεμο. Έπρεπε ήσυχα ήσυχα να ξηγήσετε τα καθέκαστα στους δασκάλους. Τι βγαίνει από τις φωνές, τις χαστουκοχαστουκιές, τις τουφεκιές, τις βροντοκανονιές; — Τέτοια μας λένε μερικοί φίλοι της δημοτικής, μάλιστα πιο στενοί από τον κ. Σωτηριάδη. Έχουνε πολύ δίκιο. Έπρεπε λοιπόν, από τα 1821, όπως το ήθελε ο Κοραής, να κάμουν ανεξάρτητη την Ελλάδα. — δίχως πόλεμο!
Οι μεγάλοι σηκωμοί, στην ιστορία, δε γίνουνται μ' όλο το κέφι. Τους αθρώπους έφκολα δεν τους αλλάζεις, αφτό, νομίζω, το είπε κι ο Χριστός, θα τόλεγε κι ο Πάβλος του κ. Σωτηριάδη, ειδεμή δε θάτανε Πάβλος. Μα και με τις φωνές μας και με τη μάχη μας τη μεγάλη για την Ιδέα, φαίνεται πως έτυχε κάποτε να συνεπάρουμε και μερικούς, που το λέει να «ενθουσιάσουμε» ο κ. Σωτηριάδης. Τα γραφούμενά μου, αν τον ακούσης, «δεν κατώρθωσαν κανέναν να ενθουσιάσουν». Πολύ νόστιμο, που το γράφει κιόλας αφτό στην «Ακρόπολη». Σα βγήκε το «Ταξίδι μου», όχι «ενθουσιάστηκε», τρελλάθηκε ο Γαβριηλίδης, κόντεψε να βάλη όλο το Ταξίδι στην «Ακρόπολη». Και του έφκουμαι του κ. Σωτηριάδη, αντίς ένα του άρθρο, να του βάλη καμιά μέρα ο Γαβριηλίδης στην Ακρόπολη, αλάκαιρο βιβλίο.
Γελώ, κι ωςτόσο είμαι καταλυπημένος. Κακό, πολύ κακό πράμα η αχαριστία, και φοβούμαι μήπως αλήθεια είναι αχάριστος ο Ρωμιός. Βέβαια είναι ο κ. Σωτηριάδης. Εδώ έχουμε ζητήματα σπουδαία, και σαν πολύ άτοπο μου φαίνεται νάρχεται κανείς να χτυπάη, από λόγους προσωπικούς, έναν άθρωπο και μάλιστα τρεις αθρώπους στον πατριωτισμό τους. Δηλαδή δεν είναι καθαφτό χτύπημα. Είναι χερότερο, είναι το φαρμάκι εκείνο που είπαμε. Μα μήπως έχει και κανένα δικαίωμα να μας τα λέη εμάς αφτά; Υποθέτω πως αγαπάει τον τόπο του, κ' είναι χρέος του. Δεν κατάλαβα όμως, ο φοβερός πατριώτης τι κατώρθωσε ως τώρα για να κάνη τον περήφανο, να μας κρίνη εμάς και να μας κατακρίνη. Το πιο γνωστό του έργο είναι μια μελέτη με τον τίτλο· «Zur Kritik des Johannes von Antiochia (Jahrb. f. class. Philol. Suppl. XVI, 1888)», που είχε μάλιστα την καλοσύνη να μου τη στείλη τότες, σαν τη δημοσίεψε και δεν πρόφταξα να του κάμω επίκριση ο ίδιος, μα έβαλα ένα μαθητή μου, πολύ άξιο νέο, να μιλήση, και μίλησε με κάμποσους επαίνους για τη μελέτη.{7} Είναι η μελέτη του αφτή γραμμένη _ γερμανικά. _ Λοιπόν, τι φωνάζει;
Να χαίρεται ο κ. Σωτηριάδης που δε ζω στην Αθήνα. Έτσι κανένας δεν έχει φόβο, μήτε τη θέση του να γυρέψω μήτε το μιστό του να του πάρω, μα μήτε και το παραμικρό ρουσφετάκι να ζητήσω ποτέ για μένα. Ωςτόσο δεν πιστέβω, από κείνους που παίρνουνε και θέση και μιστό και ρουσφέτι, πολλοί να είπανε λόγια τόσο ζεστά, τόσο φλογισμένα για την Ελλάδα. Ας ρίξουνε και μια ματιά στο _ Ταξίδι· αμύνεσθαι περί πάτρης, _ το λέει και το ξώφυλλο. Μπορεί τώρα ο καθένας, κι ο κ. Σωτηριάδης ο ίδιος, να τα δη μαζωμένα όσα έγραψα, στα Ρόδα και Μήλα. Μπορεί μάλιστα να δη πως κι ο κ. Σωτηριάδης και κάμποσοι άλλοι, χρωστούνε κάποιο σέβας σ' έναν άθρωπο, που ίσα ίσα γιατί δε ζη στην Ελλάδα, δείχνει πως δουλέβει αφιλόκερδα για την Ιδέα.
Ζ'
ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ.
Είμαι πολύ, μα πολύ κουτός. Κουτός, ζαβός και μουρλός, ό τι θέλεις, πες με. Τάγραφα όσα διάβασες, αναγνώστη μου, στην εξοχή. Δεν είχα μαζί μου όλα μου τα βιβλία. Θυμήθηκα λοιπόν πώς είχε γίνη ένα κάποιο άρθρο στη Revue Critique για τον κ. Σωτηριάδη· μα τι έλεγε τάρθρο δεν το θυμούμουνα. Έβαλα κατωσέλιδα μόνο τόνομα του περιοδικού, κ' είπα, σα γυρίσω στο Παρίσι, να βάλω και τον αριθμό.
Ψάχνω, βρίσκω τάρθρο, το ξαναδιαβάζω, και τι βλέπω; Μια σημείωση δική μου — όπως συνηθίζουμε στη Revue Critique, ύστερις από τους επαίνους, να δείχνουμε κ' ένα δυο ψεγαδάκια. Μα τι να σας τα πολυλογώ; Ιδού κ' η σημειωσούλα·
Dans ce court passage où l'auteur, étudiant la langue de Malalas, témoigne d'un sentiment très fin du grec ancien et de connaissances grammaticales solides, il est fâcheux d'avoir à relever quelques inexactitudes d'autant plous regrettables que M. Sotiriadis est Grec. L' expression _ neugriechisch _ qu'il emploie est obscure dans sa pensée: entend-il par là le grec médiéval (quelle époque alors ?) ou le grec _ moderne _ ? C'est ce dernier qu'il semble viser et, dans ce cas, la plupart des formes qu'il cite sont erronées: p. 61, il faudrait dire ανιψιός, non ανεψιός; — p.66, on lit: neugr . . . . παίρνω, Aorist immer (!)επήρα, pour πήρα. On est plus que surpris, _ ibid. _, de voir κονταριά, μαχαιρεά donnés comme formes modernes, alors que εά est un vocalisme de transition propre au moyen âge; auj. κονταριά, etc. Enfin γράφει προς τον στρατηγόν et εζήτουν να φονεύσωσι n'ont jamais été modernes. La précision scientifique exige une scrupuleuse fidélité dans la citation des formes historiques.
Καταλάβατε τώρα την κουταμάρα μου; Κάθουμαι και φιλονικώ ήσυχα και σοβαρά με τον κ. Σωτηριάδη, σταλιές σταλιές παίρνω το φαρμάκι του, το κοιτάζω και το μετρώ, χωρίς να νοιώσω τι τρέχει. Δεν τρέχει και τίποτα πολύ σπουδαίο να, καταλόγησα μερικά του λαθάκια στη δημοτική, καθώς είδαμε και πιο απάνω πως καλά καλά δεν την ξέρει. Τι είναι αφτό; Τίποτις. Ωςτόσο έφταξε για να μας τα ψάλη ο κ. Σωτηριάδης, να τα ψάλη και της δημοτικής, όσο λίγο κι αν την _ απόμαθε. _
Προσωπικά! Προσωπικά!
Η’
ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.
... Ο Αργύρης ο Εφταλιώτης γυρέβει από αναγνώστη, που είναι Έλληνας, δυο φοβερά πράματα: ναρνηθή τόνομά του και την πίστη του. Πρέπει να υποθέσουμε _ ή πως δεν ξέρει _ πόσο μεγάλο πράμα γυρέβει, _ ή πως το ξέρει _ κι απαιτεί την παράδοξη αφτή θυσία από το ελληνικό έθνος. Γιατί εδώ το ζήτημα το γλωσσικό παίρνει πια καινούρια θωριά, και καταντάει σήμερις προπαγαντίδικο, όχι όμως με την ωραία σημερνή έννοια της λέξης, παρά με την _ παλιά ρωμανοκαθολική, _ που η τάση της είτανε κατεφτείας να _ διακόψη _ κάθε είδος _ εθνική παράδοση, _ για να κατασκεβάση με το καινούριο ελληνικό έθνος μια λεβαντίνικη φυλή, με κάθε άλλο παρά εθνική συνείδηση και συνοχή...
Ποιος τα λέει αφτά; Εγώ; Θα το κατάλαβες και μοναχός σου, αναγνώστη μου Έλληνα, πως εγώ τέτοια δε συνηθίζω. Τα λέει ο στενός μας ο φίλος, γιατί δεν του φτάνει που μας χτυπά εμάς και την ιδέα μας, χτυπάει τώρα και το ρωμαίικο και τη ρωμιοσύνη μαζί. Από πού κι ως πού όμως ο τόσος ο θυμός; Από τον τίτλο _ Ιστορία της Ρωμιοσύνης, _ που έβαλε ο Αργύρης στο βιβλίο του, να δηγηθή τα ιστορικά της Ρωμιοσύνης από τον Κωσταντίνο το Μεγάλο ίσα με τον Ιουστινιανό.
Λοιπόν τώρα να το καλοσυλλογιστούμε το πράμα σα μιλεί κανείς για Ρωμιό και για Ρωμιοσύνη, α') σου αλλάζει τόνομα και την πίστη· β') κάνει ρωμανοκαθολική προπαγάντα. Σπουδαία αφτά. Για να τα ξετάσουμε λιγάκι.
_ Ρωμιός _ θα πη _ Ρωμαίος. _ Το _ αι _, με κατοπινό _ ο _, έγινε _ ι _, όπως ο _ παλαιός _ έγινε _ παλιός _, το _ δίκαιο δίκιο, _ το _ και κι _ πριν από λέξη που αρχίζει με _ α, ο, ου, _ λ. χ. ο τάδες κι ο τάδες, _ και όλα, κιόλα, κιόλας _ κτλ. κτλ.
Μα ποιος τους τόδωσε στους Έλληνες τόνομα ετούτο; Ποιος τόλμησε και τους είπε Ρωμαίους; Ποιος άλλος παρά ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, όπως είναι και γνωστό; Τρομερός λοιπόν _ προπαγαντίστας _ αφτός! Τους άλλαξε τόνομα, να δήτε που τους άλλαξε και την πίστη. Και βέβαια! Πρώτα λέγουνταν Έλληνες και λάτρεβαν τους αρχαίους τους θεούς. Ήρθε ο Κωσταντίνος και μας τους έκαμε καθολικούς! Να με συμπαθάτε και γελάστηκα, γιατί τότες καθολικούς βασιλιάδες δεν είχε, αφού πριν από τον Κωσταντίνο δεν είχε στον αφτοκρατορικό θρόνο ούτε χριστιανούς! Μα δεν είχε τότε μήτε καθολικούς μήτε ορθόδοξους· χριστιανοί λέγουνταν όλοι, όσοι δεν είταν ειδωλολάτρες ή _ εθνικοί _. Φταίει ο κ. Σωτηριάδης που μου σκούνταψε η πέννα· θάρρεψα και γω πως άμα είσουνα ρωμιός, είσουνα και καθολικός. Νά σου όμως που υπάρχουνε και Ρωμιοί που καθολικοί δεν είναι. Πρώτος ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος.
Αφτός γρυ από _ ελληνικά _ δεν ήξερε, μήτε του έμελε για την Ελλάδα· «πόλιν αντίρροπον της Ρώμης εζήτει{8}.»
Δεν έχτιζε καινούρια πόλη, έχτιζε δέφτερη Ρώμη (_ νέα Ρώμη _ ) και τα περιχώρια της Κωσταντινούπολης είχανε ονόματα λατινικά, το _ Σκούταρι _, λ. χ., που και σήμερις ακόμη έτσι το λένε. Άλλαξε τότες η πρωτέβουσα· δεν άλλαξε ο Καίσαρας. Οι στρατιώτες του Κωσταντίνου έκαναν την προσεφκή τους λατινικά{9}. Το κομμάντο κι αφτό στη λατινική, τα λατινικά είταν η επίσημη γλώσσα, και στο Παλάτι μιλούσανε λατινικά{10}. Λατινικά έβγαζε τους λόγους του και στη σύγκλητο και στη σύνοδο ακόμη, και μάλιστα μπροστά σ' επισκόπους που είταν ελληνόγλωσσοι {11}. Με τα _ Ελληνικά _ δεν τάβγαζες πέρα· δύναμη και πλούτο για όσους σπουδάζανε τα λατινικά, «μετ' εκείνων δυνάμεις τε και πλούτους{12}.»
Ίσως όμως, θα μου πήτε, οι διαδόχοι του πήραν άλλο δρόμο; Ποιοι τάχατες απ' αφτούς; Ο Ιουστινιανός; Όχι, βέβαια. Αφτός έλεγε για τη λατινική πως είτανε «η πάτριος ημών φωνή.» Ακούστε τον, και τότες να καταλάβετε· «και ου τη πατρίω φωνή τον νόμον συνεγράψαμεν, αλλά ταύτη δη τη κοινή τε και ελλάδι, ώστε άπασιν αυτόν είναι γνώριμον διά το πρόχειρον της ερμηνείας{13}», απαράλλαχτα δηλαδή με το ύφος που θα μιλούσε για καμιά πρόστυχη και χυδαία γλώσσα, «τω πλήθει κατάλληλον» (Διάτ. ξς', α', §2), γλώσσα κατάλληλη για το πλήθος. Για να μιλή κανείς όπως πρέπει, ανάγκη να τα πη λατινικά, κοίτ. Ν., Διάτ. ιε', Πρ «δια τούτο τη πατρίω φωνή defensoras αυτούς καλούμεν.» Το _ δια τούτο _ σημαίνει πως αφτά είναι τα «παλαιά ονόματα», και πως η «φωνή των Ρωμαίων» είναι «κυριωτάτη δια το της πολιτείας σχήμα», όπως το λέει κιόλας, Ν., 1 Διάτ. ξς, α § 2. Μα σε κείνα τα χρόνια, δε μιλούσαν έτσι μονάχα οι βασιλιάδες· είτανε της καλής αναθροφής να ξέρη κανείς τα λατινικά, κ' ένας προκομμένος νέος το είχε συστατικό του σαν τα μάθαινε. Πριν από τον Ιουστινιανό, το λέει κι ο Χρυσόστομος «νέος τις κομιδή πλούσιος ων επεδήμησέ ποτε τη πόλει τη ημετέρα κατά λόγων παίδευσιν εκατέραν, την τε Ιταλών την τε Ελλήνων {14}.» Και θα παρατήρησε ο καθένας πως βάζει τα λατινικά πρώτα από τα ελληνικά. Προπαγαντίστας κι αφτός, αθεόφοβος. Σαν το Χρυσόστομο, τα λεν και χίλιοι άλλοι{15}. Ίδια η λέξη _ ελληνισμός _ δεν είχε διόλου, μα διόλου, τη σημασία που της δίνει ο κ. Σωτηριάδης κι άλλοι πολλοί. Σημαίνει «μάθηση ελληνική», και το είχανε τότες για κακό πράμα. «Αρνησάμενος την κακήν κληρονομίαν του ελληνισμού των _ εμών πατέρων _ και γονέων{16}». Ο Ιουστινιανός όμως το παράκανε· τα ελληνικά το κάτω κάτω — φαίνεται κι από το ύφος του — τα καταφρονούσε, τον ελληνισμό δεν τον αγαπούσε διόλου, και την Αθήνα πια, που είταν του ελληνισμού η στερνή αποφεγγιά, την αφάνισε, διάλυσε και το Πανεπιστήμιο{17}.
Μα τι κάθουμαι και λέω; Ως και τόνομα «Γραικός» είτανε τότες όνομα μισητό και σιχαμένο{18}, τόνομα «Έλλην» άλλο δεν ήθελε να πη παρά _ ειδωλολατρία{19}. Μας το λέει κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός — «επειδή τίνες εύρηνται τη των ανοσίων και μυσαρών Ελλήνων κατεχόμενοι πλάνη» κτλ. κτλ.{20}. Τι διαβολεμένος προπαγαντίστας όμως ο Ιουστινιανός, που όχι μόνο μας άλλαξε τόνομα, σαν τον Κωσταντίνο, μα που δεν ήθελε κάνε να τακούση!
Τόνειρό του, ο πόθος του, η λαχτάρα του είταν «η δόξα των Ρωμαίων», όπως γράφει κ' ένα νόμισμα{21}. Πολέμησε χρόνια και χρόνια, να γίνη καίσαρας σωστός, να πάρη όλη την Ιταλία, να βασιλέψη πιώτερο μάλιστα στη Δύση παρά στην Ανατολή, κι αν τον κατηγορήση κανένας που είχε το νου του στη Ρώμη, αντίς να τον έχη στην Πόλη, που πήγε να ξολοθρέψη τους βαρβάρους της Ιταλίας, αντίς να συλλογιστή τους ασιατικούς βαρβάρους, αντίς να τους αφήση να δυναμώσουν κ' ίσως έτσι κατόπι να μας φέρη και τους Τούρκους, γιατί με τα χρήματα που πήγαν και με τους στρατούς που χαθήκανε, αφάνισε το Κράτος, ό τι κι αν πη κανένας, άδικα θα το πη, επειδής ο Ιουστινιανός δε φταίει, έτσι τα ήξερε, έτσι τάβλεπε, άλλο τότες οι αφτοκράτορες, από παιδιά που είτανε, δε μαθαίνανε παρά τη Ρώμη, που είταν η αληθινή τους, η μόνη τους η παράδοση, και στο δέκατο ακόμα τον αιώνα, ο Νικηφόρος ο Φωκάς θύμωνε με τα σωστά του, έλεγε τον πάπα κουτό και ζαβό, που τον καλούσε «βασιλέα των Ελλήνων», κι όχι, όπως έπρεπε, όπως είχε χρέος να τον πη «βασιλέα των Ρωμαίων{22}.»
Ορίστε λοιπόν που βρήκαμε κι άλλονε προπαγαντίστα, το Νικηφόρο το Φωκά, «τον τρέμει η γις κι ο κόσμος.» Κι ο Νικηφόρος ο Φωκάς είχε απαράλλαχτα την ίδια ιδέα που είχε ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, αφού κι αφτός νόμιζε πως «νέα Ρώμη» δε σημαίνει τάχα διόλου Ρώμη δέφτερης τάξης, παρά Ρώμη αφτοκρατορικιά, Ρώμη που ο Καίσαρας βασιλέβει, Ρώμη λατινική της Ιταλίας, — «νόμιμη, αναγνωρισμένη διαδόχισσα της αρχαίας{23}» — κ' έτσι βαστούμε πια και τον πιο περίφημο σημερνό μας προπαγαντίστα, τον Οικουμενικό τον Πατριάρχη, που κι ας μας χτυπούν εμάς, όσο θέλουνε, γιατί γράφουμε τα ρωμαίικα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης ωςτόσο λέγεται κ' είναι αναγκασμένος να λέγεται «Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ.»
Αφτά ο κ. Σωτηριάδης _ ή τα ξέρει ή δεν τα ξέρει _. Α δεν τα ξέρει, θαπορήσω πως ταψηφάει, καθώς απόρησα όταν είδα ένα βυζαντινολόγο να μιλάη με κάποιο καταφρόνιο για τις μωζάικες, που οι βυζαντινοί τις είχανε για καμάρι και για δόξα. Αν τα ξέρει, πώς μπορεί να κατηγορήση τον Αργύρη τον Εφταλιώτη για πράματα που πρώτος τα φταίει, αφού θαρρεί πως είναι φταίξιμο, ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος; Ή μήπως τα ξέρει, και μας λέει άλλα κι ανακατέβει στο ζήτημα καθολικούς και προπαγάντες, για να μας στάξη φαρμάκι περισσότερο, κ' έτσι, αν μπορεί και δίχως να φαίνεται, να μας τα κάμη όλα φαρμάκι, ως και το ζήτημα; Τότες — δε θέλω πολλά να πω και το λέω χωρίς πίκρα καμιά — τέτοιοι τρόποι δε μου φαίνουνται όμορφοι, είναι λίγο επιστημονικοί, και θαρρώ πως καλά θα κάμη να το συλλογιστή ο κ. Σωτηριάδης.
Μα, θα μας πη — αχ! το λένε κι άλλοι! — ο Ρωμιός, ό τι κι αν είτανε πρώτα, σήμερις κατάντησε νάχη σημασία κακή. Αφτό είναι αλήθεια. Δηλαδή, πιο σωστό να παρατηρήσουμε πως έχει κακή, μα πως έχει και καλή συνάμα· λόγου χάρη, τα καμώματα του κ. Σωτηριάδη, _ ρωμαίικα. _ Με κακή σημασία. Μα δε _ μιλεί ρωμαίικα, _ που θα είχε σημασία καλή, αφού στη ζωή μου δεν άκουσα να πη κανείς με κακή σημασία, _ μίλα ρωμαίικα, _ δηλαδή παστρικά. Μήπως όμως η φράση _ βγήκε στο ρωμαίικο _ είναι για κακό; Για κακό βγαίνει κανείς να σεργιανίση στην Ελλάδα; Στα χωριά, σαν πήγαινα παντού και κουβέντιαζα με τους απλούς αθρώπους, με ρωτούσανε· «Τι κάνει το ρωμαίικο;», και δεν κατάλαβα να μου το λέγανε με σημασία κακή, αφού με αγάπη και με πόθο ήθελαν οι καημένοι να μάθουνε τι γίνεται το έθνος, και δίνανε στη λέξη το ρωμαίικο απαράλλαχτα τη σημασία που δίνουν οι δασκάλοι στη λέξη _ ελληνισμός _. Μάλιστα ένας δάσκαλος μου δηγήθηκε πως μια μέρα ρώτηξε ενός χωρικού αν είταν «Έλλην» — πάει να πη έλληνας _ υπήκοος, _ γιατί τέτοιο νόημα έχει — και πως τον κοίταξε ο χωρικός κατάματα, σαν άθρωπος που δε νοιώθει τι του λένε, και του αποκρίθηκε στο τέλος· «Όχι, καλέ! Εγώ είμαι Ρωμιός.»
Κ έτσι θα σου το πούνε στην Ελλάδα παντού και θα σου το πούνε με κάφκημα. Πολύ έφκολο να δοκιμάσης, να δης. Θυμούμαι τη χαρά τους, κάθε φορά που τους έλεγα τη λέξη. — «Είδες πως τα ξέρει τα ρωμαίικα!» — Και βέβαια δε με κατηγορούσανε, παρά τους φαίνουνταν παράξενο να κάθουμαι στην Εβρώπη και να μιλάω την καθάρια δημοτική — δηλαδή αφτοί αλλιώς τα βλέπουν από τον κ. Σωτηριάδη. Μα γιατί πάλε να σας τα μωρολογώ; Και στην κοινωνία, θα τακούσετε κάθε ώρα, και να το καλοξετάσετε το πράμα, θα δήτε πως Ρωμιός δεν υπάρχει που να μην ξέρη, που να μη συνηθίζη τη λέξη. Θα σου πη μάλιστα πολλές φορές· «Είμαι Ρωμιός!» Και δεν πιστέβω με κακή σημασία να το λέη, που δεν του μοιάζει κιόλας νάχη τόσο άσκημη ιδέα για λόγου του.
Λοιπόν οι κακές σημασίες τι είναι; Ανοησίες κι απροσεξίες της καθαρέβουσας. Η καθαρέβουσα μας έμαθε κι άλλα που εννοείται μας τα ξαναλέει ο κ. Σωτηριάδης, επειδής είναι στενός φίλος της δημοτικής, κι αφτά είναι που η λέξη _ Ρωμιός και Ρωμιοσύνη _ μας έκοψε την εθνική παράδοση. Εδώ πια τι να σας πω; Δε μου φτάνει το φαρμάκι, πρέπει να με σφάξετε μια και καλή, γιατί δε νοιώθω. Πώς ο Ρωμιός να κόφτη άραγες την παράδοση, αφού η παράδοση είναι ίσα ίσα ο Ρωμιός; Ή μήπως από τον Περικλή και τον Αλκιβιάδη θα κατέβουμε γραμμή ως τον Όθωνα; Δε συνέβηκε τίποτις σταναμεταξύ; Θαρρώ πως συνέβηκαν κάμποσα και σπουδαία μάλιστα και σημαντικά, μα δεν είδα έθνος στη ζωή μου που να χαντακώνεται σαν το ρωμαίικο, που από την πρόληψη, από το δασκαλισμό, να καταστρέφη τις δόξες του τις αληθινές, γιατί στο διάστημα που λέμε κι όσο βάσταξε το Βυζάντιο, συνέβηκαν πράματα πολλά και μεγάλα, που χρέος του Ρωμιού να τα θυμάται και να τα μελετά.
Συνέβηκε πρώτα πρώτα που το λατινικό το στοιχείο τόχαψε μια μορφιά, ώςπου να γίνη άφαντο, και πως τους Λατίνους το κάτω κάτω τους άλλαξε ο Ρωμιός όνομα και πίστη, αφού το _ Ρωμαίο _ τον έκαμε _ Ρωμιό, _ πάει να πη Έλληνα. Είναι κατόρθωμα περίφημο και που ο λογισμός του ιστοριογράφου απορεί, να το κατάφερε τέτοιο πράμα, δηλαδή να καταντήση το _ ρωμαίικο, _ που σήμαινε πρώτα το _ λατινικό _ — μην το ξεχνούμε — να σημαίνη σήμερις παντού _ ελληνισμό, _ και μάλιστα _ ελληνισμό _ κι _ ορθοδοξία _ συνάμα. Έτσι τα βλέπουνε στην Εβρώπη, έτσι τα είπα κι ο ίδιος μιλώντας σ’ Εβρωπαίους, που τους φαίνεται και νόστιμο, με το πνέμα του, με το κουράγιο του, με τη μαργιολιά του, να νίκησε δέφτερη φορά ο νικημένος το νικητή, ο Ρωμιός το Ρωμαίο, με τρόπο που να του πάρη ως και τη δόξα την καμαρωμένη του, τόνομά του{24}.