31433

Chapter 18

Chapter 1822 wordsPublic domain

Όταν έφτασα στην Αθήνα, στα 1893, ερχάμενος από τη Θεσσαλία, μόλις κατέβηκα στη Βιχτώρια και παρουσιάστηκε την άλλη μέρα ο Μποέμ, να μου κάμη ιντερβιού. Συνήθεια δεν είναι να δημοσιέβη κανείς τις ιντερβιούδες που γράφουν οι άλλοι για σένα. Μα θέλησα να το βάλω κι αφτό στο βιβλίο μου για κάμποσους λόγους, που θαρρώ κ' έχουνε κάποιο βάρος. Πρώτη φορά τότες από τα 1886, γύριζα στην Αθήνα. Έμεινα κάμποσο, την είδα, την αγάπησα πολύ. Όλα τάβλεπα μ' άλλα μάτια παρά στον καιρό του _ Ταξιδιού _, μου φαίνουνταν πως άνοιγε ο νους μου, πως άλλαζε η ζωή μου, και νομίζω πως και στο ιντερβιού αφτό ακούει κανένας σαν αντιλαλιά κρυφή απ' όσα έννοιωθα κι άρχιζα να ονειρέβουμαι για την Ελλάδα σε κείνη την εποχή. Κάμποσα είπα και για τη γλώσσα, που θα μου άρεζε να μην πάνε χαμένα όλους διόλου, τουλάχιστο για να καταλάβουνε πως τάλεγα κι από τότες. Μα υπάρχει κι άλλος λόγος που τα ξανατυπώνω. Όσο μιλούσα, ο Μποέμ σημείωνε τα λόγια μου. Δεν το κατώρθωσε όμως, όχι τάχα πως είχε τότες κακή θέληση, μα γιατί καθότανε σε μιαν καρέγλα κ' έγραφε στα γόνατά του, κ' έτσι δεν πρόφταινε, αφού πιο γρήγορις από το κοντύλι τρέχει πάντα η κουβέντα. Έβαλε το λοιπόν κάτι πράματα, που δεν τα είπα στη ζωή μου, όπως θα το καταλάβη ο καθένας από μερικούς τύπους που θα μου τους δάνεισε ο Μποέμ, γιατί εγώ δεν τους συνηθίζω. Μα ο Μποέμ πάσκισε ναπομιμηθή και το ύφος της κουβέντας. Και σ' αφτό δεν πέτυχε, γιατί δεν μπήκε στο νόημα. Σαν έρχεται κανείς για ιντερβιού, τυχαίνει συχνά ή να του πης ένα λόγο, για να τον αποσώση εκείνος, όταν τα στρώση με την ησυχία του στο χαρτί για τον τύπο, ή να πης και δυο φορές ένα πράμα — για να το νοιώση καλήτερα. Ο Μποέμ, σαν του τάλεγα δυο φορές, τάβαζε δυο φορές κι αφτός. Τέτοιο σύστημα έχουνε μερικοί ρεπορτέρηδες, και δεν είναι σωστό, γιατί έτσι δε σου δίνουν ιδέα σωστή για τον άθρωπο που τους μίλησε· δίνουνε συνάμα ιδέα λυπητερή και κείνου που άκουγε και που δεν καταλάβαινε, όσο κι αν του τα κοπάνιζες. Κι αλήθεια πολλά δεν κατάλαβε, είτε γιατί είτανε γλωσσολογικά, καλλιτεχνικά και δύσκολα, είτε γιατί δεν πήγαινε ο νους του στα σοβαρά που του ξηγούσα, και τάπαιρνε όλα παίζοντας και για χωρατά. Έτσι στο ιντερβιού εκείνο με βάζει άξαφνα και λέω μερικά πράματα, που μοιάζει σα να τάλεγε κανένας τρελλός. Δε θέλησα λοιπόν, αν το διαβάσουνε κατόπι, να θαρρέψουν πως εγώ είπα όσα είπε ο Μποέμ. Θυμούμαι και τότες πως ο μακαρίτης ο θειος μου, ο Μιχαλάκης ο Μελάς, σάστισε που ωνόμασα τον Ηρόδοτο reporter. Το είπα, ναι, μα... όχι όπως το είπε ο Μποέμ. Το ίδιο και για κάτι άλλα, που είναι κι άτοπα, γιατί με βάζει και μιλώ για την Ελλάδα και για τα ταξίδια μου μ' έναν τρόπο που όποιος διάβασε το _ Ταξίδι μου _ το ίδιο, ξέρει πως δεν μπορεί νάναι ο τρόπος ο δικός μου.

Τα ξαναπέρασα όλα με προσοχή. Άφησα όσο μπόρεσα το ύφος της κουβέντας. Τα διώρθωσα όμως κ' ελπίζω να φαίνουνται πιο υποφερτά, και τουλάχιστο να λεν εκείνο που ήθελα να πω, και που το λέω ακόμη και σήμερις. Τα δικά του έμειναν ανάλλαχτα.

9 του Σταβρού, 1901.

— Είστε ρεπόρτερ, κύριε;

— Μάλιστα.

— Πού γράφετε, στο Άστυ;

— Μάλιστα.

— Εσείς ήρθατε να μου κάνετε ιντερβιού· μα τώρα που σας έχω, θα σας ιντερβιουβάρω εγώ πρώτα.

— Εις τας διαταγάς σας.

— Ποιες φημερίδες εδωπέρα πουλιούνται περισσότερο;

— Η «Ακρόπολις», η «Ν. Εφημερίς», το «Άστυ»...

— Γράφετε πολλοί σ' αφτό;

— Πολλοί.

— Πώς γράφετε; ο καθένας χωριστά γράφει, ή ο καθένας απ' όλα;

— Ο καθένας χωριστά.

— Εσείς, τι γράφετε;

— Εγώ; ... «συνελήφθη ο διαβόητος λωποδύτης»... «Ο δραστήριος αστυνόμος κατέσχε χθες»...

— Καλά ... έχουμε και στη Γαλλία και στην Αμερική ρεπορτέρηδες, μα στην Ελλάδα πρωτοβγήκαν αφτοί.

Η χειρ μου ακουσίως εφέρθη προς τον μύστακά μου, αλλά ο κ. Ψυχάρης μου έκοψε το... χέρι.

— Και βέβαια! Πρώτος reporter, που λένε σήμερις, στάθηκε στον κόσμο ο Ηρόδοτος.

— Ο Ηρόδοτος!

— Και τι άλλο είτανε παρά ρεπορταρία η δουλειά που έκανε, να ρωτά και να γράφη; Για τούτο μάλιστα ωνόμασε τα βιβλία του ιστορία. Ένας φίλος μου στο Παρίσι έπιασε να μεταφράση τον Ηρόδοτο γαλλικά· του είπα, σα γυρέβει σωστή μετάφραση, να βάλη τίτλο _Les enquêtes d'Hérodote_, γιατί αφτό σημαίνει το ρήμα _ ιστορέω _, γυρέβω να μάθω ξετάζω, ερεβνώ {105}. Βλέπετε, λοιπόν είδος ρεπορταρία.

Πάλιν η χειρ μου υψώθη προς τον μύστακα μου, αφού την φοράν ταύτην τουλάχιστον, αν δεν εξελαμβανόμην εφευρέτης του ρεπορτάζ, εγινόμην όμως ίσος με τον Ηρόδοτον, αλλ ο κ. Ψυχάρης εξηκολούθησε.

— Και τώρα τι γυρέβετε από μένα; Πρόθυμος να το κάμω. Θυμούμαι τον πεθερό μου το μακαρίτη που μας έλεγε πάντα, πως όλοι μας έχουμε το δικαίωμα να κερδίζουμε και να ζούμε, κ' έτσι σωστό δεν είναι, όπως καμώνουνται μερικοί, να μη θέλουνε τάχατις να τους ιντερβιουβάρουνε. Μάλιστα, γιατί στο Παρίσι είναι λογιώ λογιώ ρεπορτόρηδες, έλεγε χωρατέβοντας πως όταν παρουσιάζουνταν ένας, συλλογιούνταν αν τον πλερώνανε στη φημερίδα του με το μιστό ή με τη γραμμή, και κανόνιζε τα λόγια του. Το λοιπόν αν πλερώνεστε με τη γραμμή, να σας τα πω και πιο μπόλικα.

Εθεώρησα συμφέρον μου να απαντήσω με την γραμμήν και ο κ. Ψυχάρης ετοποθετήθη παραπλεύρως μου μειδιών, υπομονητικός κτλ. κτλ.

Αι εντυπώσεις του

— Ήρθα, εδώ κ' ένας μήνας, από τη Γαλλία, σταλμένος από τη γαλλική κυβέρνηση στη Θεσσαλία και στα Κυκλαδικά νησιά. Θα το ήθελα πολύ, θάπρεπε μάλιστα να μπορούσα να σεργιανίσω όλη την Ελλάδα. Μα μόνο στη Θεσσαλία κατώρθωσα να πάω· άβριο πάλε φέβγω και πηγαίνω στα νησιά. Ελπίζω να μείνω κάνα χρόνο στην Ελλάδα, να δω τον κάθε τόπο. Πρέπει κανείς όλα να τα συνάξη, για να βγη μια ιστορία της γλώσσας μας, μια ιστορική γραμματική. Πρέπει κανείς να πάη στην Κρήτη — αχ! τι θησαβρούς δε θα βρη στην Κρήτη! — να πάη στην Κύπρο, στην Τραπεζούντα, στη Μικρασία.

Στη Θεσσαλία, είδα πολλά και περίεργα. Εκείνο το Πήλιο, τι λαμπρό που είναι! Αμέ τα βουνά που, όταν είναι κάτω κανένας, μέσα στη ρεματιά, σου φαίνεται κι ανεβαίνουν από κάθε μέρος σα θεόρατος τοίχος. Μου θυμίζουν εκείνα τα δημοτικά, τα παραμύθια, που κάθεται ένας δράκος και φυλάει θησαβρούς. Το ίδιο κ' η Θεσσαλία. Πλούσιος τόπος χωρίς δρόμους· παλάτι μάλαμα γεμάτο, μα που είναι από μέσα κλειδωμένο.

Ποίηση και δέντρα όσα θέλετε. Ταξιδέψαμε νύχτα με τη γυναίκα μου· μεσάνυχτα φύγαμε από τη Ζαγορά, και δεν ξέρετε τι μαγεφτικά που είτανε με το φεγγάρι. Πουθενά δεν είδα τέτοιο θέαμα μοναδικό· βουνά και θάλασσα μαζί, πελώρια και τα δυο. Τάχει αφτά μόνο η Θεσσαλία. Καλός ο τόπος κ' η φιλοξενία χρυσή. Τώρα, σα γυρίσω από τα Νησιά, θα μείνω ακόμη ένα μήνα στην Αθήνα, και στο μεταξύ θα πάω δεκαπέντε μέρες στη Ρούμελη, μαζί με το Δροσίνη...

Η δημώδης

— Για την δημώδη τι θα μου πήτε, κ. Ψυχάρη;

— Μήπως δεν τάπαμε πολλές φορές;

— Ας πούμε λίγα και σήμερα...

— Να σας πω κάτι λοιπόν και να το σημειώσετε, γιατί θαρρώ πως έχει πολύ να κάνη. Να το γράψετε όπως σας το λέω. Το λοιπόν, αφτοί που κάθουνται ήσυχα στο γραφείο τους και σας φτειάνουνε λέξες, λόγου χάρη, _ εργοστάσιον των πίλων _ κι άλλα τέτοια, ή που βγήκανε άξαφνα και μας είπανε _ η οδός, της οδού _, αντίς _ ο δρόμος, του δρόμου _, που ξέρει ο λαός, αφτοί που μας βγάζουν τάχα ελληνικά ονόματα για το κάθε πράμα, τι σκοπό είχανε; Είχαν εννοείται το σκοπό να μάθη ο λαός τις λέξες, τα ονόματα που φτειάνουνε, είχαν το σκοπό να κάμουνε γλώσσα εθνική. Δεν είναι έτσι; Αφτά που μας κανονίσανε στο γραφείο τους δεν είναι προσδιορισμένα για τους φιλοσόφους, φιλοσοφία δεν είναι· εκείνοι που πήγαν και ξεσκάλισαν τη λέξη και την κλίση, την είπανε _η οδός, της οδού_, για να τη λέη ο αμαξάς, για να τη λέη το έθνος· όλο το έθνος έχει το δικαίωμα ναρπάξη τη λέξη, να την κάμη δική του. Βέβαια! Το _ εργοστάσιον των πίλων _ είναι καμωμένο για τους καπελλάδες, για να το μάθουνε και να το λεν οι καπελλάδες. Δεν μπορεί να είχαν οι δασκάλοι παρά τέτοιο σκοπό.

Τι κατώρθωσαν όμως; Δυο πράματα μεγάλα, μα την αλήθεια. Χάλασαν την αρχαία, χάλασαν και τη δημοτική. Πώς χαλνούν τη δημοτική; Τη χαλνούν, αφού της σηκώνουν τον κανονικό της τύπο, τη λέξη _ δρόμος, δρόμου _, και παρατηρήστε, σας παρακαλώ, πως είναι αρχαία κ' η λέξη, αρχαίος κι ο τύπος. Τώρα όμως, αντίς αφτόνα, τι άλλον τύπο της μαθαίνουν της δημοτικής; _ Η οδός, της οδού _. Νομίζετε ποτέ ο ελληνικός λαός, νομίζετε το ρωμαίικο να μάθη ποτέ να κλίνη _ η οδός, της οδού, αι οδοί, τας οδούς _; Αφτό ποτέ. Κ' έτσι χάλασαν και την αρχαία, γιατί ο αμαξάς, ο βαρκάρης τι θα κάμουνε; Την κλίση _ η οδός, της οδού _ δεν μπορεί να τη μάθουνε, και τότες ακούτε άξαφνα καμιά γενική _ της οδούς _ ή καμιά αιτιατική πληθυντική _ τας οδάς _ (Ο Πάλλης άκουσε και _ τους οδούς _) . Τότες όμως τι κερδίσανε οι δασκάλοι; Τίποτις. Και γιατί τάχα τίποτις; Γιατί, βλέπετε, αφτοί όλοι που φτειάνουνε γλώσσα με τα βιβλία, κάθουνται στο καμεράκι τους κ' έχουν ολόγυρα στους τοίχους, μέσα στη βιβλιοθήκη τους, γραμματικές, λεξικά λογιώ λογιώνε. Και θαρρούνε πως φτάνει. Έχουνε λάθος μεγάλο. Δε βγήκαν αφτοί όξω στο δρόμο, να δούνε και το φως. Είναι σωστοί καλαμαράδες. Πραχτικά κεφάλια δεν είναι. Από τίποτις δεν ξέρουν αφτοί, μήτε από δρόμους, μήτε από ουρανό, μήτε από ζωή. Νομίζουν ίσως πως όλο το έθνος θα περπατή με τη γραμματική στο χέρι, θα ψάχνη στα βιβλία πώς λέγεται η γενική _ της οδού! _ Αν είναι όμως όλο το έθνος να βαδίζη με τη γραμματική στο χέρι, δεν υπάρχει έθνος. Μήτε αγρονομία τότες υπάρχει, μήτε στρατός, μήτε τίποτις! _Γραμματισμένο_ έθνος δε φάνηκε ποτέ. Ο άθρωπος πάντα μιλεί φυσικά. Τώρα θα δήτε τι θα γίνη... γιατί, να το ξέρετε, ο ουρανός να πέση, αφτός ο όμορφος ουρανός της Αθήνας, η δημοτική θα ζήση· μπορεί να μη ζήσουμε μεις· αφτή θα ζήση... το λέγαμε σήμερις και με τον Παλαμά... Λοιπόν, ελάτε τώρα να δήτε τι θα γίνη. Απ' αφτούς τους δασκαλικούς τύπους που λέγαμε, ο λαός παίρνει μερικούς, μα τους ξεχνάει αμέσως. Δεν είπαμε _ εργοστάσιον πίλων; _ Μήπως ο λαός, ο αμαξάς, το ξέρει αφτό; όχι. Καπελλάδικο το ξέρει· στο _ καπελλάδικο _ θα σας πάη. Το _ εργοστάσιον των πίλων _, είναι γραμμένο στο χαρτί από το δάσκαλο. Μα ο λαός, τα τέτοια, τα φορτώνει στον πετεινό.

Άλλα πάλε δεν τα ξεχνάει με τον ίδιο τρόπο· τακούει και τα θυμάται. Τι να κάμη; Ο άθρωπος πεινάει, πεινάει για μάθηση, για γλώσσα· του φέρνετε άξαφνα εσείς ένα πιάτο φαγί. Πρέπει να το φάη· μα πρέπει και να το χωνέψη. Και να παρατηρήστε, παρακαλώ, πως είναι κάτι λέξες που, θέλει δε θέλει, αναγκάζεται να τις καταπιή, ας υποθέσουμε τη λέξη οδός, αφού κάθε μέρα του την κοπανίζετε — ή τη λέξη ο βουλεφτής, που την έχει ανάγκη. Του κάκου, _ πρέπει _ να τη μάθη όλος ο λαός, αφού ο καθένας, ως κι ο αγράμματος ο χωρικός, άμα γίνη είκοσι ενός χρονώ, άμα πάρη ψήφο, χρειάζεται τη λέξη. Ως εδώ, καλά. Μα τι του κάμνετε του χωρικού; Του μαθαίνετε, μαζί με τη λέξη, μια κατάληξη που μπορούμε να την πούμε ξένη, την κατάληξη _ - αι, βουλευταί _. Ο λαός δεν την ξέρει· την ξέρει _ -ες _, αφού σήμερις η ονομαστική _ ώραι _ πολύ ταχτικά κ' αιώνα τον αιώνα, έγινε _ ώρες _.Το ίδιο, δεν ξέρει ο λαός και καμιά κατάληξη _ -ου _ της γενικής, στα θηλυκά, _ της οδού _. Ο λαός το λοιπόν τι θα κάμη; Τη γενική _ οδού _ θα την ταιριάξη με τη γραμματική τη δική του και θα σας την πη _ της οδός _, όπως τακούμε κάθε μέρα. Να δούμε τώρα και την ονομαστική _ βουλευταί _, τι γίνεται αφτή. Ο λαός σας το κάνει _ βουλευταί-οι _, γιατί κατάληξη _ -οι _ ξέρει πολύ καλά. Το _ βουλευταί- οι _, που σας λέω, τάκουσα στη Θεσσαλία. Θα μου πήτε, τάκουσα σε κανένα χωριό. Και τι έχει να κάνη; Μήπως το χωριό δεν είναι κι αφτό λαός; Μήπως το χωριό δεν ψηφίζει; Μήπως, αφού θέλουν εθνική γλώσσα, το χωριό, έθνος δεν είναι; Ας ταφήσουμε όμως, σα δε θέλετε· την ονομαστική _ βουλευταί _ παντού τη διορθώνει ο λαός και την κάνει πότε _ βουλευτές _, πότε _ βουλευταίοι _, πότε _ βουλευτάδες _. Το λεν ακόμη κ' οι γραμματισμένοι, σα μιλούνε φυσικά και τους ξεφέβγει. Πολύ σωστά το λέει ο λαός, γιατί ξένη δεν του είναι η κατάληξη _ -άδες _· την έχει κλερονορημένη από τους αρχαίους, _ αι λαμπάδες _ {106}. Είναι κατάληξη αρχαία, γιατί τώρα που ταξιδέβω, ακούω συχνά ένα πράμα, που κάθε φορά που θα τακούσω, θα θυμώσω. «Να πας στο τάδε νησί, στο τάδε βουνό, στο τάδε το χωριό, μου λέει ο ένας κι ο άλλος. Εκεί θακούσης αρχαία γλώσσα.» Εγώ του λέω· Το στόμα σου νανοίξης, κι ό τι πης είναι αρχαίο. Ό τι κι αν πης, αρχαίο είναι! Το _ δεν _, που κάθε μέρα το συνηθίζεις, αρχαίο, πολύ αρχαίο κι αφτό. Τόχει κάπου ο Όμηρος αντίς _ ουκ _, εκεί που λέει· «άριστον Αχαιών ουδέν έτισε», πάει να πη _ ουκ έτισε _. Πηγαίνουνε μερικοί στην Τραπεζούντα κι ακούνε πως λένε στην Τραπεζούντα, _ κ' έχω _, δηλαδή _ ουκ έχω _. Φωνάζουνε αμέσως· Εκεί πια είναι αρχαία γλώσσα! Μα τι αρχαία γλώσσα; Πιο αρχαίο είναι τάχατις το _ ουκ _ από το _ ουδέν; _ Καλέ, δεν προσέχουνε στη γλώσσα, και τα λεν. Τώρα, πώς χάθηκε το _ ουκ _ στην κοινή και γιατί χάθηκε, έχει το λόγο του· κάθε πράμα, που χάνεται σ' αφτό τον κόσμο, δε χάνεται χωρίς το λόγο του· εμείς συχνοτυχαίνει να μην τον ξέρουμε· μα τι πειράζει; Αφτός υπάρχει. Όλα στη γλώσσα μας έχουνε τον ιστορικό τους το λόγο, έχουνε τη σειρά τους. Δεν είπαμε πως ο λαός ξεχνάει τόσα και τόσα που του μαθαίνουν οι δασκάλοι; Θαρρείτε πως δεν έχει το λόγο του κι αφτό; Έχει το λόγο του, και σαν τα ξεχνούνε και σαν τα διορθώνουνε. Κ' έτσι πάντα και πάντα θα είναι, και δε γίνεται, δε γίνεται αλλιώς. Δε γίνεται!

Δεν πρέπει να νομίζουμε και να λέμε πως μόνο στην Ελλάδα ακολουθούνε αφτά. Αφτά παντού ακολουθούνε, και το ξέρει όλος ο κόσμος πως αλλάζουνε οι γλώσσες· κρυφό δεν είναι, δεν είναι δω κανένας μάγος, μαγική καμιά δε θέλει, να τα μάθη ο καθένας. Όπως η αστρονομία θα ξετάση πώς τρέχουν και γυρίζουν ταστέρια, έτσι κ' η γλωσσολογία κοιτάζει πώς αλλάζουνε, πώς μορφώνουνται οι γλώσσες. Αφτά το λοιπόν που μαθαίνουνε στο λαό, _ εργοστάσιον των πίλων, η οδός _, όχι μόνο δεν αξίζουνε, μα είναι κακό μεγάλο, γιατί χαλνούνε το νόμο το γλωσσολογικό. — Άλλο κακό είναι που δε διαβάζουνε, δεν προσέχουνε κ' έτσι αδύνατο να καταλάβουνε. Βλέπω εδώ κάτι πολύ μπόσικα πράματα...

Και μου έδειξε την υπό ημερομηνίαν 24 Αυγούστου 1893 «Ακρόπολιν» εν η περιείχετο μία ανταπόκρισις εκ Παρισίων κάποιου κ. Φραγκούδη.

— Διέτε τώρα τι λέει αφτός· «Πρέπει κατά τον κ. Ψυχάρην να λέγωμεν το _ δωμάτι _ αντί το _ δωμάτιον _ {107}». Εγώ ποτέ μου δεν είπα το δωμάτι, μήτε μπόρεσα να πω στη ζωή μου πώς πρέπει να το λέμε! Αν έλεγα τη λέξη, θα την έλεγα δωμάτιο, καθώς θα την πη όποιος τη συνηθίζει. Για να πιστέψη κανείς πως ένας γλωσσολόγος τόβαλε με το νου του να θελήση τέτοιο ανόητο πράμα, θα πη πως από τίποτα δε νοιώθει· δεν κατάλαβε και το ζήτημα ποιο είναι. Μα πώς το λέει αφτό, αφού μήτε δωμάτι, μήτε δωμάτιον, μα μήτε και δωμάτιο δε γράφω· εγώ έγραψα πάντα κάμαρα. Κι αφτό είναι το σωστό· είναι το σωστό, αφού έτσι το λένε, και σώνει. Είναι όμως και πολύ αρχαίο. Ταρχαίο είτανε καμάρα το πήραν οι Ρωμαίοι και τόκαμαν κάμερα (camera)· από κει το ξαναπήραμε εμείς — γι' αφτό είναι και παροξύτονο.

— Και είναι σωστό, κ. Ψυχάρη;

— Όσο γίνεται σωστό, και βέβαια!

Τι περίεργο ρώτημα! Παρατηρήστε, σας παρακαλώ, πως σε κανένα μέρος του κόσμου, δε ρωτά ο λαός, μα μήτε κι ο γραμματισμένος, την ώρα που πάει να πη μια λέξη και προτού την πη· «Σωστό είναι αφτό που θα πω; Και γιατί και πώς είναι σωστό;» Τα λέει ο καθένας, επειδής έτσι τα βρήκε· τα βρίσκει έτοιμα και τα λέει. Μόνο στην Ελλάδα μιλούνε πάντα με τη γραμματική στο χέρι. «Είναι το τάδε σωστό; Όχι! Είναι ξένο. Λοιπόν, πώς πρέπει να το λέμε;» Αφήστε το λαό να μιλήση όπως θέλει· αγκαλά, ούτε προσέχει σ' αφτά, ούτε τα ξέρει. Όσα του μαθαίνουν οι δασκάλοι, τα κανονίζει και πάει, γιατί έχει μέσα του τον κανόνα.

Εμείς όμως που γράφουμε, που κάνουμε ρομάντσα, πρέπει να συλλογιστούμε καλά τη δουλειά, να την πιάσουμε αλλιώς, γιατί εμείς δασκάλοι δεν είμαστε· δε ζούμε στο γραφείο μας, περπατούμε στους δρόμους, γράφουμε για όλους, γράφουμε για τη ζωή, κ' έτσι πρέπει νακολουθούμε το λαό, το λαό και μόνο. Γι' αφτό είπα, και γω κι άλλοι μαζί μας, πως από τη φιλολογία θα βγη φως...

Αισθητικαί θεωρίαι

— Επί ποίων φιλολογικών βάσεων στηρίζεται το νέον σας ρομάντζο το «Δώρον του Γάμου;» Ημπορείτε να μου ειπήτε συντόμως την αισθητικήν σας;

— Το ζήτημα θα σας το πω με δυο λόγια. Θαρρώ πως δεν πρέπει κανείς, σα βάζει πρόσωπα σ' ένα ρομάντζο, να προσέχη μόνο στον τόπο που βρίσκουνται τα πρόσωπα, στα σπίτια, στις κάμαρες, στους μπερντέδες, στα χαλιά, μα να προσέξη πολύ περισσότερο στην ψυχή, τόσο μάλιστα να προσέξη που να ξεχάση τον τόπο και να βλέπη την ψυχή μονάχα. Τι πειράζει πού και σε τι μέρος βρίσκεται κανένας, άμα βρίσκεις την ψυχή; Αντίς άξαφνα κανένας να πάη στη Νάξο, νανεβή απάνω στο βουνό, να κοιτάζη από κει πέρα τη θάλασσα, τον κάμπο, και να τα περιγράψη όλα, κάλλια να καθήση κανείς, που να πούμε, μέσα στην ψυχή του αθρώπου κι από κει, από την ψυχή του, να κοιτάζη θάλασσα, κάμπο, βουνά, κι αφτά να περιγράφη. Έτσι μπορεί κανείς πολύ καλά να κάμη ρομάντζο, δίχως να σας πη όχι μόνο σε τι σπίτι, μα μήτε και σε τι μέρος του κόσμου βρίσκουνται τα πρόσωπα. Τι να σας πω; Μου φαίνεται πως γίνεται τότες το μυθιστόρημα πιο γενικό, με πιο γενική ψυχολογία, με πιο γενικό νόημα, που μπορεί αμέσως πιο έφκολα να το καταλάβη κι ο Άγγλος κι ο Γάλλος κι ο Ρωμιός, γιατί παντού το κάτω κάτω είναι ίδια η ψυχή, δε μοιάζουν όμως οι τόποι, δε αρέσουνε σ' όλους, δε διαβάζουν όλοι τις περιγραφές, μα η αθρώπινη ψυχή, στους θυμούς της, στην αγάπη της, στους καημούς της, στα πάθια της, που όλους το ίδιο μας τυραννούνε, όλους θα μας συναρπάξη, κι αφτά τα διαβάζουνε όλοι. Τι θαρρείτε; Σήμερις στο Παρίσι, ως και του Λοτή, ως και του Ζολά τις πολλές τις περιγραφές, αρχίζουμε λιγάκι και τις βαριούνται. Αφτό που σας λέω δε θα πη, όπως μπορεί κανένας ίσως να το πιστέψη στην Ελλάδα, πως μιλώ από μίσος ή πως τάχω κακά με το Ζολά. Διόλου. Δεν είμαι και τίποτις, για να τάχω ή καλά ή κακά μαζί του. Έγραψα μάλιστα, καθώς και πολλοί άλλοι, ένα μικρό άρθρο για το υστερνό του το μυθιστόρημα — Docteur Pascal — και τα μισοείπα κι αφτά. Φαίνεται πως άδικο δεν είχα, αφού ο ίδιος ο Ζολάς μου έστειλε γραμματάκι, να μου μηνήση πως μίλησα για το βιβλίο του ίσα ίσα όπως του άρεζε και πως βρέθηκε να είμαι ο μόνος που είπε όσα κι αυτός ήθελε νακούση, γιατί έλεγα πως στον Πασκάλ περιγραφές έχει πολύ πιο λίγες, κ' είναι σωστός συβολισμός όλο του το βιβλίο. Πάει να πη πως το πρόσωπο μπορούσε να ζήση και σε κάθε άλλο μέρος του κόσμου, πάντα θα πάθαινε τα ίδια. Δεν είναι πρόσωπα πια, είναι ιδέες, είναι ψυχές. Κ' έτσι μου φαίνεται πως αχαμνό διόλου δε θάτανε νάγραφε κανείς, που να πούμε, τη γεωγραφία της ψυχής. Αφτό να κάνουμε ρωμαίικα. Ο Ρωμιός έχει μέσα του ζωή, πολλή ζωή, λαμπρό είναι το έθνος, και ποιος μυθιστοριογράφος βγήκε να μας δείξη την ψυχή της Ρωμιοσύνης; Αφτά και στο Παρίσι τα θέλουνε, γιατί κανείς δεν τα ξέρει, και κει αρέσουν τα καινούρια, όσα δεν είπε κανείς ακόμη, όχι να καταφρονούμε άδικα και μπόσικα τα ρωμαίικα και τους Ρωμιούς. Αφτά πρέπει να γίνουνε και στην Ελλάδα, γιατί αφτά είναι κι ο σκοπός ο μεγάλος, αφτή κ' η μεγάλη μας η δουλειά.

Το «Κρινάκι της Αμμουδιάς»

— Τόρα θα γράψετε τίποτε άλλο;

— Ναι! Έχω στο νου μου πολλά, ένα μάλιστα που του βρήκα τόνομά του, μα που ακόμη δεν τόγραψα. Το λέω· _ Το Κρινάκι της Αμμουδιάς _. Κάπου στη Θεσσαλία, σε μιαν αμμουδιά, φυτρώνουνε κάτι άσπρα κι αδύναμα κρινάκια. Είναι πολύ νόστιμα. Συλλογιούμαι να το κάμω ρομάντσο, και θα το κάμω με πόθο, γιατί μου αρέσει ο τίτλος. Ό τι κάνει κανείς, πρέπει να το κάνη με πόθο, με αγάπη {108}

— Πώς θα το γράψετε;

— θα το γράψω ρωμαίικα κ' ύστερα θα το μεταφράσω.

— Ούτω γράφετε πάντοτε;

— Πολύ συχνά έτσι το κάνω. Κάποτε μάλιστα, σα δυσκολέβουμαι να πω τίποτις γαλλικά, σα δε μου φαίνεται να το είπα με την ταιριαζούμενη τέχνη, το λέω πρώτα ρωμαίικα, και να δήτε πως από το ρωμαίικο στο γαλλικό έρχεται καλούτσικα, γιατί σαν προσπαθήση κανένας να το φέρη με τρόπο, και το ύφος το γαλλικό άξαφνα ξανανιώνει, μοιάζει σαν πιο καινούριο, σαν πρωτόφαντο· έχει κάποια μυρουδιά ρωμαίικη, που έχει το γούστο της. Τα ρωμαίικα είναι λαμπρή γλώσσα, πλούσια, καθάρια και δροσάτη σαν το κρύο το νερό. Θυμηθήτε πως ο Chenier τέτοιο σύστημα είχε· μα εκείνος μετάφραζε από ταρχαία τα ελληνικά· εμείς θαρρώ κάτι θα κατορθώσουμε μεταφράζοντας, ή παραφράζοντας από τα σημερνά μας. Και τώρα τι άλλο να σας πω;

Ο βίος εν Παρισίοις

— Ό τι θέλετε. Πώς περνάτε στο Παρίσι;

— Στο Παρίσι; Μα πολύ καλά, και βέβαια! Είμαι, καθώς θα ξέρετε, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, είμαι πολίτης Γάλλος και τόχω για τιμή μου. Αφτά και στο _ Ταξίδι μου _ τα είπα {109}. Τη Γαλλία την αγαπώ και την έχω σαν πατρίδα μου. Πολλά της χρωστώ, πολλά της χρωστάει κ' η Ελλάδα, και καλά θα κάμουνε να μην το ξεχνούνε με το παραπάνω. Δεν είμαι όμως από κείνους που φέβγουν και ξαπολνούν την Ελλάδα· δε θέλησα ποτέ μου να της πω· «έχε γεια και σώνει!», αφού γι' αφτήνα δουλέβω πάντα και πολεμώ. Το θάρρεψα χρέος μου να κάμω για την Ελλάδα όσο μπορώ κ' είναι στη δύναμη μου· γι' αφτό βγήκα και γω να γράφω ρωμαίικα. Μα κι αφτά τα είπα πολλές φορές{110}. Μερικοί εδώ σα να το πήραν όμως πολύ άσκημα που βρέθηκε στο τέλος ένας να γράψη και τα ρωμαίικα. Δεν ξέρουνε και φωνάζουνε.

— Δημοσιογραφείτε τακτικώς ή εκτάκτως στο Παρίσι;

— Κάποτε ταχτικά, κάποτες όχι· έτσι κ' έτσι.

— Πού γράφετε;

— Σαν κάμη κανείς τάρθρο του, όπου ταιριάζη, εκεί το βάζει. Για τον Καρκαβίτσα έγραψα στο Χρόνο. Γράφω και στο Φιγκαρό, στο Βολταίρο.

Αι φιλολογικαί Συνεντεύξεις

— Τώρα, δια τους συγχρόνους Έλληνας συγγραφείς δεν θα μου πήτε την γνώμην σας;

— Α! όχι — όσα είχα να πω, τα είπα· έστειλα κιόλας γράμμα στο Άστυ. Εσείς δεν είσαστε ο Μποέμ;

— Μάλιστα!

— Κάματε πολύ κακά να τις γράψετε τις ιντερβιούδες σας, έτσι. Ό τι σας έλεγαν, το γράφατε. Μα πήγατε και κρυφά σε μερικούς. Όσα όμως λέει κανείς ενός φίλου του, δεν τα καταστρώννει και στο χαρτί. Εγώ στο γράμμα μου εκείνο που μπήκε στο Άστυ, είπα κάτι και για σας, δηλαδή για το Χατζόπουλο· σαν έμαθα πως ο Χατζόπουλος κι ο Μποέμ, είναι το ίδιο, θύμωσα κ' είπα να σβήσω το μέρος που μιλούσα για τα δηγήματά σας. Μα θα πούνε, συλλογίστηκα, πως τόσβησα ίσως από πάθος, κ' έτσι τάφησα. Δε μου αρέσανε διόλου οι ιντερβιούδες όλες αφτές. Τι διάβολο! Πρέπει κανείς νάχη μέσα του και λίγη δύναμη, να δείχνη και κάποιο θαμασμό για κείνα που γράφουνε κ' οι άλλοι, όχι να βρίζη, να χτυπά, όπως έκαμαν τότες όλοι μας οι πεζογράφοι και ποιητάδες. Δε λέω πια τι είπανε και τι δεν είπανε για μένα, πως δεν ξέρω τη γλώσσα κτλ. Μερικοί βλέπουνε στα βιβλία μου δυο τρεις τύπους που δεν τους παρατήρησαν ίδιοι τους στο λαό — γιατί ποιος προσέχει στου λαού τη γλώσσα; — κ'έπειτα βγαίνουνε κι αποφασίζουνε πως ο λαός δεν το λέει! Το κάτω κάτω, δεν τους μέλει και πολύ, φτάνει να βρουν τίποτις, ό τι κι αν είναι, να κατηγορούνε. Θαρρώ πως πρέπει ξεναντίας να χαίρεται κανένας για ό τι καλό γράφεται. Σα δω τίποτις τέτοιο, καμαρώνω και λέω· «Μπράβο του! Να που ο τάδες έβγαλε κ' ένα καλό βιβλίο. Προτιμώ μάλιστα να βρέθηκε κανένας άλλος να το γράψη, κι ο ίδιος να γλυτώσω από τον κόπο.»

Διά τας κυρίας

— Και πώς την ευρήκατε την Αθήνα;

— Όμορφη — όμορφη!

— Τι σας ήρεσε περισσότερον;

— Όλα· ο ουρανός, οι δρόμοι, τα σπίτια. Μα δεν είναι κ' η Ακρόπολη; Αφτό πια θα έφτανε και μόνο του. Εγώ και στους δρόμους σεργιανίζω, πηγαίνω, τρέχω, τώρα μάλιστα που είναι και λίγη δροσιά. Πολύ μ' αρέσει. Δε διαβάζουν όμως εδώ. Το κακό αφτό είναι. Διαβάζουνε τίποτις βιβλία, ρομάντζες;

— Διαβάζουν σατυρικάς εφημερίδας πολύ.

— Δε διαβάζουνε λοιπόν και ρομάντζες; Έχουν άδικο. Εμείς για τις κυρίες γράφουμε. Πρέπει εκείνες να μας διαβάζουνε. Δεν το λέω για μένα μονάχα· το λέω για όλους μας. Την _ Αμαρυλλίδα _ του Δροσίνη, μήπως δεν έπρεπε όλος ο κόσμος να τη διαβάζη, όπως κι όλα τάλλα τα ρωμαίικα τα έργα; Για ποιους δουλέβει, και κοπιάζει κανείς; Για τις γυναίκες. Το είπε αφτό κι ο μεγάλος ο Gœthe. Γράφουμε, για να διαβάζουν οι κυρίες. Δε λέω· είναι μερικές που κάπως διαβάζουνε· μα ίσως καλό θάτανε να διάβαζαν περισσότερα, να είταν και περισσότερες.