Chapter 16
Αχ! και πώς να μην το συλλογιστώ αμέσως; Ενενήντα δυο χρονώ γέρος. Εκείνος θα πεθάνη!
Ήρθε η ώρα του. Ήρθε! ήρθε. Και πάει ο γέρος.
Είδες πώς χωράτεβε, πώς έπαιζε κάτω στο τραπέζι μαζί μας; Ο Χάρος πίσω του στεκότανε και στραβοκοίταζε. Θα παλαίψη ο γέρος· είναι σαν το σίδερο. Μα τι θέλεις πια;
Σώπασε το καρδιοχτύπι. Τι; Έγινε κιόλας; Να που ξαναρχίζει. Τι καρδιοχτύπι τρομερό! Σηκώνεται, περπατεί, τρέχει τρέχει το καρδιοχτύπι, μπαίνει στην κάμερή μου, στα σεντόνια μου μέσα, στο ποκάμισό μου, στο στήθος μου μπήκε.
Δεν είταν του παπού το καρδιοχτύπι που άκουα. Είταν το δικό μου — και τώρα το κατάλαβα!
Μεγαλώνει· μεγαλώνει ώρα την ώρα.
Τα ξέρω πια πως θα πεθάνω. Θεοφάνερα το βλέπω. Θα πεθάνω μόνο και μόνο γιατί φοβούμαι πως θα πεθάνω.
Ο καταραμένος ο μουσαφίρης! Εκείνος όλα τα φταίει.
Γίνεται τέτοιο πράμα; Εγώ, εγώ να φοβούμαι; Εγώ να τρέμω; Εγώ να πιστέβω σ' αφτά και να πεθάνω γιατί τα πιστέβω; Δε γίνεται. Να συλλογιστώ, νάρθω στο νου μου. Δεν μπορώ. Είναι αλήθεια που δεν μπορώ; Και γιατί, γιατί; Τι ανεξήγητο που είναι! Διάβαζε, σπούδαζε στα βιβλία, δυνάμωνε τα μυαλά σου· ύστερα να που κατάντησες· ακούς και πιστέβεις τέτοια παραμύθια! Και ποιος αφτός; Εγώ δα που και τόσο θρήσκος δεν είμαι, δεν είμαι διόλου.
Ίσια ίσια για τούτο. Είμαι τώρα μόνος και φοβούμαι.
Μόνος ολομόναχος. Ο κόσμος και γω. Τίποτις άλλο. Στον ουρανό κανένας!
Και τι πειράζει; Ας είναι ή ας μην είναι στον ουρανό κανένας, όπως κι αν το πάρης, ή έτσι ή αλλιώς, η ιδέα μου αφτή πως θα πεθάνω, γιατί καθήσαμε στο τραπέζι δεκατρείς, μπορεί να είναι μπόσικη. Και μήπως δεν το βλέπω πως είναι παραμύθια; Παραμύθια φερμένα και ποιος ξέρει από πού; Από την Εβρώπη; Και τα πιστέβω; Φτάνει πια. Πρέπει να φανώ άντρας. Τι; δεν το κατώρθωσα ακόμη να τα ξεφορτωθώ, να τα ξετινάξω αφτά τα παιδιακήσια που είναι ντροπή;
— Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς...
Μου έμαθε η μάννα μου να το λέω. Ας το πω και τώρα, να με σώση· τι πειράζει; Όχι! δεν έχει δύναμη να με σώση, αφού δεν πιστέβω. Τέλειωσε! Θα πεθάνω.
Πρέπει, πρέπει με κάθε τρόπο να πιστέψω. Ας ξανακάμω την προσεφκή μου.
— Πάτερ ημών...
Αχ! δε μ' ακούει! Δε θα μ' ακούση. Δε θέλει να μ' ακούση.
Να όμως που κάτι νόημα έχουν κι αφτά τα παραμύθια. Πες τα ανόητα όσο θέλεις· σε κυνηγούν όπου πας, σε παραζαλίζουνε, σου βάζουν άνω κάτω το κεφάλι και γίνεται τότες το κακό. Νομίζεις πως κάτι θα τύχη, και τυχαίνει, γιατί το νομίζεις.
Τρεις ήμισυ.
Χτύπα, χτύπα, καρδιά μου, και σπάσε σαν το ρολόγι.
Έπρεπε νάχω τίποτις απάνω μου, κανένα φυλαχτό, ό τι κι αν είναι. Τόχεις και σου δίνει θάρρος και σε προφυλάγει. Να το πιάσω, να το βαστάξω, να μη φύγη.
Αχ! τι σκουπίδι που είναι ο άθρωπος! Ναι! το θάρρος είναι που του λείπει. Δε θέλει μοναξιά· είναι γεμάτος αγάπη και πόνο, έχει απέραντη καρδιά κι όλα τα ζωντανέβει και σ' όλα μέσα βάζει την ψυχή του. Νομίζει πως όλα έχουν την ίδια ψυχή και πως από παντού βγαίνει θλίψη ή χαρά.
Και ποιος ξέρει αν έχει λάθος!
Να που έβλαψε, να που μπορεί κ' ένα νούμερο να βλάψη.
Τέσσερεις παρά κάρτο.
Έρχεται ο Χάρος και του κάκου!
Όλα, όλα τα ξαναβλέπω με μιας. Τα χαρούμενά μου τα νιάτα, τη ζωή μου από παιδί. Κάθουνταν ο παπούς απάνω στο σοφά και μ' έπαιρνε στη γούνα του μέσα και κρύφτουμουν και γελούσε ο παπούς! Αχ! όλα, όλα τα θυμούμαι. Πόσο μ' αγαπούσε! Κάτω, εκεί κάτω στον μπαξέ μας, τι πρασινάδα που είταν! Πήγαινα κ' έτρωγα ερίκια. Άγουρα τα διάλεγα και μου άρεζαν. Όχι! κι από το παράθυρο να σκύψω να διώ, δεν τα βλέπω πια τα δέντρα και τις πρασινάδες. Είναι νύχτα παντοτεινή για μένα. Αχ! τι καλός, τι ωραίος που είναι ο ήλιος!
Δε θέλω! Δε θέλω!
Κάτασπρο το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Φαίνεται πως έτσι θα πεθάνω, χτυπώντας χτυπώντας η καρδιά μου, ώςπου να πιαστή η αναπνοή μου. Πιάνεται. Ο Χάρος με πλακώνει..Το κεφάλι μου θα γίνη φλόγα.
Ναι, σαν είμουνα παιδί! Μπας και μου τάμαθε ο παπούς τέτοια παραμύθια; Κ' έλεγα πως μ' αγαπούσε! Τι αγάπη είναι αφτή; Και πώς δεν πεθαίνει τώρα, σα μ' αγαπά, για να γλυτώσω εγώ;
Τέσσερεις.
Να σκοτώσω κανέναν κ' έτσι να γλυτώσω.
Πρέπει να πεθάνη ο μουσαφίρης.
Να, τώρα, γρήγορα θα πιαστή και το κεφάλι μου. Ίδρος, κρύος ίδρος με περεχύνει. Αφού πιαστή και το κεφάλι μου, δε θα νοιώθω τίποτις πια, δε θα νοιώθω τον πόνο. Θα ψυχομαχώ.
Να φωνάξω, νάρθη κανένας! Δεν έχω φωνή.
Να σηκωθώ, να τρέξω, να φύγω. Δεν μπορώ. Πιάστηκαν τα πόδια μου από το φόβο. — Έχω πιστόλι στο σερτάρι. Για να δω!
Τέσσερεις και κάρτο.
Θέλω να καθήσω ήσυχα στο κρεββάτι, να μετρήσω τα καρδιοχτύπια μου ένα ένα, ώςπου να σωθούνε. Να κάμω κουράγιο. Τι να παλαίβω τώρα; Έγινε πια το κακό. Σε λίγη ώρα...
Είναι σαν τα κύματα που τρεμοπηδάνε. Φούσκωσε η θάλασσα και θα με πνίξη.
Λίγο λίγο.
Πόσο έχω ακόμη;
Να τελειώση αφτό το βάσανο πια. Όταν πεθάνω, θα πεθάνη κι ο φόβος μαζί μου. Έτσι θα γλυτώσω.
Πού κοιμάται ο μουσαφίρης;
Τέσσερεις ήμισυ.
Να σηκωθώ! Κάπου να πάω. Να βγω όξω από το σπίτι, να μην είμαστε μέσα δεκατρείς. Μούδιασε η καρδιά μου και δεν μπορώ. Είμαι του Χάρου. Δε θα με λυπηθή και κανένας; Γίνεται να πεθάνω, που έχω τόσα να κάμω, που έχω τόσα στο νου μου; Όχι! τέτοιο άδικο πράμα δε γίνεται! Σηκώνουμαι και παλαίβω και σκοτώνω. Ο καταραμένος ο μουσαφίρης! Έχω δύναμη ακόμη. Νοιώθω πως έχω. Θα σηκωθώ. Να πεθάνη αφτός, μια πιστολιά και σώνει, να ησυχάσουμε όλοι. Να μπουν όλα σε τάξη.
Αχ! να μπορούσα μόνο να κουνήσω το πόδι!
Ή να σκοτωθώ, να τελειώση;
Μ' έπιασε, μ' έπιασε ο Χάρος και με βαστά.
Πέντε παρά κάρτο!...»
Ξύπνησα τότες με τα σωστά μου. Είταν η ώρα οχτώ. Είχα φανταστή στον ύπνο μου μέσα πως ξυπνούσα. Κοντέβουν τώρα δέκα χρόνια που είδα το φοβερό αφτό τόνειρο και τόγραψα αμέσως το πρωί, να το θυμούμαι. Τι καλά που περνούσαμε τότες στο σπίτι μας στην εξοχή! Ζούσε ο καλός μου ο παπούς. Πρόπερσι πέθανε ο καημένος, εκατό χρονώ γέρος. Δεν είμαστε πια στο τραπέζι δεκατρείς όταν έρχεται ο μουσαφίρης.
Παρίσι, 1891.
Ο ΜΑΓΟΣ {94}
Μια φορά κ' έναν καιρό, είτανε μια μικρή, μικρούτσικη χώρα. Αχ! τι χάρη που την είχε η μικρούτσικη πολιτεία. Τι νόστιμοι που είταν οι μικροπολίτες! Πόσο μπόι λες τάχατις να είχαν; Οι μικροπολίτες είταν κοντούτσικοι, ψιλούτσικοι, ομορφοκαμωμένοι κ' ίσια μ' ένα δάχτυλο μεγάλοι. Είχαν κάτι πρόσωπα σοβαρούτσικα και χλωμά, με μυτερά μυτερά μουστακάκια. Μα τι ωραιούτσικα μουστακάκια που τα είχαν! Κάποτες ζάρωναν τα μαβρούτσικά τους τα φρύδια και νόμιζες πια πως μεγάλα πράματα συλλογιούνταν. Η φορεσιά τους είτανε μια χαρά· φορούσαν κάτι στενούτσικα πανταλονάκια, σουρτουκάκια σαν τα δικά μας κι αψηλούτσικα γυαλιστερά καπέλλα. Τους έβλεπες και τους αγαπούσες. Έπρεπε όμως νάχης καλά μάτια να τους διής. Έγραφε η ιστορία πως οι πατέρες τους είτανε γιγάντοι κ' είχαν κάμει παιδιά νάνους. Δεν ξέρω να σας πω αν οι μικροπολίτες είταν από γεννήσιο τους μικροί ή αν εκεί που έπρεπε να μεγαλώσουνε, δε μικραίνανε λίγο λίγο, ώςπου με τον καιρό να καταντήσουν πια τζουτζέδες. Ένα μόνο ξέρω, δεν τόννοιωθαν οι μικροπολίτες πως είτανε μικροί κ' έτσι δεν το είχαν και καημό. Μήτε τόβαζε ο νους τους, και τόβλεπες αμέσως από το περπάτημά τους. Είταν πολύ περίεργο το περπάτημά τους· περπατούσαν πηδηχτά πηδηχτά, όμως με κάποια περηφάνεια και τη μύτη πάντα ψηλά. Θωρούσες ένα μικροπολίτη και στοχάζουσουν πως ερχότανε βασιλιάς.
Δουλειές είχαν, πολλές δουλειές οι μικροπολίτες. Σεργιάνιζαν όλη μέρα στους δρόμους, συχνοχαιρετιούνταν, έκαμναν κοπλιμέντα και τσιριμόνιες, κουβέντιαζαν ως και με τα χεράκια τους, μιλούσανε, γελούσανε, φιλοσοφούσαν αναμεταξύ τους. Έπειτα ο καθένας, σαν κάτι πιο καμαρωμένος, πήγαινε στο μικρούτσικό του το σπιτάκι κ' έγραφε μάνι μάνι ένα βιβλίο. Τι λες νάγραφε μέσα στο βιβλίο; Οι μικροπολίτες γράφανε βιβλία ο ένας για τον άλλον. Φαίνεται πως στη Μικρόπολη είχε μεγάλα κεφάλια πολλά. Άξαφνα διάβαζες πως ο τάδε μικροπολίτης είταν ο πιο περίφημος ιστορικός του κόσμου, ο τάδε πάλε πως είταν ο πιο τρομερός ποιητής που μπορεί κανένας να φανταστή. Άξαφνα διάβαζες και το εναντίο. Ο ίδιος ο μικροπολίτης έγραφε δέφτερο βιβλίο και σου ξηγούσε πως ο μεγαλήτερος ποιητής κι ο πιο περίφημος ιστορικός δεν είταν ο πρώτος που είπε, μα ένας άλλος, και παστρικούτσικα σου έλεγε και το λόγο. Κάθε τόσο σου έβγαζαν και κανένα φωστήρα στη μέση· ο τάδες έκαμνε αμίμητους στίχους· ο άλλος, άμα που φάνηκε, τάβαλε πια όλα σε τάξη, τάσιαξε όλα· αμέσως βρήκε τι γλώσσα και τι μέτρο θέλει η τραγωδία, τι μέτρο και τι γλώσσα η κωμωδία. Ο τρίτος δίδασκε με τι τρόπο πρέπει να γράφεται η ιστορία, με τι τρόπο η μυθιστορία. Ένας άλλος είταν πια αλήθεια κριτικός, μα τι κριτικός! κριτικός με τα σωστά του, κι από τα βιβλία του έφεγγε τέχνη, έφεγγε επιστήμη. Οι μικροπολίτες τραγωδία δεν είχανε, μήτε κωμωδία, μήτε ιστορία, μήτε μυθιστορία, μήτε κρίση, μήτε επιστήμη, μήτε τέχνη. Μα δεν πείραζε. Είχαν ένα σωρό κριτικούς, κωμικούς, τραγικούς και σοφούς. Μπρε παιδιά! αφού σας το λέω· Όλα βρίσκουνταν εκεί μέσα, στην αιώνια Μικρόπολη, και δεν είχες ανάγκη να γυρίσης τον κόσμο και να γυρέψης αλλού πουθενά ποιητάδες ή φιλοσόφους.
Οι μικροπολίτες παινούσαν ο ένας τον άλλονα· μη νομίζης όμως πως είταν από καλοσύνη. Το πουλάκι το γλυκό που λέγεται καλοσύνη, το πουλάκι που και το ίδιο μαγέβεται με το κελάδημά του, δεν πολυτραγουδούσε μέσα στην καρδιά τους. Το στηθουλάκι τους είτανε μικρουλό, σαν κάτι στενούτσικο το κλουβί, και δε χωρούσε μέσα ταγαθό το πουλί μας. Αγάπη στα σπλάχνα τους δεν είχαν οι μικροπολίτες· δε ζεσταίνουνταν η ψυχή τους, δεν τους έβλεπες να κλαιν ή και να δακρίζουν, όταν καμιά ιδέα μεγάλη, μ' όλη της την ομορφιά, ξεφανερώνουνταν μπροστά τους. Παινιούνταν αναμεταξύ τους, γιατί ήθελε ο καθένας κάτι να φανή· παινούσε για να τον παινέσουν. Πού καιρός για δάκρια; Πού καιρός για καλοσύνη; Ο καθένας δεν είχε άλλο στο νου του παρά το χαδεμένο του το εγώ.
Καλοσύνη δεν ήξεραν οι μικροπολίτες, κ' ίσως για τούτο δεν είταν και τα βιβλία τους καλά. Δεν ήξεραν καλοσύνη, κ' έτσι δεν μπορούσανε να διούν αν και παρέξω απ' αφτούς δεν είταν καμιά ωραιότητα στον κόσμο, δεν μπορούσανε να τη χαρούνε — δε χαίρουνταν ωραιότητα καμιά, κ' έτσι τους είταν αδύνατο και να καταλάβουν τι είναι ωραίο και τι δεν είναι — δεν το καταλάβαιναν, κ' έτσι τους είτανε δύσκολο να προκόψουν και κείνοι· δεν πρόκοφταν, κ' έτσι δε μεγάλωναν και πολύ. Ο νους κ' η καρδιά πάνε συχνά ταίρι ταίρι· έχει κι ο νους καλοσύνη δική του· δεν είναι μόνο της καρδίας η καλοσύνη. Είναι και του νου, φτάνει να μην τον κλειδώνης· φτάνει, κι ο νους σου ναγαπά
Δουλειές είχαν, πολλές δουλειές οι μικροπολίτες. Τόσο, που δεν κατώρθωναν όλα να τα κάμουν. Είταν πάντα σαν ανταρεμένοι. Έτρεχαν και φιλονικούσαν. Έφτειαναν όλο κάτι χρυσούτσικες στάτουες, με το πρόσωπο του καθενός μικρωμένο, που γυάλιζε σαν ψιλό ψιλό διαμαντάκι και που μπορούσε μόλις να το πάρη το μάτι. Αφιέρωνε μια στάτουα ο ένας ταλλουνού· ή την πετούσε πάλε ο ένας σταλλουνού το κεφάλι. Τέτοιες είταν οι δουλειές τους. Τι κρίμας που δεν έχω απάνω μου καμιάν απ' αφτές τις στάτουες τις χαριτωμένες, να σας τη δείξω, να διήτε τι μικρές, τι νόστιμες αλήθεια που είτανε.
Οι μικροπολίτες μιλούσανε μια πολύ παράξενη γλώσσα. Συνήθιζαν κάτι λέξες που τις είχαν πρώτα, οι πατέρες τους, οι γιγάντοι. Μα όταν έβγαιναν από το μικρούτσικο τους το στοματάκι φάνταζαν πολύ περίεργα. Με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν οι μικροπολίτες να πουν τα πράματα νέττα σκέττα. Ξεσκάλιζαν και κάτι παλιούς τύπους μέσα στα βιβλία και καμάρωναν. Οι μικροπολίτισσες — αχ! τι άσκημα που το λέω! — αι μικροπολίτισσαι — όχι δα! έκαμα πάλε λάθος — αι μικροπολίτιδες _ λίαν εγοητεύοντο _, και την ώρα που τους άκουγαν και κατόπι, που θυμούνταν τα λαμπρούτσικά τους τα λόγια — να το πούμε όπως πρέπει, _λίαν εγοητεύοντο και ακούουσαι και ακηκυίαι _. Οι μικροπολίτες έγραφαν και μιλούσαν όλη μέρα. Συχνά δεν καταλάβαινε ο ένας τον άλλονα. Τι τύχη, αλήθεια, που την είχαν! Κάποτες ο μικροπολίτης δεν καταλάβαινε κι ο ίδιος τι έγραφε. Δεν είναι τύχη κι αφτό;
Οι μικροπολίτες είχαν ψιλή, ψιλούτσικη φωνή. Έλεγες και τραγουδούσαν. Είταν όλοι τους τενόροι. Δεν ξέρω τι είχαν πάθει οι μικροπολίτες. Δεν άκουγες όμως για κανένα μικροπολίτη, νάκαμε ποτέ του παιδί.
Έτσι ζούσαν οι μικροπολίτες, έτσι ζούσαν και βασίλεβαν αναμεταξύ τους. Ζούσαν ήσυχα και παινεμένα και δε γήραζαν. Οι μικροπολίτες δε μοιάζανε με κανέναν άλλο λαό. Τι περίεργη ιστορία! Άμα έρχουνταν κανένας ξένος στη Μικρόπολη, όσο μπόι κι αν είχε, γίνουνταν αμέσως άφαντος ο ξένος. Οι μικροπολίτες ανέβαιναν απάνω του και τον αποσκέπαζαν τον κακορρίζικο. Ο ένας κάθουνταν απάνω σταφτί του, ο άλλος απάνω στο μύτη του, ο άλλος στο μάτι του ή στο δάχτυλο του. Κοίταζε τότες ο καθένας καλά και δεν έβλεπε παρά το δάχτυλο, το μάτι, ταφτί ή τη μύτη. Συλλογιούνταν τότες ο καθένας με το νου του· «Αφτουνού όλα του λείπουν. Έχει μόνο τη μύτη, ταφτί, το μάτι ή το δάχτυλο. Δε μας αξίζει». Ποτέ τους οι μικροπολίτες δεν είδαν αλάκαιρο τον άθρωπο. Οι μικροπολίτες οι καημένοι είχανε μικρό, μικρούτσικο μυαλό, στενό, στενούτσικο κεφαλάκι. Μα ας ταφήσουμε πια. Τι; Θα τους κατηγορήσουμε τώρα; Οι μικροπολίτες είναι δικοί μας, ας είναι και δασκάλοι. Μήπως δεν έχει κάθε έθνος τους δικούς του; Εγώ τους γνώρισα τους μικροπολίτες και τους αγαπώ. Κάμποσο διασκέδασα μαζί τους. Είχαν αλήθεια πολλή χάρη και νοστιμάδα.
Πόσο βάσταξε η Μικρόπολη, δεν το ξέρω να σας το πω. Κανείς στον κόσμο δεν είδε ποτέ τους μικροπολίτες, κ' έτσι δεν μπόρεσε να πη κανείς πόσο έζησαν τα μικρουλάκια. Διάβασα όμως στα βιβλία πως μια φορά ήρθε στον τόπο τους ένας μάγος. Είταν πολύ καλός άθρωπος και του άρεζε να σπουδάζη και να μαθαίνη. Έλεγαν πως είτανε μάγος, γιατί είχε πάντοτε στην τζέπη του ένα γυαλί, μα την αλήθεια! ένα παράξενο γυαλί, χοντρό στη μέση και στις άκρες ψιλό, ξεστρογγυλωμένο με τέχνη, λαμπερό και πολυδουλεμένο. Ο μάγος με το γυαλί του προσπαθούσε να διή τους μικροπολίτες. Έβαζε το γυαλί και δος του κοίταζε όσο μπορούσε. Αχ! τι παράδοξο πράμα που ακουλούθησε τότες! Τι πρωτάκουστο ιστορικό! Τι περίεργο γυαλί που είταν εκείνο! Όσες αχτίδες είχε ο ήλιος, όσες αχτίδες σκόρπιζε απάνω στη γις, τις έπαιρνε το γυαλί, τις περιμάζεβε μέσα του, τις συγκέντρωνε, τις έκαμνε μια φλόγα μοναδική. Οι μικροπολίτες έλιωναν έλιωναν ένας ένας· φαίνεται πως τους έκαιγε το γυαλί, και δε βαστούσε το τρυφερό τους το πετσάκι σε τέτοια φωτιά. Έτσι αφανίστηκαν όλοι κ' έμεινε η χώρα άδεια μια στιγμή. Τότες όμως από τους βράχους, από τα βουνά κι από τις πεδιάδες, από τα περιγιάλια κι από τα χωριά γύρω γύρω, προχωρούσαν άλλοι μικροί, μικρούτσικοι αθρώποι κι αφτοί, που δε φαίνουνταν πριν. Είταν προστυχοντυμένοι και ντροπαλοί. Έννοιωθαν πως είχε ήλιο στη χώρα, κ' έρχουνταν τώρα ο καθένας να χαρή τη ζωή και το φως. Οι χωρικοί, λέει, δε φοβούνται τον ήλιο κ' η ζέστη τους αρέσει. Τους κοίταζε πάλε ο μάγος με το γυαλί του. Αχ! τι περίεργο γυαλί είταν εκείνο! Αντίς να διή τα προσώπατα μόνο, έβλεπε, μέσα στο ψιλούτσικο, στο λιγνούτσικό τους το κορμί, την καρδιά και το μυαλό. Μεγάλωναν οι καρδιές λίγο λίγο με το γυαλί, μεγάλωναν και τα μυαλά. Αφού μεγάλωσαν οι νούδες, μεγάλωσαν πια τότες κ' οι αθρώποι. Να πούμε την αλήθεια, δεν έγινε το πράμα με μιας. Ίσως τους έδειχνε το γιαλί όχι όπως είταν εκείνη την ώρα, μα όπως θα γίνουνταν κατόπι. Όσο τους κοίταζε ο μάγος, τόσο έρχουνταν έρχουνταν οι χωρικοί ο ένας απάνω στον άλλονα, χαρούμενοι και τρεχάτοι, στη Μικρόπολη μέσα.
Έτσι με τον καιρό έγινε πια κ' η Μικρόπολη Μεγαλόπολη σαν τις άλλες. Έγιναν κ' οι χωρικοί μεγαλοπολίτες. Οι μεγαλοπολίτες είχαν και κείνοι κάμποση δουλειά. Πρώτη φορά θωρούσαν τον κόσμο κ' ήθελαν όλα να τα πούνε, να τα πουν όλα με μιας. Οι μεγαλοπολίτες όμως λαλούσαν τη γλώσσα που λαλούνε στους κάμπους και στα βουνά. Έτσι, λέω, να το πιάσουμε και μεις γιατί κ' η ψυχή της Ρωμιοσύνης πώς θα κάμη, πώς θα φανή, αν της σηκώσουμε τη φυσική λαλιά της; Φτάνει να μας αφήσουν ήσυχους οι δασκάλοι και να μη χαλνούν τη γλώσσα του κάμπου και του βουνού. Ψυχή και γλώσσα είναι το ίδιο.
Τι λες τώρα να σημαίνη αφτό το παραμύθι: Είναι αξιόλογο παραμύθι και μπορεί ο καθένας όπως θέλει να το πάρη· ο καθένας μπορεί να πη πως είναι ίδιος του μεγαλοπολίτης και μικροπολίτες οι άλλοι. Είναι μαργιόλικο παραμύθι κ' έχει το νόημά του κι αφτό. Η ποίηση κ' η φιλοσοφία, το δράμα και τα ρομάντσα, η φιλολογία, σαν που λέμε, είναι το γυαλί. Κι ο Μάγος πάλε ποιος να είναι; Οι μάγοι είναι πολλοί. Μάγος είναι όποιος ξέρει και βλέπει με το γυαλί. Είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο και πιάνει και τον τόπο του. Πώς έγινε η Ελλάδα μεγάλη στα χρόνια τα παλιά; Τάχα μήπως με τι δύναμη νίκησε στους μηδικούς πολέμους; Νίκησε τάχα με τα όπλα ή με τα έργα που είχε βγάλει και που έβγαζε ο νους της; Εγώ νομίζω πως ο Λεωνίδας, όταν πάλαιβε στις Θερμοπύλες, πάλαιβε για την Ιλιάδα, πάλαιβε για να διαφεντέψη τους αρχαίους μας τους ραψωδούς· εγώ νομίζω πως οι δικοί μας, όταν πάλαιβε το Μεσολόγγι, πάλαιβαν και κείνοι για τα τραγούδια του λαού μας, που τα τραγουδούσαν τότες τα βουνά. Για να βγη ανεξάρτητο ένα έθνος, για να καταλάβη πως υπάρχει, πρέπει να το φέρη πρώτα η ποίηση που θρέφει στα σωθικά του, ύστερα το σπαθί. Ο μόνος ο νικητής είναι ο μάγος, γιατί ο μάγος, άμα φανή, βλέπει μέσα στου λαού την καρδιά. Δε βλέπει τους άλλους, τους κουρδισμένους, τους τσιτωμένους, τα ψέφτικά ταθρωπάκια. Χάνεις τον κόπο σου να γυρέβης να τα διής. Ο μάγος βλέπει το έθνος, και τότες πια και το έθνος βλέπει το ίδιο τι είναι, βλέπει τι αξίζει. Η ψυχή του μεγαλώνει και γίνεται φανερή. Τέτοια πανάγια δουλειά κάμνει η φιλολογία, η ελαφρά φιλολογία, που δεν είναι λαφριά και που δεν είναι μπόσικο παιχνιδάκι. Φτειάνει έθνος και φωτίζει από μέσα τους λαούς.
Παρίσι 1891.
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗ {95}
Το μικρό το παραμυθάκι — Ο Μάγος — ταφιέρωσα τότες στον Τρικούπη, κι αφτό λέει τακόλουθο γραμματάκι μου στο Δροσίνη.
Ελπίζω καμιά μέρα να πω περισσότερα για τον Τρικούπη απ' όσα προφταίνω να πω εδώ, που δεν είναι κι ο τόπος. Όταν του αφιέρωσα το Μάγο, δεν τον είχα δει ακόμα. Τον είδα, σα γύρισα στην Αθήνα, στα 1893. Θυμούμαι μια φορά που ήρθε να μου κάνη βίζιτα στη Βιχτώρια — εκεί κατέβηκα — κι άλλη μια φορά που πήγα σπίτι του, στο γραφείο του κάτω· και τις δυο φορές καθήσαμε πολλή ώρα μαζί και μιλήσαμε κάμποσο, για πολλά πράματα, εννοείται και για τη γλώσσα. Και την πρώτη φορά και τη δέφτερη, απόρησα με την εφκολία που καταλάβαινε αμέσως ό τι του έλεγες· τάρπαζε ο νους του αμέσως, ως και κάτι γλωσσολογικά που είναι κάμποσο δυσκολούτσικα για ένανε μάλιστα που δεν καταγίνεται σ' αφτά. Τον είδα, προτού φύγω, κι άλλη μια φορά. Δε θα το ξεχάσω στη ζωή μου. Είτανε χορός στη ρούσσικη Πρεσβεία, ο βασιλιάς, η βασίλισσα, τα βασιλόπαιδα, κόσμος και κόσμος. Χορέβανε, γελούσανε, διασκεδάζανε, λαλούσανε για χίλια δυο πράματα, και φυσικά, όπως τυχαίνει στους χορούς και στους σουαρέδες, μεγάλα πράματα δε λέγανε. Να πω την αλήθεια, με πήρε βαριομάρα τρομερή, μου ήρθε μάλιστα και πλήξη. Σέρνουμουν εδώ και κει, δεν ήξερα τι να κάμω, καμιά όρεξη δεν είχα για κουβέντες· με ποιόνα και για τι αντικείμενο; Άλλο δε γύρεβα παρά να φύγω, δεν το κατόρθωσα όμως, και πήγα τουλάχιστο να τραβηχτώ σε μια κοχίτσα, να συλλογέμαι τα δικά μου. Άρχιζε τότες στην καρδιά μου να τρέμη _ Τόνειρο του Γιαννίρη _, και στη γωνιά που κάθησα, μου φάνηκε σα να είμουνα μόνος. Άξαφνα, μέσα στην πολυκοσμία, στις φωτοχυσίες, βλέπω δυο μάτια, μεγάλα μεγάλα κι ολόμαβρα. Είχαν εκείνα τα μάτια τόσο φως που θαρρούσες κ' έφεγγαν αφτά μονάχα. Είταν ο Τρικούπης. Ο Τρικούπης, αψηλό ανάστημα δεν είχε· συνήθιζε μάλιστα κ' έσκυβε λιγάκι το λαιμό του προς το στήθος. Στέκουντα λοιπόν ακκουμπισμένος στον τοίχο, με τις πλάτες κατεβασμένες, κ' έτσι, μέσα στο πλήθος, δεν έβλεπες παρά το κεφάλι και τα μάτια. Όμορφος βέβαια δεν είτανε· μα τέτοια μάτια, και τα αμορφότερα παλληκάρια δεν τάχουνε. Τι δεν έλεγαν τα μάτια εκείνα; Γεμάτα γεμάτα λογισμούς, γεμάτα όνειρα, γεμάτα θέληση και λύπη συνάμα· σου έδειχναν τα μάτια του εκείνα τι ποθούσε να κάμη μια μέρα την Ελλάδα, σα να τόννοιωθε πως δε θα μπορούσε.
Ανατρίχιασα. Δεν του μίλησα εκείνη τη βραδειά. Τα μάτια του όμως πολλές φορές τα θυμήθηκα. Δεν ξέρω αν ο Τρικούπης έκλαιγε· είταν άντρας. Μα βέβαια πως τα μάτια του τα ωραία και τα συλλογισμένα, θα τα θόλωσε λύπη ακόμα πιο πικρή παρά τη βραδειά που τον είδα, την ώρα τη θλιβερή, που από την Ελλάδα μακριά μακριά, έμεινε ολομόναχος, παραιτημένος, καταφρονεμένος, την ώρα που κατάλαβε τον τόπο τον αχάριστο και που για πάντα σβήσανε τα μάτια του τα μεγάλα.
Θαρρώ πως κάποιο χρέος να τα θυμάται έχει σήμερις κ' η Ελλάδα.
1 του Σταβρού, 1901.
Φίλτατε Δροσίνη,
Θυμάσαι τους μικροπολίτες; Δεν ξέρεις τι μπελά που μου δίνουν! Οι φίλοι μου γυρέβουνε να τους πω τι νόημα έχει το παραμύθι· τους αποκρίνουμαι πως προσπάθησα να τους το ξηγήσω όσο μπόρεσα πιο παστρικά στο τέλος του παραμυθιού. Όχι! λένε, δεν τους φτάνει. Ο καθένας το παίρνει διαφορετικά. Και τι θα πη τούτο; και τι θα πη εκείνο; Και γιατί και πώς καταστράφηκαν οι μικροπολίτες; Και να μην είταν από τις πολλές φωνές; Και γιατί και πώς κάθουνται στη μύτη του ξένου και δε βλέπουν παρά τη μύτη; Και τι σημαίνει το κάτω κάτω; Να σου πω την αλήθεια, ζαλίστηκα και μ' έπιασε φόβος, μπας και δε βγαίνει αμέσως το νόημα; Άρχισα πια κι ο ίδιος να το μελετώ. Λίγο λίγο κατάλαβα· κατάλαβα πως το παραμυθάκι δεν έχει μόνο φιλολογική σημασία· μπορεί νάχη και πολιτική. Για τούτο σήμερα και γω αποφάσισα να ταφιερώσω ενός Μεγαλοπολίτη — του Τρικούπη.
Ο φίλος σου ΨΥΧΑΡΗΣ
OΝΕΙΡΕΒΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΡΟΔΑ {96}
Είναι απλό γράμμα. Δεν το βάζω με τα ιδιαίτερα γράμματα, παρακάτω, γιατί μπορεί νάχη και κάποια φιλολογική σημασία. Τουλάχιστο, έτσι έλεγε τότες ο Γαβριηλίδης που το δημοσίεψε· είπε μάλιστα, και πολύ κολακέφτηκα, πως αξίζει να το _ μελετήσουνε _ και να _ το προσέξουνε_.
Ο φίλος μου ο Στέφανος Στεφάνου μου είχε στείλει κάτι ποιήματά του τυπωμένα στην _ Ακρόπολη _. Μου άρεσαν και του έγραψα τα λίγα λόγια.
Αξιότιμε κύριε Στεφάνου,
Πολύ ωραίος είναι της συλλογής σας ο τίτλος! _ Ονειρεύουνται τα ρόδα _ · Les roses sont en train de rêver, γιατί έτσι μου φαίνεται πως πρέπει να μεταφραστή. Τον είπα σε μερικούς φίλους μου, απ' αφτούς τους συβολιστάδες{97} που αγαπάτε, και τους άρεσε πάρα πολύ. Είναι ωραίος, γιατί πρώτη φορά, αν έχω καλό μνημονικό, βάλατε ρήμα αντίς όνομα, κ' έτσι με τον ενεστώτα μοιάζει σα να μην έχη τόνειρο τελειωμό, και τέτοια βέβαια είταν η ιδέα σας. Πολύ σωστή. Πολύ σωστά κι όσα μου γράφετε για λέξες μεσαιωνικές ή μάλιστα και παλιότερες. Να σας πω την αλήθεια, είναι καιρός τώρα που προσμένω να μας βγη κανένας ποιητής, που να μελετήση κατάκαρδα τα μεσαιωνικά μας αφτά ποιήματα· νομίζω μάλιστα πως μπορούμε, και κάποτες έχουμε χρέος, όταν το φέρη η σειρά του λόγου, να παίρνουμε καμιά λέξη αρχαία, εννοώ της κλασσικής εποχής, να την κεντήσουμε πουθενά με τις άλλες, φτάνει να είναι κι ο τύπος της δημοτικός σαν τους άλλους. Μα δε σώνει ακόμη κι αφτό και μια συνηθισμένη, κοινή, δημοτική λέξη, μπορεί άξαφνα, εκεί που πρέπει, να δείξη πως έχει μέσα της, ακόμη και τώρα, την πρώτη ψυχή της, το πρώτο της νόημα.
Ξέρετε πως ο Racine κι ο Corneille και πολλοί άλλοι της ίδιας εποχής λένε charme ή charmante, για να πουν εκείνο που σημαίνει και το λατινικό carmen=τραγούδι μάγου ή μάγισσας που _ ξελλογιάζει (θελκτήριος επωδή) _. Κ' έτσι βγαίνει σωστά το νόημα του στίχου της Φαίδρας
Quel charme l'attirait sur ces bords redoutables·
Σήμερα όμως κι ακόμη σε κείνα τα χρόνια, δεν έχει και δεν είχε η λέξη charmer την ίδια δύναμη. Νομίζω το λοιπόν πως μόλον τούτο μπορούμε να της δώσουμε μια τέτοια σημασία ακόμη και τώρα, αν το φέρουμε με τρόπο, π. χ. αν παρατηρήσουμε πρώτα πως υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ του charmer και ravir. Αφτό το ravir είναι όλους διόλου αντίθετο, και σημαίνει ένα πράμα που έρχεται και σε συνεπαίρνει, ενώ το charmer κάθεται και σε τραβά.
Δεν πειράζει και δεν έχει να πη, που λίγοι σε καταλαβαίνουν και ξέρουνε να νοιώσουν τέτοια ψιλοψιλούτσικα πράματα, σαν τα προσέχεις και τα βάζεις στα βιβλία σου. Η γλώσσα που γράφει κανείς πρέπει να είναι σαν το νερό της λίμνης, που όλος ο κόσμος αμέσως μπορεί να δη τον ουρανό που την έχει καθρέφτη, μα που λίγοι, πολλοί λίγοι γνωρίζουν και ξεδιαλίσανε με τι στοιχεία, με τι κύματα, κι από πού παρμένα, είναι καμωμένο το ήσυχο εκείνο της λίμνης το νερό. Έτσι και μεις, πρέπει στη στιγμή να βλέπη ο καθένας τι θέλουμε να πούμε, να μας έχη καθρέφτη του ο καθένας, ακόμη και σα δεν είναι άξιος ο καθένας να καταλάβη, να ξεσκαλίση τι κρύφτουμε μέσα μας και μεις.