Chapter 2
Κάθε πράμα με την ώρα του· αφτά πρέπει καμιά μέρα να ξεταστούνε σε ιδιαίτερη μελέτη, όπως ελπίζω να γίνη κατόπι, γιατί το ζήτημα θέλει προσοχή, θέλει μεθοδικά να το πιάσουμε. Μα δεν είναι πάλε και τόσο δυσκολόπιαστο, που να μην προσπαθήσουμε κι από τώρα με δυο λόγια να δείξουμε, το ζήτημα ποιο είναι.
Να το πούμε με δυο λόγια, γλώσσα στον κόσμο δεν υπάρχει που να μην είναι _ τεχνητή _. Τεχνητή ως κ' η γλώσσα των παιδιώνε, σαν πρωτομαθαίνουνε να λένε ρ ή κ αντίς λ ή τ, που τους είναι πολύ πιο έφκολα. Για να πούνε _ ρ _, χρειάζεται κόπος· σημαίνει λοιπόν πως δεν τους είναι φυσικό.
Σήμερις που η γλωσσολογία, σπουδάζοντας από πιο κοντά τα καθέκαστα, κατάλαβε πως υπάρχουνε αθρώπινες λαλιές, όσες υπάρχουνε κι αθρώποι, πως με το κάθε άτομο κ' η λαλιά θαλλάξη, αφού δεν έχουμε ο καθένας μας μήτε το ίδιο στόμα, μήτε τα ίδια δόντια, μήτε την ίδια γλώσσα κτλ., κι ωςτόσο με τη γλώσσα, με τα δόντια, με το στόμα κτλ., μορφώνουμε τους ήχους, δηλαδή τη λαλιά μας, σήμερις λοιπόν μπορεί να πούμε πως κάθε συλαλιά είναι πράμα τεχνητό, πως άρα μιλούνε μαζί ας είναι και δυο νομάτοι, πάντα ο ένας θα πάρη κάτι από τον άλλονε, πάντα θα πασκίση στην κουβέντα κάπως ναπομιμηθή και ξένη λαλιά.
Σαν είναι όμως η λαλιά ξένη, σα δε μου είναι φυσική, θα πη πως είναι τεχνητή λαλιά.
Τότες γιατί να κατηγορούμε την καθαρέβουσα; Γιατί να φωνάζουμε πως είναι ξένη, πως δεν είναι φυσική;
Περίεργο το ρώτημα! Ελάτε να το συλλογιστούμε μια στιγμούλα. Το παιδί που βάζει τα δυνατά του να προφέρη το _ ρ _, ο άθρωπος που άθελα ή με σκοπό παίρνει λέξες ή παίρνει ήχους από άλλον άθρωπο, ο επαρχιώτης που γυρέβει να διορθώση την προφορά του, να μιλήση σαν τον Αθηναίο, αφτοί όλοι τι θα μιμηθούνε; θα μιμηθούνε γλώσσα ζωντανή, δηλαδή γλώσσα που μιλιέται σε κάποιο μέρος του κόσμου, γλώσσα που έχει πατρίδα, γλώσσα που γεννήθηκε με τον άθρωπο, γλώσσα που άμα σκαλίξης σε χάρτη γεωγραφικό, θα πης· Στον τάδε ή στον τάδε τόπο, τέτοια ή τέτοια γλώσσα ξέρουνε, η γλώσσα έχει τέτοια γραμματική, τέτοιους ήχους, τέτοιο τυπικό.
Η καθαρέβουσα όμως τι θα μιμηθή; Θα μιμηθή γλώσσα, ήχους, γραμματική, λέξες, τυπικό, που βρίσκουνται στα βιβλία.
Η διαφορά λοιπόν είναι αφτή, κ' είναι διαφορά που δε χωρατέβει. Εμείς γράφοντας τη δημοτική, τη ζωή θα μιμηθούμε — όπως τα παιδιά, όπως οι επαρχιώτες, όπως οι αθρώποι όλοι· η καθαρέβουσα θα μιμηθή μόνο τη νέκρα. Κι από γεννήσιο της αφτή μυρίζει νεκρίλα.
Το ίδιο μπορεί να πούμε και για την περίφημη τη διγλωσσία, που εδώ και μερικά χρόνια πάνε και ψάχνουν οι δασκάλοι, σ' όλους τους τόπους του κόσμου και σ' όλες τις εποχές της ιστορίας, για να μας μάθουνε τάχα πως κι αλλού, πως και σ' άλλα χρόνια, μια γλώσσα μιλούσανε και πως γράφανε μιαν άλλη, πως ο Ίπσεν είναι από τη Νορβηγία κι ωςτόσο γράφει τα δανικά, πως οι τραγικοί στις τραγωδίες τους βάζανε χορούς με δωρικά, πως οι Αττικοί στην καθεμερνή τους την κουβέντα μιλούσαν άλλη γλώσσα, μα πως γράφανε άλλη, πως είχανε λοιπόν κι αφτοί διγλωσσία κτλ. κτλ. κτλ.
Είναι τόντις ναπορήση κανένας πώς έρχουνται και μας λένε τέτοια πράματα. Πού και ποια διγλωσσία; Τα δανικά που γράφει ο Ίπσεν, είναι ή δεν είναι γλώσσα ζωντανή, γλώσσα που μιλιέται σ' ένα μέρος του κόσμου γνωστό, δηλαδή στη Δανία; Τα δωρικά που βάζανε οι τραγικοί στους χορούς τους είτανε ή δεν είτανε τότες ζωντανή γλώσσα; Τα δωρικά που _ ίσως _ ανακατέβανε στην καθεμερνή τους την κουβέντα, είτανε ή δεν είτανε γλώσσα σε κείνα τα χρόνια; Λοιπόν τι κάθεστε και μας λέτε; Τι συγκρίνετε με την καθαρέβουσα — πολλή της η τιμή! — τον Ίπσεν και τους τραγικούς; Διγλωσσία έχουμε και στη δημοτική, σα γράφουμε _ αγαπούμε _ και σα γράφουμε _ αγαπάμε. Αγαπώμεν _ όμως δε γράφουμε, γιατί αφτό δε λέγεται πουθενά, γιατί αφτό πουθενά δεν είναι γλώσσα, γιατί, όπως κι ο Ίπσεν, όπως κ' οι τραγικοί, όπως κι άλλοι σ' άλλους τόπους, θα μιμηθούμε τη ζωή, όχι το θάνατο, σαν την καθαρέβουσα.
Κ' έτσι γίνεται θρούβαλα το υστερνό επιχείρημα του δασκαλισμού.
Κ' έτσι έχουμε το δικαίωμα, τη ζωή να μιμηθούμε, γράφοντας τεχνητή, μα ζωντανή γλώσσα.
Κ' η ζωντανή γλώσσα ποια είναι; Είναι η γλώσσα του λαού, που όσο κι αν τη χάλασε κι αν προσπάθησε να τη χαλάση η καθαρέβουσα, είναι ολοζώντανη η γραμματική της. Είναι βέβαιο, μάλιστα, είναι βέβαιο και λυπητερό πως η καθαρέβουσα μάς έβγαλε στη μέση ένα είδος μισή γλώσσα, ένα είδος _ μειξολαλιά _, που λεν οι γλωσσολόγοι. Εμείς έχουμε τώρα να την ξαναφτειάξουμε στα βιβλία μας, τη γλώσσα του λαού. Εμείς έχουμε, όχι να κάμουμε, μα να ξανακάμουμε τη γλώσσα τη χαλασμένη. Πώς όμως; Να την κάμουμε του κεφαλιού μας; Ποιος το είπε αφτό; Αφτό οι δασκάλοι το κάνουνε, όχι εμείς που με σέβας, που με αγάπη, που με πατριωτισμό και με λατρεία, προσέχουμε στη γραμματική, προσέχουμε στο τυπικό, προσέχουμε στους ήχους του λαού, για να μιμηθούμε, στην τεχνητή μας γλώσσα — ναι! ας τη λένε, σα θέλουνε, και τεχνητή — τη γλώσσα που ζη και που μιλιέται.
Κι αλήθεια έτσι γίνεται σήμερις στα έργα τα φιλολογικά που βγαίνουνε μέρα την ημέρα. Πάρτε, ανοίξτε κανένα βιβλίο του Καρκαβίτσα, λόγου χάρη, τα _ Λόγια της Πλώρης _, και διαβάστε· ορίστε τεχνητή γλώσσα που μιμιέται τη ζωντανή· _ ανεχτίμητος _, σελ 44, _ σταύρωσες _, σελ 54, 62, ο _ τάπητας _, σελ 81, _ ανάτειλε _ (στο νου μου μια ιδέα), σελ 87, _ του Σωτήρα _, σελ 93, _ κατάχρησες _, σελ 107, _ φύλακας _, σελ 141, _ ο έλικας βαποριού _, σελ 144, _ συθέμελα _, σελ 145, _ αγανάχτησι _, σελ 150, _ ακροατές _, σελ 151, _ χαραχτήρα _, σελ 234, _ παράκλησες _, σελ 265, _ πρόληψες _, σελ 270, _ χερονομιώντας _, σελ 272, _ συφοράς _, σελ 276, _ το κεφάλι της Μέδουσας _, σελ 280, κτλ. κτλ.
Ένα από τα δυο· ή λέει ο λαός, δηλαδή κ' οι γραμματισμένοι μαζί του, _ ανεχτίμητος, σταύρωσες, ο τάπητας, του Σωτήρα, ανάτειλε, κατάχρησες, ο φύλακας, ο έλικας, συθέμελα, αγανάχτηση, ακροατές, χαραχτήρα, παράκλησες, πρόληψες, χερονομώ, συμφοράς, Μέδουσας _, — ή δεν τα λένε.
Αν τα λένε, θα πη πως η καθαρέβουσα του κάκου πολεμά και πως τους νεκρούς τους τύπους της, μια και τους μάθη ο λαός, αμέσως τους ζωντανέβει.
Α δεν τους λένε, θα πη πως τους έφτειαξε ο Καρκαβίτσας· πώς όμως θα του είτανε δυνατό να τους φτειάξη, χωρίς να μιμηθή τύπους ζωντανούς; Δεν πιστέβω, λ. χ., να είπε ποτέ κανένας _ Μέδουσας ή ελάχιστη _ (σελ 170){3} Μα _ μπορούσε _ καθένας να τα πη, και για τούτο μας φαίνουνται τόσο φυσικά, τόσο ζωντανά, σα μας τα λέει. Ποτέ της μάλιστα η καθαρέβουσα, ό τι κι αν κάμη, δε θα κατορθώση νάχη το φυσικό ύφος που έχει η δημοτική μας, όσο τεχνητή κι αν τη λένε.
Λοιπόν, όπως κι αν το πάρης, γράφοντας τους τύπους που είπαμε, ο Καρκαβίτσας ή κάθε άλλος μιμήθηκε τη ζωή, και τότες δε σημαίνει τίποτις ο όρος τεχνητή γλώσσα.
Εγώ μάλιστα θαρρώ πως έχει μεγάλο δίκιο σαν τα βάζει αυτά ο Καρκαβίτσας, και πως άδικο έχει σαν ανακατέβει καθαρέβουσες και δημοτική. Δεν το κάνει διόλου, για να μην είναι τάχα η γλώσσα του τεχνητή, αφού βλέπουμε πως με την τέχνη του ξέρει περίφημα να μιμηθή τη ζωή την ίδια, το κάνει, γιατί. . . δεν του μέλει. Τι να του μέλει για τέτοιες μικροδουλειές, ενός ποιητή σαν τον Καρκαβίτσα; Ο Καρκαβίτσας τη θάλασσα συλλογιέται, τους αφρούς και τις ομορφιές της, τους πάτους της τους απάτητους, τα πλεούμενα και τα πέλαγα. Τάλλα, τη γραμματική, τους τύπους, τα ηχολογικά, ταφίνει σε μας τους μικρούς, τους δασκάλους, τους γλωσσολόγους, που τι νοιώθουμε από θάλασσα, τι από πέλαγα, τι από ποίηση και τι από τέχνη;
Ωςτόσο θαρρώ πως μικροί και μεγάλοι, καλά θα κάμουμε να προσέχουμε. Σ' ένα μονάχα, δηλαδή στη γλώσσα, να μάθουμε την προσοχή, θα τη μάθουμε και σ' όλα τάλλα. Φοβούμαι μήπως κι ο φίλος μας ο Καρκαβίτσας πολύ πολύ δεν προσέχει. Κάποτε βάζει το ένα, κάποτε τάλλο, και να τονέ ρωτήξης, ο ίδιος, υποθέτω, δε θα ξέρη να σου πη. Γιατί άξαφνα, σελ 66, σου λέει πασχίζοντας (πασχίζοντας με χ, είναι τo δημοτικό, παντού στην Ελλάδα), αλλού πάλε, σελ 66, θα σου το πη _ πάσχουν να _ σελ 61. Βέβαια, εδώ και κει, θα σου φέρη με κάποια τέχνη και μια λέξη δασκάλικη — τα είπαμε κι αλλού — μα τυχαίνει κάποτε να σου φέρη κανέναν τύπο δασκαλικό και δίχως τέχνη, εκεί μάλιστα που ίσως θαρρεί πως είναι τέχνη να σου βάλη κ' ένα δασκαλισμό· λόγου χάρη, σελ 132, γράφει _ επροσκαλούσε _, και στην ακόλουθη αράδα, _ επαρακάλει _, γιατί θέλησε ναποφύγη δυο φορές αραδιαστά την κατάληξη — _ ούσε, προσκαλούσε, παρακαλούσε _ · κ' ίσα ίσα, με το να θελήση να την αποφύγη, μας τη θυμίζει, γιατί δεν έκαμε πομονή να το σιάξη, με τρόπο που να είναι η γλώσσα του ομαλή κ' έτσι κανένας να μη νοιώση τίποτις.
Μα τι ναπελπιζόμαστε; Είναι ποιητής, είναι δημιουργός ο Καρκαβίτσας, και θα καταλάβη. Έπειτα, μια κ' έννοιωσε ο Ρωμιός ποιο είναι το σωστό, ποιο τωραίο, του κάκου! Ησυχία δε θάχη, ως όπου το καταφέρη. Πομονή μας χρειάζεται. Είναι σήμερις η Ανάγκη μεγάλη. Εγώ πιστέβω! Πιστέβω πως το ρωμαίικο — ή σαν αγαπάτε κ' έτσι να το πήτε, δε με πειράζει — πιστέβω πως ο ελληνισμός έχει στη Μεσόγειο, εκεί κάτω, πρόσωπο να παίξη και πρόσωπο σπουδαίο και ξακουστό, το πρόσωπο του Πολιτισμού. Πρέπει, σα σημάνη η ώρα, έτοιμοι να είμαστε. Και γλήγορα να κάνουμε, γιατί πρώτο γνώρισμα του πολιτισμού είναι γλώσσα, κι όχι γλώσσα μισή, μα σωστή, δυνατή, εθνική γλώσσα.
Ε'
ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ;
Είπα τόνομα του Καρκαβίτσα. Πρέπει τώρα να πω και τόνομα του Παλαμά. Οπαδοί κ' οι δυο τους — ή μισοί οπαδοί — της μισής γλώσσας. Δεν τους ανάφερα πιο απάνω μαζί με τους άλλους, μα. . . ξύλο θέλουνε κ' οι δυο τους. Ίσως πάλε τους αξίζει μόνο μισό ξύλο. Ο Παλαμάς έγραψε την ακέρια δημοτική πολλές φορές· ο Καρκαβίτσας προσπαθεί να τη γράψη, και να συγκρίνης τους δασκαλισμούς του με τους δασκαλισμούς του Βώκου, του Κουρτίδη, του Διόνυσου κι όσων είπαμε, θα φωνάζης πως ο Καρκαβίτσας μιλεί σα σωστός βαρκάρης. Ο Καρκαβίτσας ωςτόσο ακόμα θαρρώ δεν καλομπήκε στο νόημα, γιατί του έρχεται σα δύσκολο να γράφη αλάθεφτα τη δημοτική. Ναι, στην αρχή μπορεί δύσκολο να φαίνεται, μα δύσκολο στην αρχή μονάχα και για να γίνη έφκολο κατόπι. Ο Καρκαβίτσας δεν προσέχει αρκετά στη γλώσσα, η γλώσσα του δεν έχει τη χρειαζούμενη φόρμα, για τούτο δεν την έχουνε, όπως έπρεπε κι όπως μπορούσε, μήτε τα παραμύθια του, που κάποτε, συχνά μάλιστα, ως κ' η υπόθεσή τους είναι _ μισή _, δεν είναι δουλεμένα στα μέσα και στα όξω με την ασάλεφτη πομονή, με το πείσμα ή σαν προτιμάς, με την τέχνη που προσμένει κανείς από τέτοιο τεχνίτη, γιατί τέχνη αφτό σημαίνει, να λες εκείνο που θέλεις να πης και να το λες με τρόπο, που να είναι αδύνατο να το πη κανείς αλλιώς.
Η _ εντέλεια _, που κυνηγούμε ο καθένας, τέτοιο νόημα έχει, και στη γλώσσα και στην ουσία, που είναι το ίδιο. Αφτά ο Καρκαβίτσας τα ξέρει. Ο Παλαμάς. . . Αχ! και τι άκουσε ο καλός μας ο Παλαμάς το κάτω κάτω για τη μισή γλώσσα, που κάποτε γράφει; Του τα είπε μια μέρα ένας κάμποσο ανάττικος _ Αττικός _, και του λέει πως καμιά διαφορά η γλώσσα του δεν έχει με την καθαρέβουσα, καμιά διαφορά μάλιστα με τη γλώσσα που γράφει κι ο ίδιος ο Αττικός. Φοβερό το κοπλιμέντο, γιατί ο Αττικός που τα λέει αφτά, τι νομίζετε πως κάνει; Στο ίδιο τάρθρο, στην ίδια στήλη, βγάζει όνομα καινούριο του ρεπορτέρη και μας τον κάνει _ πευθήν _, «εν συνεντεύξει μετά πευθήνος», και λίγο παρακάτω μιλεί για _ σαιζόν _, «την έναρξιν της χειμερινής σαιζόν.» Και τώρα να μου πήτε, μα να μου το πήτε με τα σωστά σας, αν τέτοια γλώσσα είναι ή δεν είναι κωμωδία, κι αν αλήθεια φαντάζεται κανένας, πως θα βρεθή ποτές έθνος, ας είναι και το έθνος το ρωμαίικο, εξόν αν υπάρχει πουθενά έθνος που να θέλη να γίνη και περίγελο του εαφτού του, ένα έθνος που να καταδεχτή στη ζωή του να γράψη τέτοιες μισές, τέτοιες άγλωσσες γλώσσες!
Εγώ δεν το πιστέβω. Μα μήτε ο Παλαμάς δεν τα πιστέβει μήτε τα θέλει, όσο κι αν του αρέσει νανακατέβη περιττοσύλλαβα κ' ισοσύλλαβα, ψυχρή καθαρέβουσα και φλογισμένη δημοτική. Αφτός μάλιστα τη δημοτική την ξέρει περίφημα, την παίζει στα δάχτυλά του. Μα ελάτε πια να το πούμε και παστρικά, εγώ θαρρώ πως ο Παλαμάς όλα τα φταίει. Ακούτε κει να κάθουμαι τόση ώρα να φιλονικώ με τους Διόνυσους και ναραδιάζω φιλοσοφίες, χωρίς να το καταλάβω απαρχής πως αφτά είναι προσωπικά! Και βέβαια. Τίποτις άλλο. Από τη στιγμή που ο Παλαμάς έγραψε για το _ Γιαννίρη _ ένα άρθρο, και που τον είπε πως είτανε το μυθιστόρημα της ελληνικής ψυχής, αμέσως βγήκαν οι Διόνυσοι στη μέση, κι αμέσως η δημοτική έγινε μισή γλώσσα. Και πειδής έγραψα και γω κάτι μια μέρα για το _ Θάνατο Παλληκαριού _ και το είπα πως είταν αριστούργημα, και πειδής το λέω και το ξαναλέω πως ο Παλαμάς είναι ο ποιητής μας, είναι το διαμάντι και το καμάρι μας, την έπαθε άσκημη σήμερις κι ο Παλαμάς, γιατί κι αφτός τι δεν ακούει; Φτάνει κανείς δυο αράδες να διαβάση, να καταλάβη από το μίσος κι από τη λύσσα, πως είναι όλα και πάντα προσωπικά.
Τα προσωπικά! Και πού λείπουνε; και πού δεν πρέπει να τα γυρέβουμε; Η φαντασία του αθρώπου είναι μεγάλη κ’ η φαντασία του ποιητή θάματα κατορθώνει, μα μήτε ο μεγαλήτερος ο ποιητής δε φαντάζεται ως πού μπορεί να πάη η ρωμαίικη μανία, που ό τι κι αν τύχη να κάμης, πάντα θα πη πως τόκαμες για λόγους προσωπικούς. Φαίνεται πως ο Ρωμιός ο ίδιος, σε όσα καταπιάνεται, γράφει, συλλογιέται και λέει, δεν έχει ποτέ άλλους λόγους παρά προσωπικούς, πάντα με το εγώ του κι ομπρός. Έτσι λέει πως άμα είσαι και συ Ρωμιός, τέτοιους λόγους θάχης.
Ο φίλος ο Ξενόπουλος — αφτός κακό παιδί δεν είναι, είναι και κριτικός με κάποια κρίση{4} — γράφει στα Παναθήναια, 1901, σελ 29. «Αφ' ου [να ξέρετε πως το _ αφ' ου _ δεν είναι χυδαίο σαν το αφού] αι λέξεις· 'περηφάνεια, θεοφάνεια και Επίσκοπος είνε πλέον δημοτικώταται, — δεν πιστεύω να το αρνήται κανείς, — δεν βλέπω τον λόγον διατί η Επιφάνεια θα γίνη Απανωσιά». Και πιο απάνω λέει — «αι μάταιαι και πεισματικαί εκείναι αντικαταστάσεις των κοινοτέρων και δημοτικών πλέον επιστημονικών όρων, δι' άλλων λέξεων, όλως δι' όλου εξαφνικών» κτλ. κτλ. . . .
Όταν τα διαβάζει κανείς αφτά, σα φρόνιμα του φαίνουνται. Όταν τα συλλογιστή, βλέπει πως ο αγαθός μας ο Ξενόπουλος δεν έννοιωσε ποιο είναι καθαφτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι θαρρώ για επιστημονικούς όρους, δηλαδή γενικό ζήτημα, και πρώτα πρώτα πρέπει ναφήσουμε ήσυχο τον _ επίσκοπο _, γιατί δεν είδα να τον είπε και κανένας αλλιώς παρά _ επίσκοπο _, άμα θέλησε για _ επίσκοπο _ να μιλήση. Την _ περηφάνεια _ και τη _ θεοφάνεια _ δεν τις πείραξε κανένας· λοιπόν ας τις αφήσουμε και δάφτες. Ο λόγος για την _ επιφάνεια_· νομίζω πως και δημοτικό νάγινε τόνομα, δεν έχει να κάμη, επειδή μπορεί ένας επιστημονικός όρος να κατάντησε πολύ γνωστός στο λαό, κι ωςτόσο να μην είναι σωστός· βέβαια, μια και συνήθισε ο λαός τον όρο με τρόπο που να τον έκαμε γλώσσα του σαν το _ ψωμί _ και το _ νερό _, σαν το _ χτικιό _ ή _ ταστέρια _, τότες περιττό, μα κι αδύνατο να του τον αλλάξης. Ποιος θα πιστέψη όμως πως η επιφάνεια στη Ρωμιοσύνη παίρνει και δίνει όπως, λ. χ., η λέξη surface στη Γαλλία; Κανείς. Λοιπόν κάτι μπορεί να γίνη στην Ελλάδα, που αλλού κάποτες πέρασε η ώρα να κατορθωθή, κι αφτό πρέπει να το θωρούμε πλεονέκτημα· ένας λαός που σήμερις αρχίζει να καταγίνεται σ' επιστημονικά, είναι τυχερός, γιατί, ενώ πάλιωσαν κάτι όροι στην Εβρώπη, του είναι δυνατό να φτειάξη καινούριους, πιο ταιριαζούμενους όρους.
Να δήτε όμως πως ίσα ίσα στην Εβρώπη την ίδια, τέτοιο σκοπό κυνηγούνε. Σήμερις προσπαθούν παντού να βγάλουν όρους επιστημονικούς, που νάχουν _ αμέσως _ ένα νόημα για τον καθένα, που κι ο αγράμματος να τους καταλαβαίνη. Λόγου χάρη, στη Γερμανία, εδώ και χρόνια, είτανε συνήθεια τη _ φτογγολογία _ να τη λένε Phonetik. Μα τι θα πη Phonetik; Για να το νοιώση κανείς, πρέπει να ξέρη τα ελληνικά, τα βαθιά μάλιστα, γιατί τότε μόνο θα μάθη πως φωνή θα πη _ λαλιά _. Λοιπόν οι Γερμανοί, πολύ φρόνιμα και πολύ _ μεθοδικά _, τον άλλαξαν τον όρο, και τη Phonetik την είπανε Lautlehre, με δυο λέξες που η καθεμιά είναι από τις πιο κοινές, τις πιο πρόστυχες και που από τις δυο μαζί ζεβγαρωμένες, βγαίνει _ αμέσως _ νόημα για τον καθέναν. Και να ξέρουμε κιόλας πως η αλλαγή αφτή, όχι μόνο έγινε με λόγο πραχτικό, μα είναι κ' η επιστήμη κερδεμένη, αφού η Lautlehre μας δείχνει πως η ουσία της Phonetik ή της _ φθογγολογίας _, είναι να σπουδάζη τους ήχους, κ' έτσι μπορούμε και μεις πολύ πιο σωστά να τη λέμε _ Ηχολογία _ από δω κι ομπρός.
Λοιπόν, αν και στη Γερμανία, που η λέξη Phonetik είχε καταντήσει πολύ πιο κοινή από την _ επιφάνεια _ ή τη _ φτογγολογία _ στην Ελλάδα, οι γλωσσολόγοι άλλαξαν τον όρο, τι να πούμε για την Ελλάδα, που κάθε κλάδος της επιστήμης μόλις άρχισε να πρασινίζη; Πολύ πιο έφκολα θαλλάξης τους όρους, γιατί τους έμαθε λιγώτερος κόσμος. Δείχνεις και τον πλούτο της δημοτικής, που ανάγκη δεν έχει να μεταφράζη και να κλέφτη από ξένες γλώσσες, παρά πλάθει και δικές της με την ακούραστη δύναμή της. Η _ απανωσιά _ μπορεί να μην είναι και καλή, ίσως γιατί θυμίζει λιγάκι το επίθετο _ απανωτός _, που το νόημά του είναι διαφορετικό. Μα βέβαια πως θα μπορέσης να ξηγήσης την _ απανωσιά _ πολύ πιο έφκολα στο παιδί, από την _ επιφάνεια. Αν πάλε δεν αξίζει, ας γυρέψουμε άλλη καμιά, κι ο λαός θα την έχη χωρίς άλλο, ή τουλάχιστο μπορεί με τη γλώσσα του να μορφώσουμε την κατάλληλη λέξη· να μη μας λεν όμως πως το κάνουμε από πείσμα, πως είναι _ μάταια _ και _ πεισματικά _, γιατί κατάντησε πια σωστή αδικία, εκεί που πολεμάει κανείς για το καλό, εκεί που βάζει σπουδαία ζητήματα με το νου του, νάρχουνται να φωνάζουνε πως το εγώ μας κοιτάζουμε και πως από ματαιότητα προσπαθούμε να πλουτίσουμε τη γλώσσα και να βρούμε σωστούς όρους!
Αχ! να ήξεραν τα ψεγάδια μας όπως τα ξέρουμε μείς, τουλάχιστο θα μας κατηγορούσανε όταν αξίζουμε κατηγόριο. Πάνε και λένε ό τι τους κατεβή, μα κανένας δε μας χτυπά, εκεί που πρέπει, εκεί που μας πονεί το δόντι, γιατί ένα μονάχα μπορώ να πω κ' είναι αλήθεια, δηλαδή πως άμα μου ξεφύγη και γράψω κανέναν όρο παρμένο από την καθαρέβουσα, _ συνάφεια, κλίση, συζυγία, συνοχή _, το γράφω από _ τεμπελιά! _ Βαριέμαι να γυρέβω. Και με το συμπάθειο, θαρρώ πως η αρρώστια μου είναι κ' η δική σας αρρώστια. Σα δε γράφετε τη δημοτική, σα γράφετε τη μισή γλώσσα, δε θα πη διόλου πως η φαντασία σας συνεπαίρνει, πως η ποίηση σας τραβά στα ουράνια, θα πη πως ραχατέβετε και πως σας τρόμαξε η δουλειά.
Γ'
ΧΑΔΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ ΣΤΕΝΟΥ
Αν οι δικοί μας παν και ξεσκαλίζουνε προσωπικά ως και στην απρόσωπη την επιστήμη, τι δεν κάνουνε κάθε μέρα τα προσωπικά στην Ελλάδα, που είναι του τόπου γέννημα και θρέμμα;
Είδα στην «Ακρόπολη», 5 του Τρυγητή, 1901, ένα πολύ μακρί και πολύ περίεργο άρθρο του κ Γ. Σωτηριάδη, του γνωστού βυζαντινολόγου. Είναι, λέει, _ φίλος στενός _ της δημοτικής, και του φαίνεται η καθαρέβουσα «κατάψυχρη μούμια.» Όσο φίλος όμως κι αν είναι της δημοτικής, δε μοιάζει μεγάλη φιλία νάχη μήτε για μένα μήτε για τον Αργύρη τον Εφταλιώτη μήτε για κανέναν από μας. Και το λυπούμαι πολύ, γιατί τόσο έρωτα πάλε νάχη μέσα του κανείς για τη δημοτική και τόσο να πολεμά εκείνους που τη γράφουνε, μου έρχεται σαν κάπως δυσκολοπίστεφτο. Ως τώρα κατάλαβα πως σαν είναι δυο που αγαπούνε κατάκαρδα την ίδια ιδέα, στο τέλος αγαπιούνται κι αφτοί, τουλάχιστο δε μαλλώνουν. Εμάς, ο κ Σωτηριάδης μας κάνει πια σκουπίδια. Μιλεί για το _ θανατικά καταδικασμένο σύστημά μας _ («καταδίκην θανατικήν του συστήματος»), για την _ αηδία _ που του φέρνει το _ ιδίωμα _ το δικό μας το _ χυδαιοφραγκορωμανικό _ (;;)· Και κοιτάξτε τώρα πόσο συφέρνει να λέγεται κανείς «στενός φίλος» της δημοτικής. Πολύ πιο έφκολα μπορεί τότε και χτυπά τους δημοτικούς. Από το χτύπημα, εννοείται, κάτι αρπάζει κ' η δημοτική.
Λέω πως χτυπάει τους δημοτικούς, και στον πατριωτισμό τους μάλιστα, μα καλά καλά δεν ξέρω ποιους θέλει να πη. Τον Εφταλιώτη και μένα, μας βάζει ομπρός στα γερά. Γράφει και τόνομά μας. Για έναν άλλονα όμως λέει μονάχα πως ένας του λόγος θα μείνη «ως αιώνιον μαρτύριον της αμφιβόλου φιλοπατρίας του». Ήθελα να μάθω, έτσι, από ξερή περιέργεια, γιατί ο κ. Σωτηριάδης μας ονομάζει εμάς με τόνομά μας, και σωπαίνει για τον τρίτο; Το συλλογίστηκε; Δεν τόλμησε να τον πειράξη; Έχει μαζί του λιγώτερα προσωπικά; Δεν είναι τόσο στενός του φίλος; Πού να ξέρω; Πώς δε βάζει όμως τόνομά του, αφού μάλιστα λέει πως το «μαρτύριον» θαπομείνη _ αιώνιο _, πράμα που πάντα είναι πολύ κολακεφτικό για κείνονε που το είπες; Εγώ φοβούμαι μήπως τάρθρο του κ Σωτηριάδη απομείνη για μας _ μαρτύριο _, δηλαδή βάσανο, γιατί έτσι ξέρω τη λέξη. Τότες όμως το αιώνιο πάει πολύ.
Ας αφήσουμε τα χωρατά. Είναι πολύ σπουδαίο πράμα, είναι όμως και πολύ πιτήδειο, σαν πολεμά κανείς μια ιδέα, να κατηγορήση πρώτα πρώτα τους αντίπαλους του απάνω στον πατριωτισμό τους. Φαίνεται μεγάλος πατριώτης ο ίδιος. Έπειτα, είναι ο καλήτερος τρόπος για να τους μισήση και το πλήθος. Την τέχνη αφτή ο κ. Σωτηριάδης την παίζει στα δάχτυλά του. Κι άσκημα το είπα πως μας χτυπά, πως μας κατηγορεί. Τα λέει ξεναντίας ήσυχα, σοβαρά, τα λέει τόσο γλυκά που μόλις το νοιώθεις· είναι τα λόγια του σα μέλι, μα ίσως και σα φαρμάκι που στάζει στάζει και που σου γιόμισε άξαφνα το ποτήρι, δίχως να το καταλάβης.
Ας αντιγράψουμε λοιπόν έναν παράγραφο του άρθρου, για να μείνη κι αφτός «ως αιώνιον μαρτύριον της αμφιβόλου φιλοπατρίας» του. . . κ. Σωτηριάδη, γιατί να φέρνεται κανείς όπως φέρνεται με αθρώπους που σαν και μας, τη ζωή τους θυσιάζουνε για την Ελλάδα, θα πη πως κι ο πατριωτισμός ο δικός του είναι λίγο. . . προσωπικός.
«Έχει, λέει, το ατύχημα ενίοτε η καλή υπόθεσις της δημοτικής — ή όπερ έν και το αυτό, της εθνικής μας νέας γλώσσης — να ευρίσκη υπερασπιστάς άνδρας αρίστους βεβαίως κατά πάντα τα άλλα (βλέπετε την αμεροληψία — και τη μαργιολιά;), αλλά προς ούς δυσπίστως διατίθεται το ελληνικόν ευθύς εξ αρχής. (Κακή την έχουμε! Και κοιτάξτε τι νόστιμα που στάζει. ) Άλλοτε υπερήσπισαν την γλώσσαν μας οι ξένοι προπαγανδισταί (έσταξε πια) και οι ελληνοκαθολικοί (το ποτηράκι γιομίζει λίγο λίγο), νεωστί δε σημαιοφόρος τις προσήλθεν εις μέσον ο κ. Ψυχάρης (προσοχή στο ποτήρι), όστις ομοίως (δεν είναι νόστιμο αφτό το μικρούτσικο επίρρημα;) _ ετοποθέτησεν _ εαυτόν έξω του ελληνικού εδάφους τόσον ενωρίς ώστε να _ απομάθη _ μεν την ελληνικήν γλώσσαν, ν' αποξενωθή δε και του ελληνισμού τόσον ώστε να γίνη Γάλλος _ υπήκοος _ (λυπούμαι, μα δεν είναι όλους διόλου σωστό· γάλλος _ πολίτης _, γιατί στη Γαλλία δεν είμαστε _ υπήκοοι _. Δημοκρατία.), να συνταυτισθή μάλιστα με τους Γάλλους ριζοσπάστας (θέλει να πη το σοσιαλισμό, μα δεν πειράζει· αφτοί όμως οι ριζοσπάστες είναι φοβερά αντικληρικοί και με τους προπαγαντιστάδες, με τους καθολικούς σα να μην πολυταιριάζουνε), και να _ απαλλαγή _ της χρήσεως της ελληνικής γλώσσης εντός του οίκου του ολοτελώς (από που το ξέρει; Στο σπίτι μου δεν πιστέβω να τον κάλεσα ποτέ μου. ) Διά να γράψη τα ελληνικά του _ κατόπιν _ ο κ. Ψυχάρης (κοιτάξτε σιγά σιγά πως γιόμισε το ποτήρι) συνέλεξεν ως ψηφίδας τας λησμονηθείσας από της παιδικής του ηλικίας λέξεις και κατήρτισε το _ ψηφιδωτόν _ των γλωσσικών του _ γυμνασμάτων _. (Αφτό εδώ είναι άλλο, δέφτερο ποτήρι). Το μειονέκτημα όμως τούτο είνε μέγα και τα γραφόμενά του δεν κατώρθωσαν _κανέναν να ενθουσιάσουν_· έμειναν χωρίς ζωήν (κατάψυχρη μούμια και γω, σαν την καθαρέβουσα), και ο ψυχαρισμός ούτος, όστις είνε μειονέκτημα του αλλογενούς (;) σχεδόν συγγραφέως, κατήντησε συνώνυμος προς το δημοτικόν λεκτικόν και ύφος (πώς νάγινε όμως τέτοια _ συνωνυμία; _ μην τρέχη κάτι;), όπερ και τους δημοτικούς πολύ έβλαψε και ημάς (αφτό πια είναι το τρίτο ποτηράκι) τους στενούς — χωρίς καμμίαν προσωπικήν γνωριμίαν — (λυπούμαι) φίλους των έφερεν εις δύσκολον θέσιν.»