Chapter 19
Στη Γαλλία, διαβάζει, δουλέβει ο κόσμος. Στη Γαλλία, παίρνει κατάκαρδα κανένας ό τι δουλειά κι αν πιάση· ό τι γράψη, ρομάντζα, στίχους, θα χύση μέσα την ψυχή του. Δε θα καθήση να γράψη κανείς για ό τι του κατέβη, για όλα τα μπόσικα, μάνι μάνι. Εκεί, το να γράφη κανείς, τόχουνε δουλειά και τέχνη. Άθρωπος εκεί δεν είναι που να μη δουλέβη και πολύ μάλιστα. Έτσι και το σωστό. Για να γράψη κανείς ρομάντζο, καθώς και να βγη άξαφνα γλωσσολόγος, χρειάζεται πρώτα να προετοιμαστή, να μάθη, να ιδρώση. Άμα πιάση κανείς κοντύλι στο χέρι, θα πη πως τόκαμε απόφαση πια να βάλη τα δυνατά του όλα, όχι μισά μισά να τα φτειάνη κι όπως τύχη. Για τούτο και γω σας λέω, αφήστε τις μισοδουλειές και δε θα τα βγάλουμε πέρα, γιατί μισή τέχνη δεν υπάρχει, δεν υπάρχει μισή ψυχή — δεν υπάρχει και μισή γλώσσα{111}.
ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙΑ
I Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ {112}
Από μακριά την αποχαιρετούσα την Ακρόπολη, το βράδυ, όσο έτρεχε το τραίνο και κατέβαινα στον Περαιά, να με πάρη το βαπόρι που με πήγε στην Τήνο. Την αποχαιρετούσα την Ακρόπολη και λυπούμουν. Ανοίγει η καρδιά μου, άμα τα πατήσω τα χώματα εκείνα, τάγια χώματα της Αθήνας. Έλεγα μέσα μου· «Πού αλλού στην Ελλάδα θα βρω τέτοιους ρεπορτέρηδες; Πού τόσους φίλους και φημερίδες τόσες; Πού θα γελούν οι δρόμοι όπως γελούνε στην Αθήνα;»
Μ' άρεσαν όλα και τα καμάρωνα όλα. Αμέ τα βουνά εκείνα της Αττικής, που τάβλεπα πρώτη φορά στην Κηφισιά και δεν μπορούσα να τα χορτάσω, πού θα τα χαρούν τα μάτια μου τώρα που φέβγω; Όταν ο ήλιος βασιλέβει, πέρα πέρα, τα βουνάκια ροδοσκοτεινιάζουν αράδα αράδα, το ένα πίσω από τάλλο, λες πως πλαγιάζουνε να κοιμηθούνε· το τελεφταίο το βουνάκι, κάτω κάτω, που φαίνεται μόλις, τόχει ψιλή καταχνιά κουκκουλωμένο και δεν μπορείς να καταλάβης αν είναι σύννεφο, αν είναι βουνό. Πήγαινε να το διής και δεν έχεις ανάγκη να διαβάσης μυθολογία μήτε κανένα βιβλίο που γράφει για τους αρχαίους θεούς. Το βλέπεις κι ανατριχιάζεις. Δες αμέσως πως εκεί, μέσα στο σύννεφο και στην καταχνιά, εκεί θα κάθουνται θεοί.
Τέτοια θυμούμουν όταν ανέβηκα στο βαπόρι, κ' είμουν πολύ συλλογισμένος. Είχα μεγάλο καημό. Την καινούρια την Ακρόπολη, στοχάζουμουν τώρα, ποιος και πού θα μας τη χτίση; Τους καινούριους μας τους θεούς σε τι βουνό, σε τι μέρος θα τους διούμε!
Ταξίδεψα μ' έναν παππά. Πολύ άξιος, προκομμένος παππάς, σπουδασμένος, με τρόπους ωραίους, δάσκαλος στη Σαντορίνη, ήξερε κι από δημοτική. Γνώρισα κ' έναν άλλο παππά σ' ένα χωριό της Τήνος· είναι φιλόξενα ανοιχτόκαρδα της Τήνος τα χωριά (της χώρας τη φιλοξενία άλλη μέρα πρέπει να την πούμε). Το πρόσωπο εκείνου του παππά έλαμπε από ξυπνητάδα· τα μάτια του γλυκά γλυκά και γελαστά· είχαν όμως και την πονηριά τους. Περιοδικά, φημερίδες, εβρωπαϊκά βιβλία, τα παρακολουθούσε, τα διάβαζε όλα. Τον είδα και τον αγάπησα εκείνο τον παππά. Τι περιποίηση που μου έκαμε! Δε μ' άφινε να φύγω· πρώτα να μου χαρίση και το κομπολόγι του.
Το κομπολόγι σου, παππά μου, θα το φυλάξω και μη σε μέλη. Θα σε συχνοθυμούμαι. Βγήκα στο ταξίδι με την ιδέα πως στην Ελλάδα όλα θα μου φανούν όμορφα κι ωραία. Μα μη νομίζης πως σου κάνω τον έπαινο, μόνο και μόνο, γιατί αποφάσισα να παινέσω τον καθέναν και το καθετί. Όχι! Εσύ τιμάς τον ελληνισμό. Και δεν πρέπει αμέσως κι απαρχής να το πούμε; Θρησκεία και πατριωτισμός το ίδιο είναι στην Ελλάδα. Τη θρησκεία την αφίνω ήσυχη· ήσυχους και τους παππάδες. Μόνο οι δεισιδαιμονίες με πειράζουν και δεν τις θέλω. Για τούτο μ' αρέσει πολύ να ταξιδέβω με παππάδες. Τόχουν άλλοι για κακό, εγώ τόχω για καλό, όταν είναι καλός ο παππάς και ξέρει να κουβεντιάση, που να περάση η ώρα.
Οι δεισιδαιμονίες αφτές δε ρωτώ πότε θα τελειώσουνε, ρωτώ μόνο πότε θα λιγοστέψουν; Ο Ρωμιός, τώρα που τον είδα σε κάμποσα μέρη της Ελλάδας, σα να είναι παντού ο ίδιος· ο ελληνικός λαός — μαζί λογαριάζω και τους πλουσίους και τους προκομμένους — μου φαίνεται σαν ένα λαμπρό παλληκάρι, που κάτι άφαντες αρίφνητες μικρούτσικες κλωστίτσες τον έχουν από παντού σφιχτοδεμένο, και δεν μπορεί να κουνήση. Δεν μπορεί να κουνήση, γιατί πρώτα πρέπει να συλλογιστή τι μέρα θα φύγη· αν τύχη να είναι τρίτη, χάθηκε ο κόσμος. Αν άξαφνα το πρωί, εκεί που τρέχει στη δουλειά του, ανταμώση στο δρόμο έναν παππά, γυρίζει πίσω. Κάθεται και πάει να σηκωθή· στέκεται και πάει να καθήση· λέει — Τι θέλει ο Θεός, να σηκωθώ ή να καθήσω; Κάνει βίζιτα ενός φίλου του· μα σκουντάφτει στη σκάλα· θα πη πως κάτι θα πάθη. Πέφτει κι αρρωστά· φωνάζει το γιατρό· μέσα του όμως φωνάζει κ' έναν άγιο. Όλη του η ζωή είναι σαν ένα θάμα παντοτεινό. Μοναχός του τίποτα δεν κατορθώνει. Τις κλωστίτσες εκείνες θαρρεί πως κάποιος κάπου τις βαστά και πότε τη μια τραβά, πότε την άλλη· έτσι κι ο Ρωμιός πότε καλά, πότε κακά, πότε χαίρεται, πότε λυπάται. Μόνο την έννοια του έχει ο ουρανός.
Οι δασκαλισμοί τώρα και κείνοι μου φαίνουνται πως είναι ένα σωρό κλωστίτσες. Κάθε δασκαλισμός και δεισιδαιμονία. Γιατί να διήτε τι τρέχει. Ο Ρωμιός που ταξιδέβει με παππά, τι νομίζει; Λέει πως θάχη φουρτούνα. Τη φουρτούνα ο παππάς θα τη φέρη. Θαρρεί δηλαδή πως φουρτούνα και μπουνάτσα δεν είναι δουλειά της μετεωρολογίας, δεν είναι πράματα φυσικά, μα πως ένας άθρωπος μπορεί ναλλάξη και μάλιστα να χαλάση τους νόμους που κυβερνούν τον κόσμο. Κι ο δάσκαλος πάλε τι λέει; Λέει πως εκείνος μπορεί ναλλάξη και να χαλάση τη γλώσσα του λαού, που πήρε δικό της δρόμο και που έχει νόμους δικούς της.
Έπειτα, όλο να φωνάζουμε πως είναι πρόστυχη η γλώσσα, μήπως δεν είναι και τούτο δεισιδαιμονία και πρόληψη; Πρέπει να λέμε το εναντίο. Αχ! πόσο θα μ' άρεζε να τόλεγαν πρώτα πρώτα οι κυρίες! Για κείνες πολεμούμε, για να μας διαβάζουν εκείνες, πότε να γελούν, πότε και να δακρίζουν. Την ψυχή μας βγάζουμε για να διασκεδάσουνε μια ώρα και να μη βαρεθούν τα δύστυχά μας τα βιβλία. Στα βιβλία μας μέσα, και το νου μας θα χύσουμε και την καρδιά μας, ώςπου να γίνη ζωή το χαρτί μας. Οι κυρίες πρέπει μαζί μας να είναι. Δεν το είπαμε κι αλλού; Από τη μάννα θα μάθη το παιδί, και για κείνες θα γράφουν τα χρυσά βιβλία της αγάπης, που σαν της άνοιξης τα ρόδα θα μυρίζουν. Η φιλολογία μας θα είναι δική τους και να το ξέρουν. Τι ωραία που φιλονικούν οι κυρίες! Μα γιατί να φιλονικούν; Είδα μια πολύ νόστιμη στην Αθήνα, που ήθελε και καλά την καθαρέβουσα. Τάκουσα και πόνεσε η καρδιά μου. Τι θα κάμουμε τώρα εμείς; Θαρχίσουμε να συζητούμε κάθε τόσο με τις κυρίες, να τις μιλούμε για επιστήμη και γλωσσολογία, να τις δώσουμε να καταλάβουν πως η γλωσσολογία κ' η επιστήμη καθαρέβουσα δεν ξέρουν και πως μόνο εθνική γλώσσα γνωρίζουν; Όχι! Δεν ταιριάζει να τις το λέμε. Εγώ ντρέπομαι να μιλώ για γλωσσολογία και γραμματική με τις κυρίες, γιατί θα μοιάζω δάσκαλος και δεν είναι και δουλειά τους. Παιδιά, άλλο πρέπει να τις πούμε.
Να τις πούμε πως γράφουμε τη δημοτική, γιατί έτσι μας αρέσει. Και γιατί τάχατις έτσι να μας αρέση; Μας αρέσει έτσι, γιατί πολύ πιο δύσκολο είναι να γράφουμε τη δημοτική. Την καθαρέβουσα ο καθένας μπορεί να τη γράψη, και κατάντησε τόσο πρόστυχη γλώσσα, που είναι αηδία. Εμείς όμως είμαστε λίγοι. Κατωρθώσαμε πράματα μεγάλα. Ποια είναι αφτά; Τούτα δα, που γράφουμε την εθνική γλώσσα, εκείνη τη γλώσσα που ο λαός όλος την ξέρει και τη μιλεί δίχως λάθος, κι όμως γενήκαμε ένα είδος αριστοκρατία. Τώρα μάλιστα βγήκαμε και της μόδας. Μαζί μας το λοιπόν πρέπει να είναι οι κυρίες, οι καλές, οι προκομμένες, που δε θέλουνε να είναι σαν τους άλλους, να μοιάζουνε με όλο τον κόσμο, που τόχουν καημό και στενοχωριούνται, άμα διούν πως η καθεμιά φορεί το φουστάνι και το καπέλλο που φόρεσαν πρώτες εκείνες. Έτσι και το δικό μας το δημοτικό το καπελλάκι, ο καθένας δεν μπορεί να το φορέση.
Και σαν πώς να είναι αφτό μας το καπελλάκι; Όμορφο πολύ και πολύ απλό, γιατί πρέπει να πούμε κι άλλο ένα στις κυρίες· όσο πιο πολιτισμένος, όσο πιο καλλιεργημένος είναι κανείς, όσο πιο ξεβγενισμένος ο νους του, τόσο περισσότερο θέλει απλή γλώσσα και τέχνη απλή.
Νύχτωσε και τρέχει το βαποράκι. Κάθουμαι στο κατάστρωμα κι αποχαιρετώ την Αθήνα. Αποκοιμήθηκα ή όχι, ποιος το ξέρει; Μου φαίνεται τώρα πως βλέπω μιαν Ακρόπολη καινούρια, πως βλέπω καινούριους θεούς. Στου Παρθενώνα μας τα σκαλοπάτια κάθουνται γυναίκες πολλές αραδιασμένες· τις προσκυνούν οι καινούριοι θεοί και τις φέρνουν κάτι λουλούδια, που μοιάζει πως αναποδογυρίζει ο ουρανός από μοσκοβολιά.
ΙΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟ {113}
Όταν είμουνα στη Ζαγορά της Θεσσαλίας, παραπονιούμουν κάθε τόσο για τα _ καλντερίμια _. Ο Δροσίνης κάμποσες φορές άκουσε τα παράπονά μου και θα τα θυμάται. Τάκουσαν όμως και τα καλντερίμια — τάκουσαν και τα θυμούνται. Αχ! εκείνοι οι δρόμοι που ανεβοκατεβαίνουνε σαν τα κύματα, μα σαν κάτι κύματα πέτρινα και κοφτερά! Τα καλντερίμια με κυνηγούν. Τώρα που βγήκα πάλε στο ταξίδι, και κείνα κατόπι μαζί μου. Καλντερίμια βρίσκω και στην Τήνο. Δε λέω για τους δρόμους, γιατί σε κάτι χωριά που πήγα, δεν ήταν και τόση κακοτοπιά. Τα καλντερίμια εδώ έγιναν κρεββάτι, και σε τέτοιο κρεββάτι έπεσα να κοιμηθώ στις τέσσερεις ήμισυ το πρωί, που έφτασα στην Τήνο, αφανισμένος από το ταξίδι. Δεν είτανε στρώμα· είταν ανήφορος και κατήφορος όλο πέτρα.
Ας είναι! δεν πειράζει· κοιμούμαι και σε πέτρα — φτάνει να είμαι μόνος. Έλα δα που στο κρεββάτι που πλάγιασα είταν ένα σωρό κόσμος μαζί μου. Πολέμησα τρεις ώρες. Σκότωσα μερικούς και μερικές, όσους κι όσες μπόρεσα. Οι άλλοι κ' οι άλλες μ' έφαγαν. Οι πέτρες είταν από μέσα κούφιες και κατοικημένες. Νόστιμοι μικρούτσικοι κάτοικοι, με του μελιού το χρώμα. Το αίμα μου στην Τήνο απόμεινε όλο.
Για να προκόψη η επιστήμη, για να μάθη χωριανές γλώσσες, τι δεν κάνει ο γλωσσολόγος; Αφίνει το σπιτικό του, ως και στης Τήνος τα ξενοδοχεία πάει να καθήση. Δυο νύχτες με την αράδα κοιμήθηκα λαμπρά στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου, απάνω σ' ένα ξύλινο τραπέζι, μάλιστα απάνω σε δυο, γιατί έχω και μπόι. Μεσημέρι και βράδυ με σερβίριζε ο ξενοδόχος το ξακουστό το τηνιακό το κρέας. Αλήθεια, πιο μαλακό, πολύ πιο τρυφερό από το κρέας είταν το ξύλο του τραπεζιού. Κρασί έπινα ξύδι. Όταν έφυγα, πλέρωσα και _ δωμάτιον _. Έτσι έγραφε ο λογαριασμός του ξενοδόχου. Ο ξενοδόχος εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβη γιατί δε θέλησα να πλαγιάσω στο _ δωμάτιον _. Του φάνηκε πολύ παράξενο. Είναι, φαίνεται, συνηθισμένος· πιο παστρικό κρεββάτι, λέει, δεν υπάρχει. Θύμωσε, φώναξε, μ' έβρισε στο δρόμο, λυσσιασμένος, φρενιασμένος· μου είπε πως είμουν κ' ιδιότροπος.
Τους Τηνιακούς για τέτοια πράματα δεν τους μέλει. Τι καλότυχοι που είναι οι Τηνιακοί! Έχουν την Παναγια που τους γιατρέβει. Άκουσα μάλιστα πως γιατρέβει και τους τρελλούς. Ησύχασα και γω μ' αφτό. Εκεί που κόντεβα να τρελλαθώ από τα κρεββάτια, τα τραπέζια και τα φαγιά, ήξερα πως η Παναγια θα με γιατρέψη.
Τι καλό πράμα να τα γιατρέβη όλα η Παναγιά! Ρώτησα δυο Τηνιακούς, δυο χαριτωμένα παιδιά, αν είναι στην Τήνο γιατροί και τι ανάγκη τους έχουν. Αφού έγινε γιατρός η Παναγιά, στη θάλασσα αμέσως να πετάξουμε τα γιατρικά και τους γιατρούς μαζί.
Πολύ φρόνιμα μου είπαν οι δυο μου Τηνιακοί πως η Παναγια δυο φορές μόνο το χρόνο γιατρέβει, Άβγουστο στις δεκαπέντε και Μάρτη στις είκοσι πέντε. Λοιπόν έχουν τους γιατρούς για όλο τάλλο διάστημα. Η Παναγια δε θέλει να κάνη θάματα κάθε μέρα. Για τούτο τους είδα σα λίγο συλλογισμένους τους Τηνιακούς· τα λόγια τους μετρημένα, κατεβασμένα τα προσώπατά τους. Μόλις τους βλέπεις. Ή πολύ σοφοί θα είναι ή θα τους καίη τόντις την καρδιά η τεμπελιά της Παναγιάς.
Τηνιακοί, συλλογισμένα μου παιδιά, ένα λόγο να σας πω. Συμπαθώ πολύ μαζί σας. Μου κακοφαίνεται και μένα που δε σας γιατρέβει κάθε μέρα η Παναγιά. Έμαθα μάλιστα πως μόνο τους ξένους γιατρέβει, και τους ντόπιους τους αφίνει κατά πως είναι. Μου κακοφαίνεται και τούτο. Παιδιά μου, έναν άλλο λόγο να σας πω. Αν είμουν Παναγιά, άλλη δουλειά δε θα είχα παρά να σας γιατρέβω. Θα γιάτρεβα μάλιστα όλο τον κόσμο όλη μέρα. Ο κόσμος ο κακόμοιρος πονεί. Δεν πονεί μόνο δυο φορές το χρόνο. Έχει βάσανα δίχως σκόλη. Δε σας βάρεσαν την ψυχή τα δάκρια που χύνει; Εμένα, η δική μου η ψυχή αναστενάζει και την έπνιξαν τα κλάματα του κόσμου.
Αχ! παιδάκια μου, να είμουν Παναγιά, τι καλό θα σας έκαμνα όλους! Και τους ντόπιους θα γιάτρεβα και τους ξένους. Και δε θα γιάτρεβα μόνο τους τρελλούς, τους στραβούς και τους παράλυτους. Αμέ τι; Να είμαι Παναγιά και να φέρνουμαι σαν τους γιατρούς, που ο ένας είναι για τα δόντια, ο άλλος για ταφτιά, ο άλλος πάλε για κάτι άλλα! Δεν ταιριάζει. Ποιος θα με βαστούσε εμένα, αν είμουνα Παναγιά; Και τι τάχα; Τέτοιες αρρώστιες θα γιάτρεβα μόνο; Θα γιάτρεβα, παιδιά μου, και τις αρρώστιες της ψυχής.
Θα γιάτρεβα πρώτα πρώτα την καημένη μας την ψυχή, την ψυχή του αθρώπου που το βράδυ, όταν ο ήλιος βασιλέβει, λύπη γιομίζει και θάνατο συλλογιέται, τη δύστυχή μας την ψυχή που όλο θέλει κι όλο δεν μπορεί, την ψυχή μας που έχει χάλια, γιατί είναι καλή και γενναία ψυχή κι όμως είναι περιωρισμένη. Αν είμουν Παναγιά, δε θα μπορούσε κανείς να μετρήση τα θάματά μου. Αφού θα είχα τη δύναμη να κάνω το ένα, θα είχα τη δύναμη να κάνω κι όλα τάλλα. Έπειτα, χάρισμα θα τάκαμνα, παιδιά. Θα είμουν Παναγιά, θα είμουν όμως και ποιητής. Για να γιατρέψω, δε θα γύρεβα πρώτα να με πιστέβη ο άρρωστος ή να πιστέβη πως θα γιατρεφτή. Ο ποιητής τέτοιες έννοιες δεν έχει. Σκορπάει τα διαμάντια του απάνω στη γις, πιστέβεις ή δεν πιστέβεις, κ' έτσι καμιά μέρα, και στραβός να είσαι, θα καταλάβης πως εκεί μπροστά σου κάτι λάμπει, κ' ίσως ανοίξουν τα μάτια σου μοναχά τους, για να διής και το φως.
Κρίμας, αλήθεια, να μην είμαι Παναγιά. Σας το λέω, παιδιά μου, θα τάπαιρνα όλα ένα ένα και θα τα γιάτρεβα όλα. Θα γιάτρεβα τα καλντερίμια, θα γιάτρεβα τα τηνιακά ξενοδοχεία, τους τηνιακούς ξενοδόχους, τα κρεββάτια, τα τραπέζια και τα φαγιά. Θα γιάτρεβα όλους τους Τηνιακούς — θα γιάτρεβα και την Παναγια την ίδια που δεν μπορεί όλα να τα γιατρέψη.
Τέτοια έλεγα τους Τηνιακούς, μα σα να μην τους πολύ άρεζαν τα λόγια μου. Έχουνε δίκιο οι Τηνιακοί. Δε μιλούμε την ίδια γλώσσα. Ίσως για τούτο και τα λόγια μου δεν τους αρέσουν.
Εμένα πάλε μ' αρέσει η Τήνο με το παραπάνω, όταν κάθουμαι ήσυχα στην Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο της «Εστίας», με τον καλό τον Κασδόνη, που είναι και κείνος Τηνιακός, και μου λέει για την Τήνο. Στου Κασδόνη μαζέβουνται ταπόγεμα κάθε μέρα όσοι γράφουν ή στίχους ή παραμύθια. Βιβλία κανείς δεν αγοράζει. Τι να τα κάμη, αφού διαβάζει ο καθείς τα δικά του και τα δικά του μόνο, κάποτε και μόνος; Έχω ιδέα που καμιά ώρα αφτό το βιβλιοπωλείο θα γίνη Ακαδημία. Γιατί οι Ακαδημίες έτσι γίνουνται. Γίνουνται μοναχές τους, και κει που δεν ξέρεις πως θα γίνουν. Είναι σαν τα λουλουδάκια του κάμπου· άξαφνα φυτρώνουν και μεγαλώνουνε, φτάνει να είναι και το χώμα. Κάτι θα κατορθώσουν όλα αφτά τα παλληκάρια. Για κάθε πράμα θα σου μιλήσουνε, για γλώσσα, για ποίηση, για ρομάντζα, για φιλολογία· μόνο Ακαδημία δε βάνουνε στο νου τους, κ' ίσια ίσια για τούτο παίρνει δρόμο λίγο λίγο η μικρή Ακαδημία του Κασδόνη.
Δημοτική, εθνική Ακαδημία! Άμα φανερωθή, δίχως να είναι και Παναγιά, θα γιατρέψη πια και τους δασκάλους.
III ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ {114}
Να μην είταν οι παππάδες, τι θα γίνουμουν και γω δεν τοξέρω. Όπου πήγα, πρώτος φίλος μου κι ο παππάς. Πολύ τους αγαπώ τους παππάδες. Είναι προκομμένοι, είναι καλοί, είναι κ' έξυπνοι, είναι έξυπνοι κι αθώοι. Τους βλέπω και καμαρώνω. Αφτοί βάσταξαν τον ελληνισμό και σήμερις ακόμη, σε μέρη πολλά, αφτούς έχει πατρίδα η Ρωμιοσύνη. Τι περίεργο πράμα! Και μένα μ' αγαπούν οι παππάδες. Αλήθεια, δεν ταξίζω. Στο Παρίσι, που λέω πια την ιδέα μου παστρικά, και μιλώ για τα θρησκεφτικά ζητήματα μ'όλο το θάρρος, δεν μπορείτε να φανταστήτε τι ωραία που τα πηγαίνουμε με τους παππάδες. Τι να πω τώρα για τους δικούς μας; Βέβαια θα διάβασαν _ το Ταξίδι μου _ και θα είδαν πως τη θρησκεία, δεν την πειράζω, μάλιστα πως λέω και τα καλά της. Για κάτι άλλα θυμώνω, για κάτι δεισιδαιμονίες, για κάτι συνήθειες, ίσως για τα τηνιακά Καταστήματα, γιατί έτσι λεν εκεί την εκκλησιά, όχι όμως για την Παναγιά, που δε μου έκαμε και κανένα κακό.
Οι παππάδες το κατάλαβαν και για τούτο παντού με φιλοξένισαν και θα με φιλοξενίσουν ακόμη. Και γω πάλε, άμα διώ παππά, ξανοίγει η καρδιά μου. Και κει που βλέπω παππάδες, αμέσως ξέρω πως θα καλοπεράσω. Στη Σύρα ως τόσο δεν είδα παππά· καλοπέρασα όμως και στη Σύρα. Τωραίο, ταγαπημένο το νησί! Τόβαλα στην καρδιά μου. Είναι το πρώτο ελληνικό χώμα, ή, να το πούμε πιο σωστά, η πρώτη ελληνική πέτρα που πάτησα τότες, όταν ήρθα στην Ελλάδα. Και τώρα πόσο πιο όμορφη μου φάνηκε ακόμη! Έφτασε νύχτα το βαπόρι. Με τα φέσια της όλα έμοιαζε η Σύρα, από μακριά που την είδα, σαν ένας μικρούτσικος στρογγυλός χρυσοκεντημένος ουρανός, γεμάτος άστρα πηχτοκαρφωμένα. Τι θαρρείτε; Έχει κ' η Σύρα αστερουδάκια δικά της. Ξέρουν εκεί τι θα πη επιστήμη, σου φτειάνουν κάτι λαμπρούς γεωγραφικούς χάρτες, γράφουν ιστορικά σπουδαία βιβλία και χτυπούν ένα χάζι τον Περραιβό, σου κάμνουν και κωμωδίες. Κι από το πρωί ως το βράδυ φιλονικούνε για ό τι θέλεις, και για τον Ίπσεν και για μένα.
Στη Σύρα πολύ μ' άρεσε κι ο ξενοδόχος. Δε μοιάζει διόλου του ξενοδόχου της Τήνος. (Αχ! Τήνο, Τήνο, δυστυχισμένο μου νησί, πού να το ξέρης σε ποιανού γλώσσα θα πέσης!) Ο ξενοδόχος της Σύρας δεν είναι ξενοδόχος· είναι φίλος. Είναι μάλιστα πατέρας· έχει την έννοια σου· ρωτά πώς είσαι. Αν άξαφνα σου πονεί το στομάχι, θα σου παραγγείλη ο ίδιος το φαγί που σου χρειάζεται. — «Εγώ, λέει, αφτό νομίζω καλό, εσύ τώρα να διατάξης. Σαράντα χρόνια ξενοδόχος, είμαι και γιατρός. Να διώ τη γλώσσα σου!». Απαράλλαχτος ο γέρος ο Bressant, όποιος τον πρόφταξε. Κ' η πετσέττα που βαστά στο χέρι να σε σερβίρη, έχει αξιοπρέπεια και κείνη. Να πάτε δίχως άλλο στη Σύρα, μόνο και μόνο για το γέρο Μάτση. Ακούτε με κι αξίζει.
Πολύ όμως δυσαρεστήθηκα στη Σύρα, όταν κατέβηκα στην πλατέα και δεν είδα παρά τάγαλμα του Μιαούλη. Πρόσμενα πως θα είταν και του Βικέλα. Του έπρεπε, αφού είναι Συριανός. Κάμποσο θα μ' άρεζε νάβλεπα το Βικέλα μαρμαρένιο, με τα μεγάλα τα πανωβράκκια σαν του Μιαούλη, με το καππότο, με το γελέκι και το καζακί, με το ζουνάρι, τις κάρτσες και τα παππούτσια, να βαστά το κανοκιάλι στο ένα του το χέρι και με τάλλο να βαστά τη λαγουδέρα. Θα μου θύμιζε τον πρώτο μου το Βικέλα, που χτυπούσε τους δασκάλους, που έγραφε στίχους δημοτικούς και δεν ήξερε παρά δημοτική. Δεν είχε ακόμη δασκαλέψει το Σαικσπείρο και φόρτωνε στον πετεινό όλα τα τελικά τα _ν_. Αφού ξέχασε τα βρακκάδικα και δεν τα θέλει, ελάτε να του κάμουμε άγαλμα εμείς με τα βρακκιά, να τα φορέση.
Τώρα που τάγραψα αφτά, κάθουμαι και συλλογιούμαι· «Λέτε να πειραχτή;» Και τι να πειραχτή; Δε με ξέρει; Για να γελάσω μια στιγμή, τι δε γράφω; Γράφω όμως δίχως κακία. Το κάτω κάτω, πώς να θυμώση, αφού κι άγαλμα θέλω να του κάμω;
Ωραία ταγάλματα κ' η τέχνη ωραία. Σαν την ωραιότητα της φύσης τίποτε όμως δεν είναι. Κ' η τέχνη, για ναξίζη, τη φύση πρώτα πρέπει να μιμηθή. Δεν πιστέβω ποτέ στη ζωή μου να είδα ό τι είδα στη Σύρα, μήτε να το είδε κανένας. Τη νύχτα, με το φεγγάρι, δεν υπάρχει πράμα στον κόσμο που νάχη της Σύρας την ομορφιά. Για να το καταλάβης, πρέπει νανεβής απάνω τη στράτα, ώςπου να διής έναν καφενέ που έχει όνομα «Ορφεύς»... Εκεί, σε κείνον τον καφενέ, εννόησα πρώτη φορά, κοντέβουν τώρα εφτά χρόνια, με τι τρόπο και με τι σύστημα, ήσυχα και κανονικά, ο λαός διορθώνει τους δασκαλισμούς, γιατί ο λαός ή «Ορφές» θα το κάνη πολύ σωστά, όπως ένας μου το είπε, ή θα το λέη νέττα σκέττα καφενές. Εσένα μη σε μέλη για τους δασκαλισμούς· πήγαινε ίσια το δρόμο σου. Άμα είναι ησυχία κι αγεράκι δε φυσά, θώρειε τη θάλασσα πέρα πέρα που γιαλίζει σα γιάλινος απέραντος κάμπος. Κοίταξε και τους βράχους που γκρεμνούνε και παν κάτου ως το γιαλό, ολόλαμποι βράχοι που στράφτουνε σαν τασήμι. Ανέβα ακόμη πιο αψηλά· άξαφνα στρίβει ο δρόμος και λες πως μπαίνει μέσα στα βουνά, στη ρεματιά μέσα. Τα βουνά μοιάζουνε σα να είταν από ατσάλι καμωμένα κι αχτινοβολούνε. Κάτασπρη η στράτα. Περπατείς και το βήμα σου δεν τακούς. Σωπασιά μεγάλη παντού μεριά. Πού είσαι, και συ πια δεν το ξέρεις· ξεχνάς πως υπάρχει ζωή, θαρρείς πως είσαι φάντασμα, και που βαδίζεις μέσα στο φεγγάρι, στα βουνά του και τους γκρεμνούς του, μέσα στο φως του.
Και ποιο νησί στην Ελλάδα δε σε μαγέβει; Η Άντρο πάλι έχει και τη θάλασσα μαγεμένη. Πρέπει να διής τις αμμουδιές εκείνες, βαθιά μέσα στο λιμάνι, με τα βουνά γύρω γύρω. Έρχουνται τα κύματα, φαρδιά φαρδιά με τον αφρό τους, έρχουνται και απλώνουνται, ξαπλώνουνται και φωνάζουν της αμμουδιάς· «Έλα, έλα μαζί μας, εσύ που μας μαγέβεις και μας τραβάς, έλα να σε τραβήξουμε και μεις, έλα να σε πάμε πέρα στανοιχτά.» Μου φάνηκε σα να είταν το τραγούδι της αγάπης. Εσύ που κοιμάσαι στην ακρογιαλιά, έλα, φωνάζει κ' η αγάπη, έλα νανοίξη ο ουρανός, νανοίξη κ' η ψυχή σου.
Η Άντρο έχει πανώρια βουνά. Τα βλέπεις δεξιά και σου γελούνε· είναι γιομάτα πρασινάδες, λουλούδια γιομάτα· τα βλέπεις αριστερά και τρομάζεις· είναι σαν ντουβάρια από γιγάντους χτισμένα· πέτρες και γκρεμνά· μήτε φύλλα, μήτε κλαδί. Η Άντρο τέτοια είναι, ταντρειωμένο, τόμορφο νησί· έχει δύναμη και χάρη. Οι αμμουδιές της είναι χαριτωμένες, τα κύματά της φοβερά, οι _ ανερούσες _ εκείνες που σε παίρνουν και σε παρασέρνουν και δε σ' αφίνουνε πια. Κ' η αγάπη τέτοια είναι· έχει αμμουδιές κι ανερούσες. Θέλω κ' η ποίηση να είναι τέτοια, θέλω να μοιάζη της Άντρος, να είναι χαρά και τρομάρα.
Άλλη πάλε είναι της Πάρος μου η νοστιμιά. Η Πάρο βουνά δεν έχει· έχει ραχούλες. Μήτε κρύο πολύ κάνει στην Πάρο, μήτε πολύ ζέστη· τα σοκάκια της είναι μικρά, όπως και τα σπιτάκια. Όλα της είναι ήσυχα, φρόνιμα, καλούτσικα, γελαστά, όλα της έχουν κάποιο μέτρο και κάποιο γούστο. Κ' η θάλασσα στην Πάρο δεν ξέρει από φουρτούνες· εκεί, κάθε χρόνο, το καλοκαίρι, έρχουνται τα σφουγγαράδικα και ψαρέβουνε δίχως φόβο. Κατεβαίνει ο βουτηχτής κάτω στης θάλασσας τον πάτο· μέσα σ' ένα λάστιχο κατεβαίνει μαζί του κι ο γλυκός ο Παρειανός αέρας· κάποτες βλέπεις μια φούσκα, μιαν ασπράδα που ανεβαίνει· θα πη πως ο βουτηχτής πήρε την αναπνοή του, κ' έτσι μπορείς να καταλάβης σε τι μέρος βρίσκεται ο βουτηχτής. Τα ίδια και μεις όλοι· γυρέβουμε, ψάχνουμε, πολεμούμε, καμιά αλήθεια να φανή, να πάρουμε την αναπνοή μας, να διή ο κόσμος από τι μέρος βγαίνει ασπράδα. Όλα τάλλα η θάλασσα τα σκεπάζει.
Από την Πάρο βαστώ και γω. Παρκιώτης είταν της μητέρας μου ο πατέρας. Από την Πάρο βαστώ κι ας πα να λεν οι δασκάλοι. Το μέτρο μ’ αρέσει και πολύ μέτριος είμαι. Νομίζουν πως στη γλώσσα που γράφω τα τόλμησα πια όλα. Δεν τόλμησα όσα τολμά ο λαός· όχι γιατί τα φοβούμαι, μα γιατί δεν είναι καιρός ακόμα· όσα σήκωνε ο καιρός ο δικός μας, τόλμησα μόνο και θα το καταλάβουν κατόπι οι άλλες γενεές.
Από την Πάρο στην Αξιά πήγα με καΐκι κι από τη Χώρα πήγα ίσια στα χωριά. Ποιος είδε κάμπους αθεόρατους, κάμπους μέσα στη μέση του βουνού; Στα βουνά της Αξιάς θα διής κάμπους δεντροφορεμένους και θαπορήσης όσο θαπορούσες, αν έβλεπες άξαφνα θάλασσα ψηλά μέσα στη μέση του νησιού. Θα μάθης τόνομα κάθε βουνού, το Καναβάρι, το Σταβρομενίτη, τη Βουκολόμαντρα, τον Καλυβά, τη Μονόπετρα, το Παχύ Γκρεμνάρι, τον Ανεμόμυλο και τον Καρκό. Κάθουνται τα βουνά και καμαρώνουν τ' Απεράθου, τωραιότερο απ' όλα τα χωριά. Η φύση όλη το καμαρώνει· ο ήλιος το γλυκοφιλά κ' οι αχτίδες του, σαν ερωτεμένες, χαδέβουν ταμπέλια τ' Απεραθιού. Λες πως πλαγιάζουν και χουζουρέβουν και πως τις βάζει ο ήλιος να κοιμηθούν· «Εδώ μ' αρέσει, αχτίδες μου χρυσές, εδώ μ' αρέσει να σας βλέπω· αφανίζεστε όλη μέρα απάνω στις κορφές, στα καλντερίμια, στις κοφτερές τις πέτρες· εδώ κάτω να ξεκουραστήτε· έχετε στρώμα κι απακκούμπι.»
Ένα πρωί, από τ' Απεράθου, είδα και την Αμοργό. Είταν ψιλούτσικη καταχνιά, μια περίεργη καταχνιά, σα φωτολουσμένη. Πού και πού άσπριζε μια χαραμάδα, πολύ μακριά, — συννεφούδι, κυματάκι, ποιος ξέρει; Δεν ξεχώριζες θάλασσα κι ουρανό· σα ροδάκινο μεγάλο, στο χνούδι του τυλιμένο, έμοιαζε πως κρέμουνταν η Αμοργό στάπειρο μέσα.