Chapter 20
Θα του κάμουμε ένα άγαλμα λαμπρό Εκεινού που θα βγη να μας πρωτοπή την ομορφιά της Ελλάδας, γιατί μου φάνηκε πως έχουν τέτοιο παράπονο τα νησιά. Ποιος γυρίζει να τα διή; Αντίς να διαβάζετε ξένα και να γράφετε ξένα, τρεχάτε, παιδιά, στα νησιά, τρέχατε και στη στεριά. Ρωμαίικα ρομάντζα προσμένουμε από σας όλους, προσμένουμε ρομάντζα που ρωμαίικο χώμα να μυρίζουν. Από σας όλους να μάθουμε θέμε τα κάλλη κάθε χώρας, το μυστικό κάθε ψυχής. Πολύ θα μ' άρεζε και μένα, παιδιά, να μπορούσα κάτι να καταφέρω. Μα δεν αδειάζω· έχω άλλες δουλειές. Κάποιος τώρα πρέπει να φανή. Το ροδάκινο που κρέμεται στον αέρα ψηλά, ποιος θα το κόψη; Ποιος θα ξεχωρίση θάλασσα κι ουρανό; Ποιος θα ζωντανέψη και τις πέτρες; Εκείνος θα γίνη «άλλος Ορφές». Ομπρός το λοιπόν, και μη φοβάστε. Άγαλμα θα του φτειάσουμε, σας λέω. Φέρνουμε και μάρμαρο από την Πάρο.
IV ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ {115}
Γιατί βγήκα στο ταξίδι και τι γυρέβω, δεν το κατάλαβα ακόμη.
Κοριτσάκι μου, εσύ που προβαίνεις στο παράθυρό σου, αντίκρυ στην κάμερή μου, και με κοιτάζεις κι απορείς και δεν ξέρεις γιατί άξαφνα σηκώνουμαι και περπατώ, άξαφνα κάθουμαι και γράφω, γιατί ξεσκίζω κάθε τόσο μια κόλλα χαρτί και ξαναρχίζω, γιατί κάποτε χαμογελώ και κάποτε πάλε στέκουμαι ώρες και συλλογιούμαι, κοριτσάκι μου εσύ, να σου πω τα ιστορικά μου· δυο πράματα σιχαίνουμαι στον κόσμο, δυο είναι που μου φέρνουν αηδία, να ταξιδέβω και να γράφω. Να γράφω και να ταξιδέβω στην Ελλάδα έγινε τώρα η δουλειά μου. Από κει να καταλάβης.
Αν τύχη και διαβάζεις το Άστυ, μη βλέπης που λέω τόσα για τα νησιά και που τρελλάθηκα για την ομορφιά τους. Θέλεις να μάθης την αλήθεια; Βλαστημώ την ώρα που ήρθα. Εμένα μ' αρέσει να μην το κουνώ από το σπιτικό μου, το χειμώνα ήσυχα να δουλέβω, το καλοκαίρι να σκυλοχουζουρέβω. Το μουλάρι, με σκοτώνει· το κεντιστήρι δεν το νοιώθει το μουλάρι· το στομάχι μου το νοιώθει και γίνεται τρύπα. Τρέχα απάνω στα βουνά, τρέχα με τον ήλιο και το βοριά μαζί, τρέχα στα μονοπάτια, που ξεφέβγουν τα πόδια σου από τις σκάλες στις αγκίστρες του βουνού, τρέχα σε δρόμους στενούς, ντουβάρια αριστερά, και δεξιά ντουβάρια, που χτυπάς, ξεγδέρνεις και πηγαίνεις· βάστα την ομπρέλλα με το ένα χέρι, βάστα με τάλλο το καπέλλο σου, με τάλλο βάστα το καπίστρι, με το τέταρτο βάστα την ψυχή σου. Ανάθεμάν τα!
Και για τι σκοπό, για τι όφελος τα βάσανα κι ο κόπος; Για νακούσης την προφορά, για να σου πουν παραμύθια, και κει που σου τα λένε να τους φέβγη η ομιλία, να τρέχουν τα λόγια μάνι μάνι και συ να ταρπάζης. Και μήπως έφκολο είναι να το καταφέρης; Καλήτερα ψήφους να μαζώνης παρά να μαζώνης παραμύθια! Πρέπει σαν το βουλεφτή να ρητορέβης, όλο τα ίδια να κοπανίζης και να μην κουράζεσαι ποτέ. Σε μερικά χωριά ντρέπουνται και τραβιούνται· κάποτε μ' ένα φράγκο ή και με μια δεκάρα πάει η ντροπή και τότες πια δε γλυτώνεις. Σ' άλλα χωριά πάλε άλλες ιστορίες. Με πονοκέφαλο, με θέρμη, με βήχα και με συνάχι, κατεβαίνεις από τ' Απεράθου στους Βόθρους· όχι! δεν κατεβαίνεις· κατρακυλάς· το μουλάρι λέει να πατήση και φοβάται· φυσά βοριάς, παλληκάρι, και σου σπάνει τη μούρη· από την άκρη του βουνού, μπροστά σου, απάνω από τα βράχια και τους γκρεμνούς, σαν άσπρες φοράδες, μπρούμυτα κάτι σύννεφα πετιούνται και θαρρείς πως θα σε πλακώσουν. Ας είναι! Δεν πειράζει. Οι Βόθροι δεν είναι μακριά· ας διούμε και κει πώς μιλούνε. Νύχτωσε. Πρέπει ακόμη να κάμης κουράγιο, ώςπου να φτάσης κάτω στη ρεματιά, γιατί εκεί κάτω είναι οι Βόθροι, ανάμεσα σε δυο βουνά. Άξαφνα, το ένα βουνό ζωντανέβει και στη μέση του βουνού βλέπεις φώτα αναμμένα, σα να είχε μάτια, χίλια μάτια το βουνό, σα να είτανε σπηλιές κ' η κάθε σπηλιά φλόγα — είναι τα παράθυρα του χωριού που λάμπουν ένα ένα· χαίρεσαι και συλλογιέσαι· Εδώ θα λεν παραμύθια πολλά, θα λεν παραμύθια και στους Βόθρους. Να κ' η ρεματιά, να κ' οι Βόθροι!
Σου ανοίγει την πόρτα του ένας χωρικός και μπαίνεις μέσα. Σε καλοδέχεται. Του είπες τι γυρέβεις και γιατί ήρθες· είναι πρόθυμος να κάμη ό τι θέλεις. Θα μείνης λίγες ώρες, απόψε πρέπει να γίνη η δουλειά κι άβριο το πρωί. — Μάλιστα, θα γίνη! — Εκεί που το πιστέβεις με τα σωστά σου, γυρίζεις και τι βλέπεις; Ο νοικοκύρης έφυγε· ο μεγαλήτερός του γιός έπεσε απάνω σε δυο σάκκους πίτερα και ρουχαλίζει· η κόρη του ξαπλώθηκε στο κρεββάτι και κοιμάται, είκοσι χρονώ γυναίκα· μια άλλη, δεκαπέντε χρονώ, καμώνεται πως νυστάζει. Βουβάθηκαν όλοι. Μόνη της η γριά, καλή γριά, προσπαθεί να θυμηθή κανένα παραμύθι. Οι άλλοι ξέρουνε, μα τι τους μέλει; Αδιαφορία και για τον κόπο το δικό σου και για την επιστήμη που σ' έφερε ως εκειδά. Ναγόραζες σμυρίγλι, θα τους βαστούσες όλη νύχτα στο ποδάρι.
Θέλεις να φύγης, να πας σ' άλλο νησί. Βαπόρι δεν έχει. Οι ώρες σου είναι μετρημένες· ο σκοπός σου είναι να διής πολλά νησιά, να τα πάρης ένα ένα· θα είταν καλό, θα είταν ωραίο να τάβλεπες όλα. Αδύνατο! Βαπόρι δεν έχει. Κι ας μην έχη! Τι πειράζει; Να μη σου κακοφανή, να μην πικραθής, να μη σου κάψη ο πόνος την καρδιά. Το κάτω κάτω γιατί ήρθες; Για να σπουδάσης τη γλώσσα ενός τόπου, παιδί μου, που για τέτοια σπουδή έχει περισσότερη αδιαφορία κι από τους Βόθρους· και γνωστός να είσαι, δε φαίνεται να ξέρη καλά καλά σε τι καταγίνεσαι τόσα χρόνια. Για τέτοια πράματα φροντίζουμε καλήτερα αλλού. Παραίτα λοιπόν ήσυχα τη μελέτη και γράφε να ξεθυμάνης. Γράφε, και πού; Όπου τύχη κι όπου βρεθής. Με την πέννα και το καλαμάρι στην τζέπη, τράβα, εσύ από το ένα στάλλο χωριό, και στο δρόμο, κάθου απάνω στο μουλάρι, να συλλογιέσαι για επιστήμη και για τέχνη!
Εφτυχισμένο κοριτσάκι που δε γράφεις, πόσο σε ζουλέβω! Όσες ανοησίες κι αν ακούσης, ό τι κι αν πουν οι δασκάλοι, εσένα δε σε νοιάζει. Και γω θα γίνω τώρα σαν και σένα. Να χολοσκάνη κανείς, δεν αξίζει. Τι λέει το τραγούδι; Σου κρένω, δε μου κρένεις. Έτσι να κάμουνε είναι και πιο σωστό. Να μην τους δίνουμε απάντηση τους δασκάλους. Τι βγαίνει από τα πολλά τα λόγια; Οι δασκάλοι κάθε τόσο φωνάζουν πως άλλη γλώσσα μιλούνε στη Θεσσαλία, άλλη γλώσσα στα νησιά, στο Μοριά άλλη γλώσσα, πως δεν ξέρει κανείς ποια απ' αφτές να πρωτογράψη, πως δεν μπορεί ο ένας να καταλάβη τον άλλονα, και πως για τούτο πρέπει να γράφουμε την καθαρέβουσα, που ο καθένας την καταλαβαίνει! Είναι τάχατις ανάγκη να τους δείξουμε πως ίδιοι τους δεν καταλαβαίνουν τι τρέχει, δε βλέπουν και δεν ακούνε; Φτάνει κανείς να πάη σε δυο χωριά ή σε τρία, και να θελήση να μάθη την ντόπια γλώσσα του χωριού, τα βέρα χωριάτικα, που λεν, τα _ χοντρά _, για να του φανερωθή η αλήθεια. Πολύ δύσκολα θα μάθη τα χωριάτικα αφτά, γιατί χάνουνται και πάνε. Παντού η κοινή γλώσσα βασιλέβει· δεν τη μιλούνε πάντα αναμεταξύ τους, μα την καταλαβαίνουν όλοι, και με τους ξένους αφτήνα μιλούν, την κοινή, την πανελλήνια γλώσσα, την πανελλήνια δημοτική.
Την άκουσα παντού και παντού τη μίλησα και γω· με καταλάβαιναν πολύ καλά και τους καταλάβαινα. Έπρεπε να τους παρακαλέσω, για να μου πουν τα χοντρά. Δε θα κάμουν οι δασκάλοι, αφτή η γλώσσα να μην υπάρχη, αφού υπάρχει, ακόμη κι αν τους αρέσει να φωνάξουν πως δεν υπάρχει γλώσσα. Και τώρα που την έχει ο λαός, θέλουνε να του τη σηκώσουν και να του καθίσουνε μιαν άλλη με το ζόρι, που μήτε ίδιοι τους δεν τη μιλούνε, μήτε ο λαός μπορεί να την καταλάβη.
Αφτή τη γλώσσα, κοριτσάκι μου, ναγαπάς — αφτή τη γλώσσα να γράφουμε, για να μας διαβάζης.
Γρήγορα θα γλυτώσω κι απ' αφτόνα τον μπελά, κι από τα γραψίματα κι από τα ταξίδια· ακόμη ένα γραμματάκι, και σώνει πια. Ας είναι οι φίλοι καλά που παντού και σ' όλη την Ελλάδα με περιποιήθηκαν, και με είχανε σαν παιδί του σπιτιού. Να πω τώρα για τη Ζαγορά; Εκεί δεν είτανε σπίτι, μα παλάτι, παλάτι και φιλοξένια βασιλική. Και πόσα άλλα θέλω να πω! Δεν έχω λόγια. Εδώ στο Δαμαριώνα, στην Αξιά, που κάθουμαι τώρα και γράφω, ήρθα προψές ταπόγεμα, η ώρα μια· πήγα στου βουλεφτή· δε με γνώριζε διόλου· του είπα τι γυρέβω. Αμέσως, στην ίδια στιγμή, γέμισε το σπίτι παιδιά, παραμύθια — και φαγιά.
Όλοι, όσους είδα πάντα και παντού έβαλαν τα δυνατά τους, να μ' εφκολύνουν τη δουλειά· ήξεραν πολύ καλά τι σπουδάζω, τι αξίζει η σπουδή, σε τι καταγίνουμαι τόσα χρόνια. Έκαμα και δυο τρεις γλωσσολόγους. Γλωσσολογικές κουβέντες — κουβέντες κι όχι φιλονικίες — είχαμε κάτω στα χώρα της Αξιάς, κάθε βράδυ στο τραπέζι, με τον καλήτερο απ' όλους τους Χωρεσιανούς. Γνωριστήκαμε στη Σύρα, στο ξενοδοχείο. Πήγαινα στην Πάρο, εκείνος στην Αξιά. Κοίταζε από το παράθυρο και πρόσμενε όλη μέρα να με φέρη το καΐκι, μην τύχη κ' έρθω και δεν πάω στο σπίτι του.
Πρόθυμος, ανοιχτόκαρδος ο κόσμος εδώ. Ο δήμαρχος -όχι της Χώρας - του Χαλκιού της Τραγαίας, το βράδυ, στις εννιά, του παρουσιάστηκα, πρόσταξε κρεββάτι και τραπέζι, προτού να του πω και τόνομά μου! Να μην ξεχάσω τους παππάδες! Τι δε μου έκαμε ο Νάξιος ο Δεσπότης! Τι δε μου έκαμε στις Μέλανες, εδώ, ένας φτωχός παππάς! Ξεπέζεψα μια στιγμή και κάθησα στον καφενέ· ήρθε ο παππάς να μου κουβεντιάση κι αμέσως να μου δώση ροδάκινα, ρόδια, βασιλικό. Το χρέος μου, λέει, είναι ναγαπώ τους αθρώπους.
Να μην ξεχάσω και τις γριές. Από την Παρκιά έφυγα πολύ πρωί για τη Σάντα Μαρίνα· πείνασα στο δρόμο. Μπήκα σ' ένα χαμηλό πρόστυχο σπιτάκι. Μου σερβίρισε η γριά ό τι είχε, ψωμί, τυρί, σταφύλι και καφέ. Κάθησα σ' ένα σκαμνί· είταν και δυο γατίτσες· είταν κ' ένα σκυλάκι· τους έρριχτα μια ψίχα πού και πού· έρχουνταν και τρεις όρνιθες και τσιμπούσαν, πολύ φιλικά, πολύ συντροφικά, όλα τους μαζί. Η πόρτα είταν ανοιχτή· έβλεπα μπροστά μου την Αξιά, τη θάλασσα και τον ουρανό· ησυχία μεγάλη· σα νανουρίσματα έμοιαζαν τα λόγια της γριάς, και μια στιγμή κόντεψα ναλησμονήσω πως ταξιδέβω και πως γράφω.
V ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ {116} Από τη Σαντορίνη.
Το παράπονό μου το παλιό θέλω πάλε να τακούσης. Μοναχό γιατί να μ' αφίνης; Θυμάσαι, ψυχή μου, θυμάσαι; Έξη χρόνια τώρα και παραπάνω! Τα λόγια που σου έλεγα τότες, πες μου, χρυσό μου, και σήμερις ακόμη και την ώρα αφτή που σου γράφω, δεν κελαδούνε μέσα στην καρδιά σου, σαν πουλάκια γλυκά; Το χάρηκαν της Χιός τα βουνά, το χάρηκε ο κόσμος, το τραγούδι της αγάπης που έκαμα, φως μου, για σένα. Μήπως το ξεχνάς; Όταν είσαι μακριά, παρηγοριά δεν έχω. Αναστέναζα και σε ζητούσα στο Πυργί· αναστενάζω και σε ζητώ στη Σαντορίνη. Από το Μεροβίγλι, ψηλά ψηλά, απάνω στα γκρεμνά, που κάθουμαι και σου μιλώ, βλέπω κάτω στη θάλασσα τα νησάκια που μέσα τους έχουνε φλόγα κρυμμένη, το Βουλκάνο που δεν κοιμάται ποτέ, κι ας μοιάζη σαν αποκοιμισμένος. Καημένες τα λεν εδώ τα νησάκια που είναι όλο φωτιά, τη Μεγάλη Καημένη και τη Μικρή. Είμαι σαν τα νησάκια καίω· είμαι ο Μεγάλος ο Καημένος.
Όπου πάω, εσένα ποθώ. Εσένα συλλογιούμαι σ' όλο μου το ταξίδι. Στη Σύρα, που περπατούσα με το φεγγάρι, εσένα είχα στο νου μου, και θαρρούσα πως δεν έβλεπα ζωή πουθενά και πως σέρνουμουν και γω σ' έναν κόσμο πεθαμμένο. Άξαφνα κατέβαινα στο γιαλό, μήτε τον κατήφορο φοβούμουνα μήτε το σκοτάδι μήτε τους βράχους. Με θωρούσαν και κρυφολαλούσαν. Ποιος είναι τούτος ο τρελλός; -Όχι! δεν είμαι τρελλός. Κατέβαινα κάτω στο γιαλό, κάτω στη μοναξιά, για να φωνάζω τόνομά σου, για να πιστέβω πως είσαι κοντά μου, για να ξέρω πως υπάρχεις.
Σ' ό τι νησί κι αν είμουν, είχα πάντα βία να φύγω. Γρήγορα γρήγορα να πάω! Ίσως στάλλο το νησί καλήτερα θα είναι· ίσως θα κάμω καλήτερη δουλειά. Πήγαινα και πάλι έλεγα τα ίδια κ' ήθελα πάλε να τρέξω αμέσως αλλού. Είτανε πλήξη, δεν είτανε βία, και πάντοτε νόμιζα πως θα βρεθή κανένα νησί, το νησί της Ησυχίας, η κούνια που θα βάλω τον πόνο μου να πλαγιάση, ο ουρανός που θα νταντέψη το βάσανό μου. Τι με μέλει για την επιστήμη, τη γλωσσολογία και τα παραμύθια που συνάζω; Η Ιδέα μου είσαι Εσύ, η Ιδέα που με φωτίζει στο δρόμο που βαδίζω, που μου δίνει και το θάρρος. Εσύ ξέρεις πάντα το σκοπό μου. Για σένα πολεμώ και δουλέβω. Φτωχός είμουν και μ' έκαμες πλούσιο, γιατί δικό μου τίποτις δεν έχω· δυο πράματα μόνο γύρεβα στον κόσμο, μια γλώσσα και λίγη ποίηση. Τη γλώσσα την πήρα από το στόμα του λαού· την ποίησή μου από σένα την πήρα.
Την ποίησή μου από σένα την πήρα και του κάκου παραπονιούμαι. Θυμάσαι, ψυχή μου, θυμάσαι; Έξη χρόνια τώρα και παραπάνω! Σε συλλογιούμουνα στο Πυργί κ' έχυνα δάκρια πικρά. Δεν μπορούσα, δεν ήθελα να πιστέψω πως ο Χάρος μια μέρα θα πη της αγάπης μας· Έλα, έλα, και δω θα τελειώσης! Δεν το πίστεβα πως ο κόσμος μια μέρα θα σε ξεχάση. Σήμερα πια δε φοβούμαι το Χάρο· η αγάπη μας δεν έχει τέλος κι ο κόσμος δε σε ξεχνά.
Είταν αδύνατο, άδικο είταν ένα πλάσμα σαν και σένα, τόση χάρη και τόσος νους, τόση χάρη παιδιακήσια και νους τόσο γερός, τόση ψυχή, τόσο φως να χαθούν, κι άμα πεθάνης να μην ξέρη κανείς πως είσουν της πλάσης το στολίδι, το καμάρι τουρανού. Για τούτο έκλαια κι απελπίζουμουν και ζητούσα κάτι να κάμω για σένα, κανένα ποίημα να σου χαρίσω, που να σε δοξάζη, που να μείνη παντοτεινά. Και διές τώρα! Το κατάφερα κ' έχω χαρά. Κρίμα που δεν είσαι πλάγι μου να σε δείξω μια βάρκα βαρκούλα μικρή που αρμενίζει αλάργα στο γιαλό. Τι νόστιμη, τι χαριτωμένη, τι μικρούτσικη μικρουλή που φαίνεται αλήθεια από δω απάνω στο βουνό! Μόλις τα μάτια σου την ξανοίγουν και μοιάζει σαν τιποτένια. Κι όμως, παιδάκι μου, μη φοβάσαι.
Έφτειαξα μια βάρκα για σένα που δεν μπορεί φουρτούνα να τη χαλάση. Έβαλα μέσα την ομορφιά σου, έβαλα την ψυχή και τους λογισμούς σου, έβαλα τη ζωή σου, έβαλα και την αγάπη μας μέσα. Τότες είπα της βαρκούλας να τρέχη, να τρέχη στα αιώνια τα νερά.
Έτσι θα γλυτώσης Εσύ κι από το Χάρο κι από τον Άδη. Όσο η θάλασσα δεν ξεραθή, θα φουσκώνη η βαρκούλα τα παννιά της· όσο ζήση αφτός ο λαός, θα ζήσης και συ. Και κοίταξε τι ωραία! Πρώτη φορά στην περίφημη την Ελλάδα, προσπάθησε ένας ποιητής να φτειάξη τέτοια βαρκούλα, πρώτη φορά πολεμάς για χατίρι Μιανής και Μιανής δόξα. Πολλοί κάμνουνε και κάμανε στίχους, πότε για τη μια, πότε για την άλλη. Εγώ για σένα μόνο μιλώ, και δίχως να πω τόνομά σου, ο κόσμος ξέρει ποια είσαι. Λοιπόν ήσυχη να μείνης. Εσένα θα σε ζουλέβουν όλες οι γυναίκες, γιατί πλούτη κι αρχοντιά η καθεμιά μπορεί νάχη· μπορεί νάχη η καθεμιά καρδιά μεγάλη και μεγάλο νου· η καθεμιά δεν μπορεί νάχη αθάνατη δόξα σαν και σένα. Νόστιμα κι αθώα σαν τη βαρκούλα που σου λέω, κάμε το ταξιδάκι σου τώρα, σιγά σιγά, με τα γλυκά σου τα χαμογέλοια, με την πανάγαθή σου ψυχή, κάμε το ταξιδάκι σου και χαίρου άτρεμα τον Ωκεανό· είναι καλός ο καπετάνιος.
Και τι μας μέλει εμάς για τη δόξα; Και μήπως έχει νόημα κανένα; Η δόξα τίποτις δεν είναι· η αγάπη όλα τα κατορθώνει. Γιατί θέλω τη δόξα για σένα; γιατί σ' αγαπώ. Γιατί γυρέβω ποίηση και γλώσσα; Μήπως για μένα τις γυρέβω; Την ποίηση και τη γλώσσα τις γυρέβω για τους άλλους, για τους άλλους πονώ και δουλέβω. Έλα, μικρό μου, το λοιπόν, ας αφήσουμε τη δόξα κι ας συλλογιστούμε μόνο την αγάπη. Την αγάπη να βάλουμε τώρα με το νου μας.
Ο κόσμος αγάπη διψά. Είναι τόσοι δυστυχισμένοι, είναι τόσοι φτωχοί, είναι τόσες καρδιές πικραμένες. Έλα ναγαπήσουμε τον κόσμο. Δεν μπορώ ένα δάκρι να διώ κ' η ψυχή μου να μη βραχή. Ο πόθος μου, ο μόνος, είναι να παρηγορηθούν οι πικραμένοι. Δεν αγαπώ εσένα μονάχα· αγαπώ τον κόσμο όλο. Μ' έκαψαν τα βάσανά του. Δε σου το είπα πως είμαι ο Μεγάλος ο Καημένος;
Έλα, πουλί μου, να καούμε κ' οι δυο, ναγαπήσουμε και τον καημό μας. Ο καημός μας είναι καλός, αφού είναι έλεος γεμάτος. Ποιο είναι το γιατρικό που μπορεί να γιατρέψη τον κόσμο; Η αγάπη, κανένα άλλο. Για να γιατρέψης τους αρρώστους, πρέπει πρώτα να τους αγαπήσης. Πρέπει εκείνους να συλλογιέσαι κι όχι εσένα. Η επιστήμη μονάχη δε φτάνει. Η αγάπη θα της δώση ύπαρξη και ζωή. Η περιέργεια είναι μια αγάπη, αγάπη για να μάθης, αγάπη που σα μαγνήτης σε τραβά, που σε κάμνει τάγνωστα να γυρέβης, αγάπη που γεννά την επιστήμη.
Αγάπη είναι κ' η τέχνη. Για να καταλάβης τους αθρώπους, πρέπει να τους αγαπήσης. Και πώς είναι δυνατό να μπης μέσα στην ψυχή τους, τα πάθη τους όλα να ξεδιαλίσης και να τα γράψης, αν πρώτα δεν τους αγαπήσης; Πρέπει ναγαπήσης και τη φύση, για να πης την ομορφιά της· αλλιώς δε νοιώθεις και τη φύση. Πρέπει να λωλαθής για τα βουνά, πρέπει η θάλασσα να σε τρελλάνη, πρέπει ο νους σου να χαθή για ένα χρυσολούλουδο του κάμπου. Κ' η τέχνη τι άλλο είναι παρά ένα λουλούδι που θα κόψης, παρά μια ψυχή που θα μυρίσης;
Έλα, βάρκα βαρκούλα μικρή, έλα ναρμενίσουμε τώρα στον Ωκεανό της αγάπης. Έλα πάντα να βαστάς ανοιχτά το γιαλό, πέρα και πέρα να πάμε. Να μην αγαπήσουμε εκείνους μονάχα που είναι πονεμένη η καρδιά τους· ας αγαπήσουμε τους εφτυχισμένους, τους καλότυχους, τους μεγάλους· ας αγαπήσουμε όσους έχουν και δόξα και πλούτο και νου. Γιατί να τάχουν αφτά, σα δεν τους αγαπούμε; Έλα να τα χαρούμε μαζί τους, άμα τους αγαπήσουμε σαν αδέρφια· έλα να δροσιστή η ψυχή τους, κ' η αγάπη μας να τους μάθη πως πλούτος μεγαλήτερος απ' αφτήνα δεν είναι, πως δεν έχει εφτυχία πιο μεγάλη.
Πρέπει, όταν ο κόσμος κοιμάται, εμείς να ξαγρυπνούμε, να δουλέβουμε για τον κόσμο. Ας δουλέψουμε για όλους, ας δουλέψουμε και για τους ζαβούς, τους ζουλιάρηδες, τους κουφούς και τους στραβωμένους. Ας τους αγαπήσουμε, να μας αγαπήσουν ίσως και κείνοι. Η καλοσύνη μας να γίνη βουνό, που να μη βλέπουν οι κακοί την κορφή της. Ποτέ να μη μας κουράζουνε, να μη μας χαλνούν το κουράγιο η ανοησία και το μίσος, το μίσος το σιχαμερό που όλο γιομίζει το στόμα του ψεφτιές, που το ξέρει και που δεν έχει ντροπή.
Και τι να δώσουμε, οι δυο μας εμείς οι μικροί, τι να δώσουμε τους κακούς, τους πλούσιους και τους πονεμένους; Πρέπει να δώσουμε στον κόσμο ποίηση όση μπορούμε. Έλα να την κάμουμε ποτάμι, να ποτίση τη γις, στους κάμπους να ξεπλημμυρίση, κ' ύστερα μαζί μας αλάργα ναρθή, να μας πάρη στον Ωκεανό της δόξας και της αγάπης.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΑ ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ
Αγησίλαος Γιαννόπουλος Ηπειρώτης.. 166.167.169.170.171. 172. 178. Άννινος (Θ.)................................................ 249. Αργύρης Εφταλιώτης ................. 28. 29. 39. 40. 44. 48. 257. Βαλαωρίτης.............................................. 254.255. Βερναρδάκης (Δ.)......................................... 104, 1. Βηλαράς ....................................... 102, 1. 254. 255. Βικέλας (Δ.) .............................. 249.250.257.286. 287. Βλαστός (Π.)............................................. 15. 16. Βλαχογιάννης............................................. 100, 1. Βώκος..................................................... 13.23. Γαβριηλίδης............................................. 36. 241. Γεωργιάδης (Α.)........................................... 25, 1. Δεστούνης (Γ.)........................................... 100, 2. Διόνυσος.................................................. 13.14. Δροσίνης............................ 181.220.239.256.264.275.281. Καμπάνης..................................................... 13. Κακλαμάνος (Δ.).......................................... 249, 1. Καρκαβίτσας ..................... 20. 21. 22. 23.256.273.284.285. Κολοκοτρώνης......................................... 3.10.12.13. Κόντος.................................................. 202.218. Κοραής......................... 101.102.102, 1.135.218. 223. 255. Κουρτίδης................................................ 13. 23. Λαμπρίδης (I.)................................................48. Λάμπρος (Σ.)................................................ 100. Μάνος (Κ.)............................................. 180. 257. Μελάς (Μ.).................................................. 261. Μηλιαράκης (Α.).......................................... 100, 2. Μιαούλης................................................ 286.287. Μικρογιάννης................................................ 257. Μιτσάκης.................................................... 257. Μποέμ................................ 248.249.250.260.273.275, 1. Ξενόπουλος (Γρ.) ....................................25.25, 1.26. Παλαμάς ................................ 22.23.24.48.250.256.266. Πάλλης...................................................... 257. Παππαδοπούλου (Α.) ......................................... 257. Παππαδόπουλος (Κεραμέας) ....................................101. Παράσχος. ....................................250. 252. 254. 255. Περραιβός................................................... 286. Πολίτης (Ν. Γ.).............................................. 48. Ροντάκης (Ν.)................................................ 13. Σάθας (Κ.).................................................. 100. Σολωμός........................................... 173. 254. 255. Στέφανος Στεφάνου............................................241. Στεφελίδης.................................................. 257. Σωτηριάδης (Γ.) 28. 29. 30.31. 32.33.34.35. 36.37.38.39.40.42.44. 45.46. Τρικούπης (Χ.) ......................................238.239.240. Φραγκούδης(Γ. Σ.)........................................... 268. Χατζηδάκης (Γ. Ν.)................................ 12.102. 1.133. Χατζόπουλος (Μ.) ...................................... 257. 273. Χρυσόστομος............................................. 42. 159. Anatole France.............................................. 180. Benoist (Ε.)................................................. 34. Krumbacher (Κ.) ....................................100. 2.128.1. Pernot (Η.).............................................. 246. 1. Solomos.................................................. 66. 70. Sotiriadis .................................................. 38. Taine....................................................... 180.
ΠΙΝΑΚΑΣ Σελ ΑΦΙΕΡΩΜΑ................................ 1 ΠΡΟΛΟΓΟΣ............................. 3-51 Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ...................3-10 ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ.......... 10-14 ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΑΗΔΙΑ............. 15-16 ΤΕΧΝΗΤΗ........................16-22 ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ:........ 22-28 ΧΑΔΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ ΣΤΕΝΟΥ........28-37 ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ......................37-39 ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.......... 39-51 ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ....... 53-165 Η ΚΑΘΑΡΕΒΟΥΣΑ Κ' Η ΣΚΛΑΒΙΑ......166-179 ΖΟΥΛΙΑ..........................180-221 ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ......................222-223 Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ....................224-230 Ο ΜΑΓΟΣ.........................231-237 ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗ .........238-240 OΝEΙΡΕΒΟΥΝΤAΙ ΤΑ ΡΟΔΑ...........241-245 ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ..............246-247 ΔΕ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝΕ ΚΑΙ ΤΡΩΓΟΥΝΤΑΙ....248-259 ΑΘΗΝΑΙΙΚΟ ΙΝΤΕΡΒΙΟΥ.............260-275 ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙΑ...........276-301 Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ..................276-280 ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟ............... 281-285 ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ............. 285-291 ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ................291-295 ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ..............296-301 ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΑ ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ 302 ΠΑΡΑΤΥΠΩΜΑΤΑ, ΔΙΟΡΘΩΜΑΤΑ ΚΙ ΑΠΟΣΩΜΑΤΑ 303
PARIS. — ΙΜΡRΙΜΕRIE CHARLES BLOT, RUE BLEUE, 7.
Τυπώθηκαν, όλα μαζί, αντίτυπα 547, δηλαδή
σε καλό γαλλικό χαρτί................. αντ. 500 σε χαρτί του λούσσου........................ 30 σε χαρτί ολλαντέζικο διαλεχτό............... 15 σε χαρτί Γιαπανέζικο αφτοκτατορικό........... 2 --- 547
Τα χαρτιά λούσσο (30 αντ.) και τα γιαπανέζικα (2 αντ.) δεν πουλιούνται.
Πουλιούνται μονάχα τα πεντακόσια, το καθένα....... φρ. χρ. 6 και τα ολλαντέζικα (αρ. 12-13), το καθένα .......φρ. χρ. 25
*************
1} Βιβλιοθήκη της Εστίας, Ο γέρο Κολοκοτρώνης (κι όχι ο «Γέρων - Κολοκοτρώνης», όπως το βάζει πολύ άσεβα η Εστία), τόμ Α', 1889, σελ 61.
2} Θα παρατήρησε ο καθένας τη φράση που λέει στο γράμμα του πως ήθελαν οι αρχαίοι τον κόσμον όλο να «καταλάβουν». Αφτό θα πη τέχνη, δηλαδή να βάζη κανείς μια λέξη με το κοινό, συνηθισμένο της το νόημα, και συνάμα όποιος θέλει να βρίσκη μέσα της και το νόημά της ταρχαίο. Δεν τα νοιώθουν ακόμη αφτά στην Ελλάδα· τάννοιωθε στη Γαλλία ένας Ρασίνας, και δε θα πη πως μιλούσε λατινικά, σαν έλεγε μια λέξη και με την παλιά της και με την τωρινή της σημασία. Ο σωστός ο α ρ χ α ϊ σ μ ό ς τέτοιος είναι.
3} Ίδιος ο Καρκαβίτσας, σαν έγραφε ακόμη την καθαρέβουσα, έγραφε ελαχίστη, κοίτ. Η Λ υ γ ε ρ ή, σελ 7.